Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 904 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 904/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., και 2. Ι. - Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν τόσο κατά τη δικάσιμο τούτη, όσο και κατά τη δικάσιμο της 17ης-1-2023 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αϊβαλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΚΡΑΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη συνεδρίαση της 17ης - 1 - 2023 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 23-12-2022.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6934/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-4-2022 αίτησή τους η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 17ης-1-2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 264/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη με αριθμό 264/12-11-2024 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 18.4.2022 με αριθμ. κατάθ. 1233/143/19.4.2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 161/24.1.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επειδή λόγω της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτησή της κατά την αρχική δικάσιμο στις 17.1.2023, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη 'Ολγας Σχετάκη-Μπονάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Εισηγήτρια, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 179/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του Δικαστηρίου. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητά, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική και αντιστρόφως, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις ( ΑΠ 1493/2024, 214/2023, 1380/2023, 701/2023, 936/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης από 18 Απριλίου 2022 με αριθμ. κατάθ. 1233/143/19.4.2022 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (25.2.2025), το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτό, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από το με ημερομηνία 5.12.2024 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Π. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 264/2024 Πράξης του Προέδρου του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και της από 29.11.2024 κλήσης της Γραμματέα του ως άνω Τμήματος προς συζήτηση αυτής για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του καλούμενου-αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ Γεώργιο Καραγιάννη, ο οποίος, με δήλωση του άρθρου 242 του ΚΠολΔ, το είχε εκπροσωπήσει κατά την αρχική δικάσιμο στις 17.1.2023, από την πιο πάνω πληρεξούσια δικηγόρο του, έχοντας προς τούτο την απαιτούμενη εξουσιοδότηση δυνάμει του από 21.12.2022 ειδικού πληρεξουσίου του Προέδρου του Διοικητικού Συμβούλιου και νομίμου εκπροσώπου του Νικόλαου Αβδελλά του Αντωνίου και είχε καταθέσει προτάσεις. Εφόσον, δε, η επαναλαμβανόμενη, με την ως άνω πράξη, συζήτηση της υπόθεσης αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, το αναιρεσίβλητο, το οποίο παραστάθηκε προσηκόντως στην αρχική συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο στις 17.1.2023 και δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση αυτής, θεωρείται παρόν και δικάζεται αντιμωλία.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 161/24.1.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 17.12.2020 με αριθμ. κατάθ. 93/80/2021 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία υπ' αριθμ. 6934/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 30.7.2019, με αριθμ. καταθ. 15338/12786/2019 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και επικύρωσε έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 19.4.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 24.1.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 3/2022, 4/2021). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, με βάση τον οικείο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση όμως αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται σ το αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής αυτής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ως μη νόμιμου συνιστά ή όχι παραβίαση του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998, 32/1996, ΑΠ 434/2021, 718/2020, 1230/2007). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο. Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1573/2024, 37/2024, 346/2022, 140/2022, ΑΠ 988/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, μη νόμιμα, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έκρινε ότι η προσωπική διαφορά του άρθρου 27 του Ν. 4325/2015 δεν αφορά τις τακτικές αποδοχές της δεύτερη έμμισθης θέσης για όλους εκείνους τους μουσικούς, όπως και οι ίδιοι, που κατέχουν νόμιμα δεύτερη θέση στο δημόσιο τομέα και επομένως, δεκτού γενομένου του ως άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί.. Έτσι όπως διατυπώνεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, είναι εντελώς αόριστος και συνεπώς, απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, ενώ κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη, δεν παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, όπως τα είχαν προτείνει με το αγωγικό δικόγραφο, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης, συνιστά ή όχι παραβίαση της παραπάνω διάταξης ουσιαστικού δικαίου. Απορριπτέος, εξάλλου, επίσης ως απαράδεκτος, είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης και ως προς το έτερο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε την ως άνω διάταξη και εκ πλαγίου. Και τούτο, διότι, όπως στην πιο πάνω νομική σκέψη εκτίθεται, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναφερόμενη στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας, την οποία (ελάσσονα πρόταση) και πλήττει, και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος στην προκείμενη περίπτωση που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ήτοι δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα κατόπιν έρευνας της ουσίας της υπόθεσης. Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, το οποίο εκπροσωπήθηκε στη δίκη με ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, κατά την πρώτη συζήτηση της αναίρεσης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Σημειώνεται δε, ότι τα έξοδα αυτά δεν επιβάλλονται μειωμένα, καθότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, αφού η δίκη ως προς το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, δεν διεξήχθη δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους(ΑΠ 1691/2022,1324/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.4.2022 με αριθ. καταθ.1233/143/2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 161/24.1.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων(1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ