ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 919/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 919/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 919/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 919 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 919/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις:

Του αναιρεσιβλήτου: υπό εκκαθάριση τελούντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΝΩΣΕΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΑ.Σ.Ε.Γ.Ε.Σ.", που εδρεύει στην Αθήνα, οδ. ..., νομίμως εκπροσωπούμενου από τον εκκαθαριστή του Τζανέτο Καραμίχα, κάτοικο Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Καγκλή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ του αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" με διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ" (πρώην "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" με διακριτικό τίτλο "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS M.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π"), που εδρεύει στο Δήμο ... (με αριθμ. ΓΕΜΗ ..., και ΑΦΜ. ... ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσας σύμφωνα με τον ν. 4354/2015, από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ δυνάμει της με αριθμό ....2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ ...), η οποία, αρχικά δυνάμει της από 21.7.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας με αριθμ. πρωτοκ. ....2020 στο τόμο ... με α/α ... του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στη συνέχεια δε δυνάμει της από 01.03.2021 νέας σύμβασης Διαχείρισης που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ....2021, στον Τόμο ... και αριθμό ... και η οποία τροποποιήθηκε με την από ....2022 σύμβαση Συμπλήρωσης που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ...2022, στον Τόμο ... και αριθμό ..., ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία VEGA II NPL FINANCE DAC " (ΒΕΓΚΑ ΙΙ ΕΝ.ΠΙ.ΕΛ. ΦΑΪΝΑΝΣ ΝΤΙ ΕΪ ΣΙ) με έδρα το ... (οδός ..., ..., ...), με αριθμό μητρώου ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία κατέστη ειδικός διάδοχός της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., με αριθ. ΓΕΜΗ ... και ΑΦΜ ... ΔΟΥ ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, δυνάμει της από 21/7/2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπομένης από τα άρθρα 10 και 14 του ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευμένης σε περίληψη με αριθμ. Πρωτοκ. 297/2.7.2020 στο τόμο 11 και α/α 245 στα τηρούμενα στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών βιβλία του ν. 2844/2000, όπως τροποποιήθηκε με την από ....2022 σύμβαση Συμπλήρωσης που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ...2022, στον Τόμο ... και αριθμό ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2088/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2130/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-11-2021 αίτησή του. Η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, με την από 2-2-2023 παρέμβασή της προς το Δικαστήριο τούτο, ζητεί όσα αναφέρονται σε αυτή.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου α) η από 15.11.2021 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά του υπό εκκαθάριση τελούντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΝΩΣΕΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΑ.Σ.Ε.Γ.Ε.Σ." και κατά της με αριθ. 2130/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και β) η υπέρ του αναιρεσιβλήτου και κατά του αναιρεσείοντος από 2.2.2023, ασκηθείσα το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου με αυτοτελές δικόγραφο, "Αυτοτελής Πρόσθετη Παρέμβαση" της εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της υπ` αριθ. 326/2/17.9.2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "VEGA II NPL FINANCE DAC", που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία (ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού) κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα, με Γ.Ε.ΜΗ ..., νόμιμα εκπροσωπουμένης, κατόπιν μεταβίβασης από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 21.7.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η αίτηση αναίρεσης και η πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246 σε συνδ. με άρθρο 573 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 15.11.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 2130/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015 και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρέμβασης, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επίδοσης να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών. Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρέμβασης, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα στη νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1333/2022), που ορίζει ότι η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών ή 60 ημερών, αν αυτός διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής και αν δεν γίνει η επίδοση αυτή η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, αίρεται δε πλέον η υπό το προϊσχύσαν του Ν. 4335/2015 δίκαιο αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από τη μη επίδοση (ΑΠ 200/2024, ΑΠ 692/2023, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...." ορίζεται ότι "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Δήμο Αθηναίων εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ", με το από 2.2.2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 2.2.2023, ασκεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αναστασίου Ανδρικογιαννόπουλου, εξουσιοδοτηθέντος δυνάμει του υπ' αριθ. ....2022 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Σ. Β., το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, "αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση" υπέρ του αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "VEGA II NPL FINANCE DAC", που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία (ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού) κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα, με Γ.Ε.ΜΗ ..., νόμιμα εκπροσωπουμένης, κατόπιν μεταβίβασης από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 21.7.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και λόγω της ιδιότητάς της ως προσημειούχου δανείστριας του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου επί του επιδίκου ακινήτου. Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από την Πρόεδρο του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 5.4.2023, με προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης εξήντα (60) ημέρες πριν τη δικάσιμο. Όμως, η πρόσθετη αυτή παρέμβαση δεν κοινοποιήθηκε στους κυρίως διαδίκους, αφού δεν προσκομίστηκε από την προσθέτως παρεμβαίνουσα η σχετική έκθεση επίδοσης αντιγράφου της πρόσθετης παρέμβασης προς αυτούς, ούτε οι παριστάμενοι κυρίως διάδικοι προσκομίζουν το τυχόν επιδοθέν σ` αυτούς αντίγραφο της ως άνω παρέμβασης.

Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης σε όλους τους κυρίως διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 200/2024, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 86/2018).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής, αλλά και της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου (άρθρ. 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) αγωγής, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού. Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (ΑΠ 1103/2018, ΑΠ 1203/2012). Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του. Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (ΑΠ 1214/2020). Στην περίπτωση, όμως, που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνης των δικαιοπαρόχων του επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση (ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 441/2021, ΑΠ 432/2019). Η επιδεκτικότητα δε του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο. Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11.9.1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας.

Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη. Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας. Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματός του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1182/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 14 του ιδίου άρθρου), ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, η οποία είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο για το ορισμένο της ο τρόπος κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος και των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του επί του επιδίκου, τόσο με παράγωγο, όσο και πρωτότυπο τρόπο, σε χρόνο αναγόμενο πριν την 11.9.1915, αν και το αναιρεσείον αμφισβήτησε την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου επ' αυτού, ισχυριζόμενο ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο ιστορούσε σ' αυτήν ότι τυγχάνει αποκλειστικός κύριος του λεπτομερώς περιγραφομένου, κατά θέση και όρια οικοπέδου, έκτασης 2.812,79 τ.μ., που κείται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, στη ..., Ο.Τ. ..., επί της συμβολής της ... με την οδό ... Ότι το επίδικο προέκυψε από την κατάτμηση μείζονος ακινήτου, το οποίο εμφαινόταν στους παλαιότερους τίτλους ως δύο επιμέρους όμορα ακίνητα, 9.740,75 τ.μ. και 297 τ.μ., αντίστοιχα. Ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 25%, δυνάμει των υπ' αρ. .../1979 και ... νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων αγοράς του συμβολαιογράφου Αθηνών Τ. Π. και κατά ποσοστό 75%, δυνάμει του υπ' αρ. ... νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου ανταλλαγής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Β.-Κ., από την "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.". Ότι στην ως άνω δικαιοπάροχό του ("Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.") είχε περιέλθει κατά ποσοστό 75%, ως εξής: α) κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου: ί) δυνάμει της υπ' αριθ. ... νομίμως μεταγεγραμμένης περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ. Π. και ιι) δυνάμει της υπ' αρ. ... νομίμως μεταγεγραμμένης περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π., β) κατά ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. ... νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δ., με αγορά από την υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Θ. Α.Ε.", γ) κατά ποσοστό 35% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. ... νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α., με αγορά από την υπό εκκαθάριση τελούσα κοινοπραξία ενώσεων γεωργικών συνεταιρισμών με την επωνυμία "Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εγχωρίων Προϊόντων Συν. ΠΕ" (και τον διακριτικό τίτλο "Κ.Υ.Δ.Ε.Π.", δ) κατά ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ' αριθ. ... νομίμως μεταγεγραμμένης περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Δ. - Π., ε) κατά ποσοστό 12% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. ... νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ., με αγορά από τη Συνεταιριστική Οργάνωση με την επωνυμία "Κεντρική Συνεταιριστική Ένωση Παραγωγών Ελαιοκομικών Προϊόντων" (και τον διακριτικό τίτλο "...") και στ) κατά ποσοστό 12% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. ... νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ., με αγορά από: 1) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΞΑΝΘΗΣ Α.Ε." (και τον διακριτικό τίτλο "ΡΟΔΟΠΗ"), 2) την ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρεία με την επωνυμία "ΝΕΣΤΟΣ Α.Ε.", 3) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΘΡΑΚΗΣ Α.Β.Ε." (και τον διακριτικό τίτλο "Σ.Ε.Β.Α.Θ. Α.Β.Ε.") και 4) την ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρεία με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ - Σ.Ε.ΚΑΠ. Α.Ε. (και τον διακριτικό τίτλο "Σ.Ε.ΚΑΠ. Α.Ε."). Ότι στους ως άνω δικαιοπαρόχους της δικαιοπαρόχου του "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." είχε περιέλθει δυνάμει των υπ' αριθ. ... νομίμως μεταγεγραμμένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Τ. Π. και του υπ' αρ. ... νομίμως μεταγεγραμμένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Α. - Λ., κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι, κατόπιν προσμέτρησης του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, ασκούσε το ίδιο, τουλάχιστον από το έτος 1979, τις προσιδιάζουσες στο ακίνητο πράξεις νομής, όπως καλλιέργεια, περίφραξη, οριοθέτηση, μέχρι την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή την 10-3-2017. Ότι, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης που έχει ήδη περαιωθεί στον ανωτέρω Δήμο, το ενάγον υπέβαλε την υπ' αρ. πρωτ. ... δήλωση ιδιοκτησίας, όμως το επίδικο καταχωρίστηκε στο κτηματολογικό φύλλο με Κ.Α.Ε.Κ. ..., φερόμενο ως ανήκον στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν σχετικής ένστασης του τελευταίου και επίκλησης ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα με Α.Β.Κ. 2064. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε: 1) να αναγνωριστεί το εμπράγματο δικαίωμα της αποκλειστικής κυριότητάς του στο επίδικο οικόπεδο και 2) να διορθωθεί η αρχική πρώτη εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά φύλλα, προκειμένου να καταχωριστεί το ίδιο ως αποκλειστικός κύριος του ακινήτου. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, διότι πρόκειται για αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, με την οποία ζητείται η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή και η διόρθωση αυτής και αναφέρονται, ως προς το σκέλος της αναγνώρισης κυριότητας του ενάγοντος στο ακίνητο, όλα τα υπό των διατάξεων των άρθρων 70 ΚΠολΔ, 1033, 1041 επ. και 1045 ΑΚ προβλεπόμενα στοιχεία, καθώς το ενάγον κάνει στην αγωγή του αναφορά τόσο παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας, αναφέροντας τους τίτλους κτήσης και τη μεταγραφή αυτών, όσο και της διά πρωτοτύπου τρόπου κτήσης κυριότητας, επικαλούμενο τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, εξειδικεύοντας τις προσιδιάζουσες στο ακίνητο πράξεις νομής που διενήργησε μέχρι την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή την 10.3.2017, ενώ η επίκληση της απόκτησης κυριότητας εκ μέρους των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος μέχρι τις 11.9.1915, προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού, με την επίκληση και την απόδειξη του οποίου βαρύνεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, ως ερειδομένη στις προαναφερθείσες διατάξεις, ορθά τις διατάξεις αυτές ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, περίπτωση που συντρέχει όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε. Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως άνω λόγος αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΑΠ 446/2024, ΑΠ 473/2022, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 598/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε ως ορισμένη την αγωγή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ελλείπει η αναγκαία της στοιχειοθέτησής του προϋπόθεση της έρευνας της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσης αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η επικαλούμενη από το αναιρεσείον ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία κρίθηκε ως ορισμένη η αγωγή. Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 21.01/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδας ως ανεξάρτητου Κράτους και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες στην Ελλάδα των Οθωμανών, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", όχι, όμως, και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και, ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί ή χοτζέτι κ.λ.π). Ειδικά, ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και, κατόπιν, σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλ. από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, έχοντας, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία σε όλη τη γη που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους, Οθωμανούς και Έλληνες, την κυριότητα των ήδη κατεχόμενων απ` αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίσθηκαν, ακολούθως, με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 1291/2023, ΑΠ 1279/2022, ΑΠ 385/2021). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.02.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 αυτού, αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής ..., περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου ...". Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 713/2023, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 850/2019).

Εξάλλου, οι στηριζόμενοι στις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής κυριότητας, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γέννησης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1747/2022). Ο δε τυχόν ισχυρισμός του ενάγοντος, προς απόκρουση των ενστάσεων αυτών του Δημοσίου, ότι έχει καταστεί κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς, προσμετρώντας στο δικό του χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, νέμεται το ακίνητο με καλή πίστη για τουλάχιστον τριάντα έτη μέχρι τις 11-9-1915, αποτελεί αντένσταση. Ενόψει των ανωτέρω, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (ΑΠ 416/2024, ΑΠ 117/2020, ΑΠ 1182/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ, των διατάξεων περί κτήσης κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ για τον προ του Αστικού Κώδικα χρόνο, άρθρ. 18 και 21 ν. 21-6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", ν. ΔΞΗ/1912 "περί δικαιοστασίου" και των εκτελεστικών αυτού διαταγμάτων, άρθρ. 1 επ., 21 ν.δ. της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", 1, 2, 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και αρκέστηκε στην υποχρέωση του ενάγοντος να αποδείξει την κυριότητα του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του, με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, σε βάθος χρόνου εικοσαετίας, ενώ θα έπρεπε να αποδείξει την κυριότητα επί του επιδίκου των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας σε χρόνο αναγόμενο πριν την 11.9.1915. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, έκτασης 2.812,79 τ.μ., που κείται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλης, στη ..., Ο.Τ. ..., επί της συμβολής των οδών ... και ..., με Κ.Α.Ε.Κ. ..., όπως αναλυτικά περιγράφεται στο απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος και το από Μάιο του έτους 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού I. Μ., που έχουν συνταχθεί σύμφωνα με το Ε.Γ.Σ.Α ..., που επικαλέστηκε και προσκόμισε το εκκαλούν. Το ενάγον και ήδη εκκαλούν απέκτησε το επίδικο ακίνητο κατά μεν ποσοστό 25%, δυνάμει των υπ' αρ. ... και ... συμβολαίων αγοράς ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Τ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (α/α ... και ... και τόμοι ... και ..., αντίστοιχα), κατά δε ποσοστό 75%, δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου ανταλλαγής από την "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Β.-Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (α/α ..., τ. ...). Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο προέκυψε από την κατάτμηση μείζονος ακινήτου, το οποίο, κατά τους παλιότερους τίτλους κτήσης, εμφαινόταν ως δυο επιμέρους όμορα οικόπεδα, έκτασης 9.740,75 τ.μ. και 297 τ.μ., αντίστοιχα. Ειδικότερα, ποσοστό 25% επί του τμήματος 9.740,75 τ.μ. περιήλθε στο ενάγον με αγορά από τους: ι) Μ. χήρα Ε. Κ. και ιι) Ν. Κ. του Ο., με το υπ' αρ. .../1979 προαναφερόμενο συμβόλαιο, και ποσοστό 25% επί του τμήματος 297 τ.μ., περιήλθε στο ενάγον με το υπ' αριθ. ... προαναφερόμενο συμβόλαιο, με αγορά από τους: 1) Π. Β. του Θ., 2)Γ. Β. του Θ., 3)Α. χήρα Δ. Β., 4) Θ. Β. του Δ., 5)Α. συζ. Ν. Π., 6) Κ. συζ. Δ. Κ., 7) Α. χήρα Ε. Β., 8) Κ. Β. του Ε., 9) Ε. Β. του Ε., 10) Α. συζ. Σ. Γ., 11) Κ. Β. του Κ., 12) Θ.- Ι. Β. του Κ., 13) Κ. συζ. Κ. Σ., 14) Ε. χήρα Σ. Β., 15) Σ. συζ. Τ. Β., 16) Ι. Β. του Σ. και 17) Θ. Β. του Σ. Στην ως άνω δικαιοπάροχο του ενάγοντος από το υπ' αρ. ... συμβόλαιο ανταλλαγής, "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", είχε περιέλθει κατά ποσοστό 75%, ως εξής: α) κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου: ί) δυνάμει της υπ' αριθμόν ... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (α/α ..., τ. ...), και ιι) δυνάμει της υπ' αρ.... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (α/α 360, τ.213), β) κατά ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου, με αγορά από την υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Θ. Α.Ε.", δυνάμει του υπ' αριθμόν ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (α/α ..., τ. ...), γ) κατά ποσοστό 35% εξ αδιαιρέτου, με αγορά από την υπό εκκαθάριση τελούσα κοινοπραξία ενώσεων γεωργικών συνεταιρισμών με την "Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εγχωρίων Προϊόντων Συν. Π.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Κ.Υ.Δ.Ε.Π.", δυνάμει του υπ' αριθμόν ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (α/α ..., τ. ...), δ) κατά ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ' αριθμόν ... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Δ. - Π., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... με α/α ..., τ. ..., ε) κατά ποσοστό 12% εξ αδιαιρέτου, με αγορά από τη Συνεταιριστική Οργάνωση με την επωνυμία "Κεντρική Συνεταιριστική Ένωση Παραγωγών Ελαιοκομικών Προϊόντων" και τον διακριτικό τίτλο "...", δυνάμει του υπ' αριθμόν ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... με α/α ..., τ. ..., και στ) κατά ποσοστό 12% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθμόν ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (α/α ..., τ. ...), με αγορά από: 1) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΞΑΝΘΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΡΟΔΟΠΗ", 2) την ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρεία με την επωνυμία "ΝΕΣΤΟΣ Α.Ε.", 3) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΝ ΘΡΑΚΗΣ Α.Β.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Σ.Ε.Β.Α.Θ. Α.Β.Ε.", και 4) την ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρεία με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ - Σ.Ε.ΚΑΠ. Α.Ε. και τον διακριτικό τίτλο "Σ.Ε.ΚΑΠ. Α.Ε.". Στους ως άνω δικαιοπαρόχους της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος "Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος Α.Ε." είχε περιέλθει το μείζον ακίνητο 10.037,60 τ.μ. (9.740,75 τ.μ. + 297 τ.μ.) ως εξής: α) στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Συνεταιριστική Προμηθευτική Ένωση Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Σ.Π.Ε. Α.Ε.", κατά ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΞΑΝΘΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΡΟΔΟΠΗ", κατά ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου στην ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρεία με την επωνυμία "ΝΕΣΤΟΣ Α.Ε.", κατά ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΝ ΘΡΑΚΗΣ Α.Β.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Σ.Ε.Β.Α.Θ. Α.Β.Ε., κατά ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου στην υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Θ. Α.Ε.", κατά ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου και στην ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρεία με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ-Σ.Ε.Κ.Α.Π. Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Σ.Ε.Κ.Α.Π.Α.Ε.", κατά ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Τ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ιωνίας (τόμος ..., α.α. ...), με αγορά από τους Π. Β. του Θ., Γ. Β. του Θ., Α. χήρα Δ. Β., Θ. Β. του Δ., Α. συζ. Ν. Π., Κ. συζ. Δ. Κ., Α. χήρα Ε. Β., Κ. συζ. Α. Κ. το γένος Ε. Β., Θ. Β. του Κ., Κ. συζ. Κ. Σ., το γένος Σ. Β., Ε. χήρα Σ. Β., Σ. συζ. Τ. Β., Ι. Β. του Σ. και Θ. Β. του Σ. β) Στην υπό εκκαθάριση τελούσα κοινοπραξία ενώσεων γεωργικών συνεταιρισμών με την επωνυμία "Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εγχωρίων Προϊόντων Συν.Π.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Κ.Υ.Δ.Ε.Π.", κατά ποσοστό 35% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει: ί) του υπ' αριθμόν .../1979 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Τ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ιωνίας (τόμος ..., α.α. ...), με αγορά από τους Μ. χήρα Ε. Κ. και Ν. Κ. του Ο., και ιι) του υπ' αριθμόν ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Τ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ιωνίας (τόμος ..., α.α. ...), με αγορά από τους Π. Β. του Θ., Γ. Β. του Θ., Α. χήρα Δ. Β., Θ. Β. του Δ., Α. συζ. Ν. Π., Κ. συζ. Δ. Κ., Α. χήρα Ε. Β., Κ. Β. του Ε., Ε. Β. του Ε., Α. συζ. Σ. Γ., Κ. Β. του Κ., Θ. - Ι. Β. του Κ., Κ. συζ. Κ. Σ., Ε. χήρα Σ. Β., Σ. συζ. Τ. Β., Ι. Β. του Σ. και Θ. Β. του Σ. γ) Στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Συνεταιριστική Εταιρεία Λιπασμάτων Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΣΥΝ.Ε.Λ. ΑΕ", ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμόν ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Α.-Λ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ιωνίας (τόμος ..., α.α. ...), με αγορά από την εταιρία "ΣΕΠΕΚ Α.Ε.", και δ) Στη Συνεταιριστική Οργάνωση με την επωνυμία "Κεντρική Συνεταιριστική Ένωση Παραγωγών Ελαιοκομικών Προϊόντων" και τον διακριτικό τίτλο "...", κατά ποσοστό 12% εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμό .../1979 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ιωνίας (τόμος ..., α.α. ...), με αγορά από τη Μ. χήρα Ε. Κ. Το τμήμα, έκτασης 297 τ.μ. είχε περιέλθει στον Θ. Β. του Π., δικαιοπάροχο των Π. Β. του Θ., Γ. Β. του Θ., Α., χήρα Δ. Β., Θ. Β. του Δ., Α. συζ. Ν. Π., Κ. συζ. Δ. Κ., Α. χήρα Ε. Β., Κ. Β. του Ε., Ε. Β. του Ε., Α. συζ. Σ. Γ., Κ. Β. του Κ., Θ. - Ι. Β. του Κ., Κ. συζ. Κ. Σ., Ε. χήρα Σ. Β., Σ., συζ. Τ. Β., Ι. Β. του Σ. και Θ. Β. του Σ., δυνάμει του υπ' αριθμόν ....1899 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμος ..., α.α. ...).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ενάγον απέκτησε και με πρωτότυπο τρόπο, τακτική χρησικτησία, το επίδικο ακίνητου, ενεργώντας τις προσιδιάζουσες σε αυτό πράξεις νομής, όπως περίφραξη, οριοθέτηση, κατά μεν το ποσοστό των 25% από το έτος 1979, οπότε καταρτίστηκαν τα προαναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, κατά δε το ποσοστό των 75%, από το έτος 2006, οπότε καταρτίστηκε το προαναφερόμενο συμβόλαιο ανταλλαγής, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρούμενου του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, τουλάχιστον από το έτος 1997, μέχρι την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή τη 10-3-2017, διότι κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές, είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή, όπως καθορίσθηκε με τη σχετική απόφαση....

Επιπλέον, μετά τον σεισμό της Αθήνας την 7η-9-1999, δυνάμει της υπ' αρ. πρωτ. ...-1999 απόφασης του Υφυπουργού Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., έγινε επίταξη της συνολικής έκτασης, με φερόμενο εμβαδόν 9.500 τ.μ. και φερόμενη ιδιοκτήτρια την απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, "Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εγχωρίων Προϊόντων Συν. ΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ.Υ.Δ.Ε.Π.", Ο.Τ. ..., προκειμένου να δημιουργηθεί καταυλισμός για την προσωρινή στέγαση των πληγέντων από τον σεισμό. Λόγω, δε, της επίταξης καταβλήθηκε στο ενάγον σχετική αποζημίωση (βλ. το υπ' αρ. πρωτ. ...-2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων (Δ12) και τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για τα οικονομικά έτη 2005, 2009). Εξαιτίας, όμως, της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την επίταξη και της εξάλειψης δικαιολογητικού λόγου συνέχισής της, το ενάγον με το από 22-7-2008 έγγραφό του που επιδόθηκε στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και έλαβε αρ. πρωτ. 3.423/24-7-2008, διαμαρτυρήθηκε για τη μη άρση της επίσχεσης, αιτούμενο την ανάκληση, άλλως την ακύρωση της απόφασης επίταξης. Σε απάντηση του εγγράφου αυτού, το οικείο Υπουργείο με το υπ' αρ. πρωτ. ...-2008 έγγραφό του, ζήτησε από τη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων ... τη μερική άρση επίταξης της οικοπεδικής έκτασης 2.813 τ.μ.- που είναι το επίδικο ακίνητο- ιδιοκτησίας του ενάγοντος, η οποία αποτελεί τμήμα της ευρύτερης έκτασης εμβαδού 9.500 τ.μ. Εν τέλει, η απόφαση επίταξης του επίδικου ακινήτου ανακλήθηκε με τις υπ' αρ. πρωτ. ...2008 και ...-2008 αποφάσεις του Υφυπουργού του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Επίσης, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος της άμεσης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος "Α.Τ.Ε. bank", το οικείο Υπουργείο με το υπ' αρ. πρωτ. ...-2008 έγγραφό του, ζήτησε από τη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων ... τη μερική άρση επίταξης και της οικοπεδικής έκτασης με φερόμενο εμβαδό 6.687 τ.μ., ιδιοκτησίας της "Α.Τ.Ε. bank", που αποτελεί τμήμα της ευρύτερης έκτασης φερόμενου εμβαδού 9.500 τ.μ. Ακολούθως, με την υπ' αρ. ...-2007 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα (Φ.Ε.Κ. ...), κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση η περιοχή του Δήμου ..., όπου κείται το επίδικο ακίνητο. Κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης στον ανωτέρω Δήμο, το εκκαλούν υπέβαλε την υπ' αρ. πρωτ. ...-2008 δήλωση ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τον Ν. 2.308/1995, όμως το επίδικο καταχωρίστηκε στο κτηματολογικό φύλλο με Κ.Α.Ε.Κ. ... φερόμενο ως ανήκον στο εναγόμενο -εφεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν σχετικής ένστασης του τελευταίου και επίκλησης ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα με Α.Β.Κ. 2064. Με την υπ' αρ. ...-2017 (Φ.Ε.Κ. ...-2017) απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Κ.Χ.Ε. περαιώθηκε η κτηματογράφηση και ορίστηκε η 10-3-2017 ως ημερομηνία έναρξης ισχύος του θεσμού του Κτηματολογίου στην περιοχή. Το εφεσίβλητο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος, προβάλλοντας ίδια δικαιώματα κυριότητας, επαναλαμβάνοντας με τις προτάσεις τους, τους σχετικούς ισχυρισμούς που είχε προτείνει με τις πρωτόδικες προτάσεις του και οι οποίοι δεν εξετάστηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω της απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το επίδικο ανήκει στην ιδιοκτησία του, βάσει: α) της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και των από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτόκολλων του Λονδίνου, β) άλλως, του Β.Δ. 17-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών", ως δημόσιο δάσος, γ) άλλως, των διατάξεων του από 3/15.12.1833 β.δ., ως λιβάδι ή βοσκότοπος, γ) άλλως, των διατάξεων του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων" και δ) άλλως, των διατάξεων κτήσης κυριότητας με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία. Οι ενστάσεις όμως, αυτές κρίνονται απορριπτέες, ως αναπόδεικτες, διότι για την απόδειξή τους το εφεσίβλητο ουδέν αποδεικτικό μέσο επικαλέστηκε και προσκόμισε. Εξάλλου, η ένσταση που στηρίζεται στις διατάξεις του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", πρωτίστως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι το εφεσίβλητο δεν αναφέρει πότε έγινε εγκατάλειψη του επίδικου και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) κατέστη αυτό αδέσποτο και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών), αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απευθείας ή διά εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες, για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο, έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς τον σκοπό παραίτησης της κυριότητος και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασής του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) απαιτείται προς τον σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή...Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν εισέπραττε επί χρόνια τους φόρους, τα τέλη και τα δικαιώματα που αφορούσαν το εν λόγω οικόπεδο, και δεν προέβη ποτέ στη σύνταξη πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του ενάγοντος από το ως άνω ακίνητο. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από το υπ' αρ. πρωτ. ...-2018 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών - Ανατολικής Αττικής-Τμήμα Δημόσιων Κτημάτων της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Ειδικότερα, στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα του δημόσιου κτήματος με Α.Β.Κ. ... του Δήμου ... με αρχικό συνολικό εμβαδόν 2.000 στρεμμάτων, όπως καταγράφηκε ύστερα από την υπ' αρ. ...-1984 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, η οποία έγινε αποδεκτή με την υπ' αρ. πρωτ. ...-1985 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σε συνδυασμό με την υπ' αρ. ...-1985 γνωμοδότηση του ίδιου ως Συμβουλίου, η οποία έγινε αποδεκτή με την υπ' αρ. ...-1985 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία από την έκταση των 2.000 στρεμμάτων ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο μόνο όσα δεν έχουν μέχρι εκείνη την ημέρα παραχωρηθεί από το Δημόσιο με παραχωρητήρια σε ανάπηρους, πρόσφυγες κ.λπ. Επιπλέον, στο ανωτέρω έγγραφο με αρ. πρωτ. ...-2018 αναφέρεται ότι πρόκειται για έκταση που βρίσκεται στην περιοχή "..." της ..., η οποία έχει καταπατηθεί από το Ιερό Κοινό Πανάγιου Τάφου, το οποίο άρχισε να πωλεί τμηματικά αυτή σε διάφορους αγοραστές από το έτος 1882, οι οποίοι όμως δεν απέκτησαν την κυριότητα των πωληθέντων, διότι αγόρασαν από μη κύριο. Όμως από τα ανωτέρω έγγραφα ουδόλως προκύπτει ότι το επίδικο οικόπεδο αποτελεί τμήμα της ευρύτερης έκτασης των 2.000 στρεμμάτων που έχει καταπατηθεί από το Κοινό Ταμείο του Παναγίου Τάφου, ούτε αποδείχθηκε ότι απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος ήταν το τελευταίο. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα, το ενάγον δεν είναι υποχρεωμένο να αποδείξει ότι νέμονταν οι απώτατοι δικαιοπάροχοί του το επίδικο ακίνητο επί τριακονταετία με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι την 11η-9-1915.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως αόριστη την αγωγή, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε την κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου και διέταξε τη διόρθωση του κτηματολογικού φύλλου, ώστε αντί του εσφαλμένα αναγραφέντος ιδιοκτήτη, Ελληνικού Δημοσίου, να αναγραφεί ως κύριος το ενάγον. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1045 ΑΚ (σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1033 και 1041 επ. ΑΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις περί κτήσης κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που έχουν εφαρμογή κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ για τον προ του Αστικού Κώδικα χρόνο, άρθρ. 18 και 21 ν. 21-6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", ν. ΔΞΗ/1912 "περί δικαιοστασίου" και των εκτελεστικών αυτού διαταγμάτων, άρθρ. 1 επ., 21 ν.δ. της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και 1, 2, 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, το ενάγον, δυνάμει των προαναφερομένων τίτλων κυριότητας, απέκτησε με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, τακτική χρησικτησία, την κυριότητα του επιδίκου, ενεργώντας τις προσιδιάζουσες σε αυτό πράξεις νομής, όπως περίφραξη, οριοθέτηση, κατά μεν το ποσοστό των 25% από το έτος 1979, οπότε καταρτίστηκαν τα προαναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, κατά δε το ποσοστό των 75%, από το έτος 2006, οπότε καταρτίστηκε το προαναφερόμενο συμβόλαιο ανταλλαγής, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρούμενου του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, μέχρι την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή την 10.3.2017.

Εξάλλου, εφόσον, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, το επίδικο δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα, το ενάγον δεν ήταν υποχρεωμένο να αποδείξει την κυριότητα επί του επιδίκου των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας σε χρόνο αναγόμενο πριν την 11.9.1915, καθώς ο ισχυρισμός ότι το επίδικο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί και αποδειχθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των διατάξεων του άρθρου 1045 ΑΚ (σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1033 και 1041 επ. ΑΚ) που εφαρμόστηκαν και περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων περί κτήσης κυριότητας επί του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που έχουν εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ του Αστικού Κώδικα χρόνο, άρθρ. 18 και 21 ν. 21-6/3.7.1837 " περί διακρίσεως κτημάτων", ν. ΔΞΗ/1912 "περί δικαιοστασίου" και των εκτελεστικών αυτού διαταγμάτων, άρθρ. 1 επ., 21 ν.δ. της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και 1, 2, 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού δεν αποδείχθηκε η ιδιότητα του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις που εφαρμόστηκαν.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 903/2019, ΑΠ 233/2011).

Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης, δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλει το δικαστήριο με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ` αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 233/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι ο προβληθείς ισχυρισμός του περί της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως δημοσίου κτήματος συνιστά ένσταση και ως εκ τούτου, το Ελληνικό Δημόσιο έχει το σχετικό βάρος απόδειξης, ενώ θα έπρεπε να κρίνει ότι το ενάγον έπρεπε να αποδείξει την κυριότητά του, με ανάστροφη διαδοχή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι του πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπό τις προϋποθέσεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, συμπληρωμένες μέχρι τις 11-9-1915. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ο ανωτέρω προταθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος έναντι της αναγνωριστικής της κυριότητάς του αγωγής του αναιρεσιβλήτου, συνιστά, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προαναφερθείσα μείζονα σκέψη, ένσταση καταλυτική της αγωγής και το βάρος απόδειξής του έφερε το αναιρεσείον που πρότεινε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 106 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ η επίκληση και απόδειξη της απόκτησης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος μέχρι τις 11.9.1915 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα που κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν αποδείχθηκε. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση, Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις για την αντίκρουση της πρόσθετης παρέμβασης, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 182, 189 αριθ. 1 και 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 15.11.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2130/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και την από 2.2.2023 πρόσθετη παρέμβαση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις ως άνω από 15.11.2021 αίτηση αναίρεσης και από 2.2.2023 πρόσθετη παρέμβαση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας τα δικαστικά έξοδα του καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση, Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή