Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 920 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 920/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Ο. του Δ. και της Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. Ο. του Δ. και της Κ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου αποκλειστικών κληρονόμων της Κ. χήρας Δ. Ο. το γένος Σ. Π., εκ διαθήκης κληρονόμου του αρχικού διαδίκου Δ. Ο. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Αθανασοπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2015 αγωγή του αρχικού διαδίκου Δ. Ο., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 56/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε το αναιρεσείον με την από 16-10-2018 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 421/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η απόφαση 133/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες, με την από 3-7-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την αναιρετική δίκη, διαδικαστικής διαδρομής: Ο αρχικός ενάγων Δ. Ο., του οποίου οι αναιρείουσες είναι κληρονόμοι εξ αδιαθέτου, της εκ διαθήκης αποκλειστικής κληρονόμου του στο επίδικο ακίνητο συζύγου του και μητέρας τους, Κ. χας Δ. Ο., άσκησε την 24/15-4-2015 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου. Επ' αυτής εκδόθηκε η 87/2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, ερήμην του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 56/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν λόγω της πρωτόδικης ερημοδικίας του εκκαλούντος την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή την οποία έκανε δεκτή και αναγνώρισε τον ενάγοντα αποκλειστικό κύριο του επιδίκου ακινήτου. Κατά της απόφασης αυτής το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 16-10-2018 αίτηση αναίρεσης η οποία έγινε δεκτή με την 421/2010 απόφασή του για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα για το λόγο ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπείς- ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης από τον ενάγοντα κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία κατά τα εκεί ειδικότερα διαλαμβανόμενα, παρέπεμψε δε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας) για περαιτέρω εκδίκαση. Το τελευταίο με την 133/2022 απόφασή του δίκασε ερήμην του καλούντων -εφεσιβλήτων και απέρριψε την αγωγή. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης οι αναιρεσείουσες με την ιδιότητα που παρίστανται, άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ήτοι κατά των ανεκκλήτων ή όσων έγιναν τελεσίδικες (Ολ.ΑΠ 5/2001, ΑΠ 153/2015). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ.ΑΠ 17/2013). Ο χαρακτήρας της απόφασης, ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1643/2023, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 423/2017). Η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας - η οποία, κατ' άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, είναι δέκα πέντε (15) ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ εάν δεν επιδοθεί η απόφαση, κατά νόμιμο τρόπο, η προθεσμία της ανακοπής δεν αρχίζει - να αποκλείεται η άσκηση από αυτόν ή από τον αντίδικό του αίτηση αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών άσκησης της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης, κατά την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 329/2019), είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 1543/2018).
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η τασσόμενη προς άσκησή της προθεσμία, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού. Τούτο, διότι, έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ ΑΠ 17/2013, ΑΠ 1586/2023, ΑΠ 1516/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από κάποιο από τους διαδίκους, ώστε να αρχίσει, κατά το άρθρο 503 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 144 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας επίδοσης, οι δε αναιρεσείουσες άσκησαν την κρινόμενη αίτηση πριν από την πάροδο των προθεσμιών άσκησης ανακοπής ερημοδικίας. Οι τελευταίες νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, το ....2023 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αμυνταίου Φλώρινας Ε. Π. Χ., με το οποίο παρέχουν μεταξύ άλλων δικηγόρων και στην δικηγόρο Αθηνών Αντωνία Αθανασοπούλου την εντολή να παραστεί και να τις εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης στην ορισθείσα δικάσιμο, όπως και έγινε, επιπλέον δε, δηλώνουν ότι εγκρίνουν και αναγνωρίζουν όλες τις πράξεις της ως άνω πληρεξουσίου, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στο πλαίσιο των παρεχόμενων εντολών, ως νόμιμες. Υπό τα δεδομένα αυτά, η νομοτύπως ασκηθείσα στις 03.07.2023, από τις ερημοδικασθείσες εφεσίβλητες, ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της 133/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού από το ως άνω επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τις αναιρεσείουσες ειδικό πληρεξούσιο προκύπτει ότι οι τελευταίες, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς την ανωτέρω δικηγόρο να παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης και να τις εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου, εγκρίνουν και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης σιωπηρή παραίτησή τους από το δικαίωμα αυτών για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε την παραίτηση από τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προεκτεθέντα, σε αναίρεση (ΑΠ 1512/2024).
Από το συνδυασμό των άρθρων 237 και 118 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι προτάσεις και η προσθήκη των προτάσεων πρέπει να φέρουν εκτός των άλλων στοιχείων και την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, αλλιώς είναι άκυρες και, κατ` ακολουθίαν, δεν λαμβάνονται υπόψη, με συνέπεια ο διάδικος να θεωρείται ότι δεν κατέθεσε προτάσεις και να δικάζεται ερήμην (ΑΠ 948/2001, ΕλλΔ/νη 2003/190). Η υπογραφή του τελευταίου δεν έχει πανηγυρική σημασία, επιβάλλεται όμως για την εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφου. Μόνη η υπογραφή των προτάσεων από άλλο δικηγόρο και η εκπροσώπηση του διαδίκου από άλλο δικηγόρο δεν συνεπάγεται την μη προσήκουσα εκπροσώπηση του διαδίκου και κατ' ακολουθία δεν έχει γι` αυτόν δυσμενείς συνέπειες, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, η έρευνα του δικαστηρίου περιορίζεται στην πληρεξουσιότητα του πληρεξουσίου που παρίσταται στη συζήτηση, ενώ για τις πράξεις που δεν έγιναν στη διάρκεια της συζήτησης, η έρευνα του περιορίζεται στο αν έγιναν από δικηγόρο και γι' αυτές υπήρχε συναίνεση ή έγκριση του διαδίκου.
Εξάλλου κατ' άρθρο 559 αρ.6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο.....ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Με την παράνομη ερημοδικία η οποία προκύπτει από την ίδια την απόφαση, θίγεται το δικαίωμα ακρόασης του ερημοδικασθέντος διαδίκου, όπως αυτό καθιερώνεται στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Για την θεμελίωση του λόγου αυτού δεν ασκεί επιρροή το είδος και η αιτία της ερημοδικίας καθώς εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις πλασματικής ερημοδικίας, είναι επίσης αδιάφορο αν ο ερημοδικασθείς διάδικος υπέστη ή όχι βλάβη από τον λόγο αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσής τους προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 6 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι, παρά τον νόμο δικάστηκαν ερήμην στο Εφετείο επειδή άλλος δικηγόρος υπέγραφε τις κατατεθείσες σε αυτό προτάσεις τους και με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο παρέστησαν κατά την ενώπιον του ακροαματική διαδικασία. Ο λόγος αυτός, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη είναι βάσιμος, καθόσον μόνη η υπογραφή των προτάσεων από άλλο δικηγόρο και η εκπροσώπηση του διαδίκου από άλλο δικηγόρο δεν συνεπάγεται την μη προσήκουσα εκπροσώπηση του διαδίκου και κατ' ακολουθία δεν έχει γι` αυτόν τις δυσμενείς συνέπειες της ερημοδικίας, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, η έρευνα του δικαστηρίου περιορίζεται στην πληρεξουσιότητα του πληρεξουσίου που παρίσταται στη συζήτηση.
Επομένως το Εφετείο με το να δικάσει παρά το νόμο ερήμην τις αναιρεσείουσες στέρησε αυτές του δικαιώματος ακρόασης (άρθρ. 20 του Συντ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ) και παροχής δικαστικής προστασίας και υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 6 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι τελευταίες. Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης στην ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, εφ' όσον δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ της προαναφερόμενης διάταξης ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση εντός των ορίων που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, εφόσον όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ και μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 1603/2023, ΑΠ 1781/2022). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δεκτού γενομένου του μοναδικού λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση 133/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το μέρος αυτής με το οποίο παρά το νόμο ερημοδικάστηκαν οι αναιρεσείουσες κατά την ενώπιον του διαδικασία. Δεδομένου δε ότι η 133/2022 απόφαση εκδόθηκε μετά την 421/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 56/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο αλλά με άλλη σύνθεση, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, διότι οι αναιρεσείουσες δεν κατάθεσαν προτάσεις και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 133/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ