Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 927 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 927/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Γ. του Ν. και της Κ. 2) Γ. Σ. του Π. και της Ε., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Καββάγια, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ι. - Α. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Λ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δημαρά, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1942/2019 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, 82/2023 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1231/2024 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-6-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 11-06-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1231/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την από 06-02-2023 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της με αριθμό 82/2023 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 25-09-2017 αναγνωριστική ακυρότητας διαθήκης αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδαφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του πιο πάνω λόγου αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, ακόμα και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο, όπως ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς επίσης και οι λόγοι για τους οποίους ο αποδεικτέος ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 703/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία αυτές επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αυτές προσκόμισαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και επικαλέστηκαν ως σχετικό με αριθμό 6 στις από 23-11-2023 προτάσεις τους και τα οποία προσδιορίζουν στο αναιρετήριο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των από 21-11-2023 εγγράφων προτάσεων που υπέβαλαν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του εφετείου ως εκκαλούσες, δεν προκύπτει ότι επικαλέσθηκαν τα έγγραφα, τα οποία αναφέρουν το πρώτον στο αναιρετήριο, τη μη λήψη υπόψη των οποίων αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Στις παραπάνω προτάσεις τους κάνουν παντελώς αόριστα αναφορά με αριθμό 6 σε "λοιπά έγγραφα", τα οποία δεν προσδιορίζουν ούτε κατ' είδος, ούτε κατά περιεχόμενο.
2. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007). Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον πρώτο λόγο της αίτησής τους, κατά το δεύτερο σκέλος του και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους σχετικά με τα αίτια διαμόρφωσης της πραγματικής βούλησης του διαθέτη. Ειδικότερα, αναφορικά με την παραπάνω αιτίαση, επί λέξει διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ..."Παράλληλα, δε λήφθησαν υπόψη στην αναιρεσιβαλλόμενη ούτε οι ισχυρισμοί μας περί γνησιότητας της ένδικης διαθήκης, οι οποίοι εδράζονταν στην πραγματική βούληση του διαθέτη, όπως αυτή αποδεικνύονταν εκ των ως άνω αποδεικτικών μέσων, την εκτίμηση των οποίων φέρεται επίσης να αγνόησε η αναιρεσιβαλλομένη, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι η κατάθεση του μάρτυρα των αντιδίκων, Π. Π., δεν αντικρούεται από εμάς, παραβλέποντας με αυτό τον τρόπο τόσο την προβολή των αντίθετων ισχυρισμών μας, για τους οποίους δε γίνεται κανένας λόγος σε αυτή όσο και την προσαγωγή των αντίστοιχων προς αυτή την κατεύθυνση αποδεικτικών μέσων. Οι δε ισχυρισμοί μας περί των αιτίων που διαμόρφωσαν τη βούληση του διαθέτη, όπως η τελευταία καταγράφεται στην ένδικη διαθήκη, είναι ουσιώδεις για την έκβαση της υπόθεσης, καθώς τείνουν στην κατάλυση του αγωγικού αιτήματος των αντιδίκων περί ακύρωσης της διαθήκης."....Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειουσών κατά των αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσίβλητων και συνεπώς δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί υπό το πρόσχημα της επίκλησης της πλημμέλειας των αριθμών 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων. 3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 παρ. 1α ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι είναι άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη, εφόσον αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτόν. Ο νόμος απαίτησε την καθ' ολοκληρίαν γραφή της ιδιόγραφης διαθήκης από το χέρι του ίδιου του διαθέτη, που ο ίδιος προσδιορίζει και διευθύνει την κίνηση προς γραφή προερχόμενη από τη δική του σωματική επάρκεια προς διασφάλιση της γνησιότητας και του περιεχομένου της τελευταίας βούλησης αυτού (διαθέτη), μη επιτρέποντας την επέμβαση ξένης χειρός σ' αυτήν, και, εφόσον δεν διακρίνει, απαιτείται να είναι ιδιοχείρως γραμμένη ολόκληρη η διαθήκη απ' αρχής μέχρι τέλους, το οποίο επισημαίνεται με την επίσης ιδιοχείρως γραμμένη υπογραφή του διαθέτη. Το βάρος απόδειξης της γνησιότητας της ιδιόγραφης διαθήκης, έχει αυτός που επικαλείται τη γνησιότητα. (ΑΠ 708/2015). Η ΑΚ 1721 αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης δεν μπορεί δηλαδή η ιδιωτική βούληση να παραμερίσει έστω και κατά το ελάχιστο, τις διατυπώσεις σύνταξης που ορίζει ο νόμος. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να εγερθεί αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης έννομης σχέσης η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει "συνοπτικές" αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1738/2017). Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται, όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης προϋποθέσεις, ενόψει του ότι το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 2119/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη από 25-09-2017 αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά των ήδη αναιρεσειόντων, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της αναφερόμενης σ' αυτήν ιδιόγραφης διαθήκης του Δ. Ρ., κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στις ... απεβίωσε, στη ..., ο Δ. Ρ. του Α., κάτοικος ..., εγγύτεροι συγγενείς του οποίου ήταν, κατά τον χρόνο εκείνο, οι ενάγοντες, Ν., Ι. - Α. και Λ. Ρ., τέκνα του από τον γάμο του με την Ι. Π., ο οποίος λύθηκε με την υπ' αριθ ....1996 απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Νότιας Αφρικής τοπικό τμήμα Gauteng, Γιοχάνεσμπουργκ, το δεδικασμένο της οποίας έχει αναγνωρισθεί με την υπ αριθ. 1913/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκούσια δικαιοδοσία). Με τα υπ' αριθ. 3948/26.07.2017 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε και καταχωρίστηκε στα βιβλία διαθηκών του ίδιου Δικαστηρίου (τ. ..., αρ. ...), η από ....2014 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος, κατόπιν αίτησης της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Α., στην οποία είχε κατατεθεί, συνταχθείσας της υπ' αριθ. ....2014 πράξης της.
Σε αυτή επί λέξει αναφερόταν:
"...ονομάζω κληρονόμους μου τα τέκνα μου, την πολυαγαπημένη μου σύντροφο Ε. Γ. του Ν. και την Γ. Σ. του Π. και της Ε. Γ. Στην Θυγατέρα μου Ν. αφήνω όλα τα έπιπλα τού διαμερίσματος μου γιατί έχω δαπανήσει πολλά χρήματα για την οικονομική της αποκατάσταση και της έχω δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την εργασία της που έχει στο ..., ομοίως στον γιο μου Ι. του αφήνω την ευχή μου γιατί τον έχω βοηθήσει οικονομικά για τις επιχειρήσεις που έχει δημιουργήσει στο Γιοχάνεσμπουργκ καθώς επίσης και την θυγατέρα μου Λ. που ζεί στην Ελβετία και έχω ξοδέψει πολλά χρήματα γιά τις σπουδές της και την οικονομική της αποκατάσταση της δίνω την ευχή μου, στην σύντροφό μου Ε. Γ. του Ν. που με συντροφεύει από το έτος 2003 και συμβιώνουμε η οποία με λατρεύει και τη λατρεύω και με περιποιείται και με φροντίζει καλύτερα από τον εαυτόν της, της αφήνω την επικαρπία του διαμερίσματος που μένουμε περίπου 80 τ.μ. με ότι μετρητά ευρεθούν σε Τράπεζα ή άλλα κινητά πράγματα πού θά κατά τον θάνατό μου, και την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος αφήνω στην θυγατέρα της Γ. Σ. του Π. την οποία την έχω σαν παιδί μου γιατί την έχω σχεδόν εγώ μεγαλώσει η οποία είναι άνεργη. Παρακαλώ τα παιδιά μου να μην δημιουργήσουν κανένα πρόβλημα στην Ε. μου γιατί οφείλω τη ζωή μου σαυτήν με την αγάπη της...". Το κείμενο φέρει ημερομηνία "Βουλιαγμένη 24 Οκτωβρίου 2014 Ο διαθέτης" και υπογράφεται με το ονοματεπώνυμο "Δ. Ρ." και μια τεθλασμένη γραμμή κάτω από αυτό. Οι ενάγοντες πρόβολαν ότι η διαθήκη δεν συντάχθηκε, ούτε υπογράφηκε από τον πατέρα τους και, λόγω των αντίθετων απόψεων των διαδίκων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 1942/2019 απόφασή του, διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου ειδικός γραφολόγος να γνωμοδοτήσει επί του παραπάνω αμφισβητούμενου θέματος. Με την από ....2020 έκθεσή του ο διορισθείς πραγματογνώμονας, δικαστικός γραφολόγος Ι. Γ. Δ., αφού μελέτησε δειγματική γραφή του αποβιώσαντος, σε έγγραφα που προσκόμισαν και οι δύο πλευρές, τα οποία, ωστόσο, αποδείχθηκαν "ελλιπές δειγματικό υλικό", κατέληξε ότι η γραφή και υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης, δεν μπορούν να αποδοθούν γραφολογικά με βεβαιότητα στον Δ. Ρ. Στην έκθεσή του, μεταξύ άλλων, καταγράφονται τα γενικά χαρακτηριστικά της γραφής στη διαθήκη, όπως ότι οι άξονες των γραμμάτων είναι κάθετοι εκτός από μερικά γράμματα, που έχουν κλίση προς τα δεξιά, η πορεία της γραφής είναι οριζόντια, η μορφή των γραμμάτων είναι σφαιρική, το μέγεθος τους μέτριο και ομοιόμορφο, δεν τηρούνται παράγραφοι και παρατηρούνται λίγες συνδέσεις γραμμάτων, κυρίως στις καταλήξεις των λέξεων, ενώ συμπεραίνεται ότι η διαθήκη πρέπει να χαράχθηκε από το ίδιο άτομο, που χάραξε και τρία ιδιωτικά χειρόγραφα έγγραφα, που παραδόθηκαν στον γραφολόγο από τις εναγόμενες, τα οποία, όμως, κατά δήλωση των ίδιων, δεν είναι αναμφισβήτητης προέλευσης. Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 1993 ο αποβιώσας είχε συντάξει τετρασέλιδο χειρόγραφο με τίτλο "Last will and Testament" (μτφρ. "Διάταξη τελευταίας βούλησης και Διαθήκη"), που φέρει, βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του, με σφραγίδα της Citibank ΝΑ, Kolonaki Branch, με ημερομηνία 28 Σεπτεμβρίου 1993 και υπογραφή Η.Ρ. M., το οποίο δεν θεωρήθηκε κατάλληλο προς γραφολογική αξιολόγηση από τον πραγματογνώμονα, επειδή έχει συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα, παραμένει, ωστόσο, πρόσφορο για τον εντοπισμό κρίσιμων στη γραφή του συντάκτη του χαρακτηριστικών, ανεξαρτήτως γλώσσας. Ειδικότερα, παρατηρείται σε αυτό ότι όλα τα γράμματα έχουν κλίση προς τα δεξιά, το μέγεθος τους είναι αισθητά μεγαλύτερο από αυτό της διαθήκης τηρούνται παράγραφοι, οι συνδέσεις γραμμάτων είναι πολύ συχνές και εντοπίζονται ακόμα και σε ολόκληρες λέξεις (βλ. ενδεικτικά σελ. 2, λέξεις purpose, accounts, branch, funds, current, με σύνδεση όλων των γραμμάτων τους), έχει, δε, τεθεί υπογραφή συμβολικού τύπου, περίπλοκης χάραξης, στην οποία δεν διακρίνονται γράμματα, ακολουθούμενη από το ονοματεπώνυμο "D. R.", με κεφαλαία γράμματα. Αυτά τα χαρακτηριστικά ή αρκετά από αυτά απαντώνται και σε όλα τα υπόλοιπα, μη αμφισβητούμενης προέλευσης προσκομιζόμενα έγγραφα, και ιδίως σε τρία έγγραφα του κληρονομούμενου προς την Marfin Bank (υπογεγραμμένη δήλωση συναινέσεως επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και δισέλιδη αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού, με υπογραφές σε κάθε σελίδα - όπου έχουν συμπληρωθεί τα στοιχεία ταυτότητας και κατοικίας με αγγλικά κεφαλαία γράμματα - και έντυπο με δείγμα υπογραφής του), καθώς και σε υπεύθυνη δήλωσή του προς το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας με ελληνικά κεφαλαία γράμματα, ημερομηνία "ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 3 2000" και την ίδια υπογραφή συμβολικού τύπου, η οποία έχει τεθεί σε όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, αλλά και στο διαβατήριό του. Από αυτά, σε συνδυασμό και με την μαρτυρία του Π. Π., συζύγου της τρίτης εφεσίβλητης Λ. Ρ. (βλ. 3° φύλλο της υπ' αριθ. 9282/18.01.2018 ένορκης βεβαίωσης), αποδεικνύεται ότι ο αποβιώσας είχε σταθερό συμβολικό υπογραφικό τύπο, που επί δεκαετίες έθετε σε επίσημα έγγραφα και δεν εμφανίζεται να υπογράφει ολογράφως αντίθετα προς την εξεταζόμενη διαθήκη, η οποία φέρει μόνο γραμματικού τύπου υπογραφή, με πεζά γράμματα. Η επιλογή αυτού του τύπου υπογραφής αποτελεί στοιχείο, που προσδιορίζει σταθερά τον υπογράφοντα και είναι δηλωτικό της προέλευσης των εγγράφων από τον ίδιο, περισσότερο και από τα ειδικά χαρακτηριστικά της γραφής του, η οποία μπορεί να εμφανίζει σταδιακά στοιχεία παρακμής ή αλλοίωσης καθιστώντας δυσχερέστερη την διακρίβωση του υποκειμένου τους. Εκ περισσού σημειώνεται ότι, από την κατάθεση του ίδιου μάρτυρα, που δεν ανακρούεται από τις εκκαλούσες καταρρίπτεται και η αλήθεια του ουσιαστικού περιεχομένου της διαθήκης όσον αφορά τα αναφερόμενα αίτια της βούλησης του διαθέτη, καθώς βεβαιώθηκε ότι ο ίδιος, από τον Φεβρουάριο του 2014. είχε ανακοινώσει στα τέκνα του, Ν. και Ι. - Α., κατά τη διάρκεια ταξιδιού του στη Νότια Αφρική, ότι η σχέση του με την πρώτη εκκαλούσα είχε οριστικά τερματισθεί και επομένως, δεν επιβεβαιώνονται οι σχετικές αναφορές κατά τον αναγραφόμενο χρόνο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης (....2014). Κρίνονται, συνεπώς βάσιμοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί αφού αποδεικνύεται ότι η εξεταζόμενη διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τον ίδιο τον διαθέτη, αλλά από άλλο πρόσωπο, που προσπάθησε να μιμηθεί τον γραφικό χαρακτήρα του, θέτοντας υπογραφή γραμματικού τύπου, επειδή η απομίμηση της περίπλοκης, συμβολικού τύπου υπογραφής του, θα ήταν δύσκολο να γίνει πειστικά και θα καθιστούσε εμφανή, και από μη ειδικό, την πλαστότητα ταυ εγγράφου. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εκκαλουσών δεν ενισχύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο, ενώ οι ειδικότερες αιτιάσεις τους άτι η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα δεν περιλαμβάνει ασφαλές συμπέρασμα και ότι, λαμβάνοντας αυτήν υπόψιν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατέληξε σε εσφαλμένη απόφαση, δεν κρίνονται βάσιμες καθώς το δικαστήριο, όπως όφειλε, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτίμησε ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένης της πραγματογνωμοσύνης, προσδίδοντας της την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα, χωρίς να περιορισθεί αποκλειστικά σε αυτή, όπως σαφώς προκύπτει από το σκεπτικό και τις αιτιολογίες του, ορθά δε, με την εκκαλουμένη κατέληξε σε όμοιες με τις παραπάνω κρίσεις, απορριπτομένου, ως αβάσιμου του μοναδικού λόγου έφεσης. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η έφεση."... Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η από 24-10-2014 ιδιόγραφη διαθήκη του Δ. Ρ. δεν είναι γνήσια διαθήκη του, διότι δεν έχει γραφεί και υπογραφεί με το χέρι αυτού, και για το λόγο αυτόν είναι άκυρη, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών - εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της ακυρότητας της πιο πάνω διαθήκης για το λόγο που προαναφέρθηκε. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης αυτής, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 ΑΚ, που εφάρμοσε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι και απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος γιατί με αυτόν, υπό το πρόσχημα της επίκλησης της πλημμέλειας του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται στην πραγματικότητα, η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-06-2024 αίτηση για αναίρεση της 1231/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ