ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 925/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 925/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 925/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 925 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 925/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 18-2-2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σωτηρίας Κοσμά, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ... σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου της Δ.Ε. ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Μ. χήρα Α. Κ., το γένος Β. Σ., κάτοικος ..., 2) Β. Κ. του Α. και της Μ., κάτοικος ..., 3) Α. Κ. του Θ. και της Α., κάτοικος ..., 4) Σ. Κ. του Θ. και της Α., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2005 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Α. Κ. του Θ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7287/2007 μη οριστική, 32075/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1136/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-6-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιφιγένεια Ματσούκα ανέγνωσε την από 10-2-2025 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 03-06-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1136/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν επικυρώθηκε η 32075/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 02-12-2005 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 του Α.Κ., 62, 73, 286 περ. α`, 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή, κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει, όμως, κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός εάν ενεργήσει αυτές ο διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ. Α.Π. 22/2000, Α.Π. 575/2020, Α.Π. 148/2017, Α.Π. 28/2007). Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή διαδοχικά, με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης ( Α.Π. 906/2020, Α.Π. 1014/2017), ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού. Ειδικότερα, εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξαγάγει τη δίκη, στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 618/2010, 397/2010, 253/2010, 211/2010), ενώ εάν, αντιθέτως, ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως και κατ` ελεύθερη εκτίμηση του υφισταμένου αποδεικτικού υλικού (ΑΠ 187/2018, 234/2018, 548/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο (19-02-2025), εμφανίστηκε η δικηγόρος Θεσσαλονίκης, Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη, η οποία με προφορική δήλωσή της, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αλλά και με τις από 22-01-2025 κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος, Α. Κ. του Θ., απεβίωσε στις ..., προσκόμισε δε και επικαλέστηκε: 1) πιστό αντίγραφο της με αρ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου Δ.Ε. ..., 2) το με αρ. πρωτ. ...-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Θεσσαλονίκης και το υπ’ αρ. ... πιστοποιητικό μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 3) την υπ' αριθμ. ...-2015 έκθεση δήλωσης απολύτου αποποιήσεως κληρονομιάς του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης από τον Θ. Κ. και το από ...-2023 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του του Δήμου Θεσσαλονίκης για το Θ. Κ., 4) το υπ’ αρ. 2454/2025 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη αποποιήσεως κληρονομιάς από την Μ. χήρα Α. Κ. και από τον Β. Κ. του Α., 5) την υπ’ αρ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Κ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης με αρ. καταχ. ...-2024 και, συνακόλουθα, δήλωσε ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τους νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και συγκεκριμένα από: 1) την Μ. χήρα Α. Κ., 2) το Β. Κ. του Α., 3) τον Α. Κ. του Θ. και το Σ. Κ. του Θ., τους οποίους νομίμως εκπροσωπεί. Από τα προσκομισθέντα στοιχεία προς απόδειξη της κληρονομικής ιδιότητας των ως άνω δηλούντων τη συνέχιση της δίκης κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι ο θάνατος αυτού έλαβε χώρα μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στις 06-06-2012, στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτώς, στο πρόσωπο του αρχικώς αναιρεσιβλήτου, μετά δε το θάνατο του τελευταίου και την κατά τα ανωτέρω παραδεκτώς γενόμενη γνωστοποίησή του (άρθρο 287 του ΚΠολΔ) επήλθε βίαιη διακοπή της παρούσας δίκης, η οποία νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτού, που παρίστανται, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε και, μάλιστα, ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), β) τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 402/2022, ΑΠ 901/2020, ΑΠ 121/2014). Η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 402/2022, ΑΠ 901/2020, ΑΠ 148/2008). Τέλος, ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 785/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον διατείνεται: 1. ότι η γενική αποδοχή της προσβαλλόμενης, ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος κατείχαν το επίδικο από την εποχή της τουρκοκρατίας και το καλλιεργούσαν με σιτηρά για τουλάχιστον μία δεκαετία μέχρι την 20-5-1917, χωρίς να γίνεται ειδικότερη αναφορά για το πότε οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος διαδέχθηκαν τους δικαιοπαρόχους αυτών, με ποια αιτία έγινε η διαδοχή μεταξύ αυτών και χωρίς ειδικότερη αναφορά της συγγενικής σχέσης μεταξύ των άμεσων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων αυτών, καθιστά τα γενόμενα δεκτά από την αναιρεσιβαλλόμενη ασαφή και ατελή 2. ότι με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα ιδιωτών (δικαιοπάροχων του ενάγοντος) με υπερδεκαετή έως το 1917 εξουσίαση, καίτοι το αναιρεσείον προσκόμισε και επικαλέστηκε έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών σύμφωνα με την οποία το επίδικο ήταν κοίτη και πρανές χειμάρρου, ήτοι ανεπίδεκτο (κατά το αναιρεσείον) οιασδήποτε καλλιέργειας. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι, δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, οι πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, στις οποίες θεμελιώνεται το πόρισμά του, επί του αμφισβητούμενου ζητήματος της υπόθεσης, ήτοι της κυριότητας του επιδίκου, προκειμένου να ελεγχθεί εάν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση της απόφασής του, σε σχέση και με τα στοιχεία των εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις. Το αναιρεσείον αρκείται στην παράθεση περιορισμένων, μεμονωμένων και κατ' επιλογή του ιδίου αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης. Έτσι, όμως, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και κατά συνέπεια του, συναπτώμενου αιτιωδώς με τις παραδοχές, διατακτικού της απόφασης, από την ορθότητα του οποίου εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Ανεξαρτήτως δε τούτων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και επειδή, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 348/2021). Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019). Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439, 440 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 617/2023, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου, ισχυριζόμενο ότι η έκθεση επίδοσης του πρωτοκόλλου κατάληψης του επιδίκου στον αναιρεσίβλητο, ως δημόσιο έγγραφο, αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το γεγονός της θυροκόλλησης του πρωτοκόλλου στην κατοικία του αναιρεσιβλήτου λόγω άρνησης του τελευταίου να το παραλάβει, επομένως (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος) η επίδοση ήταν νομότυπη και η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ασκηθείσα μετά την πάροδο έτους από την εν λόγω επίδοση, έπρεπε να απορριφθεί λόγω του ότι η αξίωση του τελευταίου είχε υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 3 παρ 1 του από 24.10/31.10.1940 β.δ/τος. Το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί ότι ήταν άκυρη η επίδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης στον αναιρεσίβλητο υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια. Με τα ανωτέρω όμως εκτιθέμενα δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, ο οποίος δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εν λόγω διάταξη, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω σημείο, αυτή δέχθηκε ότι η επίδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης του επιδίκου στον αναιρεσίβλητο ήταν άκυρη, εφόσον έλειπαν τα αναγκαία για την εγκυρότητα αυτής στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 128, 130 και 139 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι στη σχετική έκθεση δεν αναγραφόταν η οδός και ο αριθμός της κατοικίας στην οποία ο αναιρεσίβλητος αναζητήθηκε, προκειμένου να κριθεί ότι το πρωτόκολλο θυροκολλήθηκε πράγματι στην κατοικία του επειδή αυτός αρνήθηκε να το παραλάβει. Σημειωτέον δε, ότι η παραπάνω παραδοχή του Εφετείου, ότι ήταν άκυρη η επίδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης στον αναιρεσίβλητο δεν πλήττεται, ήτοι δεν προτείνεται από το αναιρεσείον η παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου, που θεμελιώνεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-06-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 1136/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή