Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 912 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 912/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. συζ. Δ. Τ., το γένος Μ. και Σ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Μαυρομάτη, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2008 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 16-3-2010 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2196/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 551/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η από 22-12-2021 και με αρ. κατάθ. 1098/116/22-12-2021 αίτηση αναίρεσης, στρέφεται κατά της 551/ 2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που δίκασε κατά την εκουσία δικαιοδοσία, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αρ. 2196/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή ως κατ` ουσίαν βάσιμη η αίτηση της αναιρεσίβλητης για τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής του αναφερομένου σε αυτήν ακινήτου, στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας και είχε απορριφθεί η κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιδόθηκε ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από τους Ν. 3127/2003 και 3481/2006 προκύπτει ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ή κύρια παρέμβαση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου . Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη του υπάρχοντος δικαιώματος και δεν μπορεί να ζητηθεί η αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την πρώτη εγγραφή (ΑΠ 115/2023, ΑΠ 121/2022,ΑΠ 34/2019 ,ΑΠ 74/2015, ΑΠ 1342/2015).
Περαιτέρω με το άρθρο 4 ν.3127/2003 ("τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις") ορίζεται ότι : "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α` και β` προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ", ήτοι μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. (ΑΠ 187/2017). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί τέτοιου ακινήτου έναντι του Δημοσίου προϋποθέτει: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που ευρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ν.3127/2003) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων, 3) να νέμεται τούτο για δέκα έτη, μέχρι τον χρόνο έναρξης του νόμου 3127/2003 στις 19-3-2003 και όχι οποτεδήποτε πριν την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, αδιατάρακτα , χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 3127/2003, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει μεταγραφεί και κατά την κτήση της νομής να τελούσε σε καλή πίστη. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται, ότι θεσπίζεται με αυτές εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του Ν. Δ/τος της 22.4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων"), σύμφωνα με τον οποίο στα δημόσια κτήματα νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα νομής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός αν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία στα ακίνητα του Δημοσίου. Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2011) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντας του τη δυνατότητα, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων, να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς, δηλαδή, τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των ανωτέρω αυστηρότερων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει (ΑΠ 121/2022, ΑΠ 22/2021, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 23/2019). Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ` αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ, αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015). Τέτοιος, δε, νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η από το τελευταίο, πριν από την 19-3-2003, υποβολή τόσο δήλωσης ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση, προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ` αυτής, από το χρονικό δε σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση των ενεργειών αυτών, ήτοι ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει να νέμεται αυτό αδιαταράκτως (ΑΠ 115/2023, ΑΠ 1647/2022, ΑΠ 585/2021, ΑΠ807/2019, ΑΠ 1813/2017). Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντιθέτως κατά το άρθρον 4 ν. 3127/2003 την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά το χρόνο κτήσης της νομής υπό εκατέρου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ν.3127/2003, καθίσταται σαφές ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλ` αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλούμενου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 712/2020).
Περαιτέρω ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013 ). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 115/2023, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 115/2023, ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
3.- Από την επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει την από 29-10-2008 και με αρ. καταθ. 10835/2008 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά την εκουσία δικαιοδοσία, για τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" του αναφερομένου σε αυτήν ακινήτου-αγροτεμαχίου, στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, εκθέτοντας ότι είχε καταστεί κυρία του ακινήτου με παράγωγο τρόπο δυνάμει του με αρ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Π. Χ., που έχει μεταγραφεί στον τόμο ... και με αρ. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας και ότι έκτοτε νέμεται το ακίνητο συνεχώς και αδιαταράκτως, όπως και πριν από αυτήν ο δικαιοπάροχός της που είχε αποκτήσει την κυριότητα το 1973 δυνάμει διανεμητηρίου συμβολαίου νόμιμα μεταγραφέντος καθώς και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της και κατέστη κυρία και με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη τούτο αδιατάρακτα και με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών. Στη δίκη που ανοίχθηκε με την ανωτέρω αίτηση, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε τη με αρ. καταθ. 2855/2010 κύρια παρέμβαση με την οποία, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε ανήκε στην κυριότητα της αιτούσας, αλλά, αντιθέτως αποτελεί τμήμα του δημοσίου κτήματος με στοιχεία ΑΒΚ 46, του οποίου αυτό κατέστη κύριος δικαιώματι πολέμου ως διάδοχος του Τουρκικού δημοσίου άλλως ως εγκαταλειφθέν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες του, άλλως ότι το απέκτησε ως δάσος για το οποίο δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 3 του βδ 17/29-11-183 διαδικασία, άλλως ως λιβάδι κατά το άρθρο 1 του βδ της 12-12-1833, άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και τέλος άλλως ως αδέσποτο, ζήτησε να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή ώστε να εγγραφεί αυτό ως κύριος του επιδίκου ακινήτου. Η αιτούσα με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της ισχυρίστηκε, προς αντίκρουση της ανωτέρω κύριας παρέμβασης, ότι κατέστη κυρία του επιδίκου και με τα προσόντα της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν. 3127/2003. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας την αίτηση και την κύρια παρέμβαση, με την με αρ. 2196/2014 απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την πρώτη βάση της κύριας παρέμβασης και ως αόριστες τις λοιπές, πλην αυτής περί περιέλευσης του επιδίκου στο Δημόσιο ως δασικής άλλως χορτολιβαδικής έκτασης, δέχθηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμη την αίτηση και διέταξε τη διόρθωση ώστε, αντί της εσφαλμένης καταχώρισης "άγνωστος ιδιοκτήτης", να καταχωριστεί η αιτούσα ως κυρία του επιδίκου ακινήτου, ενώ απέρριψε την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την ως άνω κριθείσα ως ορισμένη και νόμιμη βάση, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 10-12-2014 έφεσή του και τους από 4-12-2019 πρόσθετους λόγους. Επί της εφέσεως αυτής και των προσθέτων λόγων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η έφεση. Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο (πρώην αγροτεμάχιο) που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της Κοινότητας Αιαντείου Νήσου Σαλαμίνας, εμβαδού κατά μεν τον τίτλο κτήσης 276 τ.μ., κατόπιν, δε, ρυμοτόμησης 257,30 τ.μ.. το ως άνω ακίνητο εμφαίνεται υπό τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο προσκομιζόμενο από Οκτωβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου-Μηχανικού Μ. Ν......... Συνορεύει, δε, κατά το ως άνω σχεδιάγραμμα........ Έχει δε, ήδη καταχωρηθεί στα κτηματολογικό βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας με αριθμό ΚΑΕΚ ... Η αιτούσα, δυνάμει του υπ' αρ. ...-1979 συμβολαίου πώλησης ακινήτου του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Π. Χ. το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ..., απέκτησε την κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου, αιτία πώλησης, από τον Δ. Β. του Μ., στον οποίο είχε περιέλθει κατά κυριότητα, δυνάμει του υπ' αρ. ...-1973 συμβολαίου διανομής κοινών ακινήτων του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Π. Χ. που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ..., κατόπιν διανομής ακινήτου μείζονος εκτάσεως κείμενου στην ως άνω θέση, το οποίο είχε περιέλθει στον ίδιο καθώς και στους συγκληρονόμους αυτού, από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος την ... Μ. Β. του Β., δυνάμει της υπ' αρ. ... δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Π. Χ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την ημερομηνία αγοραπωλησίας του ανωτέρω ακινήτου, η αιτούσα, ασκούσε και εξακολουθεί να ασκεί επ' αυτού, αδιαλείπτως, όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ως ακινήτου, με διάνοια κυρίας, ήτοι περίφραξη, επίβλεψη, καθαρισμό αυτού, χωρίς να οχληθεί ουδέποτε από οποιονδήποτε τρίτο, ούτε και από τα αρμόδια όργανα του κυρίως παρεμβαίνοντος, ήτοι ασκούσε τις πράξεις αυτές αδιαταράκτως. Αντίθετα, πράξεις νομής εκ μέρους του εκκαλούντος - κυρίως παρεμβαίνοντος, Ελληνικού Δημοσίου, επί του παραπάνω ακινήτου δεν προέκυψαν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νομής της εφεσίβλητης - αιτούσας - καθ' ης η κυρία παρέμβαση, οι οποίες να περιήλθαν σε γνώση της τελευταίας. Το κυρίως παρεμβαίνον ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος του ΑΒΚ 46 δημοσίου κτήματος συνολικής εκτάσεως 101,218 στρεμμάτων, η οποία έκταση αποτελούσε τμήμα δημοσίου κτήματος μείζονος εκτάσεως 603,220 στρεμμάτων, και το οποίο, ως άνω μικρότερο τμήμα της εκτάσεως των 101,218 στρεμμάτων, απέμεινε μετά την παραχώρηση από αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) εκτάσεως 502,002 στρεμμάτων προς διάφορους ιδιώτες τρίτους, με παραχωρητήρια. Ωστόσο ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυράς του (υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών που υπηρετεί στην Κτηματική Υπηρεσία Πειραιώς), κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι "Το επίδικο δεν ξέρουμε αν είναι μέσα στα παραχωρητήρια ή στις εκχερσώσεις.". Στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη δε, από το κυρίως παρεμβαίνον από 11-3-2010 τεχνική έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά αναφέρεται ότι ο εντοπισμός του δημοσίου κτήματος ΑΒΚ 46 στην ευρύτερη περιοχή των 603,220 στρεμμάτων δεν είναι δυνατός λόγω έλλειψης τεχνικών στοιχείων (τοπογραφικά διαγράμματα, σταθερά, όρια κλπ.), τα οποία είναι απαραίτητα για την εφαρμογή ή τον εντοπισμό των παραχωρητηρίων/ και σε επέκταση τον προσδιορισμό του υπολοίπου τμήματος που είναι το ΑΒΚ 46. Χαρακτηριστικό, δε, είναι ότι η ευρύτερη περιοχή, στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ως εμπίπτουσα εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, έχει κατατμηθεί σε οικόπεδα και σε αρκετά από αυτά έχουν ανοικοδομηθεί οικίες, εξυπηρετείται δε από τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και έχουν δημιουργηθεί σ' αυτήν (ευρύτερη περιοχή) δρόμοι για την διευκόλυνση των κατοίκων.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι την 28-3-1979, χρονικό σημείο κατά το οποίο η εφεσίβλητη - αιτούσα - καθ' ης η κύρια παρέμβαση αγόρασε το επίδικο ακίνητο, περιήλθε αυτό στη νομή της, χωρίς να βρίσκεται σε κακή πίστη ως προς την κτήση αυτή, αφού είχε την πεποίθηση, χωρίς να την βαρύνει προς τούτο βαριά αμέλεια, ότι αποκτά την πλήρη κυριότητα του ακινήτου και ειδικότερα ότι αποκτά από αληθή κύριο και νομέα - ενόψει του ότι ο πωλητής (άμεσος δικαιοπάροχός της) νεμόταν το ακίνητο δυνάμει νόμιμου τίτλου και ειδικότερα δυνάμει του προαναφερόμενου υπ' αρ. ... συμβολαίου διανομής κοινών ακινήτων του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Π. Χ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη κατά την κτήση της νομής του επιδίκου βρισκόταν σε καλή πίστη επιρρωνύεται και από το ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτή γνώριζε τα προβαλλόμενα από το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματα, καθώς το τελευταίο δεν είχε προβεί σε κάποια εμφανή ενέργεια στο επίδικο οικόπεδο, καθώς επίσης και από το γεγονός ότι όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της αιτούσας - καθ' ης η κύρια παρέμβαση πλησίον του ακινήτου αυτού υπάρχουν οικίες ηλεκτροδοτούμενες και χαραγμένοι δρόμοι. Το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι εξέδωσε τα υπ' αρ. ...-1969 και υπ' αρ. ... και ...-1974 πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, γεγονός που, κατά τον ισχυρισμό του, αποτελεί διαχειριστική πράξη του και ένδειξη μέριμνας αυτού για το προαναφερόμενο δημόσιο κτήμα. Ωστόσο δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύεται ότι η καθ' ης η κυρία παρέμβαση έλαβε γνώση των παραπάνω πράξεων με την κοινοποίηση σ' αυτήν των σχετικών εγγράφων και μάλιστα έως το χρόνο κτήσης της νομής του επιδίκου (28-3-1979), που είναι ο κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπό της. Έτσι το κυρίως παρεμβαίνον, που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, ουδόλως, απέδειξε την ύπαρξη κακής πίστης στο πρόσωπό της, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα από την κτήση της νομής του επιδίκου μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου 3127/2003 (19-3-2003), νεμόταν αυτό, αδιαταράκτως, καθόσον το κυρίως παρεμβαίνον δεν προέβη σε κάποια εμφανή ενέργεια στο επίδικο οικόπεδο, οι επικαλούμενες δε απ' αυτό υπ' αρ. πρωτ. ...-2000 δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κυριότητας κατ' άρθρο 2 του Ν. 23 08/1995 για το επίδικο ακίνητο και υπ' αρ. πρωτ. ...-2003 ένσταση προς τον ΟΚΧΕ, έλαβαν χώρα χωρίς να γνωστοποιηθούν στην αιτούσα, ούτε αποδείχθηκε ότι έλαβε γνώση αυτών πριν την 19-3-2003.
Εξάλλου, η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντάχθηκε σε βάρος της (αιτούσας) πρωτόκολλο αποβολής, το οποίο επιδόθηκε σ' αυτήν, ούτε ότι υποβλήθηκε από αυτήν αίτηση εξαγοράς του επίδικου ακινήτου. Επομένως, η αιτούσα που από την 28-3-1979, όπως προαναφέρθηκε, ασκούσε και εξακολουθεί να ασκεί επ' αυτού, αδιαλείπτως, τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, συμπλήρωσε περίπου είκοσι τέσσερα χρόνια συνεχούς, αδιάλειπτης και αδιατάρακτης νομής στο επίδικο, έχοντας νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, ήτοι το ως άνω υπ' αρ. ...-1979 συμβόλαιο πώλησης του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Π. Χ. που έχει νόμιμα μεταγραφεί, έχοντας την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας κανενός, χωρίς μάλιστα να της έχει γνωστοποιηθεί τυχόν δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου ή τρίτου προσώπου επ' αυτού.
Συνεπώς, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι δικαιοπάροχοι της αιτούσας (άμεσος και απώτεροι), δεν βρίσκονταν σε καλή πίστη, όταν αυτοί απέκτησαν το επίδικο, εφόσον πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, έχει εμβαδόν 257,30 τ.μ., ήτοι μικρότερο των 2.000 τμ., και η αιτούσα - καθ' ης η κύρια παρέμβαση - εφεσίβλητη κατά το χρόνο κτήσης του βρισκόταν σε καλή πίστη ως προς την επαγωγή της κυριότητας σ' αυτή, το νέμεται δε με νόμιμο τίτλο, αδιαταράκτως (τουλάχιστον) για δέκα (10) έτη, μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, συντρέχουν στο πρόσωπό της, όλες οι προϋποθέσεις της αντιτάξιμης κατά του κυρίως παρεμβαίνοντος ειδικής (τακτικής) χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. Ια' του Ν. 3127/2003. Επομένως, αυτή (καθ' ης η κύρια παρέμβαση) θεωρείται κυρία έναντι του κυρίως παρεμβαίνοντος - εκκαλούντος, Ελληνικού Δημοσίου, κατά το ως άνω άρθρο (4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003) και ακόμη και αν υφίστατο κυριότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος επί του επιδίκου, αυτή πλέον έχει καταλυθεί, κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης του Ν. 3127/2003. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της παραδεκτά προτεινόμενης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία επαναφέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, από την εφεσίβλητη - αιτούσα - καθ' ης η κύρια παρέμβαση ένστασης του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, πρέπει να απορριφθεί η κύρια παρέμβαση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την τηρούμενη διαδικασία κτηματογράφησης, κατά τις γενόμενες εγγραφές στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, το ως άνω επίδικο ακίνητο, το οποίο έλαβε, όπως προαναφέρθηκε, ΚΑΕΚ ..., καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο ως αγνώστου ιδιοκτήτη και όχι της αιτούσας, ώστε η εγγραφή αυτή να είναι ανακριβής ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, αφού αυτό ανήκει κατ' αποκλειστική κυριότητα στην αιτούσα, η οποία το απέκτησε, όπως προεκτέθηκε, με παράγωγο τρόπο, και ειδικότερα λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ' αρ. ...-1979 συμβολαίου πώλησης του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Π. Χ. που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε όμοια, [απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικό βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού κατά μεν τον τίτλο κτήσης 276 τ.μ. και κατόπιν ρυμοτόμησης 257,30 τ.μ., κατά δε το οικείο κτηματολογικό φύλλο 257 τ.μ., αντί του ανακριβούς "...", να αναγραφεί η αιτούσα ως κυρία (ποσοστό 100%), με τίτλο κτήσης το υπ' αρ. ...-1979 συμβόλαιο πώλησης του Συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Π. Χ. που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας (τόμος ... α.α. ...)] ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και επίσης ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα προκύψαντα απ' αυτές πραγματικά περιστατικά, ώστε τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της εφέσεως και τον πρόσθετο λόγο εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.". Το αναιρεσείον με τον πρώτο της αίτησης αναίρεσης πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, ως προς τις παραδοχές της για το "αδιατάρακτο" της νομής της αιτούσας, επικαλούμενο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την ανωτέρω διάταξη απαιτώντας περισσότερα στοιχεία από όσα ορίζει ο νόμος και συγκεκριμένα απαιτώντας να συντρέχει και το στοιχείο της γνώσης του ενδιαφερόμενου περί της παρενόχλησης της νομής του που επήλθε με την εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου από το έτος 2000 δήλωση (με αρ. ...-2000) ιδιοκτησίας στο Κτηματολόγιο και την με αρ. ...-2003 ένσταση αυτού προς τον ΟΚΧΕ, που έλαβαν χώρα πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3127/19-3-2003, λαμβανομένης υπόψη της δημοσιότητας που διέπει τη διαδικασία της κατάρτισης του κτηματολογίου δυνάμει της οποίας ο ενδιαφερόμενος μπορεί και οφείλει να λάβει γνώση του δικαιώματος κυριότητος που προβάλλει τρίτος επί του ακινήτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο ότι "...η αιτούσα από τη κτήση της νομής του επιδίκου μέχρι την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου 3127/2003 (19-3-2003), νεμόταν αυτό αδιαταράκτως , καθόσον το κυρίως παραμβαίνον δεν προέβη σε καμιά εμφανή ενέργεια στο επίδικο ακίνητο , οι δε επικαλούμενες από αυτό υπ' αρ. πρωτ. ...-2000 δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος κυριότητας κατ' άρθρο 2 του Ν. 2308/1995 για το επίδικο ακίνητο και υπ' αρ. πρωτ. ...-2003 ένσταση προς τον ΟΚΧΕ, έλαβαν χώρα χωρίς να γνωστοποιηθούν στην αιτούσα, ούτε αποδείχθηκε ότι έλαβε γνώση αυτών πριν την 19-3-2003.". Τούτο διότι η από το έτος 2000 δήλωση ιδιοκτησίας και η από 13-3-2003 ένσταση προς τον ΟΚΧΕ εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες δεν περιήλθαν σε γνώση της αναιρεσίβλητης έως την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, δεν θεωρούνται παρενόχληση και ως εκ τούτου δεν συνιστούν την απαιτούμενη διατάραξη της νομής του αναιρεσιβλήτου, καθόσον σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη πιο πάνω νομική σκέψη, τέτοια διατάραξη υφίσταται μόνον εάν και από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα έλαβε γνώση ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος Ελληνικό Δημόσιο. Τέλος μόνη η δήλωση ιδιοκτησίας στο Κτηματολόγιο, χωρίς να συνοδεύεται από άλλη ενέργεια γνωστοποίησης, δεν αποδεικνύει ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της δήλωσης αυτής.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου, για την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης του νόμου λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, υπό τις αιτιάσεις ειδικότερα ότι ενώ δέχεται ότι παρενόχληση της νομής της αιτούσας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, αποτελεί και η υποβολή από το Δημόσιο στις 13-6-2000 δήλωσης ιδιοκτησίας στο κτηματολόγιο για την επίδικη έκταση καθώς και η υποβολή στις 13-3-2003 ένστασης προς τον ΟΚΧΕ (πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 στις 19-3-2003), στη συνέχεια όλως αντιφατικώς καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη κατέλυσε την κυριότητα του Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 μεταξύ των οποίων είναι και η αδιάλειπτη και αδιατάρακτη άσκηση νομής έως τις 19-3-2003. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, δέχθηκε ότι η δήλωση ιδιοκτησίας στο Κτηματολόγιο και η υποβολή ένστασης στον ΟΚΧΕ από το αναιρεσείον, αποτελούν παρενόχληση της νομής υπό την προϋπόθεση ότι ο ιδιώτης έλαβε γνώση αυτής και από τον χρόνο της γνώσης, πλην όμως η αναιρεσίβλητη δεν έλαβε γνώση αυτών (με την απόδειξη της οποίας βαρύνεται το Ελληνικό Δημόσιο) ώστε να επέλθει διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης. Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 της περιπτ. β του ν. 3127/2003 και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο, διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και χωρίς αντιφάσεις ήτοι ότι η νομή της αναιρεσίβλητης ήταν αδιατάρακτη λόγω της μη παρενόχλησης αυτής από το Δημόσιο, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα του αδιατάρακτου της νομής της αιτούσας.
Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε και δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμα υποβληθέν με δήλωση στα πρακτικά αίτημά της (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-12-2021 και με αρ. κατάθεσης 1098/116/2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 551/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ