ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 910/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 910/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 910/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 910 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 910/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ρ. του Β., 2) Ι. Μ. Μ. (I. - M. B.), θυγατέρας Ε. - Φ. Μ. (E. - F. B.), συζύγου Ε. Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Κωνσταντίνου Πίσπα και Ανδρέα Γαβαλά, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Α. (A.) Π. του Γ., 3) Α. Π. του Γ., 4) Α. (A.) Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Χαρμάνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις, πλην όμως, για τον υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητο, δεν προσκομίσθηκε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... μη οριστική, 96/2023 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 995/2024). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες με αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Π., προκύπτει ότι, επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο έχει επιδοθεί, με επιμέλεια των επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 128 παρ.1, 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ) Αριστόβουλο Π.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υπόθεσης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την με αρ. καταθ. 41/12-7-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 96/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Η ανωτέρω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εκδόθηκε μετά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την με αρ. ... μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και δέχθηκε τυπικά και κατ ουσίαν την από 22-3-2018 έφεση που άσκησαν οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες κατά της με αρ. 1/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 18-7-2016 (εκ του άρθρου 6§2α' του ν. 2664/1998) αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δε εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δίκασε κατ ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556 §1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 Κ.Πολ.Δ.) καθόσον αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες , κατοίκους εξωτερικού (Γιοχάνεσμπουργκ της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής), στις 15-5-2023, γεγονός που δεν αμφισβητείται και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 12-7-2023 ήτοι εντός της προθεσμίας των εξήντα ημερών της παρ. 2 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ. Επομένως, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).

2.- Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, νόμιμος τίτλος, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ. 1 και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας στην, κατά τα παραπάνω, νομή του πράγματος, και ότι εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή δεκαετία ή εικοσαετία, αντίστοιχα με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ` αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Συνεπώς η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το βουλητικό (animus domini), το πρώτο από τα οποία εκδηλώνεται με υλικές (όχι απλώς νομικές) πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος, το δε animus, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται, είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του. Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ` αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχηση, η ανοικοδόμηση κ.α., και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 1171/2024, ΑΠ 279/202,ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (Ολ.ΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠΟλ 7/2006, ΑΠ 559/2020, Α.Π. 43/2013, 335/2012). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΑΠ 559/2020, ΑΠ1158/2015). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 50/1992). Δηλαδή ο λόγος αυτός (από τον αριθμό 8) ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1765/2005). Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 126/2016, ΑΠ 415/2014).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, 25/2003), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (ΑΠ 240/2024, ΑΠ 431/2022, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1293/2017). Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 667/2018). Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1171/2024, ΑΠ 319/2023, ΑΠ 1171/2024, ΑΠ 1324/2022, ΑΠ 49/2020). Τέλος ο από το άρθρο 559 αρ.20 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 319/2023, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 955/2021, ΑΠ 189/2019). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού, δηλαδή φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ. εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 319/2023, ΑΠ 1745/2022,ΑΠ 1001/2014).

3.- Επί της με αρ. καταθ. 107/20-7-2016 αναγνωριστικής αγωγής, κατ άρθρο 6 του ν. 2664/1998, κυριότητας ακινήτου και συγκεκριμένα τμημάτων γεωτεμαχίου εμβαδού 347,91 τ.μ. και 0,18 τ.μ., στηριζόμενης σε παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας και διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών (κατ άρθρο 6 του ν. 2664/1998), που είχαν ασκήσει οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες κατά των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε η με αρ. 1/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ερήμην των εναγόντων (λόγω εκπρόσθεσμης κατάθεσης προτάσεων) που απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την με αρ. καταθ. 93/13-4-2018 έφεσή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. ... μη οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας που δέχθηκε την έφεση ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας κατ ουσίαν την αγωγή, διέταξε την διεξαγωγή τεχνικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διερευνηθεί σε ποιόν τίτλο κτήσης περιέχονται τα επίδικα εδαφικά τμήματα. Μετά την διεξαγωγή της από Δεκέμβριο του 2020 τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αρ. 96/24-2-2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας που δέχθηκε τυπικά και κατ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας κατ ουσίαν την αγωγή απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε επακριβώς τα ακόλουθα: "Από τον έλεγχο των μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενων εγγράφων καθώς και των προσκομισθέντων ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων των εναγόντων: 1) με αριθμό ...-2016 της μάρτυρας Μ. Μ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Σκιάθου Μ. Μ., 2) με αριθμό ...-2018 του μάρτυρας Χ. Γ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Σκιάθου Ε. Ζ., 3) με αριθμό ...-2018 του μάρτυρος Γ. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Σκιάθου Ε. Ζ., που λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους καθώς και των προσκομισθέντων ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων των πρώτων 3β εναγόμενων: 1) με αριθμό ...-2018 του μάρτυρος Κ. Μ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Α., και 2) με αριθμό ...-2018 του μάρτυρος Τ. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Σκιάθου Ε. Ζ., που λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες δυνάμει του με αριθμ. ...-2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του τότε συμβολαιογράφου Σκιάθου Χ. Γ. έχουν καταστεί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός ακινήτου (ελαιώνα), που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σκιάθου, ευρισκόμενου εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ζώνης, εμβαδού κατά το τίτλο κτήσης 2.001τ.μ. μετά της εντός αυτού ισογείου οικίας μετά ημιυπόγειου, το οποίο έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σκιάθου με ΚΑΕΚ ... και εμβαδόν 2.034 τ.μ. Στους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων, Σ. Ν. συζ. Ν. και Ν. Ν. του Ν. περιήλθε το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει του με αριθμ. ...-1997 συμβολαίου δωρεάς του άνω συμβολαιογράφου κατά το δικαίωμα της επικαρπίας και δυνάμει του με αριθμ. ...-1997 συμβολαίου γονικής παροχής του ίδιου συμβολαιογράφου από τον Ν. Ν. και στον τελευταίο (Ν. Ν.) δυνάμει του με αριθμ. ...-1996 συμβολαίου αγοραπωλησίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου από την Τ. Ε. Α. Μ. Ν., η οποία πώλησε στον ανωτέρω έναν ελαιώνα, που βρισκόταν στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Σκιάθου, εκτάσεως κατά τη γενόμενη νεότερη και ακριβή καταμέτρηση 2001,00τ.μ., συνορευόμενη νοτιοανατολικά με τις ιδιοκτησίες των πρώτων (1α, β, γ) εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων. Στο ανωτέρω συμβόλαιο αναφέρεται ότι η πωλήτρια (Τ. Ν.) απέκτησε το εν λόγω ακίνητο κατά τα 2/3 εξ αδιαιρέτου από δωρεά εν ζωή της μητέρας της Π. χήρας Δ. Ρ. και της αδελφής της Μ. συζ. Σ. Β. με το με αριθμ. ... δωρητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Μ. και κατά το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του αποβιώσαντος την ... αδελφού της Θ. Μ. Ν., την οποία αποδέχθηκε με τη με αριθμ. ...-1969 πράξη αποδοχής κληρονομίας της τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. Στο δε Θ. Μ. Δ. (Ν.) το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του με το με αριθμ. ... 1968 συμβόλαιο αγοράς του τότε Συμβολαιογράφου Σκιάθου Σ. Μ. από τον Ρ. Μ. Ν. Σε όλα τα ανωτέρω συμβόλαια, τα οποία μετά το με αριθμ. ...-1996 συμβόλαιο αγοραπωλησίας προς τον απώτερο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων (Ν. Ν.) στηρίζουν τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των εναγόντων, προσαρτάται το από Οκτωβρίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Δ., το οποίο προσαρτάται και στην από 3-3-2015 τεχνική έκθεση, που συντάχθηκε με επιμέλεια των εκκαλούντων. Ειδικότερα ως προς το τελευταίο τοπογραφικό διάγραμμα (επισυναπτόμενο και στην αγωγή) το ανωτέρω ακίνητο των εκκαλούντων απεικονίζεται με τα στοιχεία ... - ... - ...- ..., συνορευόμενο γύρωθεν Νοτιοδυτικά στην πλευρά (...) μήκους μέτρων 7,79 συν 6,92 συν 6,87 συν 5,65 συν 2,86 με περιφερειακή οδό ..., Βορειοδυτικά στην πλευρά (...) μήκους μέτρων 0,37 συν 14,35 συν 2,51 συν 11,67 συν 9,94 συν 1,09 συν 3,13 συν 4,60 συν 8,56 συν 5,68 συν 4,87 με ιδιοκτησία F. M. L. υπό ΚΑΕΚ ..., Βόρεια στην πλευρά (...) μήκους μέτρων 1,24 συν 1,88 συν 6,47 συν 1,05 συν 3,45 συν 1,01 συν 0,79 με ιδιωτική οδό, Βορειοανατολικά στην πλευρά (...) μήκους μέτρων 0,67 συν 0,19 συν 6,36 συν 4,15 συν 0,21 συν 0,52 συν 5,23 συν 6,56 συν 6,67 συν 0,31 συν 0,60 με ιδιοκτησία πρώτων εναγόμενων υπό ΚΑΕΚ ... και Νοτιοανατολικά στην πλευρά (...) μήκους μέτρων 0,19 συν 0,15 συν 1,72 συν 1,05 συν 0,15 συν 18,98 συν 3,28 συν 7,79 συν 10,01 συν 8,27 συν 4,96 συν 4,05 συν 0,77 συν 0,14 με -τμήμα 11.- κατά το επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα. Από την άλλη πλευρά, οι υπό στοιχ. 1 εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι (1α, β, γ) είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός όμορου σε σχέση με το ακίνητο των εναγόντων ως προς την νοτιοανατολική πλευρά του τελευταίου ακινήτου, έκτασης 4.000τ.μ. επί του οποίου έχουν συσταθεί δύο κάθετες ιδιοκτησίες δυνάμει του με αριθμ. ...-2007 συμβολαίου γονικής παροχής κάθετων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Χ., του οποίου η αποτύπωση περιλαμβάνεται στο από ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Σ., που προσαρτήθηκε στο με αριθμ. ...-1990 συμβόλαιο πώλησης του τότε συμβολαιογράφου Σκιάθου, Χ. Σ. καθώς και στο με αριθμ. ...-1990 συμβόλαιο αγοράς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, με τα οποία ο δικαιοπάροχος αυτών απέκτησε κατά κυριότητα από την Ν. Χ. συζ. Τ. Γ. και τον Ρ. Μ. Ν. δύο κάθετες ιδιοκτησίες έκτασης, έκτασης της κάθε μίας 2.000 τ.μ. Οι ανωτέρω κάθετες ιδιοκτησίες σε χρόνο προγενέστερο, με το με αριθμ. ...-1990 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, συνενώθηκαν σε ένα ενιαίο ακίνητο με ανταλλαγή ποσοστών εξ αδιαιρέτου, συστήνοντας με αυτόν τον τρόπο οριζόντια και κάθετη ιδιοκτησία και καθορίσθηκαν δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες. Στο ανωτέρω με αριθμ. ...-1990 συμβόλαιο επισημαίνεται ότι δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Σκιάθου Σ. Μ. συστάθηκε πραγματική δουλεία οδού υπέρ του όλου ενιαίου ανωτέρω ακινήτου των εφεσίβλητων προς την αναφερόμενη σε αυτό επαρχιακή οδό ... Τέλος, στο με αριθμ. ...-1990 συμβόλαιο αναφέρεται ότι η πωλήτρια Ν. Χ. απέκτησε αρχικά ολόκληρο το ακίνητοι των 4.000τ.μ. με αγορά από τον Σ. Γ. Μ. με το με αριθμ. ...-1976 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Σκιάθου Χ. Γ. Από το ανωτέρω ενιαίο ακίνητο, η τελευταία πώλησε έκταση 2.000τ.μ. στον Ρ. Μ. Ν. με το με αριθμ. ...-1976 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου και τελικά με το προαναφερθέν με αριθμ. ...-1990 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου συνενώθηκαν σε ένα ενιαίο ακίνητο με ανταλλαγή ποσοστών εξ' αδιαιρέτου, συστήνοντας με αυτόν τον τρόπο οριζόντια και κάθετη ιδιοκτησία. Πάντα τα ανωτέρω αναφορικά με τους τίτλους κτήσης των ακινήτων και τους δικαιοπάροχους των διαδίκων δεν αμφισβητούνται από κανέναν από αυτούς. Ο αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων ως προς του πρώτους (Ια, β, γ) εναγόμενους και ήδη εφεσίβλητους ως προς τους οποίους εξελίσσεται πλέον η παρούσα δίκη συνίσταται στο ότι το ανωτέρω ακίνητο εσφαλμένα φέρεται κατά την κτηματολογική εγγραφή να έχει εμβαδόν μέτρα τετραγωνικά δύο χιλιάδες τριάντα τέσσερα (2.034,00) καθόσον η ιδιοκτησία τους αποτελείται και από τα ακόλουθα επίδικα εδαφικά γεωτεμάχια: α) το τμήμα 1 κατά το επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα - εμβαδού 347,91τ.μ. του γεωτεμαχίου υπό ΚΑΕΚ ... (κάθετη ιδιοκτησία), το οποίο λανθασμένα, όπως ισχυρίζονται, έχει συμπεριληφθεί στην όμορη ιδιοκτησία των πρώτων εναγόμενων (οικογένεια Π.) ενώ εντάσσεται στη δική τους ιδιοκτησία, το οποίο εμφανίζεται στο από 3 Μαρτίου 2015 επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Φ. υπό τα στοιχεία (...) και συνορεύει γύρωθεν σύμφωνα μ' αυτό: Βόρεια στην πλευρά (...) μήκους μέτρων 6,35 συν 6,36 συν 1,45 συν 6,13 εν μέρει με -τμήμα 6- κατά το επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, που φαίνεται ως ιδιοκτησία τους, εν μέρει με ιδιωτική οδό και εν μέρει με -τμήμα 7- κατά το επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, που φαίνεται ως ιδιοκτησία τους, Βορειοανατολικά στην πλευρά (...) μήκους μέτρων 0,67 συν 0,19 συν 6,36 συν 4,15 συν 0,21 συν 0,52 συν 5,23 συν 6,56 συν 6,67 με ιδιοκτησία των πρώτων εναγομένων, Νοτιοδυτικά στην πλευρά (103-38) μήκους μέτρων 32,69 με λοιπή ιδιοκτησία κατά το επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και β) το τμήμα 2 κατά το επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, εμβαδού 0,18 τ.μ. του γεωτεμαχίου υπό ΚΑΕΚ ... (κάθετη ιδιοκτησία), το οποίο εσφαλμένα έχει συμπεριληφθεί ομοίως στην όμορη ιδιοκτησία των πρώτων εναγόμενων (οικογένεια Π.) ενώ είναι δική τους ιδιοκτησία, το οποίο εμφανίζεται στο από 3 Μαρτίου 2015 επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Φ. υπό τα στοιχεία (...) και συνορεύει γύρωθεν σύμφωνα μ' αυτό: βορειανατολικά στην πλευρά (...) μήκους μέτρων 0,51 και εν μέρει στην πλευρά (...) μήκους μέτρων 0,15 με ιδιοκτησία πρώτων εναγόμενων υπό ΚΑΕΚ ..., Νοτιοανατολικά στην πλευρά (...) μήκους μέτρων 1,72 με ιδιοκτησία πρώτων εναγόμενων υπό ΚΑΕΚ ... , Βορειοδυτικά στην πλευρά (...) μήκους μέτρων 1,99 με λοιπή ιδιοκτησία εναγόντων με -Τμήμα - κατά το επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα. Από τη σύγκριση των ορίων του ακινήτου των εκκαλούντων - εναγόντων και του ακινήτου των πρώτων (Ια, β, γ) των εφεσίβλητων - εναγόμενων, όπως αυτά αποτυπώνονται στην συνοδεύουσα την με ημερομηνία Δεκεμβρίου 2020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου δυνάμει της με αριθμ. ... απόφασης του Δικαστηρίου αυτού πραγματογνώμονα, Γ. Θ., τοπογράφου μηχανικού, η οποία έλαβε υπόψη της και τα τοπογραφικά διαγράμματα των διορισμένων από τους διαδίκους τεχνικών συμβούλων, Α. Φ. και Α. Μ., προκύπτουν τα επίδικα τμήματα της αγωγής, ήτοι το με στοιχεία ... τμήμα (με στοιχ. 1) και το με στοιχεία ... τμήμα (με στοιχ. 2) εμβαδού κατά την αγωγή 347,91τ.μ. και 0,18τ.μ. αντίστοιχα και σύμφωνα με το ανωτέρω τοπογραφικό 350,03τ.μ. και 0,31τ.μ. Ειδικότερα, το επίδικο τμήμα (1) οριοθετείται βορείως από το υφιστάμενο τοιχίο επί του δρόμου, ανατολικά επίσης από το υφιστάμενο τοιχίο και δυτικά από το κοινό και μη υλοποιημένο όριο των δύο όμορων με ΚΑΕΚ ... και ... ακινήτων των διαδίκων ενώ το επίδικο τμήμα (2) οριοθετείται ομοίως από το υφιστάμενο τοιχίο και από το κοινό μη υλοποιημένο όριο των εν λόγω ακινήτων των διαδίκων. Από τη συσχέτιση της τοπογραφικής αποτύπωσης της υφισταμένης κατάστασης, η οποία ενεργήθηκε στα πλαίσια της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης με το από Οκτωβρίου 1993 διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Δ., που προσαρτήθηκε στο με αριθμ. ...-1996 συμβόλαιο και στο οποία αναφέρεται και το με αριθμ. ...-2000 συμβόλαιο αγοραπωλησία των εναγόντων διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία συνθέτουν το πόρισμα αυτής. Στο με αριθμ. ...-2000 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου του τότε συμβολαιογράφου Σκιάθου Χ. Γ. γίνεται αναφορά στο από Οκτωβρίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Δ., το οποίο προσαρτήθηκε στο με αριθμ. ...-1996 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου (τίτλος ιδιοκτησίας προκτήτορα του ακινήτου των εναγόντων - εκκαλούντων). Από τη συσχέτιση της τοπογραφικής αποτύπωσης της υφιστάμενης κατάστασης με το εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα (που αποτυπώνεται στο σκαρίφημα (1) που συνοδεύει την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης) διαπιστώνεται ξεκάθαρα ότι το επίδικο τμήμα (1) δεν περιλαμβάνεται εντός των ορίων του εμφαινόμενου στο διάγραμμα γηπέδου των εναγόντων - εκκαλούντων. Πιο συγκεκριμένα, με αφετηρία την πλευρά του γηπέδου, μήκους 30,00 μ. σύμφωνα με το από Οκτωβρίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα και 29,72 μ. σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ότι το επίδικο τμήμα (1) δεν περιλαμβάνεται εντός των ορίων του εμφανιζόμενου στο από Οκτωβρίου 1993 διάγραμμα του ακινήτου αυτών. Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από την περιγραφή της ιδιοκτησίας στον τίτλο των εκκαλούντων, όπου αναφέρεται ότι το ακίνητο συνόρευε μόνο σε μία πλευρά με δρόμο (βορειοδυτικά με το δρόμο ... - σ.σ. στην πραγματικότητα νοτιοδυτικά). Αν το επίδικο εδαφικό τμήμα (1) περιλαμβανόταν στην ιδιοκτησία, που περιγράφεται στον εν λόγω τίτλο, τότε "θα έπρεπε" να συνορεύει με δρόμο και στη δεύτερη πλευρά του. Αντιθέτως, η πλευρά που "θα έπρεπε" να συνορεύει με το δεύτερο δρόμο (νοτιοανατολικά σύμφωνα με την περιγραφή, ανατολικά - βορειοανατολικά στην πραγματικότητα) αναφέρεται ότι συνορεύει με ιδιοκτησία Γ. Π. (δικαιοπαρόχου των πρώτων των εφεσίβλητων). Αν και η ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα για το επίδικο εδαφικό τμήμα (2) και για αυτό ομοίως ενόψει και του πολύ μικρού εμβαδόν του (0,18τ.μ.) ισχύει ότι για το επίδικο εδαφικό τμήμα (1), καθόσον η εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν επικαλείται τεχνικά και ιστορικά στοιχεία, τα οποία να δικαιολογούν διαφορετική για το συγκεκριμένο τμήμα κρίση. Επισημαίνεται ότι οι δρόμοι στην περιοχή πλησίον των ακινήτων των διαδίκων υφίστανται, στην ίδια θέση και με την ίδια χάραξη, ήδη από το 1973 (όπως αποδεικνύεται από τις αεροφωτογραφίες της περιοχής) πολύ νωρίτερα δηλαδή από το χρόνο σύνταξης του υπ' αριθμ. ...-2000 συμβολαίου και του αναφερόμενου σ' αυτό, από Οκτωβρίου 1993 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Α. Δ.

Περαιτέρω, στο με αριθμ ...1968 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Σκιάθου Σ. Μ., το οποίο αφορά το δικαιοπάροχο των εκκαλούντων - εναγόντων, Θ. Μ. Δ., γίνεται αναφορά σε "τοπογραφικό σχεδιάγραμμα" του πολιτικού υπομηχανικού Ν. Α., το οποίο επισυνάφθηκε στο με αριθμ. ...-1968 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Σκιάθου Σ. Μ. Σύμφωνα με τον τίτλο του εν λόγω διαγράμματος, πρόκειται για "Τοπογραφικό διάγραμμα διανομής οικοπέδων ιδιοκτησίας R. B. D.". Από τη συσχέτιση της τοπογραφικής αποτύπωσης της υφιστάμενης κατάστασης με το εν λόγω διάγραμμα προκύπτει ομοίως ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα (1) δεν περιλαμβάνεται εντός των ορίων του εμφανιζόμενου στο διάγραμμα γηπέδου των εναγόντων - εκκαλούντων. Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από την περιγραφή της ιδιοκτησίας στον τίτλο των εκκαλούντων, όπου αναφέρεται ότι το ακίνητο τους συνόρευε μόνο σε μία πλευρά με δρόμο (δυτικά με την αποκαλούμενη "νέα οδό ..." - σ.σ. στην πραγματικότητα νοτιοδυτικά). Αν το επίδικο τμήμα I περιλαμβανόταν στην ιδιοκτησία, που περιγράφεται στον εν λόγω τίτλο των εκκαλούντων, τότε θα έπρεπε να συνορεύει με δρόμο και σε δεύτερη πλευρά του. Αντιθέτως, η πλευρά, που "θα έπρεπε" να συνορεύει με το δεύτερο δρόμο (ανατολικά σύμφωνα με την περιγραφή, σ.σ. ανατολικά - βορειοανατολικά στην πραγματικότητα) αναφέρεται ότι συνορεύει γιε κτήμα του ίδιου πωλητή, "χωριξόμενον διά τεθέντων οροσήμων". Οι διαπιστώσεις του διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα ενισχύονται και από την ιστορική περιγραφή του ακινήτου των εναγόντων, το οποίο διαχρονικά και σε όλα τα συμβόλαια επί των οποίων στηρίζουν οι τελευταίοι την κυριότητα τους επί του με ΚΑΕΚ ... ακινήτου τους ως έκταση αναφέρουν τα 2001τ.μ. Ειδικά δε στο με αριθμ. ...-1996 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του δικαιοπάροχου των εκκαλούντων, Ν. Ν., μνημονεύεται ως έκταση αυτή των 2001τ.μ "κατά τη γενόμενη νεότερη και ακριβή καταμέτρηση" χωρίς να προκύπτει σε οποιαδήποτε χρονική φάση η προσθήκη αλλά και η αιτία αυτής των αγωγικώς διεκδικούμενων προς αναγνώριση εδαφικών τμημάτων εμβαδού 347,91τ.μ. και 0,18τ.μ. αντίστοιχα. Περαιτέρω, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε δυνάμει της με αριθμ. ... απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, διατυπώνεται η θέση ότι το επίδικο τμήμα (1) αποτελεί συνέχεια του διαμορφωμένου περιβάλλοντος χώρου της οικίας των εναγόντων - εκκαλούντων, βρίσκεται σε λειτουργική ενότητα με αυτόν και δεν διαχωρίζεται απ' αυτόν με κάποιον τεχνητό ή φυσικό τρόπο, καθόσον το δυτικό όριο αυτού δεν είναι υλοποιημένο επί του εδάφους. Η ιδιοκτησία των εναγόμενων - εφεσίβλητων εμφανίζεται να είναι πλήρως αποκομμένη από τα επίδικο εδαφικό τμήμα I χωρίς διαμορφωμένη πρόσβαση προς αυτό λόγω του υφιστάμενου τοιχίου στο ανατολικό του όριο ενώ ούτε από το δρόμο βόρεια του επίδικου τμήματος υπάρχει διαμορφωμένη πρόσβαση προς το τμήμα αυτό. Η ανωτέρω θέση του πραγματογνώμονα επιβεβαιώνεται από το συσχετισμό του ζεύγους των αεροφωτογραφιών των ετών 1995 και 1973 - 1980, όπου στην αεροφωτογραφία του έτους 1995 διακρίνεται σαφώς το ανωτέρω τοιχίο στο ανατολικό τμήμα του επίδικου τμήματος (1) ενώ δεν διακρίνεται διαμορφωμένη πρόσβαση από το δρόμο βόρεια του επίδικου και επιπλέον στις αεροφωτογραφίες των ετών 1973 και 1980 δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη τοιχίου στο ανατολικό τμήμα του επίδικου τμήματος (1) ούτε κάποια διαμορφωμένη πρόσβαση από το δρόμο βόρεια του επίδικου προς αυτό ή προς την ιδιοκτησία των εκκαλούντων. Το ανωτέρω στοιχείο, το οποίο επισημαίνεται και στη με ημερομηνία Αύγουστος 2022 τεχνική έκθεση του ορισθέντος από τους ενάγοντες - εκκαλούντες τεχνικού συμβούλου Δ. Ν. επί των θεμάτων και συμπερασμάτων της ανωτέρω με αριθμό κατάθεσης ...-2020 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με τη με αριθμ. ... απόφαση πραγματογνωμοσύνης, Γ. Θ., τοπογράφου - μηχανικού, θα μπορούσε να είναι ενισχυτικό του ισχυρισμού των ανωτέρω (εναγόντων- εκκαλούντων) περί κτήσης της κυριότητας ειδικά στο επίδικο τμήμα (1) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αν συνοδεύονταν από άσκηση επί αυτού (επίδικου) διακατοχικών πράξεων. Τέτοιες όμως διακατοχικές πράξεις δεν αποδείχθηκαν από την πλευρά των εναγόντων στα επίδικα εδαφικά στο τμήμα (1), ούτε στο τμήμα (2), ώστε η ύπαρξη στην ανατολική πλευρά του επίδικου εδαφικού τμήματος (1) του ανωτέρω τοιχίου να βρίσκεται σε φυσική και λειτουργική συνέχεια με την άσκηση αυτών. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι το τοιχίο αυτό κατασκευάστηκε το έτος 1996 με επιμέλεια των πρώτων εναγόμενων - εφεσίβλητων, όπως ρητά βεβαίωσε ο μάρτυρας Τ. Κ., στη με αριθμ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σκιάθου Ε. Ζ., όχι ως διαχωριστικό όριο εδαφικών τμημάτων αλλά για αντιστήριξη του εδάφους, το οποίο στην πλευρά του επίδικου εδαφικού τμήματος (1) βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με το υπόλοιπο ακίνητο των πρώτων εναγόμενων - εφεσίβλητων, η ανωτέρω δε διαφορά είναι φανερή από τις αεροφωτογραφίες, που συνοδεύουν τη διαταχθείσα με τη με αριθμ. ... απόφαση του Δικαστηρίου αυτού έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Επιπλέον, η με αρ. ... οικοδομική άδεια των δικαιοπαρόχων των εναγόντων - η οποία αφορά την ανέγερση ισογείου οικοδομής μετά υπογείου έχει εκδοθεί επί τη βάση ακινήτου, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται τα επίδικα τμήματα (1) και (2). Αντιθέτως, η έκδοση της με αριθμ. ... οικοδομικής αδείας από τον απώτατο δικαιοπάροχο των πρώτων εναγόμενων - εφεσίβλητων Ρ. Μ. για την ανέγερση της μίας από τις δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες του μετέπειτα ενιαίου λόγω της ανωτέρω συνένωσης ενιαίου οικοπέδου των (4.000τ.μ.) έγινε επί τη βάση της συνολικής έκτασης αυτού, στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα τμήματα (1) και (2). Επιπλέον, σε κανένα από τα συμβόλαια, που στηρίζουν την κυριότητα των εναγόντων - εκκαλούντων στο με ΚΑΕΚ... ακίνητο και δη στα χρονολογικώς επόμενα του 1996, έτος κατασκευής του τοιχίου στην ανατολική πλευρά του επίδικου εδαφικού τμήματος (I), οπότε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υλοποιείται και επί του εδάφους η διά χρησικτησίας κτήση κυριότητας των ανωτέρω επί αυτού και δη ούτε στο με αριθμ. ...- 2000 συμβόλαιο κτήσης κυριότητας αλλά ούτε και στα με αριθμ. ...-1997, ...-1997 συμβόλαια κτήσης της κυριότητας των άμεσων δικαιοπαρόχων τους (Σ. Ν. και Ν. Ν. του Ντιλιάν), ούτε όμως και στο με αριθμ. ...-1996 συμβόλαιο κτήσης κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου τους (Ν. Ν., δεν γίνεται καμία αναφορά σε τμήμα έκτασης 347,91τ.μ., ήτοι όσης και το επίδικο εδαφικό τμήμα (I), ώστε η συνολική έκταση του εν λόγω ακινήτου να προσδιορίζεται, με την πρόσθεση αυτών στα 2.000τ.μ., τουλάχιστον στα 2.347,91τ.μ. αλλά σταθερά σε όλη τη σειρά των ανωτέρω συμβολαίων ως έκταση του ακινήτου (με ΚΑΕΚ...) των εναγόντων - εκκαλούντων αναφέρεται αυτή των 2.000τ.μ. Αν οι ενάγοντες - εκκαλούντες είχαν αποκτήσει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας την κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος (I), συνυπολογιζόμενου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, προφανώς θα έσπευδαν με την ευκαιρία της σύνταξης του συμβολαίου κτήσης να αποτυπώσουν και να μνημονεύσουν τη διαμορφωθείσα υπέρ τους πραγματικότητα ως προς την κυριότητα αυτού, γεγονός όμως που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, αποδειχθέντος ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα (I) και (2) δεν περιλαμβάνονται στον τίτλο άμεσης κτήσης κυριότητας των εναγόντων - εκκαλούντων (παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας), ούτε όμως και στους τίτλους κτήσης κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων τους αλλά αντιθέτως περιλαμβάνονται στον τίτλο άμεσης κτήσης κυριότητας των εναγόμενων - εφεσίβλητων καθώς και μη αποδειχθείσης της κτήσης κυριότητας των εναγόντων - εκκαλούντων επί των επίδικων εδαφικών τμημάτων με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), πρέπει η από 18-7-2016 με αριθμό καταθέσεως ΤΜ107/20-7-2016 αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.".

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, με την απορριπτική, των αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, κρίση της , υπό τις αιτιάσεις ειδικότερα ότι ενώ περιεχόμενο της αγωγής τους ήταν ότι απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα κατά συγκυριότητα με παράγωγο άλλως με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν, αποδεικνύουν πλήρως τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους, παραθέτοντας το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής τους και τις καταθέσεις των μαρτύρων τους. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τις εκ του αριθμού 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικότερα με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι νομίμως και παραδεκτώς προβληθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί των εναγόντων-αναιρεσειόντων ότι απέκτησαν την κυριότητα στα επίδικα εδαφικά τμήματα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρουμένου στο χρόνο άσκησης της νομής από αυτούς και του χρόνου άσκησης νομής από τους δικαιοπαρόχους τους, ότι το τοιχίο είναι ορόσημο των δύο ιδιοκτησιών, ότι η ιδιοκτησία των εναγομένων είναι πλήρως αποκομμένη από τα επίδικα εδαφικά τμήματα τα οποία βρίσκονται προς την πλευρά της ιδιοκτησίας τους και ότι δεν λήφθηκε υπόψη η, επί αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής, εκδοθείσα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου (που δίκασε σε δεύτερο βαθμό) απόφαση με αρ. 70/2019. Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση του νόμου με την αντιφατική αιτιολογία της, υπό την επίκληση, επακριβώς ότι: "παρά τις κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες καταφάσκονται διακατοχικές πράξεις νομής επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων ακινήτου των 347 τ.μ., ...... παρά ταύτα καταλήγει στην εσφαλμένη κρίση ότι δεν αποδείχθηκαν επί του επιδίκου διακατοχικές πράξεις μας". Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για τις εκ των αριθμών 10 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες. Συγκεκριμένα με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της ότι δεν αποδείχθηκαν διακατοχικές πράξεις νομής των εκκαλούντων-εναγόντων στα επίδικα εδαφικά τμήματα και ότι το τοιχίο βρίσκεται στην ίδια θέση πριν το έτος 1995, ότι τουλάχιστον το επίδικο εδαφικό τμήμα με στοιχείο 1, εμβαδού 347 τ.μ. αποτελεί τμήμα του περιβάλλοντος χώρου της οικίας τους, ενώ στη συνέχεια δέχεται ότι το τοιχίο κατασκευάστηκε το 1996, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και κατά το δεύτερο σκέλος του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τον χρόνο κατασκευής του τοιχίου παραβιάζοντας εκ πλαγίου το νόμο. Με τον τέταρτο λόγο, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκ πλαγίου παραβίαση του νόμου, υπό τις αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον ανωτέρω τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και επιπλέον ότι με το να δεχθεί ως αληθή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Τ. Κ., κατέληξε σε εσφαλμένη κρίση και διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον χρόνο κατασκευής του τοιχίου. Με τον πέμπτο λόγο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου , υπό τις αιτιάσεις ότι προκειμένου να στηρίξει την απορριπτική της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κρίση της, παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της με αρ. ... οικοδομικής άδειας για το λόγο ότι στο συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ν. Α. βεβαιώνεται ότι το ακίνητο (συν)ιδιοκτησίας τους έχει εμβαδόν 3.100 τ.μ., γεγονός βέβαια που αυτοί ουδέποτε ισχυρίστηκαν αλλά καταδεικνύει την "προχειρότητα" της σύνταξης συμβολαίων και σχεδιαγραμμάτων, β) το περιεχόμενο της με αρ. ... οικοδομικής άδειας των εναγομένων που αναγράφει ότι η έκταση του ακινήτου τους ανέρχεται σε 4.000 τ.μ. ενώ το εμβαδόν αυτό δεν προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και γ) των συμβολαίων κτήσης κυριότητας των ίδιων (αναιρεσειόντων-εναγόντων) και των δικαιοπαρόχων τους και συμπερασματικά ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχτηκε τίτλους ιδιοκτησίας με παραπομπή σε εσφαλμένα και ανακριβή τοπογραφικά σκαριφήματα, χαμηλής γεωμετρικής πληροφορίας και απεικόνισης.
Όπως προκύπτει από την ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα ότι :α)Τα επίδικα εδαφικά τμήματα γεωτεμαχίου εμβαδού 347,91 τ.μ. και 0,18 τ.μ. δεν περιλαμβάνονται στους τίτλους κτήσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ούτε στους τίτλους των δικαιοπαρόχων τους , αντίθετα περιλαμβάνονται στους τίτλους κτήσης κυριότητας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, β) τα επίδικα εδαφικά τμήματα φαίνονται να διαχωρίζονται με τοιχίο από την ιδιοκτησία των εναγομένων, η ύπαρξη του οποίου αποτυπώνεται και στις αεροφωτογραφίες του 1995 ενώ δεν αποτυπώνεται στις αεροφωτογραφίες των ετών 1975 και 1980, το οποίο κατασκευάστηκε, όπως αποδείχθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα Τ. Κ. το 1996, με επιμέλεια των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως αντιστήριξη του εδάφους της ιδιοκτησίας τους, που στην πλευρά του επιδίκου εδαφικού τμήματος 1 βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με το υπόλοιπο ακίνητο των πρώτων εναγομένων και όχι ως διαχωριστικό των δύο ιδιοκτησιών, γ) οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) ουδέποτε άσκησαν επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων διακατοχικές πράξεις νομής , δ) στην με αρ. ... οικοδομική άδεια των εναγόντων δεν περιλαμβάνονται τα επίδικα εδαφικά τμήματα, τα οποία όμως περιλαμβάνονται στην με αρ. ... οικοδομική άδεια των εναγομένων, καταλήγοντας έτσι στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων με παράγωγο τρόπο ούτε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ υπό τις παραδοχές ότι δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων από τους ενάγοντες ούτε από τους δικαιοπαρόχους τους και οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων εδαφικών τμημάτων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Επίσης το Εφετείο με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, κατά τα ήδη εκτεθέντα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, απέρριψε τον ισχυρισμό περί κτήσης της κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως ο εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του. Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων εδαφικών τμημάτων με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας διότι ούτε οι ίδιοι ούτε οι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν ποτέ πράξεις νομής επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, έλαβε υπόψη του τον προταθέντα σχετικό αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν. Επομένως ο σχετικός εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επίσης, σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται και είναι αβάσιμη η προβαλλόμενη, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης, αιτίαση (αρ. 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ) περί αντιφατικών αιτιολογιών που στερούν την απόφαση από νόμιμη βάση, διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει παραδοχές περί άσκησης διακατοχικών πράξεων νομής στα επίδικα εδαφικά τμήματα από τους ενάγοντες ούτε ότι το τοιχίο είναι διαχωριστικό των δύο ιδιοκτησιών αντίθετα δέχθηκε ότι ουδέποτε οι ενάγοντες άσκησαν πράξεις νομής επ αυτών και ότι το τοιχίο κατασκευάστηκε από τους εναγόμενους ως αντιστήριξη του εδάφους της ιδιοκτησίας τους . Ακόμη, όπως προκύπτει από το εισαγωγικό του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά στοιχεία και συνεπώς και την με αρ. 70/2019 απόφαση περί ασφαλιστικών μέτρων νομής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και κατά το σκέλος αυτό ο ανωτέρω λόγος που, κατ εκτίμηση, στηρίζει την αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει και από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ζητήματος της μη κτήσης της κυριότητας των επιδίκων εδαφικών τμημάτων από τους ενάγοντες με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (ούτε με παράγωγο τρόπο), από τα προσαχθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, που εκθέτει αναλυτικά στην απόφασή του. Οσον αφορά δε τον χρόνο κατασκευής του τοιχίου , το Εφετείο με τα διαλαμβανόμενα επιχειρήματα ότι οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συγκεκριμένα ότι η ύπαρξη τοιχίου απεικονίζεται στις αεροφωτογραφίες του 1995 και ότι, κατά την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, κατασκεύασαν αυτοί (εναγόμενοι) τοιχίο ως αντιστήριξη του εδάφους της ιδιοκτησίας τους και όχι ως διαχωριστικό των δύο ιδιοκτησιών, στήριξε την κρίση του σε προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα. Επίσης , με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση με αντιφατικές αιτιολογίες διότι όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναφορά της ότι το τοιχίο κατασκευάστηκε το 1995, αφορά το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα ενώ στη συνέχεια, κρίνοντας επί της ουσίας, με βάση τα προσκομιζόμενα μετ επικλήσεως αποδεικτικά στοιχεία (όπως η κατάθεση του μάρτυρα Τ. Κ.), καταλήγει στο δικό του αποδεικτικό πόρισμα περί κατασκευής από τους εναγομένους του τοιχίου αντιστήριξης το 1996 ενώ δεν υπάρχει παραδοχή ότι όμοια κατασκευή δεν υπήρχε και το 1995.

Εξάλλου ο χρόνος κατασκευής του τοιχίου το 1995 ή το 1996, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενόψει και του ότι ουδείς αμφισβητεί την κατασκευή αυτού από τους εναγόμενους αλλά ουσιώδη επιρροή ασκεί η από τους ενάγοντες άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων επί εικοσαετία και ως τέτοια πράξη δεν επικαλούνται την κατασκευή του τοιχίου. Επομένως είναι αβάσιμοι ο τρίτος και ο τέταρτος λόγοι της αίτησης. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις των ανωτέρω λόγων, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας από τους αριθμ. 1, 8, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται, η περί των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αρθμ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των λόγων αναίρεσης, καθ όλα τα σκέλη αυτών, είναι αβάσιμοι. Ο πέμπτος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί παραμόρφωσης από το Εφετείο των προαναφερομένων προσκομισθέντων και επικληθέντων από τους ίδιους εγγράφων, δεν αφορούν σε "διαγνωστικό λάθος" αυτών, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρονται σε, λανθασμένη εκτίμηση- ερμηνεία (όπως και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες διατείνονται) του περιεχομένου των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι ίδιοι θεωρούν ορθό. Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις, ότι δεν αποδεικνύεται από τα συμβόλαια κτήσης εκάστου των διαδίκων μερών και από τις οικοδομικές άδειες αυτών το ακριβές εμβαδόν των ακινήτων τους, λόγω της "προχειρότητας" σύνταξης και της ανεπάρκειας των μέσων ακριβούς μέτρησης του εμβαδού των ακινήτων των προσαρτημένων σ αυτά σχεδιαγραμμάτων , αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων. Ανεξαρτήτως του απαραδέκτου του ανωτέρω λόγου, αυτός είναι και αβάσιμος διότι α) το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα δεν περιλαμβάνονται στους τίτλους κτήσης των εναγόντων, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά αλλά και στα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ( έκθεση του δικαστικού πραγματογνώμονα και εκθέσεις τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και λοιπά έγγραφα) και β) όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εν λόγω εγγράφων για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του ανωτέρω λόγου της αναίρεσης , η έκταση του ακινήτου των εναγόντων στο με αρ. ...-2000 συμβόλαιο κτήσης κυριότητας αυτών και στα με αρ. ...-1997, ...-1997 συμβόλαια κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους καθώς στο με αρ. ...-1996 συμβόλαιο του απώτερου δικαιοπαρόχου τους, ορίζεται σε όλα τα ανωτέρω συμβόλαια, σε 2.000 τ.μ. και όχι σε 2.347,91 τ.μ. Οσον αφορά την με αρ. ... οικοδομική άδεια των εναγόντων και την με αρ. ... οικοδομική άδεια των εναγομένων, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ανέγνωσε εσφαλμένα, ήτοι δεν δέχτηκε ότι οι ανωτέρω οικοδομικές άδειες περιέχουν περιστατικά διαφορετικά από τα πραγματικά, δηλαδή δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση των εγγράφων ή σε παράλειψη ανάγνωσης κρισίμου μέρους τους αλλά συνήγαγε από το περιεχόμενο των εγγράφων, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό και πρόκειται επομένως για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, κατά την εκτεθείσα ανωτέρω νομική σκέψη.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, πλην του πρώτου που δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα , πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων (άρθρα 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2023 αίτηση για αναίρεση της με αρ. 96/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή