ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 916/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 916/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 916/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 916 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 916/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη- Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Ι. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Σ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 3) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Ι. Φ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Ζώη-Τσιγάρα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2011 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης αρχικώς αναιρεσείουσας Ε. Δ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 481/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 181/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως είχε ζητήσει η ήδη αποβιώσασα αναιρεσείουσα με την από 28-4-2017 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1339/2021 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες -καλούντες, που συνεχίζουν τη δίκη ως εκ διαθήκης κληρονόμοι της αρχικής διαδίκου, με την από 15-3-2023 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να δηλώσει την εκούσια επανάληψη της δίκης και εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου, η δίκη συνεχίζεται αμέσως. (ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 882/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου της Δ.Ε. Νέας Φιλαδέλφειας, στις ..., δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, απεβίωσε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, Ε. Δ. του Δ. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 8.9.2021, η πληρεξούσια δικηγόρος της Αικατερίνη Ζώη - Τσιγάρα, με δήλωσή της γνωστοποίησε τον επισυμβάντα θάνατό της, που έχει ως συνέπεια τη διακοπή της δίκης.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα α) των υπ' αριθ. ... και ... δημοσίων διαθηκών της αναιρεσείουσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Ζ., που δημοσιεύθηκαν με τα υπ' αριθ. 880/17.11.2021 και 881/17.11.2021 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, αντίστοιχα, β) του υπ' αριθ. 14733/17.12.2021 πιστοποιητικού του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, γ) της υπ' αριθ. 173/2022 διάταξης έκδοσης κληρονομητηρίου της Ειρηνοδίκη Αθηνών, δ) του υπ' αριθ. 60178/2021 πιστοποιητικού του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, ε) των υπ' αριθ. 482/2022, 5062/2022 και 62859/2021 πιστοποιητικών του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στ) της υπ' αριθ. ... πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Μ. και ζ) των υπ' αριθ. ....2022 εκθέσεων καταχώρησης δηλώσεως αποποίησης κληρονομίας του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης, από τους α) Ι. Ζ. του Ε., β) Σ. Β. του Δ. και γ) Σ. Κ. του Γ. Οι τελευταίοι, υπό την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν με την από 15.3.2023 κλήση τους την εκούσια στο όνομα της αναιρεσείουσας επανάληψη της διακοπείσας βιαίως, λόγω του θανάτου της, δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται. Αντίθετα, είναι απαράδεκτη η δήλωση για συνέχιση της δίκης εκ μέρους του καλούντος Ι. Φ. του Χ., εφόσον το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην καταληφθείσα σ' αυτόν, με την υπ' αριθ. ... δημόσια διαθήκη της αποβιώσασας ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Ζ., κληρονομία.

Με την κρινόμενη από 28.4.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 181/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 481/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι η δουλεία διόδου, αποσβήνεται αν η άσκησή της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος, γιατί το τελευταίο απέκτησε αυτάρκεια ή κατ` άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη. Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο και το ίδιο ευχερώς από άλλη οδό, υπό την έννοια ότι απέκτησε πλέον πρόσοψη και άμεση πρόσβαση σε κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο και εξυπηρετείται πλέον από αυτόν, παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.

Πρέπει δηλαδή η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ` εφαρμογή του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130, 1131 και 1138 ΑΚ, διατηρείται ακέραιη. (ΑΠ 338/2019, ΑΠ 641/2018). Προσέτι, η παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, που εξασφαλίζεται με την ύπαρξη πρόσοψης αυτού και την άμεση πρόσβαση και εξυπηρέτησή του από κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, γιατί υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων. Η περίπτωση δηλαδή αυτή υφίσταται μόνο αν η άσκηση της δουλείας κατέστη πλέον μάταιη και περιττή, άνευ ετέρου (ΑΠ 587/2021, ΑΠ 444/2021, ΑΠ 431/2017, ΑΠ 618/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 Α.Κ., δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς, αιτιολογίες, την προβληθείσα εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της δουλείας διόδου επί του επιδίκου (281 ΑΚ) και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά :

"Η εκκαλούσα είναι κυρία νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου που βρίσκεται στο ..., σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης εκτός σχεδίου της πόλεως αυτής, της περιφέρειας του Δήμου της περιφέρειας του Δήμου ... και στην θέση "...", έχει έκταση 1300 τ.μ. περίπου και συνορεύει περιμετρικά με ιδιοκτησίες Β., Μ., Ζ. και Θ. και με κοινοτική οδό, το οποίο περιήλθε σε αυτή εκ κληρονομιάς της ετεροθαλούς αδελφής της Ε. χας Δ. Ζ., την οποία αποδέχθηκε δυνάμει της με αριθ. ... πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δ., νόμιμα μεταγραμμένης. Ο εφεσίβλητος είναι κύριος νομέας και κάτοχος όμορου προς νότο ακινήτου δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κορίνθου Λ. συζ. Μ. Ε., το γένος Φ. Β., εκτάσεως 78 τ.μ. το οποίο απεικονίζεται στο προσαρτώμενο από ... τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Α. Π. και σύμφωνα με αυτό βρίσκεται εντός του οικισμού Βραχατίου και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, οριζόμενο βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Σ., νότια με ιδιοκτησία Ν. Μ., ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Μ. και δυτικά με κοινοτική οδό μήκους 6 μ. και πλάτους 4 μέτρων. Στο ίδιο συμβόλαιο σημειώνεται ότι το ακίνητο αυτό βαρύνεται με δουλεία διόδου, υπέρ του όμορου ακινήτου ιδιοκτησίας Ε. θυγατέρας Α. Σ., χήρας Δ. Ζ. (δικαιοπάροχος της εκκαλούσας) και όπως αυτή έχει συσταθεί μετά από δικαστικό συμβιβασμό με το με αριθ. 1/1983 πρακτικό του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που συνετάγη κατόπιν της από 27-9-1982 αγωγής της ανωτέρω Ε. Α. Σ. κατά του πωλητή Σ. Μ. (δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου) και όπως αυτή περιγράφεται με λεπτομέρειες στο πρακτικό αυτό. Σύμφωνα με το παραπάνω πρακτικό συμβιβασμού του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου ο δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου Σ. Μ. παραχωρεί δικαίωμα δουλείας διόδου πεζή και με μηχανοκίνητα μέσα υπέρ της δικαιοπάροχου της εκκαλούσας και των καθολικών και ειδικών διαδόχων της "δια της προς δυσμάς του όλου διόδου πλάτους 5,90 μ. και μήκους 13 μ." και "δικαιούται να κάνει αυτή και οι ειδικοί και καθολικοί διάδοχοι της χρήση της ως άνω διόδου εσαεί". Επιπλέον αποδείχθηκε ότι τουλάχιστον από το έτος 1985 το ακίνητο της εκκαλούσας εξυπηρετείται πλήρως οδικώς από την οδό ... πλάτους 7,20 τ.μ., η οποία οδός διέρχεται από την βόρεια πλευρά της ιδιοκτησίας της ενάγουσας και συνορεύει νοτιοδυτικά με την ιδιοκτησία του εφεσιβλήτου (βλ. προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ. Κ.). Σύμφωνα επίσης με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης "Η κύρια οδός είναι η ... πλάτους 7,5 μ.. Της Δ. έχει πόρτα επί της ... 3,5 μ. πλάτος. Είναι ευχερέστατη η πρόσβαση από το οικόπεδο της Δ. από την .... Υπάρχουν κι άλλα επιμήκη οικόπεδα δίπλα στης Δ. Όλα αυτά έχουν πρόσοψη στην ..., δεν ξέρω κάποιο να έχει δεύτερη είσοδο. Εξυπηρετούνται οδικώς τα οικόπεδα αυτά, δεν ξέρω αν είναι τόσο επιμήκη όσο της Δ. Εκεί είναι οικισμός πυκνοδομημένος, όπου είναι το οικόπεδο της ενάγουσας... Οι συστήσαντες τη δουλεία Ζ. και Μ. ήταν στενοί συγγενείς. Δεν ξέρω αν δεν ήταν συγγενείς αν θα συνίστατο δουλεία. Τον εξανάγκασε η θεία τον Μ. να παραχωρήσει δουλεία. Δεν υπήρχε προηγούμενη δουλεία. Ο διπλανός της Δ. έχει κτίσει κοντά στο όριο. Μία οικοδομή έχει σύνηθες πλάτος 10-11 μ, μπορεί στα υπόλοιπα 6 μ. να περάσει αυτοκίνητο. Χτίζοντας την προς βορρά οικοδομή στο ανατολικό όριο απομένει λωρίδα 5, 5 μ. από κει μπορεί να περάσει άνετα φορτηγό. Η επίδικη λωρίδα είναι η αυλή του ακινήτου του Κ.". Επομένως η εκκαλούσα έχει επαρκή εξυπηρέτηση οδικώς στο ακίνητο της χωρίς να είναι αναγκαία η δίοδος από το ακίνητο του εφεσιβλήτου, ενδιαφερόμενη να οικοδομήσει το ακίνητο της έχοντας δύο εισόδους. Αυτό όμως συνιστά υπέρβασιν των ορίων των επιβαλλομένων υπό της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών, ή του σκοπού, δι' ον απενεμήθη το δικαίωμα.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα εκ μέρους του εναγομένου ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος δουλείας οδού της ενάγουσας (281 ΑΚ) και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ασκηθείσα από την ενάγουσα έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε ευθέως την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δεσπόζον ακίνητο της ενάγουσας απέκτησε αυτάρκεια, που του εξασφάλισε η διανοιχθείσα τουλάχιστον από το έτος ... στη βόρεια πλευρά του κοινόχρηστη οδός ..., πλάτους 7,20 μ, από την οποία εξυπηρετείται πλήρως οδικώς και στην οποία έχει άμεση πρόσβαση, γεγονός που καθιστά περιττή την άσκηση δουλείας σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου του εναγομένου και, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, η αξίωση της ενάγουσας για εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου σε βάρος του ακινήτου του εναγομένου, ενδιαφερόμενη να οικοδομήσει το ακίνητό της έχοντας δύο εισόδους, παρίσταται καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα αξιολογικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., εφόσον και το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων. Επομένως, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 Α.Κ., ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη. Επομένως, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των καλούντων (Ι. Ζ. του Ε., Σ. Β. του Δ., Σ. Κ. του Γ. και Ι. Φ. του Χ.), λόγω της ήττας τους, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.3.2023 δήλωση για συνέχιση της δίκης του καλούντος Ι. Φ. του Χ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.4.2017 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 181/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των καλούντων (Ι. Ζ. του Ε., Σ. Β. του Δ., Σ. Κ. του Γ. και Ι. Φ. του Χ.), τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή