Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 914 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 914/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Λημνιώτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Μ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Γεώργιος Κατσαρίδης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι είναι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ως άνω αναιρεσίβλητης, αλλά κατά την σημερινή δικάσιμο την εκπροσωπεί αποκλειστικά για την υποβολή αιτήματος αναβολής, συνακόλουθα δε, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 387/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2021 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-10-2021 αίτησή του. Η υπόθεση προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο 7-2-2024 οπότε και η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ`αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ`αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής για τη νέα, μετ`αναβολή , δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 613/2020, ΑΠ 567/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (22-1-2025) η αναιρεσίβλητη, η οποία επέσπευσε τη συζήτηση της από 18-10-2021 αίτησης αναίρεσης, δεν παραστάθηκε, όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό συνεδρίασης. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι για τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, ορίσθηκε αρχική δικάσιμος η 7-2-2024, κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης αιτήθηκε την αναβολή της συζήτησης και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο (22-1-2025) κατά την οποία απορρίφθηκε το υποβληθέν (για δεύτερη φορά) αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, χωρίς να παρασταθεί ο πληρεξούσιος δικηγόρος της για τη συζήτηση της υπόθεσης όπως ρητά δήλωσε στο ακροατήριο. Επομένως εφόσον προηγήθηκε αναβολή της συζήτησης εκ του πινακίου με την παρουσία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, η οποία όμως δεν παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την μετ αναβολή συζήτηση (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) κατά την ως άνω δικάσιμο της 22-1-2025, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την με αρ. καταθ. 36/19-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 78/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Η ανωτέρω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ ουσίαν την από 26-11-2019 έφεση που άσκησε το εκκαλούν- εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον κατά της με αρ. 38/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, το οποίο είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 4-9-2018 αγωγή εκ του άρθρου 6§2α' του ν. 2664/1998 περί αναγνώρισης κυριότητος ακινήτου και διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής, της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αφού δε εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ως προς τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας) και δίκασε κατ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως κατ ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.) καθόσον αντίγραφο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 20-9-2021, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Γ. Κ. επί του προσκομιζομένου με επίκληση ακριβούς αντιγράφου της παραπάνω απόφασης . Επομένως, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).
2.- Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ. χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851 και 1856 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του. Το δικαίωμα όμως αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομίας (άρθρ. 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε.
Εξάλλου οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής κυριότητας περί του ανεπίδεκτου της χρησικτησίας ακινήτου για το λόγο ότι αυτό είναι δημόσιο κτήμα, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γέννησης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 416/2024, ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1447/2023). Ειδικότερα οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου ότι το επίδικο: α) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) άλλως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 β.δ. ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως, κατά την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και το κατέλαβε δικαιώματι πολέμου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, ε) άλλως, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, στ) άλλως, ανήκε στο Τουρκικό δημόσιο και το δήμευσε, ζ) άλλως, περιήλθε στην κυριότητα του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, συνιστούν ενστάσεις ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής (Α.Π 148/2016, Α.Π1527/2014).
Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων. Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ( ΑΠ 496/2024 , ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 771/2021, ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 148/2016).
Περαιτέρω από τη διατύπωση των άρθρων 966 και 967 ΑΚ προκύπτει ότι πράγματα κοινής χρήσεως είναι όσα, ύστερα από την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, έλαβαν τον προορισμό αυτό. Σύμφωνα με την ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρου 967 ΑΚ μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται οι οδοί, οι πλατείες, αλλά και τα πάρκα, τα άλση και οι εν γένει διαμορφωμένοι χώροι πρασίνου, αδιακρίτως. Μεταξύ των περιοριστικά προβλεπομένων τρόπων απόκτησης από ένα ακίνητο της ιδιότητας του κοινοχρήστου πράγματος περιλαμβάνεται και η απόδοση της ιδιότητάς του αυτής από το νόμο, όπως συμβαίνει με την επέκταση των ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων και τον χαρακτηρισμό συγκεκριμένων ακινήτων ως κοινοχρήστων (οδών, πλατειών, χώρων πρασίνου κ.λπ.) από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης.
Στην περίπτωση όμως αυτή, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των εν λόγω ακινήτων, αποκτάται μόνο με τη νομότυπη καταβολή του δικαστικώς καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης στους δικαιούχους (ή την παρακατάθεσή του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων), ότε και εντεύθεν περιέρχονται τα ρυμοτομούμενα ακίνητα στην κοινή χρήση (καθώς το ρυμοτομικό διάταγμα αποτελεί απλώς την κήρυξη της απαλλοτρίωσης των προβλεπομένων ως κοινοχρήστων χώρων). Άλλοι τρόποι καταστήσεως ενός ακινήτου κοινοχρήστου αποτελούν η βούληση του ιδιοκτήτη, που πρέπει να εκδηλωθεί με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία, κατά τους όρους του άρθρου 1033 ΑΚ ή με διάταξη τελευταίας βούλησης ή και με μονομερή παραίτηση από την κυριότητα, με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία όμως παραίτηση απαιτείται να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, κατ`ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1134, 1169, 1187 και 1389 ΑΚ. Επίσης ο κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ προβλεπόμενος θεσμός της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, που παρότι δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝαΚ, η δυνάμει αυτού ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσεως, ενώ παρόμοιο αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει, έμμεσα, δυνάμει της ΑΚ 281 όταν ο ιδιοκτήτης άφησε το πράγμα εκτεθειμένο για πολύ χρόνο στην κοινή χρήση, πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο δήμο ή κοινότητα με χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου. Περαιτέρω με το άρθρο 28 του Ν.1337/1983 καθιερώνεται ένας επιπλέον τρόπος καταστήσεως ακινήτου κοινοχρήστου, καθόσον με αυτό ορίζεται ότι "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως, που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ`ανοχή του ιδιοκτήτη. Έτσι για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου ΟΤΑ δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικά από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια. Επομένως πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις δηλαδή διάθεση του ακινήτου στην κοινή χρήση με τη βούληση του ιδιοκτήτη, που μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, αδιαφόρως αν το ακίνητο αυτό έχει τεθεί στην κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου και επιπλέον χαρακτηρισμός του ακινήτου αυτού σαν τέτοιου, δηλαδή ως κοινόχρηστου χώρου με το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως (απ 1728/2022, ΑΠ 46/2018, ΑΠ 50/2014).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 241/2024, ΑΠ 728/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 124/2022). Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ, βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 1866/2023, ΑΠ 419/2020, ΑΠ 148/2016).
3.- Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚπολΔ) το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του επί της ουσίας, τα ακόλουθα: "Στις 11-3-2012, απεβίωσε, στην Αθήνα, αδιάθετος, ο πατέρας της ενάγουσας, Π. Μ. του Γ., καταλείποντας εγγύτερους συγγενείς του την ενάγουσα θυγατέρα του και την εν ζωή σύζυγό του, Α. Μ. το γένος Γ. και Α. Κ. Η τελευταία, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2012 σχετικής έκθεσης αποποιήσεως, ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, αποποιήθηκε το εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιό της επί της ανωτέρω κληρονομιάς, με αποτέλεσμα να υπεισέλθει σε αυτήν, ως μόνη πλέον κληρονόμος, η ενάγουσα, η οποία και προέβη σε συμβολαιογραφική αποδοχή της, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2018 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Καλαμάτας- Σ. Κ. Στην κληρονομιαία ως άνω περιουσία περιλαμβανόταν και ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο στη Θέση "..." ή "..." των ορίων Καλαμάτας, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της Καλαμάτας, αρμοδιότητας του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, επιφάνειας 802,62 τ.μ., το οποίο απεικονίζεται με τα αλφαβητικά γράμματα και αριθμούς ... στο από Ιανουάριου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στην ανωτέρω πράξη αποδοχής κληρονομίας, και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, περιμετρικά βόρεια σε πλευρά ..., μέτρων της ... δέκα και 0,31 (10,31) και της ... μέτρων δέκα και 0,39 (10,39) με ιδιοκτησία Ι. Μ. του Γ., νοτιοανατολικά σε πλευρά ..., μέτρων της ... επτά και 0,64 (7,64) και της ... μέτρων είκοσι εννέα και 0,2 (29,02) με ιδιοκτησία Π. Μ. του Κ., νότια σε πλευρά 7α-8α, μέτρων είκοσι τεσσάρων και 0,29 (24,29) με ιδιοκτησία Π. και Ι. Μ. του Γ. και βορειοδυτικά σε πρόσωπο ..., μέτρων της ... εννέα και 0,81 (9,81), της ... δεκαοκτώ και 0,30 (18,30) και της ... δέκα και 0,74 (10,74) με τη δημοτική οδό ... Το ακίνητο αυτό, μεταξύ άλλων, κατέλειπε στον Π. Μ., δια της υπ' αριθμ. ...-1983 δημόσιας διαθήκης του, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αβίας Π. Κ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα, με το υπ' αριθμ. ...-1983 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ο αποβιώσας στις ... πατέρας του, Γ. Μ. Στον Γ. Μ., το ως άνω ακίνητο των 802,62 τ.μ, το οποίο αποτελούσε τμήμα μείζονος εκτάσεως 2.194 τ.μ., είχε περιέλθει, αρχικά, κατά συγκυριότητα, σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του, αποβιώσαντος το έτος ..., πατρός του, Ι. Μ., δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δ. Π., που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 96/22-6-1934 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, κληρονομιά την οποία ο Γ. Μ. αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Καλαμάτας Π. Ζ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου (τόμος ... και αριθμός ...), ενώ, εν συνεχεία το ακίνητο, κατά την ως άνω μείζονα έκταση των 2.194 τ.μ., περιήλθε στην πλήρη κυριότητά του, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... διανεμητηρίου συμβολαίου του ίδιου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών (τόμος ..., αριθμός ...). Στον δε Ι. Μ. η κυριότητα του ακινήτου αυτού, κατά την προαναφερθείσα μείζονα έκταση, είχε περιέλθει, αιτία πωλήσεως, δυνάμει του, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου (τόμος ..., αριθμός ...), υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ν. Μ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την ως άνω κληρονομιά του Γ. Μ. αποδέχθηκε ο πατέρας της ενάγουσας, Π. Μ., μαζί με τον επίσης τιμηθέντα, με την ως άνω υπ' αριθμ. ... διαθήκη, αδελφό του, Ι. Μ., δια της υπ' αριθμ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς του ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας (τόμος ..., αριθμοί ...). Πλην όμως, κατά την ως άνω αποδοχή, ο Π. Μ., δεν αποδέχθηκε το ανωτέρω ακίνητο, κατά τη συνολική του έκταση των 802,62 τ.μ., αλλά μόνον, για τμήμα αυτής, επιφάνειας 450 τ.μ., και συνόρευον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην σχετική πράξη αποδοχής, βόρεια με διανοιγησόμενη οδό ..., νότια με αγροτεμάχιο συνιδιοκτησίας Π. και Ι. Μ., ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Μ. και δυτικά με ρυμοτομούμενη έκταση υπό της οδού ... καθώς, δοθέντος ότι το λοιπό, δυτικό τμήμα του ήταν ρυμοτομούμενο, κρίθηκε σκόπιμο η αποδοχή να περιορισθεί στο μη ρυμοτομούμενο τμήμα. Παρά ταύτα, σύμφωνα και με όσα σχετικά ανέφερε η, εξετασθείσα με επιμέλεια της ενάγουσας, μάρτυρας Α. Μ., στην ανωτέρω υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωσή της, ο εν ζωή σύζυγος αυτής, Π. Μ., από το έτος ..., χρόνο θανάτου του πατρός του, Γ. Μ., οπότε και περιήλθε σε αυτόν η νομή του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου των 802,62 τ.μ., και μέχρι τον θάνατο του ιδίου, το 2012, ασκούσε, επ' αυτού, συνεχώς και αδιαταράκτως (όπως και οι δικαιοπάροχοί του), διανοία κυρίου, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, όπως επίσκεψη, καθαρισμό, περίφραξη, καλλιέργεια. Ως εκ τούτου, ο τελευταίος, ασκώντας, κατά τα ανωτέρω, τη νομή του επιδίκου, επί εικοσαετία, μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, στην περιοχή της Καλαμάτας, στις 10-5- 2004, κατέστη κύριος του ακινήτου αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Το ως άνω δε ακίνητο, το οποίο απεικονίζεται εντός ερυθράς γραμμής, με τους αριθμούς ... και συνορεύον γύρωθεν βόρεια σε πλευρά ..., μέτρων της 2-3 δέκα και 0,31 (10,31) και της 3-4 δέκα και 0,38 (10,38), με το υπόλοιπο του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά - νοτιοανατολικά σε πλευρά 2-1-8, μέτρων της 2-1 επτά και 0,64 (7,64) και της 1-8 είκοσι εννέα και 0,2 (29,02), με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., νότια σε πλευρά 7-8 μέτρων είκοσι τεσσάρων και 0,29 (24,29) εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... και εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... και δυτικά - βορειοδυτικά σε πλευρά ..., μέτρων της ... και 0,81 (9,81), της ... και 0,30 (18,30) και της 6-7 δέκα και 0,74 (10,74), σε πρόσωπο με δημοτική οδό που φέρει ΚΑΕΚ ..., στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από Ιουλίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών με συντεταγμένες ... του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ., δεν αποτυπώθηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο, κατά τις αρχικές εγγραφές ως μία ενιαία ιδιοκτησία, με έναν ΚΑΕΚ, αλλά εσφαλμένως απεικονίζεται ως τρία εδαφικά τμήματα, εκτάσεως 151,04 τ.μ., 431,90 τ.μ. και 219,66 τ.μ. Εξ αυτών, κατά την κτηματογράφηση, το πρώτο εδαφικό τμήμα φέρεται να αποτελεί τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., συνολικής εκτάσεως 309 τ.μ., με κύριο τον Π. Μ., κατά ποσοστό 100%, το δεύτερο εδαφικό τμήμα φέρεται να αποτελεί τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., συνολικής εκτάσεως 441 τ.μ., με κύριο τον Π. Μ., κατά ποσοστό 100%, και το τρίτο εδαφικό τμήμα φέρεται να αποτελεί τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., συνολικής εκτάσεως 220 τ.μ., με κύριο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Η δε απόκλιση των 0,02 που δημιουργείται από το άθροισμα της επιφάνειας των ανωτέρω επιμέρους τμημάτων 802,60 τ.μ., όπως αυτά αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, σε σχέση με την συνολική επιφάνεια του ακινήτου του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας 802,62 τ.μ., δεν δημιουργεί ασάφεια, ως προς την ταυτότητα του ακινήτου, αλλά συνιστά επουσιώδη απόκλιση στο εμβαδό του ακινήτου, το οποίο, για λόγους συνέπειας, πρέπει να περιορισθεί στην έκταση που προκύπτει από το άθροισμα των επιμέρους τμημάτων. Άλλωστε, ουδόλως αποδείχθηκε κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επί του ως άνω εδαφικού τμήματος του επιδίκου, το οποίο περιλαμβάνεται στο με αριθμ. ΚΑΕΚ ... ακίνητο, όπως το ίδιο διατείνεται. Συγκεκριμένα, το τελευταίο, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι τυγχάνει κύριος του εν λόγω ακινήτου, κατ' άρθρο 968 ΑΚ, αφού αυτό αποτελεί κοινόχρηστο "είτε επειδή χαρακτηρίσθηκε ως τέτοιο στο ρυμοτομικό σχέδιο (που δεν τροποποιήθηκε) είτε διότι το πράγμα έχει αφεθεί στην κοινή χρήση επί τόσα έτη ώστε η παρούσα γενεά από τη δική της αντίληψη και τις πληροφορίες της προηγούμενης γενεάς να το θεωρεί κοινής χρήσεως είτε διότι αφέθηκε στην κοινή χρήση με ιδιωτική βούληση και εν προκειμένω, χωρίς ο κύριος του πράγματος να παραιτηθεί ρητά από την κυριότητα του, χωρίς να μεταβιβάσει την κυριότητά του και χωρίς να μεταγραφεί κάποια δικαιοπραξία, αλλά αφήνοντας το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο". Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει, σύμφωνα και με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, καθώς το εναγόμενο δεν επικαλείται συγκεκριμένο νόμιμο τρόπο, με τον οποίο αποκτήθηκε η ως άνω ιδιότητα κοινοχρησίας, αλλά σωρεύει περισσότερους τρόπους, παραλείποντας να παραθέσει ειδικότερα πραγματικά περιστατικά. Επομένως, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε, σιγή, τον ως άνω ισχυρισμό του εναγομένου, με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος εφέσεως να πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Επίσης, το εναγόμενο, με τις πρωτόδικες προτάσεις του, ισχυρίσθηκε ότι έχει καταστεί κύριος του ως άνω ακινήτου: α) ως τμήμα μείζονος εκτάσεως, που περιήλθε στην κυριότητα του, δυνάμει της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης του 1832 και των πρωτοκόλλων του Λονδίνου του 1830, ως ανήκουσα, πριν την επανάσταση του 1821, σε Οθωμανούς υπηκόους, την οποία και κατέλαβε και δήμευσε τούτο, κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, άλλως, ως εγκαταλειφθείσα, κατά το χρόνο της υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων, από τους κυρίους της Οθωμανούς και καταληφθείσα από το ίδιο, άλλως, ως περιουσία του τουρκικού δημοσίου, που, εν συνεχεία, κατελήφθη και δημεύθηκε από αυτό, άλλως β) με τα προσόντα της χρησικτησίας, άλλως γ) λόγω του χαρακτήρα αυτού ως αδέσποτου, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 16 της 21.06/10.07.1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων". Ο ως άνω ισχυρισμός, κατά το σκέλος του που αφορά στην πρόσκτηση της κυριότητας του εναγομένου, ως αδέσποτου, τυγχάνει απορριπτέος, ως αόριστος, καθώς το εναγόμενο αρκείται σε μία απλή επανάληψη του πραγματικού του επικαλουμένου κανόνα δικαίου του άρθρου 16 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10.7.1837 ή περί κατάληψης από Οθωμανούς (ιδιώτες), δίχως περαιτέρω εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν τη βάση ταύτη, ήτοι, τον τρόπο με τον οποίο το ως άνω ακίνητο κατέστη αδέσποτο, κάνοντας απλά λόγο για εγκατάλειψη της νομής, χωρίς περαιτέρω, επίκληση τόσο του γεγονότος ότι η ως άνω εγκατάλειψη έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, όσο και του συγκεκριμένου προσώπου που παραιτήθηκε από την κυριότητα. Περαιτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός, κατά το σκέλος που αφορά, στην θεμελίωση της κυριότητας του εναγόμενου, στη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης του 1832 και των πρωτοκόλλων του Λονδίνου του 1830, κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα, τυγχάνει απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος, καθώς το εναγόμενο, παρότι φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο που να αποδεικνύει τη βασιμότητά του (ΑΠ 638/16 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/15 δημ. στην ΤΝΠ ΔΣΑ), ενώ, ως αβάσιμος, στην ουσία του, πρέπει να απορριφθεί αυτός και καθ' ο μέρος του εδράζει την κυριότητα του εναγομένου στη χρησικτησία, αφού ουδόλως αποδείχθηκαν πράξεις νομής του τελευταίου, επί του ανωτέρω εδαφικού τμήματος, και δη, εποπτεία, υποβολή μηνύσεων και έκδοση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής, ως το ίδιο σχετικά διατείνεται. Αλλωστε, όπως αποδεικνύεται και από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2018 και ...-2018 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Μεσσηνίας, το ανωτέρω, εμπεριεχόμενο στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ... τμήμα, όσο και τα άλλα δύο, περιλαμβανόμενα στα ακίνητα με ΚΑΕΚ ... και ..., δεν αποτελούν εντοπισμένα - καταγεγραμμένα δημόσια κτήματα, ενώ, τέλος, σύμφωνα και με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Καλαμάτας, ουδεμία πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού έχει εκδοθεί στην οδό ... στην περιοχή ... (...) στο Ο.Τ. ... του ρυμοτομικού σχεδίου Δήμου Καλαμάτας, επί των ανωτέρω ιδιοκτησιών και, κατ' επέκταση δεν έχει συντελεσθεί καμία απαλλοτρίωση, απόρροια κάποιας κυρωμένης πράξης αναλογισμού. Καταλήγοντας στην αυτή ως άνω κρίση περί της μη κυριότητας του εναγομένου στο εν λόγω ακίνητο, η εκκαλουμένη ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ουδόλως έσφαλε, με αποτέλεσμα ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως να πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Έσφαλε, όμως, η εκκαλουμένη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενη ότι ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Π. Μ., κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου των 802,60 τ.μ., εν μέρει, κατά τμήμα 450 τ.μ. αυτού, με παραγωγό τρόπο, και δη, αιτία εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής του πατρός του, Γ. Μ., και εν μέρει, για το λοιπό τμήμα αυτού, με πρωτότυπο τρόπο, και συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία, αντί να δεχθεί ότι ο τελευταίος κατέστη κύριος του όλου ως άνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου και του ότι το ως άνω τμήμα του ακινήτου των 450 τ.μ. δεν προέκυψε σαφώς σε ποιο από τα τρία ανωτέρω ακίνητα με ΚΑΕΚ ..., ... και ... αντιστοιχεί.
Συνεπώς, η έφεση πρέπει να γίνει και κατ' ουσίαν δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, καθώς δεν αρκεί η αντικατάσταση αιτιολογιών, αφού μεταβάλλεται το δεδικασμένο, ακολούθως δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή, και ως ουσία βάσιμη, δοθέντος και του σχετικού εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας, και να αναγνωρισθεί ότι κατά το χρόνο έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή της Καλαμάτας, ο Π. Μ. του Γ. ήταν αποκλειστικός κύριος ενός ακινήτου άρτιου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση, κειμένου εντός σχεδίου της πόλεως Καλαμάτας της Π.Ε. Μεσσηνίας της Περιφέρειας Πελοποννήσου, στη θέση "..." ή "...", με πρόσοψη επί της οδού ..., στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ., εκτάσεως 802,60 τ.μ, το οποίο απεικονίζεται στο από Ιουλίου 2018, σε κλίμακα 1/200, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ., εντός ερυθράς γραμμής, με τους αριθμούς ... και τις αντίστοιχες σε αυτούς συντεταγμένες κορυφών και συνορεύει γύρωθεν βόρεια, σε πλευρά ..., μέτρων της 2-3 δέκα και 0,31 (10,31) και της 3-4 δέκα και 0,38 (10,38), με το υπόλοιπο του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά - νοτιοανατολικά σε πλευρά 2-1-8, μέτρων της 2-1 επτά και 0,64 (7,64) και της 1-8 είκοσι εννέα και 0,2 (29,02), με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., νότια σε πλευρά 7-8 μέτρων είκοσι τεσσάρων και 0,29 (24,29) εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... και εν μέρει με το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... και δυτικά - βορειοδυτικά σε πλευρά ..., μέτρων της ... και 0,81 (9,81), της ... και 0,30 (18,30) και της 6-7 δέκα και 0,74 (10,74), σε πρόσωπο με δημοτική οδό που φέρει ΚΑΕΚ ..., και, ακολούθους, να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας, ώστε να-αποσπασθούν από τα ακίνητα με ΚΑΕΚ ..., ... και ... τα εδαφικά τμήματα, εκτάσεως 151,04 τ.μ., 431,90 τ.μ. και 219,66 τ.μ., αντιστοίχως, και να σχηματισθεί με αυτά μία ενιαία ιδιοκτησία, με έκταση 802,60 τ.μ., για την οποία θα δημιουργηθεί ένας νέος ΚΑΕΚ, θα αναγραφεί ως κύριος αυτής ο Π. Μ. του Γ., σε ποσοστό 100%, με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία.". Ακολούθως το Εφετείο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε κατ ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε ότι ο κληρονομούμενος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π. Μ., απέκτησε κατά κυριότητα ολόκληρο το ακίνητο των 802,62 τ.μ. (μόνο) με πρωτότυπο τρόπο (και όχι όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι απέκτησε την κυριότητα εν μέρει, κατά τμήμα 450 τ.μ. αυτού, με παραγωγό τρόπο, και δη, αιτία εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής και εν μέρει, για το λοιπό τμήμα αυτού, με πρωτότυπο τρόπο, και συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία) και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου Καλαμάτας στις 10-5-2004, είχε καταστεί κύριος ολόκληρου του επιδίκου ακινήτου και έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα επέβαλε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητος του επιδίκου ακινήτου σε βάρος του και όχι σε βάρος της αναιρεσίβλητης, αν και οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του δεν αποτελούσαν ένσταση αλλά άρνηση της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, όπως αναλυτικά εκτέθηκε στην ανωτέρω οικεία νομική σκέψη, οι ισχυρισμοί του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι απέκτησε την κυριότητα ακινήτου "δικαιώματι πολέμου" δυνάμει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου (από 3-2/4/16 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830) και της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωσνταντινούπολης, άλλως ως εγκαταλελειμμένο από τους αποχωρήσαντες Οθωμανούς ιδιοκτήτες του, άλλως ως αδέσποτο, άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ως ανήκον στο Δημόσιο, συνιστούν ενστάσεις και το βάρος απόδειξης φέρει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τις , από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες. Συγκεκριμένα α) με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, το αναιρεσείον προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (κατ εκτίμηση για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ), αιτιώμενο ότι με ανεπαρκείς και μη πειστικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο Π. Μ. (κληρονομούμενος- δικαιοπάροχος της ενάγουσας) δεν αποδέχθηκε, με την κατά το έτος 1984 αποδοχή της κληρονομίας του πατέρα του, ολόκληρο το ακίνητο των 802,62 τ.μ. αλλά μόνο έκταση 450 τ.μ. εξ αδιαιρέτου, λόγω της ρυμοτόμησης του υπολοίπου εδαφικού τμήματος και β) κατά το δεύτερο σκέλος του, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1045 και του άρθρου 974 του ΑΚ, αιτιώμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Π. Μ. (δικαιοπάροχος της ενάγουσας), ασκούσε τις πράξεις νομής που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τη βούληση ότι εξουσιάζει αυτό ως κύριος ήτοι η "διανοία κυρίου" εξουσίαση του ρυμοτομουμένου τμήματος επιδίκου ακινήτου έκτασης 352 τ.μ., για το οποίο, με το να μη το συμπεριλάβει στην έκταση του κληρονομιαίου ακινήτου κατά την αποδοχή κληρονομίας του πατέρα του, είχε εκφράσει ρητώς τη βούλησή του ότι δεν διεκδικεί κυριότητα επ αυτού.
Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, υπό τις αιτιάσεις ότι ο Π. Μ., μη περιλαμβάνοντας το τμήμα των 352 τ.μ. στην από το 1984 αποδοχή της κληρονομίας του πατέρα του, παραιτήθηκε από την κυριότητα αυτού εκδηλώνοντας έτσι τη βούλησή του να το παραχωρήσει στην κοινή χρήση από το 1984, με αποτέλεσμα μετά την πάροδο είκοσι ετών να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, γεγονός που δεν ανατρέπεται από το με αρ. 4809/2018 έγγραφο της Πολεοδομίας περί βεβαιώσεως ότι δεν έχει συντελεσθεί η απαλλοτρίωση ενώ ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί του ότι το επίδικο γεωτεμάχιο κατέστη κοινόχρηστο δεν έπασχε αοριστίας. Επί των ανωτέρω δεύτερου και τρίτου λόγων της αναίρεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε, ότι δηλαδή ο κληρονομούμενος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π. Μ. ασκούσε συγκεκριμένες πράξεις νομής διανοία κυρίου επί όλου του επιδίκου ακινήτου των 802,62 τ.μ., από το 1983 έως την έναρξη του κτηματολογίου στις 10-5-2004 αλλά και έως το 2012 που απεβίωσε, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν και κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1045 ΑΚ και 974 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε ούτε τη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε. Τούτο διότι κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου, ο Π. Μ. ασκούσε επί του επιδίκου ακινήτου των 802,62 τ.μ. πράξεις νομής διανοία κυρίου από το 1983 έως το 2012 που απεβίωσε, εκδηλώνοντας τη βούλησή του να νέμεται ολόκληρο το ακίνητο για τον εαυτό του ως κύριος και όχι να θέσει το ρυμοτομούμενο τμήμα του ακινήτου που φέρει ΚΑΕΚ... στην κοινή χρήση.
Εξάλλου ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας, ουδέποτε προέβη σε αποποίηση της κληρονομίας επί του εξ αδιαιρέτου εδαφικού τμήματος που ρυμοτομήθηκε. Περαιτέρω ως προς τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό του περί κοινοχρησίας του επιδίκου ακινήτου αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματός του, προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είχε ισχυρισθεί ότι τυγχάνει κύριος του εν λόγω ακινήτου, κατ' άρθρο 968 ΑΚ, αφού αυτό αποτελεί κοινόχρηστο "είτε επειδή χαρακτηρίσθηκε ως τέτοιο στο ρυμοτομικό σχέδιο (που δεν τροποποιήθηκε) είτε διότι το πράγμα έχει αφεθεί στην κοινή χρήση επί τόσα έτη ώστε η παρούσα γενεά από τη δική της αντίληψη και τις πληροφορίες της προηγούμενης γενεάς να το θεωρεί κοινής χρήσεως είτε διότι αφέθηκε στην κοινή χρήση με ιδιωτική βούληση και εν προκειμένω, χωρίς ο κύριος του πράγματος να παραιτηθεί ρητά από την κυριότητα του, χωρίς να μεταβιβάσει την κυριότητά του και χωρίς να μεταγραφεί κάποια δικαιοπραξία, αλλά αφήνοντας το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο". Ο με το ανωτέρω περιεχόμενο ισχυρισμός του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ήταν αόριστος και ως εκ τούτου ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, το δε εφετείο απορρίπτοντας τον προεχόντως ως τέτοιο (αόριστο) με τις προεκτεθείσες σκέψεις δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 ή οι διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου καθόσον το αναιρεσείον δεν είχε επικαλεσθεί πραγματικά περιστατικά περί σχηματισμού οδού με οποιονδήποτε τρόπο ούτε περί διαμορφωθείσας πραγματικής κατάστασης από αμνημονεύτων ετών.
Εξάλλου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ερεύνησε κατ ουσίαν τον ισχυρισμό περί αφέσεως στην κοινή χρήση του επιδίκου ακινήτου με τη βούληση του ιδιοκτήτη, κατά τα ήδη εκτεθέντα, και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση διότι με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν το αναιρετικό έλεγχο, δέχτηκε ότι ο Π. Μ. από το 1983 μέχρι το 2012 που απεβίωσε, ασκούσε επί του όλου ακινήτου των 802,62 τ.μ. διακατοχικές πράξεις νομής (επίσκεψη, καθαρισμό, περίφραξη, καλλιέργεια) διανοία κυρίου, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν και κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην Καλαμάτα στις 10-5-2004, είχε καταστεί αυτός κύριος με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις, με το πρόσχημα της κατά τα ως άνω επικαλουμένης παράβασης πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, αφού τα όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για την θεμελίωσή του, συνιστούν την κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, εκτίμηση των αποδείξεων, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ' αυτό πορίσματος. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του (559 αρ. 19 και αρ. 1 ΚΠολΔ) όπως και ο τρίτος λόγος (559 αρ. 1 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμοι. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος ως ηττηθέντος διαδίκου, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 78/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ