ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 923/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 923/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 923/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 923 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 923/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Διακονή, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Ο. του Ε., κατοίκου ... 2) Γ. Ο. του Ε., κατοίκου ..., 3) Σ., συζύγου Ε. Χ., το γένος Ε. Ο., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Πάχου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (μεταβατική έδρα Καρπάθου). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 31/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 194/2019 μη οριστική, 215/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-9-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Η κρινόμενη από 4-9-2023 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 215/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 16-7-2016 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (μεταβατική έδρα Καρπάθου), κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυριζόμενοι ότι έχουν καταστεί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με παράγωγο άλλως με πρωτότυπο τρόπο, με το θεσμό της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, του αναφερομένου και λεπτομερώς περιγραφομένου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, κειμένου στην περιοχή ... και ότι κατά το έτος 2003 ο εναγόμενος και η μητέρα του Σ. Σ. τους απέβαλαν από αυτό, το οποίο συνέχισε να κατέχει παράνομα ο εναγόμενος και μετά το θάνατο της μητέρας του το έτος 2008, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κατά τα άνω συγκυριότητά τους επί του επιδίκου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους το αποδώσει. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (μεταβατική έδρα Καρπάθου) εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία την υπ' αριθμ.31/2017 οριστική του απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε η συγκυριότητα των εναγόντων (1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστου) επί ενός τμήματος του όλου ακινήτου, εκτάσεως 2.191,53 τ.μ. όπως αυτό προσδιορίζεται, το οποίο και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να τους αποδώσει, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου επιφανείας 8.774,18 τ.μ.. καθώς έγινε δεκτός ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας επί του εν λόγω τμήματος του επιδίκου, κτηθείσας δια εκτάκτου χρησικτησίας. Ασκηθείσης εφέσεως από τους εν μέρει ηττηθέντες ενάγοντες εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου αρχικά η υπ' αριθμ. 194/2019 μη οριστική απόφαση με την οποία αφού έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση ως προς το μέρος της αγωγής που απορρίφθηκε, εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας επί της αγωγής, διατάχθηκε η αναστολή της εκδίκασής της, μέχρι το πέρας της εκκρεμοδικίας που δημιουργήθηκε με την με αριθμό καταθέσεως 50/2003 προγενέστερη αγωγή που οι εκκαλούντες είχαν ασκήσει σε βάρος του εναγομένου. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση μετά από κλήση των εκκαλούντων και αφού αυτοί με την από 11-5-2022 δήλωση που επιδόθηκε νόμιμα στον εφεσίβλητο παραιτήθηκαν νόμιμα από το δικόγραφο της ως άνω προγενέστερης αγωγής με αποτέλεσμα η αγωγή αυτή να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και συνεπώς εξέλιπε πλέον ο λόγος αναστολής, λόγω μη υπάρξεως εκκρεμοδικίας, εκδόθηκε δε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 215/2023 απόφαση του άνω Εφετείου, με την οποία έγινε δεκτή η από 16-7-2016 αγωγή, αναγνωρίστηκαν οι ενάγοντες συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος του (όλου) επιδίκου ακινήτου ήτοι ενός αγρού στη θέση ... της περιοχής ..., εκτάσεως 10.954 τ.μ. όπως κατ' όρια περιγράφεται και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να το αποδώσει στους ενάγοντες και κατά τα ανωτέρω ποσοστά στον καθένα. Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλαδή φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, Α.Π. 120/2022, ΑΠ 782/2020, ΑΠ 304/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. ...-1967 προικοσυμφώνου του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ι. Κ. και του από ... τοπογραφικού διαγράμματος του αρχιτέκτονα μηχανικού Ν. Π., το οποίο έχει επισυναφθεί στο με αριθμό ...-1999 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Χ., διαλαμβάνοντας στις παραδοχές της ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 10.954 τ.μ. και όχι 2 στρέμματα, όπως αναφέρεται στο ρηθέν προικοσύμφωνο και ότι το ακίνητο αυτό είναι ενιαίο και δεν αποτελείται από 4 συνολικά τμήματα, όπως αποτυπώνεται στο από μηνός Μαρτίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ν. Π. και στο ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Χ. Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" των επικαλούμενων εγγράφων, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρεται σε λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Δηλαδή η επικαλουμένη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως ότι οι ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι είναι κύριοι του όλου επιδίκου ακινήτου δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ1103/2011). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, τα οποία προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Α.Π. 348/2023, ΑΠ 550/2017).

Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (Κ.Πολ.Δ. 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. Για το ορισμένο αυτού του λόγου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών και ελλιπών αιτιολογιών συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε χωρίς αιτιολογία στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι το επίδικο τμήμα έχει έκταση 10.954 τ.μ., ενώ όπως αναφέρεται ρητά στο ... προικοσύμφωνο αυτό έχει έκταση 2 και μόνο στρεμμάτων, ότι πρόκειται για ενιαίο ακίνητο, της διαφοράς της έκτασης οφειλομένης στο γεγονός ότι την εποχή εκείνη στην Κάρπαθο δεν υπήρχαν μηχανικοί και οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να υπολογίσουν επακριβώς τα μεγέθη των χωραφιών τους, ότι ενώ δέχεται ότι η εμβαδομέτρηση του ακινήτου ως δύο στρέμματα έχει τεθεί εσφαλμένα στο προικοσύμφωνο, θεωρεί αυθαιρέτως, αβασίμως και χωρίς αιτιολογία ότι τα όρια και οι όμοροι ιδιοκτήτες που έχουν τεθεί επ' αυτού είναι απολύτως ορθά και τέλος δέχθηκε χωρίς αιτιολογία ότι συνηθιζόταν κατά το έτος 1967 να εκδίδεται επ' ονόματι των γονέων η άδεια οικοδομής για κτίσματα επί ακινήτων ιδιοκτησίας των τέκνων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθώς στο οικείο δικόγραφο, δεν γίνεται μνεία της διατάξεως, ή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε το περιεχόμενο αυτής ή αυτών, ούτε παρατίθενται σε αυτό με πληρότητα οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αλλά αντίθετα σε αυτόν διαλαμβάνονται, εντελώς περιορισμένες και αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και όχι, έστω και συνοπτικά, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την κτήση κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης. Πέραν τούτου υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης του λόγου αυτού αναιρέσεως πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 242/2023, ΑΠ 1208/2019, 779/2019) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/200), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019).

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 242/2023). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.242/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη 1) το υπ' αριθμ. ... προικοσύμφωνο, 2) την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Σ., που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 7/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που συντάχθηκαν κατά τη συζήτηση προηγούμενης αγωγής, στα πλαίσια άλλης δίκης 3) την υπ' αριθμ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Καρπάθου Χ. Κ.-Π., η οποία τιτλοφορείται ως "...",4) την υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Καρπάθου, 5) το από ... τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονος Μηχανικού Ν. Π., 6) το υπ' αριθμ. ...-1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Χ. και 7) τις υπ' αριθμ. ...-2004 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Σ. του Μ., Η. Σ. του Ν. και Ι. Γ. του Μ., που ελήφθησαν στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Όμως τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία μάλιστα τα περισσότερα από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αναλύονται και σχολιάζονται εκτενώς, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από τον αναιρεσείοντα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του. Επομένως ο ερευνώμενος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
VIII) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 215/2023 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-9-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 215/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή