Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 903 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 903/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Ε." το οποίο εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μηχιώτη - Κακολίρη, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Καψόπουλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1586/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1357/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον ίδρυμα με την από 30-7-2022 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 28-2-2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 378/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ..
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 1763/2022). Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (Α.Π. 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, Α.Π. 936/2018). Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση, ο διάδικος που είχε καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση δεν απαιτείται να καταθέσει εκ νέου κατά την επαναλαμβανόμενη, ενώ εάν που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 76/2024, ΑΠ 674/2023, ΑΠ 17/2023, ΑΠ 936/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 179/2024 Πράξης αφαίρεσης δικογραφιών, της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την υπ' αριθμ. 378/2024 Πράξη του Προέδρου του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της, από 30-7-2022 (αριθμ. καταθ. 7433/827/30-9-2022), αίτησης αναίρεσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 28ης Φεβρουαρίου 2023, εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, Αρεοπαγίτη- Εισηγήτριας Όλγας Σχετάκη-Μπονάτου, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όσο και κατά την αρχική συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, εξ αυτών δε ο αναιρεσίβλητος, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του με σχετική δήλωση εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, μετά την προκείμενη συζήτηση, κατέθεσε, κατ'άρθρο 570 εδ.γ'ΚΠολΔ, το από 3-3-2025 υπόμνημα. Επομένως, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης χωρεί αντιμωλία των διαδίκων. Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της κρινόμενης, από 30-7-2022 (αριθμ.καταθ.7433/827/30-9-2022) αίτησης αναίρεσης, παρότι η προσβαλλόμενη με αριθμό 1357/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Ε." προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Όμως η ένδικη διαφορά, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στο αναιρεσείον, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 197/2023, ΑΠ 1300/2022).
Με την από 30-7-2022 (αριθ.7433/827/30-9-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1357/15-3-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, μετά από επανάληψη της αρχικής συζήτησης, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί της από 21-12-2016 (αριθμ.καταθ. 5053/21-12-2016) έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νπιδ, κατά της με αριθμό 1586/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία. Με την οριστική αυτή απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της από 20-7-2016 (αριθμ.καταθ.44390/1339/2016) αγωγής ως προς τον ήδη αναιρεσίβλητο, είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της, εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, από 22-4-2016 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ'άρθρο 14 παρ.4 του ν.1264/1982 για τη νόμιμη συνδικαλιστική του δράση, αλλά και ως καταχρηστικής, λόγω παράβασης του καθήκοντος προνοίας κατά την επιλογή του ως απολυτέου, και περαιτέρω είχε υποχρεώσει το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και να του καταβάλει το ποσό των 5.900 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας και το ποσό των 2.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, νομιμοτόκως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δικάζοντας επί της αγωγής την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την αξίωση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, και αφού έκρινε την ένδικη καταγγελία άκυρη κατ'άρθρο 14 παρ.4 του ν.1264/1982, δέχθηκε την αγωγή κατά τα λοιπά εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, όπως και πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τα ανωτέρω, με αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης απόφασής τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την δημοσίευση της τελευταίας ( 15-3-2022) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (30-9-2022), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, του Ν.2112/1920 και 1, 5 του Ν.3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Σε περίπτωση ακυρότητάς της ο εργοδότης υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές του λόγω της υπερημερίας του κατά τα άρθρα 648 και 656 του ΑΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.1264/1982 ορίζεται ευθέως από το νόμο ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία κατά την έννοια της διάταξης αυτής περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, ως και οι ενέργειες που αποσκοπούν στην κήρυξή της και γενικότερα κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργατικών οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, όπως η δραστηριοποίηση για την ίδρυση επαγγελματικού ή επιχειρησιακού σωματείου. Για να είναι δε άκυρη κατά την ανωτέρω διάταξη η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας πρέπει η συνδικαλιστική δράση του μισθωτού να αποτελεί αιτία της καταγγελίας, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης δεν θα κατήγγειλε τη σύμβαση, όχι κατ'ανάγκη αποκλειστική, αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής απόφασης του εργοδότη για την καταγγελία και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη (ΑΠ 220/2023, ΑΠ 306/2023, ΑΠ 562/2022, ΑΠ 656/2018, ΑΠ 927/2017).
Περαιτέρω, εάν ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του αυτοτελές αίτημα (κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας του εργοδότη, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητά της αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα, της αναγνώρισης της ακυρότητας (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 562/2022, ΑΠ 230/2021, ΑΠ 2183/2014). Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος στην αγωγή του, αλλά για άλλους λόγους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απόλυσης του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο άκυρης απόλυσής του για τους αναφερόμενους λόγους, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν άκυρη την απόλυσή του (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 1250/2018, ΑΠ 927/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992). Επίσης, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή όταν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018). Λόγος δε αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 485/2019). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο πρώτος των αρχικώς εναγόντων και εν προκειμένω εφεσίβλητος [ήδη αναιρεσίβλητος] προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν [ήδη αναιρεσείον], Κοινωφελές Ίδρυμα με την επωνυμία "Ίδρυμα Ε." στις 27.10.2007, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μερικής απασχόλησης, προκειμένου να προσφέρει στο τελευταίο τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου, επί δύο (2) ημέρες εβδομαδιαίως. Μεταξύ των διαδίκων συντάχθηκε σχετικά η από ίδιας ημερομηνίας ατομική σύμβαση μερικής απασχόλησης, με την οποία συμφωνήθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι ο εν λόγω διάδικος (πρώτος των αρχικώς εναγόντων - εφεσίβλητος) θα εργαζόταν τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, κατά τις ώρες που όριζε το κατατιθέμενο στην Επιθεώρηση Εργασίας Καλλιθέας πρόγραμμα εργασίας, έναντι αποδοχών που θα καταβάλλονταν σύμφωνα με το ωρομίσθιο που οριζόταν στην εκάστοτε ισχύουσα συλλογική ρύθμιση για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού που απασχολείται στα πάσης φύσεως ν.π.ι.δ., προκαταβαλλόμενες την πέμπτη ημέρα κάθε μήνα (όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 27.10.2007 ατομική σύμβαση μερικής απασχόλησης). Από το έτος 2011 ο πρώτος των εναγόντων - εφεσίβλητος εργαζόταν επί τέσσερις (4) ημέρες εβδομαδιαίως και συγκεκριμένα κάθε Πέμπτη και Παρασκευή, με ωράριο από τις 8:30 η .μ. έως τις 16:30 μ.μ. και κάθε Σάββατο και Κυριακή, από τις 11:00 π .μ. έως τις 19:00 μ.μ., έναντι αποδοχών που κατά το έτος 2016 διαμορφώνονταν στο ποσό των 1.054,90 ευρώ. Από την ανωτέρω ημερομηνία της πρόσληψής του ο εν λόγω διάδικος παρείχε τις υπηρεσίες του κατά τον προσήκοντα τρόπο στο Τμήμα Διαδραστικής Έκθεσης Επιστήμης και Τεχνολογίας του εναγόμενου - εκκαλούντος νομικού προσώπου, κατά κύριο λόγο, έχοντας την ευθύνη για τις ξεναγήσεις των επισκεπτόμενων την έκθεση σχολείων και απασχολούμενος παράλληλα με την υλοποίηση και τον σχεδίασμά εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Επιπλέον, αυτός απασχολήθηκε και σε άλλες δραστηριότητες, όπως το πρόγραμμα "eΚ ΝΟWΝΕΤ", έχοντας την ευθύνη επιμέλειας και μετάφρασης κειμένων και οπτικοαουστικού υλικού για τις ανάγκες του προγράμματος αυτού, ενώ επιπλέον είχε απασχοληθεί με την επιστημονική επιμέλεια δύο επιστημονικών ντοκιμαντέρ παραγωγής του εναγόμενου - εκκαλούντος νομικού προσώπου με τους τίτλους: "ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ : Η μάχη στην αυγή της σύγχρονης επιστήμης" και "ΝΕΥΤΩΝ : Η δύναμη του Θεού". Η μόνιμη, από το Δεκέμβριο του έτους 2006, Διαδραστική Έκθεση Επιστήμης και Τεχνολογίας (ΔΕΕΤ) του Ιδρύματος Ε., είχε υλοποιήσει κατά την διάρκεια της δεκαετίας 2006 - 2016 πολλά προγράμματα καθώς και εκδηλώσεις (διαδραστικές αφηγήσεις, επιδείξεις πειραμάτων, δημιουργία οπτικοακουστικού υλικού, οργάνωση σειράς εργαστηρίων επιστήμης και τεχνολογίας, ομιλίες και παρουσιάσεις νέων Ελλήνων ερευνητών). Η ΔΕΕΤ συμμετείχε επιπλέον σε πολλά φεστιβάλ επιστήμης άλλων φορέων και οργάνωσε ειδικά σχεδιασμένα προγράμματα για το κοινό, το οποίο δεν είχε την δυνατότητα να την επισκεφθεί. Το ανθρώπινο δυναμικό που απαιτούνταν, προκειμένου η ΔΕΕΤ να λειτουργήσει αποτελεσματικά και το οποίο απασχολούνταν σε αυτή καθώς και σε προγράμματα που αφορούσαν τον κύκλο των δραστηριοτήτων της ήταν έντεκα (11) άτομα, διαφόρων ειδικοτήτων και καθηκόντων, τα οποία το εναγόμενο - εκκαλούν απασχολούσε μέχρι και το έτος 2015. Το ίδιο έτος και συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του έτους 2015 η Διοικούσα Επιτροπή του Ιδρύματος Ε. λόγω των συνεχών εξελίξεων της τεχνολογίας έκρινε αναγκαίο τον ανασχεδιασμό της ΔΕΕΤ (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο απόσπασμα Πρακτικού υπ' αριθμ. ....2015). Στα πλαίσια αυτά έγινε κατανομή αρμοδιοτήτων και στους έντεκα (11) εργαζόμενους της ΔΕΕΤ, που ήταν ήδη ενήμεροι ότι η έκθεση επρόκειτο να κλείσει με σκοπό την δημιουργία μίας νέας (έκθεσης) και οι οποίοι ανέλαβαν τον σχεδιασμό των σχετικών εκθεμάτων. Παρ' ότι, δηλαδή, η έκθεση επρόκειτο να κλείσει, προκειμένου να αναμορφωθεί, οι εργαζόμενοι στο τμήμα αυτό εξακολουθούσαν να εργάζονται με αρμοδιότητες που τους δόθηκαν για τον σκοπό ακριβώς αυτό. Στον πρώτο ενάγοντα - εφεσίβλητο, μάλιστα, είχε δοθεί η αρμοδιότητα να κατασκευάσει τα εκθέματα που αφορούσαν την φυσική, ενώ άλλοι συνάδελφοί του είχαν αρμοδιότητα να κατασκευάσουν τα εκθέματα που αφορούσαν την χημεία και την βιολογία. Επιπλέον, σε συνάντηση του τμήματος της Διαδραστικής Έκθεσης με θέμα την πορεία του επανασχεδιασμού αυτής, αργότερα, περί τα μέσα του μήνα Ιανουάριου του έτους 2016, ο υπεύθυνος του τμήματος, κ. Παπακωνσταντίνου, διαβεβαίωσε τους εργαζόμενους ότι ακόμη και κατά την περίοδο που ο χώρος αυτής (έκθεσης) θα παρέμενε κλειστός, λόγω ανακαίνισης, δεν θα χανόταν καμία θέση εργασίας εξαιτίας αυτού του γεγονότος. Εν τω μεταξύ, την ίδια, ως άνω, χρονική περίοδο (το μήνα Δεκέμβριο, δηλαδή, του έτους 2015), το εναγόμενο - εκκαλούν προέβη στις απολύσεις τριών (3) εργαζομένων του. Ο πρώτος ενάγων - εφεσίβλητος ήταν μέλος του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΙΔ. ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΝΩΝ. ΕΤΑΙΡΙΩΝ & ΓΡΑΦΕΙΩΝ" από τις 8.12.2009 (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με ημερομηνία 11.10.2016 βεβαίωση του προαναφερόμενου επαγγελματικού σωματείου). Παράλληλα δε με τα ανωτέρω καθήκοντά του ο εν λόγω διάδικος με την ιδιότητά του αυτή είχε αναπτύξει συνδικαλιστική δράση, η οποία εντάθηκε το έτος 2015 με την προσπάθειά του να κινητοποιήσει τους εργαζόμενους του εναγόμενου - εκκαλούντος νομικού προσώπου, προκειμένου να αντιδράσουν στις απολύσεις των συναδέλφων τους ενώ επιπλέον, από κοινού με την αρχικώς δεύτερη ενάγουσα, Α. - Α. Τ., την μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλειά του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθώς και δύο ακόμη συναδέλφους τους, ανέλαβαν την πρωτοβουλία να ιδρύσουν επιχειρησιακό σωματείο, με σκοπό την συλλογική και οργανωμένη προάσπιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων. Οι σχετικές συζητήσεις, πραγματοποιούνταν τόσο εντός όσο και εκτός του χώρου του (εναγόμενου) ιδρύματος επιδιώκοντας μεταξύ των άλλων την συγκέντρωση του απαιτούμενου για την ίδρυση επαγγελματικού σωματείου αριθμού εργαζομένων. Κατά τη συνάντηση εν συνεχεία, στις αρχές Φεβρουάριου του έτους 2016, της διοίκησης του εναγόμενου - εκκαλούντος και των εργαζομένων του, η οποία πραγματοποιήθηκε επ' αφορμής της αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης του προηγούμενου εκπροσώπου αυτού (κ. Π.), ο Πρόεδρος αυτού, κ. Ε., κάτω από την πίεση των αντιδράσεων των εργαζομένων και στην προσπάθειά του να κατευνάσει τα πνεύματα δεσμεύτηκε ότι δεν θα πραγματοποιούνταν άλλες απολύσεις. Ο πρώτος ενάγων - εφεσίβλητος που συμμετείχε στην παραπάνω συνάντηση έλαβε το λόγο και αντέδρασε στις πραγματοποιηθείσες απολύσεις, χαρακτηρίζοντάς τες άδικες και καλώντας συγχρόνως τους παραβρισκομένους εργαζόμενους να συμμετάσχουν στην απεργιακή κινητοποίηση της ΓΣΕΕ της 4-2.2016 με αφορμή τις αλλαγές στα εργασιακά και στο ασφαλιστικό, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες που κατά τα ανωτέρω εξετάστηκαν με την επιμέλεια του συγκεκριμένου διαδίκου. Εκτός αυτών, με πρωτοβουλία και του πρώτου ενάγοντα - εφεσίβλητου, στις αρχές Μαρτίου του έτους 2016 πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση των εργαζομένων του εναγόμενου- εκκαλούντος, κατά την οποία επαναλήφθηκε η προτροπή για την συμμετοχή των τελευταίων στην δημιουργία επαγγελματικού σωματείου καθώς και στην 48ωρη απεργία που είχε προκηρύξει η ΓΣΕΕ για τις ημέρες που η κυβέρνηση θα κατέθετε το νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό στη Βουλή. Αργότερα, στα τέλη Μαρτίου του έτους 2016, η Διοικούσα Επιτροπή του Ιδρύματος, επικαλούμενη ότι η πορεία της διαδικασίας ανασχεδιασμού της Διαδραστικής Έκθεσης δεν ήταν ικανοποιητική, γεγονός που αποδόθηκε στο ότι η έκθεση λειτουργούσε ταυτοχρόνως και δεχόταν κοινό, με συνέπεια να απορροφά σημαντικό μέρος των διαθέσιμων πόρων ακόμα και εκείνων που απασχολούνταν κατά προτεραιότητα με τον ανασχεδιασμό της, αποφάσισε την αναστολή της λειτουργίας του οικείου τμήματος (Διαδραστικής Έκθεσης), το οποίο θα επαναλειτουργούσε με νεότερη απόφασή της, όταν ολοκληρωνόταν ο σχεδιασμός της "κατόπιν των ανωτέρω, η Διοικούσα Επιτροπή του εναγόμενου - εκκαλούντος όρισε ως καταληκτική ημερομηνία έναρξης της αναστολής της λειτουργίας της έκθεσης τις 22.4.2016. Σύμφωνα δε με το σχετικώς συνταχθέν υπ' αριθμ. 255 Πρακτικό της 30.3.2016, η αμέσως προηγούμενη απόφαση, περί της αναστολής της λειτουργίας της Διαδραστικής Έκθεσης, συνεπαγόταν τον πλεονασμό εργαζομένων στο εν λόγω τμήμα και επικαλούμενη το λόγο αυτό η Επιτροπή αποφάσισε την μείωση των απασχολούμενων υπαλλήλων, ορισμένοι από τους οποίους θα επικεντρώνονταν αποκλειστικά στον ανασχεδιασμό της Διαδραστικής Έκθεσης, ενώ οι υπόλοιποι θα απολύονταν. Η έκθεση δεν έκλεισε, αλλά σταμάτησε να δέχεται κοινό και επισκέψεις, η δε καθορισθείσα ως καταληκτική σχετική ημερομηνία της 22.4.2016 δεν ίσχυσε. Ακολούθως, η διοίκηση του εναγόμενου - εκκαλούντος νομικού προσώπου προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του πρώτου ενάγοντα - εφεσίβλητου, κοινοποιώντας του το σχετικό από 20.4.2016 έγγραφο στις 22.4.2016 (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ....2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ο. Δ.). Τον ίδιο χρόνο, το εναγόμενο - εκκαλούν προέβη στην απόλυση τεσσάρων (4) ακόμη εργαζομένων της έκθεσης. Στον πρώτο ενάγοντα - εφεσίβλητο επιδόθηκε συγχρόνως τραπεζική επιταγή ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ με αριθμό ... ποσού 8.533,18 ευρώ, που, σύμφωνα με την σχετική σημείωση στην υπ' αριθμ. ....2016 ως άνω έκθεση επίδοσης - η οποία θυροκολλήθηκε, επειδή ο πρώτος εναγών - εφεσίβλητος δεν βρέθηκε ο ίδιος ούτε άλλος συγγενής ή σύνοικος - θα κατατίθετο εν συνεχεία στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Συναφώς, συστάθηκε το με αριθμό ...-2016 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, συνολικού ύψους 8.533,18 ευρώ, με αιτιολογία την αποζημίωση λόγω καταγγελίας σύμβασης εργασίας, αναλυόμενο σε αποζημίωση απόλυσης ύψους 6.749,96 ευρώ, επίδομα άδειας έτους 2016 ποσού 459,24 ευρώ, άδεια έτους 2016 ποσού 946,81 ευρώ, επίδομα Πάσχα έτους 2016 ποσού 346,78 ευρώ, προκαταβολή την 4-4-2016 του ποσού των 700 ευρώ, το ποσό της μισθοδοσίας έως τις 22.4.2016, ύψους 73θ,39 ευρώ καθώς και υπόλοιπο πληρωτέο ποσό ύψους 30,39 ευρώ. Το γραμμάτιο αυτό ο πρώτος ενάγων - εφεσίβλητος το παρέλαβε ο ίδιος, στις 19·9·2016, υπογράφοντας σχετική προς το σκοπό αυτό απόδειξη, με τη μνεία ότι δεν αποδεχόταν την απόλυση και επιφυλασσόταν των δικαιωμάτων του (όπως προκύπτει από την σχετική βεβαίωση παράδοσης και παραλαβής γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, όπισθεν του προαναφερόμενου γραμματίου). Περαιτέρω προέκυψε ότι ο συγκεκριμένος διάδικος (πρώτος ενάγων - εφεσίβλητος) αντιτάχθηκε άμεσα στην ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, προσφεύγοντας στις 22.4.2016 στο ΣΕΠΕ Καλλιθέας, όπου, κατά τη συζήτηση της σχετικής εργατικής διαφοράς, στις 27·5·2016, το εναγόμενο-εκκαλούν νομικό πρόσωπο ισχυρίστηκε ότι αυτή πραγματοποιήθηκε για οικονομοτεχνικούς λόγους. Τον ισχυρισμό του αυτό το τελευταίο επανέλαβε πρωτοδίκως καθώς και στα πλαίσια της παρούσας δίκης, επικαλούμενο την συνδρομή οικονομοτεχνικών λόγων, οι οποίοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, αφορούσαν στην αναδιοργάνωση και τον επανασχεδιασμό του τμήματος της Διαδραστικής Έκθεσης (ΔΕΕΤ), λόγω της παύσης των εργασιών του οποίου, κατέστη αναγκαία η μείωση του προσωπικού αυτού. Παράλληλα, το εναγόμενο - εκκαλούν ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Αντιφατικά, όμως, με αυτά, το εναγόμενο - εκκαλούν, που απασχολεί πάνω από εκατό (100) εργαζόμενους, παρ' ότι επικαλέστηκε ότι την ίδια περίοδο τα έσοδά του από μισθώματα μειώνονταν δραματικά, εντούτοις, εξακολούθησε να καταβάλει σ' αυτούς απρόσκοπτα τους, κατά κανόνα, ανώτερους των ισχυουσών σ.σ.ε., μηνιαίους μισθούς τους, οι οποίοι παρέμειναν αμείωτοι κατά την οικονομική κρίση και δεν προέβη εξ αυτού σε απολύσεις, αλλά, αντιθέτως, διατήρησε όλο το προσωπικό του, μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2016, τουλάχιστον, όπως το ίδιο (εναγόμενο - εκκαλούν) ανέφερε με τις προτάσεις του. Το ίδιο (εναγόμενο - εκκαλούν) δε, προσδιορίζει το ετήσιο κόστος της μισθοδοσίας των απολυθέντων εργαζομένων του σε 70-219,54 ευρώ και το αντίστοιχο κόστος αυτών (εργαζομένων) που παρέμειναν σε 105.103,98 ευρώ, ενώ, εκτός αυτού, το εναγόμενο - εκκαλούν δεν αμφισβήτησε ειδικά ότι α) ως επισκέψιμος για εκπαιδευτικούς σκοπούς χώρος, πραγματοποιεί σταθερά έσοδα σε ετήσια βάση από τις επισκέψεις χιλιάδων σπουδαστών και εκπαιδευτικών, β) έχει υπογράψει με τα αντίστοιχα Υπουργεία συμφωνίες εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ για εκδόσεις βιβλίων για την Τεχνική και Ναυτική Εκπαίδευση, γ) σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς της πολιτείας υλοποιεί μεγάλο μέρος των δράσεων σε σχέση με τη Ναυτική Εκπαίδευση, δ) βάσει του ν. 4386/2016 συμπεριλαμβάνεται στους φορείς που μπορεί να χρηματοδοτηθούν για επιστημονική έρευνα καθώς και ότι ε) κάθε χρόνο συνδιοργανώνει με Υπουργεία, Περιφέρειες και εποπτευόμενους φορείς δεκάδες συνέδρια, ημερίδες και εκδηλώσεις, προβαίνοντας, παράλληλα, στην εκμίσθωση χώρων για αντίστοιχες δραστηριότητες, που τελούν υπό την αιγίδα του (όπως προκύπτει από το από 17-6.2016 συμπληρωματικό υπόμνημα των καταγγελλόντων - απάντηση στους ισχυρισμούς της εργοδοσίας, στα πλαίσια της συζήτησης της συγκεκριμένης εργατικής διαφοράς στην προαναφερόμενη υπηρεσία). Έκτοτε - από τις 22.4.2016 και μετέπειτα, δηλαδή - το εναγόμενο - εκκαλούν, πέραν των παραπάνω απολύσεων, δεν προέβη σε άλλη. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό του περί αναδιοργάνωσης και επανασχεδιασμού του τμήματος της Διαδραστικής Έκθεσης, η λειτουργία αυτού μπορεί μεν να ανεστάλη για το κοινό, στην πραγματικότητα, όμως, ουδέποτε σταμάτησε, αφού στους έντεκα (11) αρχικώς εργαζομένους του είχαν ήδη χορηγηθεί σχετικές με το σκοπό αυτό (του επανασχεδιασμού του) αρμοδιότητες, σύμφωνα με όσα κατά τα παραπάνω αποδείχτηκαν, παράλληλα δε, η αναστολή αυτή ήταν προσωρινή, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με την οικεία απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής του, το τμήμα αυτό ήταν βέβαιο ότι θα επαναλειτουργούσε κατόπιν σχετικής απόφασής της. Ενώ, επιπλέον, το ίδιο το εναγόμενο - εκκαλούν ανέφερε ότι το ανθρώπινο δυναμικό που απαιτούνταν για την αποτελεσματική λειτουργία της ΔΕΕΤ ήταν τα έντεκα (11) αυτά άτομα, τα οποία, έπρεπε, κατά τα παραπάνω, να αποδεσμευτούν στο σύνολό τους, προκειμένου να προχωρήσει η επιδιωκόμενη αναδιοργάνωση - αφού όσο η ΔΕΕΤ παρέμενε ανοιχτή για το κοινό, τα άτομα αυτά δεν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τον χρόνο εργασίας τους, ώστε να απασχοληθούν αποκλειστικά .με τον επανασχεδιασμό του περιεχομένου των εκθεμάτων στο νέο πλαίσιο λειτουργίας της ΔΕΕΤ - εντούτοις, δεν εξηγεί πειστικά το λόγο για τον οποίο τα πέντε (5) από αυτά, κατέστησαν εκ των υστέρων πλεονάζον προσωπικό και εν τέλει απολύθηκαν. Κι αυτό, γιατί μετά την απόλυση, κατ' αρχήν, της αρχικώς δεύτερης ενάγουσας (Α. - Α. Τ.) και της Μ. Τ., που εξετάστηκε ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχαν αμφότερες την ειδικότητα των βιολόγων, δεν απέμεινε άλλος βιολόγος στους εργαζόμενους του τμήματος Διαδραστικής Έκθεσης ειδικά δε όσον αφορά την περίπτωση του πρώτου ενάγοντα - εφεσίβλητου, μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού, όπως και του εξετασθέντος με την επιμέλειά του μάρτυρα Ιωάννη Αλεξόπουλου, που είχαν αμφότεροι την ειδικότητα του φυσικού, στο τμήμα αυτό (Διαδραστικής Έκθεσης) απέμεινε ένας μόνον εργαζόμενος με την ίδια ειδικότητα, χωρίς, κατά τα λοιπά να δικαιολογούνται τα νέα δεδομένα καθώς και οι ανάγκες της νέας ΔΕΕΤ, βάσει των οποίων, στην νέα εκείνη φάση σχεδιασμού ορισμένες (και ποιες) ειδικότητες κρίθηκαν περιττές, με αποτέλεσμα την αδυναμία διατήρησης όλων των παραπάνω θέσεων εργασίας, όπως το εναγόμενο - εκκαλούν αβασίμως υποστήριξε. Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδείχτηκε σοβαρός κίνδυνος για την βιωσιμότητα αυτού, ούτε συγκεκριμένο οικονομικό συμφέρον του εναγόμενου - εκκαλούντος αλλά ούτε και λόγοι σχετιζόμενοι με την αναδιοργάνωση του παραπάνω τμήματός του, που να κατέστησαν επιβεβλημένη την απόλυση του πρώτου ενάγοντα - εφεσίβλητου, απορριπτομένων των όσων σχετικώς υποστήριξε το πρώτο πρωτοδίκως - αρνούμενο αιτιολογημένα τον ισχυρισμό του τελευταίου για την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως καταχρηστικής (....) - και επανέλαβε με τον πέμπτο λόγο της ένδικης έφεσης, ως αβάσιμων. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα, αντιθέτως, καθίσταται σαφές ότι από την έναρξη της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, μέχρι την κατά τα ανωτέρω λύση της, δεν μεσολάβησε κάτι άλλο που να δικαιολογούσε την εκδήλωση δυσμένειας για το πρόσωπο του πρώτου ενάγοντα- εφεσίβλητου και να υπαγόρευσε την επιλεκτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, παρά μόνον η ανωτέρω κινητοποίησή του και η στα πλαίσια της συνδικαλιστικής δράσης του ανοιχτή .αντιπαράθεσή του με την διοίκηση του εναγόμενου-εκκαλούντος, για τις οποίες αυτή ήταν ενήμερη και σε απάντηση των οποίων το τελευταίο αντέδρασε προβαίνοντας στην κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Κατ' αυτόν τον τρόπο, διαπιστώνεται ότι η παραπάνω νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εν λόγω διάδικου (πρώτου ενάγοντα - εφεσίβλητου) αποτέλεσε την πρόσφορη αιτία, που προκάλεσε την απόλυσή του, με την έννοια ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτών. Βάσει των ανωτέρω, - δηλαδή, προκύπτει ότι τα όσα το εναγόμενο-εκκαλούν επικαλέστηκε για την συνδρομή οικονομοτεχνικών λόγων, δεν αποτέλεσαν την πρόσφορη αιτία της απόλυσης του πιο πάνω διαδίκου, στην οποία η διοίκηση του πρώτου προχώρησε, με το πρόσχημα μεν αυτών, στην πραγματικότητα δε, για να απαλλαγεί από τον εργαζόμενο αυτό, ο οποίος ανέπτυσσε συνδικαλιστική δράση, με όσα αυτή συνεπαγόταν για την προώθηση των στόχων του συνόλου των εργαζόμενων καθώς και για την προάσπιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων. Κατόπιν της πραγματοποιηθείσας ως άνω απόλυσης επακολούθησαν α) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2016 ψήφισμα του Συλλόγου Εργαζομένων Ε.Κ.Ε.Φ.Ε. "ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ", για την άμεση ανάκληση των πέντε (5) απολύσεων καθώς και για την επαναπρόσληψη των απολυθέντων ως άνω εργαζόμενων του εναγόμενου - εκ καλούντος, β) το από 20.5.2016 ψήφισμα του Συλλόγου Διοικητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Αθηνών, με ανάλογο αίτημα, γ) η από 26.4.2016 ανακοίνωση - δελτίο τύπου της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος, με την οποία η Διοίκηση του Ιδρύματος κλήθηκε να προχωρήσει στην άμεση επαναπρόσληψη των εργαζομένων, στη διενέργεια διαλόγου με το προσωπικό του καθώς και στην επίλυση των εργασιακών προβλημάτων καθώς και δ) ανάλογο ψήφισμα της Ανώτατης Συνομοσπονδίας Γονέων Μαθητών Ελλάδας. Επιπλέον μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας του Κ.Κ.Ε. με σχετική ερώτησή τους προς τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με θέμα τις πρόσφατες εκδικητικές απολύσεις στο Ίδρυμα Ε., έθεσαν ζήτημα ενεργειών του αρμόδιου Υπουργού, ώστε αυτές να ανακληθούν άμεσα. Βάσει των ανωτέρω, η γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του πρώτου ενάγοντα - εφεσίβλητου, είναι, για το λόγο αυτό, άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Ο εν λόγω διάδικος, εμμένοντας σ' αυτή, επέλεξε το δικαίωμά του να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας. Εφόσον, λοιπόν, ο πρώτος ενάγων - εφεσίβλητος απέδειξε την ακύρως πραγματοποιηθείσα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η καταγγελία αυτή υποδηλώνει την άρνηση της διοίκησης του εναγόμενου - εκκαλούντος νομικού προσώπου να δεχθούν στο μέλλον τις προσφερόμενες εκ μέρους του υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, το τελευταίο (εναγόμενο - εκκαλούν) κατέστη αντιστοίχως υπερήμερο ως προς τη μη αποδοχή της εργασίας του, οπότε υποχρεούται πλέον να του καταβάλει τις οικείες αποδοχές. Σαν μισθός δε, του οφείλεται το ποσό που αυτός θα ελάμβανε συνήθως εάν το εναγόμενο - εκκαλούν δεν αρνιόταν να δεχθεί την εργασία του (.....), οπότε το τελευταίο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές που αυτός θα ελάμβανε κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ύψους 1.054,90 ευρώ, για το διάστημα από τις 23-4-2016 έως τις 11.10.2016 και συνολικά το ποσό των 5.900 ευρώ, σύμφωνα με όσα σχετικώς δέχτηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται κατ' αυτό με ειδικό λόγο έφεσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που έκρινε όμοια, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), ορθά, κατ' αποτέλεσμα έκρινε και τα όσα αντίθετα το εναγόμενο - εκκαλούν υποστηρίζει με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο λόγους καθώς και με το σχετικό σκέλος του έβδομου λόγου της ένδικης έφεσής του, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έχοντας απορρίψει, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά παραδοχή της έφεσης, την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την αιτούμενη εύλογη χρηματική ικανοποίηση, κατά τα λοιπά, αφού έκρινε, την από 22-4-2016 καταγγελία της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκ μέρους του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος εργοδότη, άκυρη, κατ'άρθρο 14 παρ.4 του ν.1264/1982, για νόμιμη συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δέχθηκε την αγωγή κατ'ουσία, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, της οποίας τις αιτιολογίες αντικατέστησε, και α) αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας για τον ανωτέρω λόγο και β) υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νπιδ να αποδέχεται τις υπηρεσίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και να του καταβάλει το ποσό των 5.900 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 23-4-2016 έως 11-10-2016, νομιμοτόκως. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του ν.1264/1982, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι αιτία της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος εργοδότη αποτέλεσε η νόμιμη συνδικαλιστική δράση του αναιρεσιβλήτου εργαζομένου, αλλά διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, όπως η έννοιά της αναλύθηκε ανωτέρω. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα ακόλουθα: 1) ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος προσελήφθη από το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, ν.π.ι.δ στις 27-10-2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και από τις 8-12-2009 και εντεύθεν ήταν μέλος του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "Σύνδεσμος Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ανωνύμων Εταιριών και Γραφείων", παρείχε τις υπηρεσίες του στο αναιρεσείον, πάντοτε κατά τον προσήκοντα τρόπο, στο Τμήμα Διαδραστικής Έκθεσης Επιστήμης και Τεχνολογίας (ΔΕΕΤ), έχοντας την ευθύνη για τις ξεναγήσεις των επισκεπτομένων την έκθεση σχολείων, αλλά και την υλοποίηση και σχεδιασμό εκπαιδευτικών, και άλλων, προγραμμάτων, με αντικείμενο την επιστημονική επιμέλεια του απαιτούμενου οπτικοακουστικού υλικού και των κειμένων, και τη μετάφρασή τους 2) τον Δεκέμβριο του 2015 το αναιρεσείον, όταν αποφάσισε, λόγω των εξελίξεων της τεχνολογίας, τον επανασχεδιασμό και την αναδιοργάνωση του τμήματος της άνω Διαδραστικής Έκθεσης (ΔΕΕΤ), με κλείσιμο της παληάς και δημιουργία νέας, κατένειμε στους 11 συνολικά εργαζομένους του τμήματος αυτού (της ΔΕΕΤ), τις αναγκαίες προς τούτο αρμοδιότητες, ως και το σχεδιασμό των σχετικών εκθεμάτων- στον αναιρεσίβλητο-φυσικό ανέθεσε την κατασκευή των εκθεμάτων που αφορούσαν τη φυσική-διαβεβαιώνοντάς τους μάλιστα, τον Ιανουάριο του 2016, μέσω του αρμοδίου υπευθύνου του εν λόγω τμήματος, ότι και κατά την περίοδο που ο χώρος της έκθεσης θα παρέμενε κλειστός για το κοινό, λόγω της ανακαίνισής της, δεν θα έχανε κανείς του τη θέση εργασίας του εξ αιτίας αυτού του γεγονότος 3) παράλληλα, εντός του ίδιου μήνα (Δεκέμβριο του 2015), με αφορμή την απόλυση από το αναιρεσείον τριών εργαζομένων άλλου τμήματος της επιχείρησης, ο αναιρεσίβλητος, ως μέλος του άνω σωματείου, ενέτεινε τη νόμιμη συνδικαλιστική του δράση και συγκεκριμένα από τότε και για το επόμενο τρίμηνο, μέχρι και το Μάρτιο του 2016, ενεργούσε, εν γνώσει του αναιρεσείοντος, νομίμως εκπροσωπουμένου, για την προώθηση αιτημάτων και στόχων των εργαζόμενων του, καθώς και για την προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων τους με: α) διεκδικώντας και πετυχαίνοντας συναντήσεις, μεταξύ των, αντιδρούντων, στις απολύσεις των τριών συναδέλφων τους, εργαζομένων και της διοίκησης του αναιρεσείοντος-εργοδότη, κατά τη γενόμενη δε συνάντησή τους στις αρχές Φεβρουαρίου 2016, ο ίδιος λαμβάνοντας το λόγο σε ανοιχτή αντιπαράθεση χαρακτήρισε άδικες τις απολύσεις αυτές και ακολούθως κάλεσε τους παρευρισκόμενους συναδέλφους του να συμμετέχουν στην προγραμματισμένη στις 4-2-2016 απεργιακή κινητοποίηση της ΓΣΕΕ για διεκδίκηση των ασφαλιστικών τους δικαιωμάτων και β) στις αρχές Μαρτίου 2016, πρωτοστατούσε με άλλους 4 συναδέλφους του που εργάζονταν στο ίδιο τμήμα (της ΔΕΕΤ), για την ίδρυση επιχειρησιακού σωματείου από τους εργαζομένους της επιχείρησης του αναιρεσείοντος με σκοπό τη συλλογική και οργανωμένη προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων τους έναντι του εργοδότη τους, καλούσε τους συναδέλφους του να συμμετέχουν στη δημιουργία του επιχειρησιακού αυτού σωματείου, καθώς και σε επικείμενη 48ωρη απεργία, που είχε προκηρύξει η ΓΣΕΕ για τη διεκδίκηση ασφαλιστικών τους δικαιωμάτων 4) μετά ταύτα, τον επόμενο μήνα, στις 22-4-2016, ενώ υπήρχε ανάγκη, αλλά και οικονομική δυνατότητα του αναιρεσείοντος για την απασχόληση και των 11 εργαζομένων του τμήματος της ΔΕΕΤ κατά τη διάρκεια του επανασχεδιασμού της έκθεσης με τις αρμοδιότητες που του είχε αναθέσει προς τούτο, και η αποφασισθείσα από αυτό, τον Μάρτιο του 2016, αναστολή της λειτουργίας της δεν ίσχυσε ποτέ, αφού αφορούσε μόνο τις επισκέψεις του κοινού και μάλιστα προσωρινά μέχρι την επαναλειτουργία της μετά το πέρας της αναδιοργάνωσής της, το αναιρεσείον, επικαλούμενο προσχηματικά οικονομοτεχνικούς λόγους, εκ της δήθεν παύσης των εργασιών του τμήματος της ΔΕΕΤ λόγω της αναδιοργάνωσης της, κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου, όπως και των λοιπών τεσσάρων εργαζομένων του ίδιου τμήματος (της ΔΕΕΤ), που πρωτοστατούσαν μαζί του στην ίδρυση του επιχειρησιακού σωματείου, διατηρώντας στο τμήμα αυτό τους υπόλοιπους εργαζόμενους και 5) αιτία της καταγγελίας αυτής ήταν η ανωτέρω νόμιμη συνδικαλιστική δράση του αναιρεσίβλητου, για να απαλλαγεί το αναιρεσείον από έναν τέτοιο εργαζόμενο που ανέπτυσσε συνδικαλιστική δραστηριότητα στην επιχείρησή του, με όσα αυτή συνεπαγόταν για την προώθηση των στόχων και την προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων, και όχι σοβαροί οικονομικοί λόγοι, όπως επικαλέστηκε, το καταγγέλλον νπιδ ως εναγόμενο, αρνούμενο αιτιολογημένα την αγωγή του αντιδίκου του με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της άνω καταγγελίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η από 22-4-2016 καταγγελία της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του αναιρεσείοντος είναι άκυρη, κατά την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του ν.1264/1982, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής, καθόσον οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του καλύπτουν το πραγματικό της διάταξης αυτής, και δη ως προς το ουσιώδες ζήτημα της άνω καταγγελίας εξαιτίας της νόμιμης συνδικαλιστικής του αναιρεσίβλητου, και στηρίζουν με επάρκεια το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, της ουσιαστικής βασιμότητας του αγωγικού αιτήματος της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας για το λόγο αυτό. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης για το ζήτημα αυτό λόγω του ότι το Εφετείο δέχθηκε ταυτόχρονα και αντιφατικά α) ότι η ένδικη καταγγελία του οφειλόταν στην, από το Δεκέμβριο του 2015, ενταθείσα συνδικαλιστική δράση του αναιρεσίβλητου λόγω του επανασχεδιασμού της Διαδραστικής Έκθεσης (ΔΕΕΤ) και για να αντιδράσει για τις, συνεπεία του επανασχεδιασμού της, απολύσεις τριών συναδέλφων του, με προσχηματική την δική του επίκληση οικονομοτεχνικών λόγων για την απόλυση του αναιρεσίβλητου και β) ότι τέτοιοι οικονομοτεχνικοί λόγοι (του επανασχεδιασμού της ΔΕΕΤ), αποτέλεσαν την αιτία της ενταθείσας συνδικαλιστικής του δράσης και το ίδιο (το αναιρεσείον) προχώρησε τον Απρίλιο του 2016 στην απόλυση του αναιρεσίβλητου, ως και άλλων τεσσάρων συναδέλφων του, εξαιτίας της αναστολής λειτουργίας της Διαδραστικής Έκθεσης (ΔΕΕΤ), είναι αβάσιμες, ως ερειδόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα από το αναιρεσείον δεν συνιστούν παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Αντίθετα, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της, η ενταθείσα από τον Δεκέμβριο του 2015 και εντεύθεν συνδικαλιστική δράση του αναιρεσίβλητου ουδόλως σχετίζεται με τον επανασχεδιασμό της Διαδραστικής Έκθεσης, ούτε σχετίζονται με τον επανασχεδιασμό της οι τρεις απολύσεις εργαζομένων, στις οποίες αυτός αντέδρασε, από το τμήμα δε της έκθεσης αυτής (ΔΕΕΤ), τον Απρίλιο του 2016, απολύθηκε ο αναιρεσίβλητος, ως και άλλοι τέσσερις συνάδελφοί του που εργάζονταν στο ίδιο τμήμα, και αιτία της απόλυσής του ήταν η προηγηθείσα νόμιμη συνδικαλιστική του δράση και όχι η αναστολή της λειτουργίας της Διαδραστικής Έκθεσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον. Τέλος, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για την παραδοχή ότι αιτία της καταγγελίας του αναιρεσείοντος εργοδότη ήταν η νόμιμη συνδικαλιστική δράση του αναιρεσίβλητου, που συνιστά στοιχείο του πραγματικού της εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 14 παρ.4 του ν.1264/1982, και καλύπτεται με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατά τα άνω, διέλαβε επιπρόσθετα και την κρίση ότι η καταγγελία αυτή δεν οφειλόταν σε οικονομικά προβλήματα του αναιρεσείοντος, όπως είχε ισχυριστεί το τελευταίο ως εναγόμενο-εφεσίβλητο. Ο ισχυρισμός του αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής του αντιδίκου του με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της άνω καταγγελίας του, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, όπως ορθά χαρακτηρίστηκε και με την προσβαλλόμενη απόφαση, και όχι αυτοτελή ισχυρισμό του, ο οποίος απορρίφθηκε κατ'ουσία με την εν λόγω απόφαση, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, στο υπό το στοιχείο β' του κύριου σκέλους του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, πρωτίστως αβάσιμα, αποδίδοντάς της την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με επίκληση μάλιστα κρίσης της, που αφορά στην έλλειψη βασιμότητας του άνω αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού και συνακόλουθα δεν συνιστά αιτιολογία της. Κατόπιν τούτων, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκ πλαγίου παραβίαση της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα, είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος δε, που, με την επίκληση της ίδιας αιτίασης (αρθ.559 αρ.19 ΚΠολΔ), αξιώνεται περαιτέρω ανάλυση, αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος και πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του ν.1264/1982, καθόσον αυτές καλύπτουν το πραγματικό της, ως προς την απαιτούμενη για την εφαρμογή της αιτία της ένδικης καταγγελίας, και δικαιολογούν την, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος, ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, με πρώτο αίτημα, στο οποίο επιστήριζονται και τα λοιπά, την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας. Ειδικότερα, κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε δεκτό ότι αιτία της καταγγελίας του αναιρεσείοντος εργοδότη ήταν η νόμιμη συνδικαλιστική δράση του αναιρεσίβλητου εργαζομένου, με την έννοια της απλής αιτίας, δηλαδή ότι χωρίς τη δράση του αυτή ο εργοδότης του δεν θα κατήγγειλε τη σύμβασή του. Με αυτή την έννοια η εν λόγω αιτία της καταγγελίας αποτελεί στοιχείο του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 14 παρ.4 του ν.1264/1982, όπως η τελευταία αναλύθηκε στη σκέψη που προηγήθηκε, και συνιστά πραγματικό περιστατικό, το οποίο έγινε ανέλεγκτα δεκτό, ως αποδειχθέν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, και όχι αόριστη νομική έννοια η οποία έχρηζε εξειδίκευσης με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία της διάταξης αυτής, όπως θεωρεί το αναιρεσείον, επικαλούμενο παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν και δη χωρίς να τα προσδιορίζει. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το επικουρικό του σκέλος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ. 1 εδ.α'και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση της ανωτέρω διάταξης και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αναφερόμενες στον κρινόμενο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται ευθέως στην ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι αιτία της καταγγελίας του ήταν η νόμιμη συνδικαλιστική δράση του αντιδίκου του, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002 ΑΠ 9/2023, ΑΠ 194/2020). Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, του άρθρου 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε (ΑΠ 1429/2021, ΑΠ 549/2018), κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και όχι με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, εκτός εάν προσκομίζεται για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, που προβλήθηκαν για πρώτη φορά από τον αντίδικό του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (αρθ. 529 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, 524 § 1 εδ. β' και 591 § 1 εδ. γ' έως στ' ΚΠολΔ,), ( ΑΠ 935/2023, ΑΠ 1381/2019, 759/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθμό 11 γ' (και όχι από τους αριθμούς 14 και 11 γ') του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα της βασιμότητας της αγωγής του αντιδίκου του περί ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας για νόμιμη συνδικαλιστική του δράση, δεν έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικά μέσα, τα έγγραφα με τα στοιχεία: α) από Λ έως Μ, που είναι αποσπάσματα δημοσιευμάτων του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου και αποδείκνυαν τα εγκαίνια της νέας Διαδραστικής του Έκθεσης Επιστήμης και Τεχνολογίας (Athena) στις 10-12-2018, ήτοι δυόμιση χρόνια μετά την ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου και β) ΜΑ και ΜΒ, που είναι το από 22-3-2016 ηλεκτρονικό μήνυμα του αναιρεσιβλήτου και η κατάσταση εκθεμάτων της ανωτέρω νέας Διαδραστικής Έκθεσης, αντίστοιχα, και αποδείκνυαν ότι τα εκθέματα αυτά δεν υπάγονται στο πεδίο της Φυσικής Στερεάς Κατάστασης, ούτε ήθελε ο αναιρεσίβλητος να ασχοληθεί με το πεδίο αυτό, τα ανωτέρω δε έγγραφα τα επικαλέστηκε και προσκόμισε το ίδιο (το αναιρεσείον) το πρώτον με την από 22-3-2019 προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, παραδεκτά, προς αντίκρουση των όσων αντιθέτων κατέθεσε η Ε.-Λ. Α. στην υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωσή της, που επικαλέστηκε και προσκόμισε, κατ'άρθρον 529 ΚΠολΔ, το πρώτον με τις προτάσεις του στο Εφετείο ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος. Ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, δεν ιδρύεται η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 γ'ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά τα ιστορούμενα, αλλά και όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και του από 22-3-2019 δικογράφου της προσθήκης των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος νπιδ, με την προσβαλλομένη απόφαση δεν ελήφθησαν υπόψη ως απαραδέκτως προσκομισθέντα τα αναφερόμενα, υπό τα στοιχεία Λ, ΛΑ, ΛΒ, ΛΓ, ΛΔ, ΛΕ, ΛΣΤ, ΛΗ, ΛΘ, ΙΗ, Μ, ΜΑ και ΜΒ έγγραφα, τα οποία το πρώτον επικαλέστηκε και προσκόμισε ως αποδεικτικά μέσα ενώπιον του Εφετείου με την από 22-3-2019 προσθήκη των προτάσεών του που κατέθεσε το εκκαλούν- εναγόμενο το ήδη αναιρεσείον νπιδ. Η επίκληση των εγγράφων αυτών από το αναιρεσείον, η οποία και κατά τα εκτιθέμενα στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης, έγινε προς απόκρουση αποδεικτικού μέσου (ένορκης βεβαίωσης) που είχε προσκομίσει το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, κατ'άρθρο 529 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητος, ο ήδη αναιρεσίβλητος, δεν είναι νόμιμη, όπως απαιτείται για την ίδρυση του επικαλούμενου από τον αριθμό 11 γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην σκέψη που προηγήθηκε. Η επίκληση και προσκόμιση αποδεικτικών μέσων το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με την προσθήκη των προτάσεων, είναι νόμιμη μόνο στην περίπτωση αντίκρουσης αυτοτελούς ισχυρισμού, που προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τον αντίδικο αυτού που τα επικαλείται και τα προσκομίζει, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, όπως και το ίδιο το αναιρεσείον εκθέτει στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης, καθόσον ο αντίδικός του ως ενάγων προέβαλε όλους τους ισχυρισμούς του και τα αιτήματά του, που ερευνήθηκαν και κρίθηκαν βάσιμοι με την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με το δικόγραφο της αγωγής του, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 664 παρ. 1 ΑΚ, "ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του". Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημίωσης λόγω απόλυσης και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής (ΑΠ 1780/2023, ΑΠ 759/2023, ΑΠ 936/2013).
Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ν. 3198/1955, εν σχέσει με την ακυρότητα της καταγγελίας εκ της καθυστέρησης δόσης της αποζημίωσης απόλυσης, ορίζεται ότι "η αποζημίωση που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω της ακύρωσης της καταγγελίας τακτικές αποδοχές", ήτοι τις οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Περίπτωση αχρεώστητης παροχής αποτελεί και η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (910 και 911ΑΚ).
Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αποζημίωση που έλαβε (ΑΠ 1780/2023, ΑΠ 936/2013, ΑΠ 941/2010). Τέλος η ένσταση συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, ακόμα και στο Εφετείο, κατά τον συνδυασμό των διατάξεων των 442 ΑΚ, 527 παρ.3 και 6 ΚΠολΔ (ΑΠ 1780/2023, ΑΠ 515/2022 ΑΠ 350/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως κατά το περιεχόμενό του εκτιμάται, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη την, (επικουρικά), προταθείσα ενώπιόν του με τον όγδοο λόγο της από 21.12.2016 εφέσεώς του και αποδεικνυόμενη εγγράφως, εκ του άρθρου 442 ΑΚ ένστασή του περί συμψηφισμού της επίδικης απαίτησης του ήδη αναιρεσίβλητου για μισθούς υπερημερίας, με αντίστοιχο μέρος της ανταπαίτησής του κατ'αυτού, εκ της καταβολής, αχρεωστήτως, νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ποσού 8.533,18 ευρώ. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθό μέρος ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο, απέρριψε ως απαραδέκτως προταθείσα το πρώτον ενώπιόν του, την ένσταση του εκκαλούντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. περί συμψηφισμού της επίδικης απαίτησης του αντιδίκου του για μισθούς υπερημερίας, με αντίστοιχο μέρος της δικής του ανταπαίτησης κατ'αυτού, εκ της καταβολής, αχρεωστήτως, της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ενώ για την απόδειξη της ένστασής του αυτής και δη της επικαλούμενης ανταπαίτησής του, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον επικαλείτο έγγραφο (γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης). Άλλωστε και με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά και τα ακόλουθα: "..Στον πρώτο ενάγοντα-εφεσίβλητο επιδόθηκε συγχρόνως τραπεζική επιταγή ALPHA BANK με αριθμό ... ποσού 8.533,18 ευρώ, που, σύμφωνα με τη σχετική σημείωση στην υπ'αριθμ. ....2016 ως άνω έκθεση επίδοσης-η οποία θυροκολλήθηκε, επειδή ο πρώτος ενάγων-εφεσίβλητος-δεν βρέθηκε ο ίδιος ή άλλος συγγενής ή σύνοικος-θα κατατίθετα εν συνεχεία στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Συναφώς συστάθηκε το με αριθμό ...-2016 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, συνολικού ύψους 8.533,18 ευρώ, με αιτιολογία την αποζημίωση λόγω καταγγελίας σύμβασης εργασίας [...]. Το γραμμάτιο αυτό ο πρώτος ενάγων-εφεσίβλητος το παρέλαβε ο ίδιος στις 19-9-2016, υπογράφοντας σχετική προς το σκοπό αυτό απόδειξη [....]". Έτσι, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρότι έκρινε ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται λόγω της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας μισθούς υπερημερίας ποσού 5.900 ευρώ, και ενώ η προταθείσα για την περίπτωση αυτή σε συμψηφισμό, κατ'άρθρο 442 ΑΚ, ανταπαίτηση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος αποδεικνυόταν, ακόμη και κατά τις παραδοχές της απόφασής του, εγγράφως, και συνακόλουθα παραδεκτά είχε προταθεί το πρώτον ενώπιόν του, κατ'άρθρο 527 αρ.6 ΚΠολΔ, η εν λόγω ένσταση συμψηφισμού, σύμφωνα με το αναφερόμενα και στη σκέψη που προηγήθηκε, την απέρριψε ως απαραδέκτως προταθείσα, και ακολούθως, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νπιδ να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.900 ευρώ, ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας. Επομένως, το Εφετείο, με την κατά άνω απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο υπό κρίση, δεύτερος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή του άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος που απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση συμψηφισμού και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον, ο οποίος την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του σχετικού, υποβληθέντος με την αίτηση αναίρεσης, αιτήματος του αναιρεσείοντος, που παρέστη, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, ούτε κατά την αρχική, ούτε κατά την προκείμενη επαναλαμβανόμενη συζήτηση, στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων (άρθρα 191 παρ.2, 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την απόδοση στο αναιρεσείον ν.π.ι.δ. του καταβληθέντος, για την από 30-7-2022 με αριθμ. καταθ. 7433/827/30-9-2022 αίτηση αναίρεσης, ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.
Αναιρεί την με αριθμό 1357/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών), κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ