Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 924 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 924/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιντόρη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2017, 23/2018 μη οριστικές, 35/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2021 αίτησή του. Ορίσθηκε δε δικάσιμος για τη συζήτησή της η 16-11-2022 ότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο 4-10-2023, ότε ματαιώθηκε λόγω των Δημοτικών και Περιφερειακών Εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023, και επαναπροσδιορίσθηκε οίκοθεν από τη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι", ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί". Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 57/2023, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη, θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του. Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016. Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (Α.Π.538/2023, ΑΠ 1578/2021, 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της από 30-9-2021 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (19-3-2025), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσίβλητος, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ...-2022 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κέρκυρας, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθ. 69/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Γ' τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 15-2-2023, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της με αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 4-10-2023, όπως προκύπτει και από την συγκοινοποιηθείσα με την άνω αίτηση αναίρεσης βεβαίωση αναβολής, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον δικηγόρο Θεσπρωτίας Βασίλειο Γούλα, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου, ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτού, για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 69/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου στη δευτεροβάθμια δίκη και δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τον απόντα αναιρεσίβλητο προς τον αναιρεσείοντα η τυχόν αντικατάστασή του. Κατά τη δικάσιμο της 4-10-2023 η συζήτηση ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και επαναληπτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023 και με πράξη της προέδρου του Γ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μαρίας Μουλιανιτάκη, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 260 Κ.Πολ.Δ. και του με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2023 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης περί αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Χώρας, ενόψει των εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και επαναληπτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023 ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, μετά δε τη ματαίωση της συζήτησης της υποθέσεως και τον αυτεπάγγελτο ορισμό της δικασίμου της 19-3-2025 για την εκδίκασή της, από το γραμματέα του δικαστηρίου έγινε εγγραφή της στο οικείο πινάκιο στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε, συγχρόνως δε η ημερομηνία της νέας δικασίμου προς ενημέρωση των διαδίκων γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... στο site του Αρείου Πάγου ... και στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal ..., ενώ δεν απαιτείται νέα κλήση των διαδίκων για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Συνακόλουθα, εφόσον ο άνω αναιρεσίβλητος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την αρχική και την μετ' αναβολή δικάσιμο της 16-11-2022 και 4-10-2023 αντίστοιχα, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Η κρινόμενη από 30-9-2021 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 69/2021 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 10-10-2016 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε ότι είναι αποκλειστικός κύριος του δικαιώματος ανέγερσης οικοδομής, η οποία αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια κατ' έκταση (κάθετη) ιδιοκτησία επί του λεπτομερώς περιγραφομένου κατά θέση, όρια και έκταση οικοπέδου εντός του οικισμού της τ.κ.Πέρδικας Δήμου Ηγουμενίτσας, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 274,40/1000 εξ αδιαιρέτου και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης επί του τμήματος έκτασης 321,06 τ.μ., που απέκτησε δυνάμει του αναφερομένου και νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου γονικής παροχής σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ... πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, επίσης νομίμως μεταγεγραμμένης, εκ μέρους του πατέρα του Γ. Ρ., στον οποίο είχε περιέλθει το όλο οικόπεδο ως οικοπεδικός κλήρος με τον υπ' αριθμ. ... τίτλο κυριότητας της Δ/νσης Γεωργίας του Ν. Θεσπρωτίας που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι ο εναγόμενος, ισχυριζόμενος ότι έχει καταστεί αποκλειστικός κύριος του περιγραφομένου κατά θέση, όρια και έκταση τμήματος του οικοπέδου, εκτάσεως 274,24 τ.μ.(το οποίο ταυτίζεται με το τμήμα της κάθετης ιδιοκτησίας με στοιχείο Δ, όπως αυτό περιγράφεται στην ως άνω πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 237,80/1000 εξ αδιαιρέτου) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μετά από άτυπη δωρεά από τον κοινό δικαιοπάροχο πατέρα τους κατά το έτος 1980, το καλοκαίρι του 2010 παραβίασε το μεταξύ των ιδιοκτησιών τους διαχωριστικό όριο και κατέλαβε παράνομα τμήμα του ακινήτου του έκτασης 81,97 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται, το οποίο και περιέφραξε παράνομα με κατασκευή τοιχίου ενσωματώνοντάς το στο δικό του ακίνητο. Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζήτησε να αναγνωριστεί συγκύριος του επιδίκου τμήματος ακινήτου εκτάσεως 81,97 τ.μ. και του δικαιώματος της αποκλειστικής χρήσης αυτού κατά το αναφερόμενο ποσοστό συνιδιοκτησίας του, να διαταχθεί η αποβολή του εναγομένου απ' αυτό και η απόδοσή του στον ίδιο, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να απομακρύνει την υπάρχουσα μεταξύ των ιδιοκτησιών περίφραξη και σε περίπτωση άρνησής του να επιτραπεί στον ίδιο με δικές του δαπάνες, επικουρικά δε, επικαλούμενος ότι ο εναγόμενος προσέβαλε το δικαίωμα του προσωπικής δουλείας αποκλειστικής χρήσης επί του επιδίκου τμήματος, να αναγνωριστεί δικαιούχος προσωπικής δουλείας επί του επιδίκου, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει την προσβολή και να παραλείπει κάθε μελλοντική προσβολή με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε διατάραξη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν από το Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας αρχικά οι υπ' αριθμ. 88/2017 και 23/2018 μη οριστικές αποφάσεις και ακολούθως η υπ' αριθμ. 35/2019 οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα αιτήματα της αγωγής περί αποβολής του εναγομένου από το επίδικο, απαγόρευσης κάθε μελλοντικής διατάραξης της συγκυριότητας του ενάγοντος και απειλής χρηματικής ποινής για κάθε μελλοντική προσβολή του δικαιώματος του ενάγοντος, ενώ κατά τα λοιπά απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, εκδόθηκε από το τελευταίο αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλομένη απόφαση με την οποία γενομένου δεκτού του πρώτου λόγου εφέσεως περί λανθασμένης εφαρμογής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών, της επιδίκου διαφοράς μη αποτελούσης διαφορά μεταξύ συνιδιοκτητών με την παραδοχή ότι εφαρμοστέα διαδικασία ήταν εκείνη της τακτικής και όχι των περιουσιακών διαφορών, καθόσον οι διάδικοι δεν συνδέονται μεταξύ τους με σχέση συγκυριότητας στο επίδικο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και την δίκασε κατ' ουσία κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία, μη παραπέμποντας τη συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο για λόγους οικονομίας της δίκης, ενόψει του ότι η εφαρμογή των ρυθμίσεων της εφαρμοστέας διαδικασίας δεν καθίσταται ανεπιεικής για τους διαδίκους, απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη, γενομένης δεκτής ως κατ' ουσίαν βάσιμης της νομοτύπως προβληθείσας ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου.
ΙΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ.α του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Ο παρόν λόγος αναίρεσης όπως και εκείνος από τον αριθμό 6 (της εκ πλαγίου παραβάσεως του νόμου) ιδρύεται μόνο επί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα δεν ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (Α.Π. 1687/2013). Καθαρά δικονομικού εξάλλου κανόνες είναι και εκείνοι των άρθρων 591 παρ.6 και 529 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. "Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία με την οποία δικάζεται, ενώ με το άρθρο 529 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι "Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Εξέταση νέων μαρτύρων για ζητήματα για τα οποία εξετάσθηκαν μάρτυρες στην πρωτόδικη δίκη επιτρέπεται, αν αυτό επιβάλλεται κατά την κρίση του δικαστηρίου".
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι α) ενώ η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο της έφεσής του περί εσφαλμένης εφαρμογής της (ειδικής) διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι εφαρμοστέα διαδικασία είναι εκείνη της τακτικής διαδικασίας, εντούτοις δεν ανέπεμψε την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να εκδικαστεί με τη δέουσα διαδικασία, αλλά κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ουσίας την αγωγή του κατά παράβαση του άρθρου 591 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ. και β) δεν έλαβε υπόψη η προσβαλλομένη απόφαση τις καταθέσεις των μαρτύρων του, που εξετάσθηκαν προς υποστήριξη των λόγων της έφεσής του, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 529 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατ' αμφότερα τα σκέλη του, καθώς η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. δεν μπορεί, να θεμελιώσει την παράβαση του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως εκ του δικονομικού τους χαρακτήρα κατά τα προεκτεθέντα.
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημο με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη, λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1153/2020).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη, ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. συνισταμένες στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παρέβλεψε τα αναφερόμενα προσκομισθέντα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, στα οποία δεν κάνει καν μνεία ότι τα έλαβε υπόψη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αλλά ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος. Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι με τον λόγο αυτό της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση περί μη λήψης υπόψιν των άνω αποδεικτικών μέσων που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο λόγος αυτός εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ και είναι απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 1 κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους, στην περιοριστική απαρίθμιση των οποίων δεν περιλαμβάνεται ο άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 304/2021, 1032/2019). Κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ1103/2011). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, τα οποία προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Α.Π. 348/2023, ΑΠ 550/2017). Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (Κ.Πολ.Δ. 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. Για το ορισμένο αυτού του λόγου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017). Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτιθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ( ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό (Α.Π. 348/2023, ΑΠ 972/2022, ΑΠ 892/2019).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αρ. 6 του 560 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθώς στο οικείο δικόγραφο, δεν γίνεται μνεία της διατάξεως, ή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε το περιεχόμενο αυτής ή αυτών, ούτε παρατίθενται σε αυτό, έστω και συνοπτικά, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την κτήση κυριότητας του επιδίκου τμήματος ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης. Πέραν τούτου υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης του λόγου αυτού αναιρέσεως πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Μονομελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). IV) Συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 69/2021 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος δεν επιβάλλονται, ελλείψει σχετικού προς τούτο αιτήματος λόγω της ερημοδικίας του νικήσαντος αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-9-2021 αίτηση για αναίρεση της 69/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας που δίκασε ως Εφετείο.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ