ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 926/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 926/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 926/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 926 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 926/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιμιτσή, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου-Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-2-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Η ένδικη από 13-02-2023 αίτηση αναίρεσης, απευθύνεται κατά της υπ' αριθμ. 200/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας (σημειωτέον ότι στο διατακτικό της προσβαλλομένης αναγράφεται προφανώς από παραδρομή ότι η υπόθεση δικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αντί ερήμην, αφού, όπως επί λέξει διαλαμβάνεται σε αυτήν, ¨...η εφεσίβλητη, παρίσταται με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, άρα μη προσηκόντως, εξ ου και πρέπει να δικαστεί ερήμην...¨). Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 14-09-2022 και δεν προκύπτει επίδοσή της. Δεδομένου όμως ότι η από 13-02-2023 με αριθμ. καταθ. 20/13-02-2023 αίτηση αναίρεσης ασκείται από την ερημοδικασθείσα εφεσίβλητη, θεωρείται ότι αυτή παραιτήθηκε σιωπηρά από το δικαίωμα για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον, από το επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ...-2023 ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Παγγαίου Σ. Τ., προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα διόρισε τον υπογράφοντα την αναίρεση δικηγόρο, Κωνσταντίνο Σιμιτσή, ειδικό πληρεξούσιο, για να παραστεί και να την αντιπροσωπεύσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ή σε οποιαδήποτε μετ' αναβολή και να υποστηρίξει την αναίρεσή της κατά της με αριθ. 200/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό, δήλωσε δε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει όλες τις πράξεις του παραπάνω πληρεξουσίου της, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια των παρεχομένων εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και επομένως και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση αναίρεσης σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμά της για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης. Η έγκριση αυτή, που ενεργεί αναδρομικά, ισχυροποίησε την ως άνω παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Β. Επειδή, στο άρθρο 4 του ν. 3127/2003 - που αφορά τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για τη κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο - ορίζονται τα εξής: "Παρ. 1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό, που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής. βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' πρoσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. παρ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...". Έτσι, από τις άνω διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 ΑΚ, προκύπτει, ότι, για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο του δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτούνται αδιατάρακτη νομή επί 30 έτη του πράγματος και καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν γνωρίζει, ότι το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα. Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης ή την έλλειψή της, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού. Εξάλλου, ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντιθέτως κατά το άρθρο 4 ν. 3127/2003 την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά το χρόνο κτήσης της νομής, από καθένα από αυτούς, φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ν. 3127/2003 καθίσταται σαφές ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλ' αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλούμενου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του. Γ. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) .....6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά. Περαιτέρω, από τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 03-01-2020 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχτηκε τα ακόλουθα: ..."Στην αγωγή της η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι κατέστη με έκτακτη χρησικτησία κατ' άρθ. 4 §1β και 2 ν. 3127/2003 κυρία του με αρ. ... οικοπέδου, έκτασης 61 τ.μ., στο ... Ο.Τ. του συνοικισμού ..., το οποίο της μεταβίβασε ατύπως ο πατέρας της το ..., στον οποίο το μεταβίβασε το ... ατύπως η μητέρα του Ε. χήρα Ι. Μ., η οποία εγκαταστάθηκε στη νομή του το ..., καθ'-υπόδειξη των αρμόδιων αρχών, ως θύμα πολέμου και για την επαγγελματική της αποκατάσταση ανέγειρε σε αυτό το ... ένα κατάστημα περί τα 20 τ.μ. που λειτουργούσε επί μακράν ως περίπτερο. Στην αγωγή ομολογείται (αρχή σελ. 4) ότι αυτή "γνώριζε όταν της παραχωρήθηκε η νομή ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα δημόσιας εποικιστικής έκτασης. Ανέλαβε όμως τη νομή καθ' υπόδειξη των κρατικών οργάνων και με τη δέσμευση της μεταβίβασης κυριότητας σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας για την αποκατάσταση θυμάτων πολέμου", ότι πίστευε ότι "η μεταβίβαση ήταν μια απλή τυπική διαδικασία που θα γινόταν εν ευθέτω χρόνο" και "δεν γνώριζε ότι απαιτούνταν να παραλάβει πρωτότυπο τίτλο κυριότητας". Το εκκαλούν αντιτείνει ότι οι άτυπες μεταβιβάσεις ενδεικνύουν κακή πίστη των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας που γνώριζαν ότι δεν έχουν κυριότητα στο επίδικο, το ίδιο και η από 22.11.2005 αίτηση που υπέβαλε ο πατέρας της ενάγουσας στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Καβάλας, για παραχώρηση του επιδίκου ως κατεχόμενης διαθέσιμης έκτασης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3147/2003 (δηλαδή ως σε αυθαίρετο κάτοχο δημόσιας εποικιστικής έκτασης κοινόχρηστης ή διαθέσιμης...). Το αίτημά του αυτό απορρίφθηκε με την 70/2006 απόφαση της ανωτέρω Επιτροπής, κατά της εν λόγω δε αποφάσεως ο αιτών υπέβαλε ένσταση, η οποία, κατόπιν της 31/2009 αναβλητικής αποφάσεως της αυτής Επιτροπής, απορρίφθηκε με την 14/2010 απόφασή της, επειδή "για λόγους δημοσίου συμφέροντος προηγείται η ικανοποίηση του Δήμου Καβάλας" που το 2009 είχε ζητήσει παραχώρηση του επιδίκου με σκοπό να μην αποτελέσει κώλυμα και να συμπεριληφθεί στην υπό μελέτη ανάπλαση του συνοικισμού στην οικεία θέση, και "κατά δεύτερον" επειδή "το αξιοποιημένο τμήμα είναι μικρότερο της-συνολικής έκτασης του οικοπέδου, το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και το οποίο με την παραχώρηση και κατάτμηση του τμήματος που περιέχει το κτίσμα, θα καταστεί μη αξιοποιήσιμο". Κατά της άνω ασκήθηκε ως προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας και παραπέμφθηκε, αρμοδίως (βλ. Ολ. ΣτΕ 521/2014), στο Συμβούλιο της Επικράτειας με την 226/2014 απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, οπότε το ΣτΕ με την 2329/2018 απόφασή του απέρριψε αίτημα παραχωρήσεως, για το λόγο ότι το άρθρο 5 του ν. 3147/2003 αντίκειται στο Σύνταγμα κατά την ΟλΣτΕ 521/2014. Υπό τα προεκτεθέντα, πράγματι η ενάγουσα ομολογεί ότι η γιαγιά της κατά την κτήση νομής του επιδίκου γνώριζε ότι δεν είχε κυριότητα, αλλά ανέμενε να περιέλθει σε αυτήν, ώστε δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής υπέρ της εφεσίβλητης- ενάγουσας η διάταξη του άρθ. 4 περ. β' ν. 3127/2003. ..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι η απώτερη δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας δεν κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου ανήκοντος στο Δημόσιο με την ειδική χρησικτησία που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθ. 4 περ. β' ν. 3127/2003 διότι κατά την κτήση της νομής του γνώριζε ότι δεν είχε κυριότητα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη συνδρομής στην ένδικη περίπτωση των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 4 περ. β' ν. 3127/2003 και 1042 ΑΚ. Συγκεκριμένα, ενώ γίνεται δεκτό από την προσβαλλομένη ότι η νομή του επιδίκου παραχωρήθηκε στην απώτερη δικαιοπάροχο της ενάγουσας από τα αρμόδια όργανα του αναιρεσιβλήτου, δεν γίνεται καμία αναφορά στον εάν αυτή, κατά το χρόνο παράδοσης της νομής ήταν καλής ή κακής πίστης, γιατί μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση αποκλείεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 περ. β' ν. 3127/2003, ενώ εξάλλου όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το γεγονός ότι ο νομέας γνωρίζει ότι το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου δεν αποκλείει την καλή πίστη αυτού, συνισταμένη στην πεποίθηση (κατά την κτήση της νομής), η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα, λόγω της νίκης της (άρθρο 495 παράγραφος 3 ΚΠολ Δ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, μειωμένα όμως (άρθρο 22 παράγραφος 1 νόμου 3693/1957 παράγραφος 2 της 134423/8/12/1992 Κοινής Υπουργικής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, άρθρο 28 παράγραφος 5 του νόμου 2579/1998), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 200/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή