ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 915/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 915/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 915/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 915 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 915/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ανδριάννα Τουρλεντέ που κατέθεσε προτάσεις και Νικόλαο Βελώνια.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αργυρώ Κουσκουμβεκάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2016 αγωγή και την από 20-12-2016 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2321/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2229/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-1-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Η από 14-1-2021 και με αρ. κατάθ. 333/31/18-1-2021 αίτηση αναίρεσης, στρέφεται κατά της 2229/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Το Εφετείο με την ανωτέρω απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αρ. 2321/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 30-10-2016 και με αρ. καταθ. 50265/7157/2016 αναγνωριστική κυριότητος ακινήτων αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος (ενώ απερρίφθη η ως παρεμπίπτουσα εγερθείσα, από 20-12-2016 αγωγή) , εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση , κράτησε και δίκασε τις δύο αγωγές (κύρια και "παρεμπίπτουσα") και απέρριψε αυτές ως απαράδεκτες. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιδόθηκε ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

2.- Ιδιωτική διαφορά, η οποία υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, είναι όταν αντικείμενο της διαφοράς αυτής είναι η κυριότητα ιδιώτη σε ακίνητο, για το οποίο το Δημόσιο ισχυρίζεται, ότι του ανήκει, λόγω του δασικού ή του χορτολιβαδικού του χαρακτήρα, αφού, στην περίπτωση αυτή, το ουσιώδες ζήτημα της διαφοράς, άρα και το αντικείμενο της σχετικής δίκης, είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ιδιώτη στο επίδικο ακίνητο, στο πλαίσιο δε της δίκης αυτής το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ερευνήσει, έστω και παρεμπιπτόντως, κάθε ζήτημα, ακόμα και διοικητικής φύσης, που αποτελεί πρόκριμα και είναι αναγκαίο για την επίλυση της ενώπιόν του ιδιωτικής διαφοράς (άρθρα 1, 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 445/2020, ΑΠ 547/2016).

Εξάλλου, για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικού ή μη χαρακτήρα αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει, η δε έννοια του δάσους έχει προσδιορισθεί με την υπ` αριθ. 27/1999 απόφαση του ΑΕΔ, ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του ν. 998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (ΟλΣτΕ 34/2013, ΑΠ 596/2016). Προσέτι με το άρθρο 14 του ν 998/1979 θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες. Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρ. 10 παρ. 3 ν. 998/1979) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη αφορούν στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της. Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι Επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 8, 14 και 74 παρ. 3 του ίδιου νόμου. Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρισης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (ΑΠ 441/2021, ΑΠ 10/2020, ΑΠ 749/2019). Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή το απαράδεκτο πρέπει να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 190/2021, 1324/2019) και συγκεκριμένα ο ανωτέρω λόγος στοιχειοθετείται μόνον όταν πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 1331/1985, ΑΠ 1579.2022, ΑΠ 190/2021, 933/2019, 623/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι ενώ δέχθηκε το Εφετείο ότι αρμόδιο να δικάσει την αναγνωριστική της κυριότητάς του αγωγή είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως διαφορά υπαγόμενη στα πολιτικά δικαστήρια στη συνέχεια απέρριψε τις αγωγές ως απαράδεκτες λόγω αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων να εξετάσουν το ζήτημα αν οι επίδικες εκτάσεις ήταν αγροτικές ή πρόκειται για δημόσια έκταση.

3.- Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω λόγου της αίτησης, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στρεφόμενος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου , με την από 30-10-2016 αγωγή του και εκθέτοντας ότι κατέστη κύριος των περιγραφομένων στο δικόγραφο αυτής ακινήτων με παράγωγο τρόπο άλλως με πρωτότυπο τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία και ότι το εναγόμενο αμφισβητεί την επ αυτών κυριότητά του με την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού των επιδίκων ακινήτων ως δασικών που ανήκουν στο Δημόσιο, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος των ακινήτων αυτών. Ασκησε δε και την από 20-12-2016 αγωγή ως παρεμπίπτουσα, συμπληρώνοντας τα κτηματολογικά στοιχεία των ακινήτων (ΚΑΕΚ). Επί των ανωτέρω αγωγών που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αρ. 2321/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή ως απαράδεκτη και έγινε δεκτή η (κύρια) αγωγή ως κατ ουσίαν βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 12-3-2019 και με αριθμό κατάθεσης 34278/2562/2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 2229/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν παραπονούνταν για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 2 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερεύνησε κατ ουσίαν τον δασικό χαρακτήρα των επιδίκων πέντε ακινήτων ενώ είχε εκδοθεί τελεσίδικη πράξη χαρακτηρισμού του δασάρχη Πάρνηθας, με την οποία τα επίδικα εμπίπτουν εντός Δημόσιας δασικής εκτάσεως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε τις ανωτέρω αγωγές και απέρριψε αυτές ως απαράδεκτες.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον τμήμα της, ερευνώντας τον τρίτο λόγο της έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, αφού διέλαβε νομική σκέψη ως προς την εφαρμογή των άρθρων 1 και 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με τον παρεμπίπτοντα έλεγχο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων από τα πολιτικά δικαστήρια και με την ουσιαστική κρίση των πολιτικών δικαστηρίων επί ζητημάτων που επιλήφθηκαν τα αρμόδια διοικητικά όργανα όπως ο χαρακτηρισμός από τον δασάρχη μιας έκτασης ως δασικής ή μη, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι εάν η πράξη χαρακτηρισμού του δασάρχη ή η απόφαση της Επιτροπής δεν ακυρωθεί από το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο ή από το ΣτΕ ή δεν κριθεί κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο των πολιτικών Δικαστηρίων ως μη νόμιμη (ο οποίος περιορίζεται μόνο στις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις κύρους της διοικητικής πράξεως), δεσμεύει τα τελευταία (πολιτικά Δικαστήρια), τα οποία δεν δύνανται να εκφέρουν διαφορετική κρίση ως προς την υπόσταση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τον χαρακτηρισμό μιας εκτάσεως ως δασικής ή μη, δέχθηκε στην συνέχεια επακριβώς τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τα ανωτέρω το Μονομελές Πρωτοδικείο (ως πρωτοβάθμιο πολιτικό Δικαστήριο) είναι αρμόδιο να δικάσει την αγωγή αναγνώρισης κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων (άρθρο 70 ΚΠολΔ) ως διαφορά υπαγόμενη στα πολιτικά δικαστήρια - κατά την τακτική διαδικασία. Στα πλαίσια αυτής της αγωγής όμως παρίσταται αναγκαίο να εξετάσει το ζήτημα αν οι επίδικες εκτάσεις ήταν αγροτικές ή πρόκειται, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου (και ήδη εκκαλούντος), για δημόσια δασική έκταση, και κατ' επέκταση αν θα έπρεπε στην προκειμένη περίπτωση να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 και η εκδιδόμενη με βάση το άρθρο 191 του ν.δ. 86/1969, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 998/1979, διατάξεις που θεσπίστηκαν πολύ αργότερα από την κτήση κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντας επ' αυτών (μέχρι την 11-09-1915) ή οι διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και έπειτα του Αστικού Κώδικα, ώστε να επιλυθεί το ζήτημα αν πράγματι οι επίδικες εκτάσεις ήταν δασικές, δασωτέες ή αναδασωτέες ή αγροτικές. Με την αγωγή του ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι με το υπ'αριθμ. Πρωτ. ...-1914 έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας προς τον Δασάρχη Αττικής που προσάγει και επικαλείται κρίθηκε ότι: "Εις απάντησιν του υπ' αριθ. ... (...) από 11 Μαρτίου ε.ε. αναφοράς σας, γνωρίζομεν Υμιν ότι λαβόντες υπόψει την αναφοράν του αρχιφύλακος δασών Ι. Ε., ως και τας ληφθείσας μαρτυρικάς καταθέσεις και λοιπά έγγραφα, επείσθημεν ότι το Δημόσιον ουδέν δικαίωμα δύναται να εξασκήσει επί του εν λόγω δάσους "..." και παραγγέλομεν όπως θεωρήτε τούτο ως ιδιόκτητον ανήκον τοις κληρονόμοις Χ. Δ. Ρ., Χ. Σ. Χ. κλπ, ανακοινούντες αυτοίς την παρούσα διαταγήν ημών". Πρόκειται δηλαδή για δασική έκταση εντός της οποίας υφίστανται εκτάσεις αγροτικής καλλιέργειας και άλλες δασικές εκτάσεις. Προς επίρρωση του αγροτικού χαρακτήρα της ευρύτερης έκτασης ο ενάγων προσκομίζει το απόσπασμα χάρτου κλίμακος 1:25000, το οποίο συνέταξαν οι Γερμανοί V. V. και V. Z. κατά τα έτη 1878/1879-1889/1890 και ελήφθη εξ αντιγραφής από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο KAUPERT, δυνάμει του οποίου όλη η περιοχή, συμπεριλαμβανομένης και της τοποθεσίας "..." αποτελούταν από αγρούς καλλιεργούμενους και ακαλλιέργητους και εν μέρει από δασικές λωρίδες. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα επικαλείται και προσκομίζει το Ελληνικό Δημόσιο, στην υπό κρίση περίπτωση, η επίδικη έκταση με περιμετρικά στοιχεία ... εμβαδού 9.490 τ.μ όπως αποτυπώνεται στο από Μάρτη 2013 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1 : 500 του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Γ. Δ. Μ. και όπως απεικονίζεται στο ενσωματωμένο απόσπασμα χάρτη πινακίδας ΓΤΣ (6435/8) κλ. 1: 5000 του ίδιου Μηχανικού με συντεταγμένες των κορυφών του πολυγώνου σε ΕΓΣΑ ... αποτελεί τμήμα της υπ. αρ. ... πράξης χαρακτηρισμού σύμφωνα με την οποία η ανωτέρω έκταση των 9.490 τ.μ χαρακτηρίζεται ως δάσος και εντάσσεται στην παρ. 1 του άρθ. 3 του Ν. 998/79. Στον Προσωρινό Κτηματικό Χάρτη και στον Προσωρινό Κτηματικό Πίνακα (16-6-1980)που έχουν συνταχθεί από το 4° Συνεργείο Κτηματογράφησης της Επιθεώρησης Δασών Αττικής και Νήσων όλη η έκταση των 9.490 τ.μ αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης που φέρνει τους Κωδικούς Αριθμούς Κτήματος ... και ... και έχουν καταγραφεί ως Δημόσια δασική έκταση ενώ δασική βλάστηση από χαλέπιο πεύκη με ποσοστό δασοκάλυψης μεγαλύτερο του 80%.

Την επίδικη έκταση καθώς και την ευρύτερη έκταση, διαχειρίζεται το Δασαρχείο Πάρνηθας ως Δημόσια δασική έκταση και υπόκειται στη δασική νομοθεσία. Γειτονικές εκτάσεις έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες με τις αποφάσεις αναδάσωσης:

υπ' αριθμ ... (ΦΕΚ ...), ... (ΦΕΚ ...) και εκδόθηκαν για αυθαίρετες κατασκευές στις εκτάσεις αυτές αντίστοιχες αποφάσεις κατεδάφισης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εκδοθείσα πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής υπ' αριθμ. ... πράξη χαρακτηρισμού για το τμήμα της παραπάνω έκτασης εμβαδού 9.490 τ.μ. έχει τελεσιδικήσει, δεδομένου ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία προσβολής της και ο ενάγων δεν άσκησε εμπρόθεσμα τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν δύναται να επεκταθεί στην ουσιαστική κρίση του Δασάρχη Πάρνηθας ως προς την ύπαρξη ή όχι των πραγματικών προϋποθέσεων της εφαρμογής του άρθρου 3 παρ. 2 και 14 του ν. 998/1979, βάσει των οποίων χαρακτηρίστηκε η συνολική επίδικη έκταση δασική. Τούτο διότι ο χαρακτήρας της συνολικής επίδικης εκτάσεως ως δημόσιας δασικής τοιαύτης, ανήκουσας στην πλήρη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου αποτελεί ουσιαστική κρίση του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, δεδομένου δε ότι η με αριθμό 1278/2000 πράξη χαρακτηρισμού δεν δύναται πλέον να προσβληθεί παραδεκτώς με αίτηση ακυρώσεως, διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για την άσκησή του ενδίκου αυτού βοηθήματος, και έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε κρίνοντας διαφορετικά ως προς την υπόσταση και την βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τον χαρακτηρισμό της επίδικης εκτάσεως ως δασικής ή μη.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος έφεσης περί υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε διαφορετικά (απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου που προβλήθηκαν ενώπιον του και προβάλλονται και στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πέραν της ούτως ή άλλως αυτεπάγγελτης έρευνας των ζητημάτων αυτών), συνακόλουθα δε ότι η υπό κρίση αγωγή ήταν παραδεκτή και στη συνέχεια την έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση να δικαστεί εκ νέου η αγωγή και παρεμπίπτουσα αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες.". Με την ανωτέρω παραδοχή του το Εφετείο ότι δηλαδή είναι απαράδεκτη, λόγω υπέρβασης δικαιοδοσίας, η αγωγή αναγνώρισης κυριότητας ακινήτου από ιδιώτη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όταν έχει προηγηθεί η έκδοση τελεσίδικης πράξης του αρμοδίου διοικητικού οργάνου του περί του χαρακτήρα εδαφικής έκτασης ως δασικής, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτες τις ένδικες αγωγές. Τούτο διότι ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ιδιώτη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αποτελεί διαφορά ιδιωτικού δικαίου, τη μη ύπαρξη τελεσίδικης πράξης χαρακτηρισμού του ακινήτου ως δασικού, η οποία εξάλλου δεν κρίνει επί ζητήματος κυριότητας του ακινήτου αλλά μόνο τη μορφή αυτού ως δασικού ή μη, διαπιστώνοντας την υφιστάμενη πραγματική (φυσική) κατάσταση και τις τυχόν πρόσφατες αλλοιώσεις και αν πρόκειται για διαπίστωση που ανάγεται και στο παρελθόν, ο χαρακτηρισμός μπορεί να γίνει μόνο όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση, κατά τα ήδη εκτεθέντα. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Ακολούθως η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου της αίτησης στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων (και επικουρικά προβαλλομένων) εκ των αριθμών 9, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012 και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, που νικήθηκε σ' αυτήν τη δίκη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αρ. 2229/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή