ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 906/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 906/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 906/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 906 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 906/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Χ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Ζευκιλή που ανακάλεσε την από 1/2/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. - Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πρατικάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4542/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3534/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/1/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 3534/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή την συνεκδικαζόμενη μ' αυτήν έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 4542/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 10.000 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση του να της καταβάλει το ποσό των 139.841,14 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την τελεσθείσα σε βάρος της υπεξαίρεση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του ν. 3944/2011 και δεν έχει θιγεί μετά την ισχύ του νόμου 4335/2015 (ΦΕΚ Α' /87/23-7-2015), "σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών... Ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ' αυτήν. Διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη". Από τη ρητή και σαφή διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, συνάγεται ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν υποχρέωση του παρισταμένου διαδίκου να προσκομίσει, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αντίγραφο των προτάσεων του αντιδίκου του, αφορά μόνον την περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου, οπότε η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και ο ίδιος παρών, εφόσον βεβαίως έχει προηγηθεί έρευνα της νομότυπης κλήτευσής του, κατ' άρθρο 271 παρ. 1 σε συνδ. προς 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ και η υπόθεση ερευνάται κατ' ουσίαν (ΑΠ 724/2021, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 548/2018, ΑΠ 119/2015). Εξάλλου, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολόγησης των διαδικαστικών πράξεων και, συνεπώς, την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 343/2023, 181/2023, ΑΠ 510/2022, ΑΠ 122/2019, ΑΠ 764/2019, ΑΠ 480/ 2020).

Σε περίπτωση που παραλειφθεί να κηρυχθεί προσωρινό απαράδεκτο, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο για την κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλήτευσης, ή και προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπεράσπισης, κατ' άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 548/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δικάζοντας ερήμην του αναιρεσείοντος και τότε εφεσιβλήτου στην έφεση της αναιρεσίβλητης, πρωτόδικα δε εναγόμενου, κατά την τακτική διαδικασία, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη της συζήτηση της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, μολονότι η τελευταία παρισταμένη διάδικος δεν είχε προσκομίσει αντίγραφο των προτάσεων του που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη και ως εκ τούτου δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Επί της από 11-6-2005 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4542/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος της υπεξαίρεση. Κατά της πιο πάνω οριστικής απόφασης, ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ερήμην του αναιρεσείοντος και τότε εκκαλούντος στη δική του έφεση και εφεσιβλήτου στην έφεση της αναιρεσίβλητης. Επί των ως άνω συνεκδικασθεισών εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3534/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία: α) απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του αναιρεσείοντος και β) δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 4542/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δικάζοντας επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης την έκανε εν μέρει δεκτή και α) υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 10.000 ευρώ, ως αποζημίωση και β) αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 139.841,14 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος της υπεξαίρεση. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, ως εκκαλούσα στο Εφετείο, προσκόμισε τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις οποίες έλαβε υπόψη το Εφετείο, αφού στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται ειδική μνεία σ' αυτές κατά τα διαλαμβανόμενα ότι: "Στο πλαίσιο της παραπάνω σύμβασης εντολής, η ενάγουσα/εκκαλούσα κατέβαλε στον εναγόμενο/εφεσίβλητο κατά το χρονικό διάστημα από 16/6/2000 έως 24/4/2001 το ποσό των εκατόν τεσσάρων εκατομμυρίων εξακοσίων εξήντα ενός χιλιάδων εννιακοσίων μιας (104.661.901) δραχμών ή τριακοσίων επτά χιλιάδων εκατόν πενήντα ενός ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (307.151,58), για να το δαπανήσει για τις ανάγκες ανέγερσης της μονοκατοικίας κατά την εκτέλεση της εντολής, όπως και ο ίδιος συνομολόγησε πρωτοδίκως με τις προτάσεις του και σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 4542/11-4-2013 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.". Επομένως, το Εφετείο δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1244/ 2021, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι στο πλαίσιο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εντολής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 307.151,58 ευρώ για την ανέγερση μονοκατοικίας σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της στο Ψυχικό Αττικής, εκ του οποίου ο τελευταίος δαπάνησε μόνο το προκύπτον από τις εκδοθείσες αποδείξεις ποσό των 59.077,85 ευρώ για τις εκτελεσθείσες οικοδομικές εργασίες μέχρι και το στάδιο της τοιχοποιίας και ότι ιδιοποιήθηκε παράνομα ποσό των 134.841,14 ευρώ, διαπράττοντας έτσι σε βάρος της το αδίκημα της υπεξαίρεσης, καθόσον της επέστρεψε μόνο το ποσό των 113.232,58 ευρώ, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία α) κατά τα επίδικα έτη (2000-2001) δεν συνηθιζόταν να εκδίδονται αποδείξεις για το σύνολο της αμοιβής των επιτηδευματιών και πωλητών παρά μόνο για ένα μικρό μέρος της αμοιβής τους, προκειμένου να έχουν φορολογικά οφέλη οι ίδιοι από την μη έκδοση απόδειξης, αλλά και οι αγοραστές-πελάτες από την μη καταβολή οφειλόμενου φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και β) για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών μέχρι και το στάδιο της τοιχοποιίας για την ανέγερση τριώροφης οικοδομής επιφανείας 615,44 τ.μ., που ήταν η επίδικη, το παραπάνω ποσό των 59.077,85 ευρώ δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό κόστος των εργασιών, το οποίο ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ανεξαρτήτως βεβαίως του ότι τα επικαλούμενα, ως ανωτέρω, δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, αφενός διότι η επικαλούμενη παράβαση δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων που έχουν γίνει δεκτά, και αφετέρου, διότι με την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, ο αναιρεσείων, στην πραγματικότητα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων.

IV. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών -σχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμέ-νη επίκλησή τους από το διάδικο. Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της έφεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του προταθέντος απ' αυτόν μάρτυρα, που περιέχεται στα υπ' αριθ. 4542/11-4-2013 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος με την ιδιότητα του εργολάβου οικοδομών και επιβλέποντος του έργου κατά το στάδιο της εκσκαφής, βεβαίωσε ότι το κόστος ανέγερσης της επίμαχης οικοδομής ανήλθε σε πολύ μεγαλύτερο ποσό από αυτό που προκύπτει από τις εκδοθείσες αποδείξεις.

Εν προκειμένω, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων και "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ένας για κάθε διάδικο μέρος), που περιέχονται στα υπ' αριθμ. 4542/11-4-2013 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη ανάλογα με το λόγο γνώσης και την αξιοπιστία του καθενός" σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή αξιολόγηση της εν λόγω καταθέσεως. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-1-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3534/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή