Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 929 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 929/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φ. Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου και Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Ι. Μ. του Π. και της Σ., κατοίκου ... και 2) Δ. συζ. Π. Π. το γένος Π. και της Σ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Παναγιώτη Ζαχόπουλου (ΑΜ ΔΣΑ 7705), που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Δ. Α. του Π. και της Φ., κατοίκου ..., 2) Ν. Ε. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Τιτίκας Νικέα-Μουράτογλου (ΑΜ ΔΣΑ 9396), που κατέθεσε προτάσεις και 3) Β. συζ. Φ. Γ., το γένος Π. και της Φ. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Στο σημείο αυτό η πληρεξουσία των 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η 3η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις ... σύμφωνα με την προσκομισθείσα ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: α) Φ. Γ. του Ι. και της Κ. (σύζυγος) και β) Κ. Γ. του Φ. και της Β. (τέκνο), οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Τιτίκας Νικέα-Μουράτογλου (ΑΜ ΔΣΑ 9396), που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ.13/5-6-2013 αγωγή του 1ου και 3ης των αναιρεσίβλητων, καθώς και της Κ. Ε., που απεβίωσε και την δίκη συνεχίζει ο 2ος αναιρεσίβλητος και την με αρ. κατ. 43/20-12-2013 αγωγή των νυν αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πύλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2018 μη οριστική και 106/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, δικάσαντος ως εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ενάγοντες της 2ης αγωγής-εναγόμενοι 1ης και ήδη αναιρεσείοντες με την με αρ. κατ. 24/6-9-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α`, 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λ.π., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης. Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις (μετά την τροποποίηση του άρθρου 287 με το ν.4335/2015) ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, η οποία δήλωση περί επανάληψης μπορεί να γίνει και σιωπηρά (Ολ. ΑΠ 22/2000, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 712/2020, ΑΠ 575/2020). Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνον, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Αντίθετα, ο θάνατος του αναγκαίου ομοδίκου, κατ' άρθρο 288 του ΚΠολΔ έχει ως αποτέλεσμα την διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων με δήλωσή της στο ακροατήριο, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε ότι η 3η αναιρεσίβλητη (3η ενάγουσα 1ης αγωγής-εναγομένη 2ης αγωγής) Β. συζ. Φ. Γ. το γένος Π. Α. απεβίωσε στις ..., κατέθεσε δε το με χαρακτηριστικό ασφαλείας ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Βάρης- Βούλας- Βουλιαγμένης, το με χαρακτηριστικό ασφαλείας ... πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Βάρης- Βούλας- Βουλιαγμένης της ανωτέρω (Β. Γ.), το ...-2024 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών, το 23560/21-10-2024 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος και το 18284/23-10-2024 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομίας του Πρωτοδικείου Αθηνών και δήλωσε ότι συνεχίζουν την ως άνω δίκη οι εξ αδιαθέτου καθολικοί της διάδοχοι Φ. Γ. (σύζυγος) και Κ. Γ. (τέκνο), ιδιότητα που ουδόλως αμφισβητήθηκε. Η γνωστοποίηση του θανάτου - που συνέβη μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης - της διαδίκου αυτής είναι νόμιμη, όπως και η δήλωση επανάληψης της δίκης, οπότε διακόπτεται βιαίως η δίκη ως προς την ανωτέρω απλή ομόδικο (βλ. κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω) και επαναλαμβάνεται άμεσα από τους καθολικούς διαδόχους της 3ης αναιρεσίβλητης. Σημειωτέον ότι ως προς την αρχική διάδικο Κ. Ε., που επίσης απεβίωσε, η γνωστοποίηση του θανάτου της και η επανάληψη από τον καθολικό της διάδοχο Νικόλαο Ελευθεριάδη (2ο αναιρεσίβλητο) έγινε ήδη στην κατ' έφεση δίκη.
ΙΙ. Ο 1ος αναιρεσίβλητος, η Κ. Ε. και η Β. Γ. με την με αρ.κατ. 13/5-6-2013 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύλου, στρεφόμενοι κατά της 2ης αναιρεσείουσας, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά ποσοστά 50%, 25% και 25%, αντίστοιχα, ενός τμήματος αγρού εμβαδού 2686 τμ, μείζονος έκτασης 9606 τμ, στον ..., το οποίο απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, άλλως με χρησικτησία και να υποχρεωθεί η εναγομένη-που το κατέλαβε τον Μάιο του 2008 ενσωματώνοντας το στο όμορο δυτικά ακίνητό της- να τους το αποδώσει. Οι νυν αναιρεσείοντες με την με αρ.κατ. 43/20-12-2013 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύλου, στρεφόμενοι κατά των 1ου αναιρεσίβλητου, Κ. Ε. και Β. Γ. ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% έκαστος εξ αδιαιρέτου,ενός τμήματος αγρού εμβαδού 2204,49 τμ, μείζονος έκτασης 14.360,61 τμ, στον ..., το οποίο απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, άλλως με χρησικτησία και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους το αποδώσουν. Εκδόθηκαν οι α) 9/13-2-2015 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων, που αφού τις συνεκδίκασε, απέρριψε την 1η αγωγή και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την 2η αγωγή, β) 68/28-2-2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, δικάζοντος ως εφετείου, που αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση των νυν αναιρεσίβλητων, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη για εφαρμογή τίτλων και γ) 106/14-4-2022 τελεσίδικη του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη (9/13-2-2015 Ειρηνοδικείου Πύλου), κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την 1η αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι το επίδικο τμήμα των 2686 τμ ανήκει στην συγκυριότητα των νυν αναιρεσίβλητων. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. 24/6-9-2022 των ηττηθέντων εφεσιβλήτων (εναγόντων 2ης αγωγής) με την οποία προσβάλλεται η προρρηθείσα απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που ουδόλως επιδόθηκε, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3, 566§1 ΚΠολΔ).
Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι η εν λόγω αίτηση, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου της, περιέχει εμμέσως πλην σαφώς και αίτημα να απορριφθεί η έφεση των νυν αναιρεσιβλήτων, καθόσον, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν είναι ανάγκη να διατυπώνεται πανηγυρικώς ή να περιέχεται στο αιτητικό της αναίρεσης και η από την εν λόγω διάταξη απαιτούμενη αίτηση ως προς την ουσία της υπόθεσης - κατά περίπτωση, της έφεσης ή της αγωγής, αλλά αρκεί να συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο του ιστορικού και του αιτητικού αυτής (Ολ. ΑΠ 849/1981, ΑΠ 290/2022, ΑΠ 284/2022, ΑΠ 1037/2019).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 του ΚΠολΔ (όπως τροποποιήθηκε με το ν.4842/2021 και ισχύει για τις αναιρέσεις που ασκήθηκαν μετά την 1-1-2022), που είναι ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση (του δικάσαντος Πρωτοδικείου επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου) δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 6 του άρθρ. 560 του ΚΠολΔ, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1094 ΑΚ, τη διεκδικητική αγωγή ασκεί ο κύριος του διεκδικούμενου πράγματος κατά εκείνου, ο οποίος, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, έχει τη νομή ή την κατοχή τούτου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Οι νυν αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες 1ης αγωγής) "είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 ο πρώτος αυτών και κατά, ποσοστό 1/4 έκαστος των τρίτου και τέταρτης αυτών ενός αγρού που βρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού ..., συνολικής επιφάνειας περίπου 10 στρεμμάτων, το οποίο αποτελούσε άλλοτε ένα ενιαίο ακίνητο, αλλά πλέον χωρίζεται με αγροτικό δρόμο σε δύο άνισα τμήματα, το πρώτο από τα οποία έχει έκταση 9606 τμ και το δεύτερο 486 τμ, όπως απεικονίζονται στο από ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Φ. Λ. το μεν πρώτο αυτών με τα κεφαλαία γράμματα ... και το δεύτερο αυτών με τους αριθμούς ..., ενώ σύμφωνα με το από ... τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου & τοπογράφου μηχανικού Ε.Μ.Π. Ι. Σ. το μείζον τμήμα έχει επιφάνεια 9718,45 και αποτυπώνεται με τα στοιχεία ...", ενώ οι νυν αναιρεσείοντες (ενάγοντες 2ης αγωγής) "είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος αυτών του όμορου προς τα δυτικά ακινήτου των καλούντων( αναιρεσίβλητων). Το ακίνητο των καλούντων( αναιρεσίβλητων) αρχικά ανήκε στον Δ. Χ. Α., ο οποίος απεβίωσε το έτος ... και δυνάμει της με αριθμό ... δημόσιας διαθήκης του ενώπιον του συμβολαιογράφου Πύλου Α. Γ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα με αριθμό 44/08.03.1956 πρακτικά του Πρωτοδικείου Καλαμάτας, κατέλιπε στον υιό του Π. Α. - πατέρα των καλούντων (αναιρεσίβλητων) το σύνολο της περιουσίας του, που δεν είχε διαθέσει στους υπόλοιπους κληρονόμους του και δεν περιγραφόταν αναλυτικά αλλά σε αυτή περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο. Ακολούθως, ο Π. Α. απεβίωσε το έτος ... χωρίς να αφήσει διαθήκη και στην κληρονομιά του κλήθηκαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και δη η σύζυγός του Φ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και τα τρία τέκνα του Δ., Κ. και Β. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος αυτών, οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά, τόσο για λογαριασμό τους όσο και για λογαριασμό του κληρονομούμενου, δυνάμει των με αριθμούς ....1977, ....1977, ....1977 και ....1977 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Πύλου Κ. Μ., οι οποίες έχουν μεταγραφεί νόμιμα, όπου το ανωτέρω ακίνητο τους περιγράφεται ως ένας αγρός ξηρικός στη θέση "..." εκτάσεως εννέα (9) περίπου στρεμμάτων, που συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες βόρεια Κ. χήρας Β. Κ. και κληρονόμων Δ. Μ., νότια με Ι. Μ., δυτικά Π. Μ. και ανατολικά Α. Μ., ενώ δυνάμει του με αριθμό ....1985 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πύλου Α. Σ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, η Φ. χα Π. Α. μεταβίβασε στον υιό της Δ. Α. - πρώτο των καλούντων(αναιρεσίβλητων) το ποσοστό της επί του ανωτέρω ακινήτου, ο οποίος κατέστη συγκύριος αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, το δε ακίνητο στο συμβόλαιο αυτό περιγράφεται ως ένας αγρός ξηρικός, ασκεπής στη θέση "..." της περιοχής του χωριού ... της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., εκτάσεως οκτώ (8) περίπου στρεμμάτων, που συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. χήρας Β. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Μ., νότια με ιδιοκτησία Ι. Μ., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Μ. και ανατολικά με αγροτική οδό, πέραν της οποίας βρίσκεται η ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Μ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 2007 η πρώτη των καθ' ων η κλήση (2η αναιρεσείουσα) τοποθέτησε πασσάλους επί της δυτικής (ενν. ανατολικά) πλευράς του ακινήτου της, οριοθετώντας το προς τα δυτικά (ενν. ανατολικά) και εις βάρος της ιδιοκτησίας των καλούντων(αναιρεσίβλητων), πλην όμως ο πρώτος των καλούντων(αναιρεσίβλητων) τους αφαίρεσε, ενώ το Μάιο του έτους 2008 η ίδια τοποθέτησε εκ νέου περίφραξη καταλαμβάνοντας τμήμα της ιδιοκτησίας των καλούντων(αναιρεσίβλητων) επιφάνειας 2.686 τ.μ., ισχυριζόμενη -από κοινού με τον δεύτερο των καθ' ων (1ο αναιρεσείοντα)- αδερφό της - ότι το καταληφθέν τμήμα, ανήκει στην ιδιοκτησία τους, πλην όμως τούτο δεν αποδείχθηκε αληθές. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι αρχική δικαιοπάροχος των καθ' ων η κλήση (αναιρεσειόντων) ήταν η Δ. χα Γ. Μ., η οποία - δυνάμει του αριθμό ....1924 διανεμητηρίου του συμβολαιογράφου Πύλου Α. Γ.- απέκτησε έναν αγρό επιφάνειας 4 στρεμμάτων στη θέση "..." ..., που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. X. Α. (και ήδη καλούντων-αναιρεσίβητων), δυτικά με θάλασσα, βόρεια με ιδιοκτησία Α. Μ. (και ήδη κληρονόμων Δ. Μ.) και νότια με ακρογιαλιά. Κατόπιν άτυπης διανομής της περιουσίας της, η ανωτέρω κατέλιπε το ακίνητο αυτό στον υιό της Π. Μ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1978 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και δη τη σύζυγό του Φ., η οποία απεβίωσε το έτος ..., τον υιό του Γ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1998 και τα τέκνα του Δ. και Ι. - καθ' ων η κλήση (αναιρεσείοντες), οι οποίοι κατέστησαν τελικά συγκύριοι του ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος και οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά, τόσο για λογαριασμό τους όσο και για λογαριασμό των προαποβιωσάντων δικαιοπαρόχων τους, δυνάμει της με αριθμό ....2004 αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Λ. Κ. -Φ., όπου το ανωτέρω ακίνητο τους περιγράφεται ως ένας αγρός ξηρικός με έκταση 12.159,12 τ.μ., στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας οικισμού ..., ο οποίος συνορεύει βόρεια εν μέρει με νεκροταφείο εντός του οποίου υπάρχει ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Μ., νότια με ιδιοκτησία των ιδίων και πρώην Σ. Μ., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Α. και δυτικά με βραχώδη παραλία και πέραν αυτής με θάλασσα, αποτυπώνεται δε στο από Μαρτίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Χ.
Εξάλλου, οι καθ' ων η κλήση (αναιρεσείοντες) ισχυρίζονται ότι το όριο ανάμεσα, στα. δύο ακίνητα, των διαδίκων τέθηκε για πρώτη φορά, από τη Φ. χα Π. Α. και τον Γ. Μ., πλην όμως τούτο δεν αποδείχθηκε ως αληθές, καθώς από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε πότε έλαβε χώρα η συμφωνία αυτή, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη ότι ο Γ. Μ. απεβίωσε το έτος ..., ότι η Φ. χα Π. Α. απεβίωσε το έτος 1994 και ότι ούτε οι καθ' ων η κλήση (αναιρεσείοντες) επικαλούνται έστω το έτος κατά, το οποίο δήθεν οι ανωτέρω συμφώνησαν περί του ορίου των ακινήτων τους. .....
Περαιτέρω, οι καθ ' ων η κλήση (αναιρεσείοντες) ισχυρίζονται ότι το έτος 2003 έλαβε χώρα νέα συμφωνία ανάμεσα στη Β. το γένος Π. Α. και τη Δ. το γένος Π. Μ., σύμφωνα με την οποία επιβεβαιώθηκε το μεταξύ τους όριο όπως δήθεν είχε τεθεί στο παρελθόν από τους Φ. χα Π. Α. και Γ. Μ. και δη μία μεγάλη πέτρα βαμμένη με κόκκινη μπογιά στη βόρεια πλευρά και ένας κοκκινισμένος βράχος στη νότια πλευρά και κατόπιν παραχώρησης τμήματος της ιδιοκτησίας των καθ' ων η κλήση (αναιρεσειόντων) υπέρ της ιδιοκτησίας των καλούντων (αναιρεσιβλήτων) επιφάνειας 2.204,49 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται στα σημεία 15-19-20-2 του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος Ι. Σ., προκειμένου να μην υπάρχουν έριδες με τους καλούντες(αναιρεσίβλητους) -γείτονές τους. Όμως, δεν αποδείχθηκε ούτε αυτή η συμφωνία, η οποία εξάλλου αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής. Ειδικότερα, η δικαιοπάροχος των καθ' ων η κλήση (αναιρεσειόντων) είχε αποκτήσει την έκταση τους, επιφάνειας μόλις τεσσάρων στρεμμάτων, ογδόντα χρόνια πριν, ήτοι το έτος 1924, και το έτος 2004 οι καθ' ων η κλήση (αναιρεσειόντες) αποδέχθηκαν την κληρονομιά του δικαιοπαρόχου τους, εμφανίζοντας έκταση 12.159,12 τ.μ., ο δε ισχυρισμός τους ότι οι καλούντες (αναιρεσίβλητοι) επιχειρούσαν να καταπατήσουν την ιδιοκτησία τους αναιρείται από τον υπέρτριπλασιασμό της έκτασης αυτής, χωρίς οι καλούντες (αναιρεσίβλητοι) να φέρουν οποιαδήποτε αντίρρηση. Επιπλέον, εάν ήταν αληθές ότι υπήρχαν βαμμένες πέτρες στο βόρειο και νότιο άκρο, μετά, βεβαιότητας θα είχαν γίνει αντιληπτές από τον ενόρκως εξετασθέντα μάρτυρα των καλούντων Φ. Κ., ο οποίος αν και καλλιεργούσε τα κτήματα, αμφοτέρων των διαδίκων από το έτος 2003, ουδέποτε είδε αυτές τις πέτρες, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα, έχει το γεγονός ότι ούτε οι καθ' ων η κλήση(αναιρεσείοντες) του τις έδειξαν, που μετά βεβαιότητας θα το έπρατταν, εάν υπήρχαν, ώστε να γνωρίζει που τίθενται τα όρια, ενώ όσα περί του αντιθέτου καταθέτουν οι μάρτυρες των καθ' ων η κλήση(αναιρεσειόντων) κρίνονται ως μη πειστικά. Ακολούθως, οι ανωτέρω συμφωνίες ουδέποτε έλαβαν χώρα, αλλά η πρώτη των καθ' ων η κλήση (αναιρεσείουσα) μονομερώς και αυθαιρέτως επιχείρησε να καταλάβει τμήμα της ιδιοκτησίας των καλούντων (αναιρεσιβλήτων), τοποθετώντας περίφραξη δυτικότερα (ενν. ανατολικότερα) από το όριο του ακινήτου της, ενώ το έτος 2013 προέβη από κοινού με τον αδερφό της - δεύτερο των καθ' ων η κλήση (αναιρεσείοντα) στην τροποποίηση της αρχικής αποδοχής κληρονομιάς και δη στη με αριθμό ....2013 τροποποιητική πράξη της υπ' αριθμόν ... πράξης αποδοχών κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Λ. Κ.- Φ., με την οποία, διορθωνόταν η επιφάνεια του ακινήτου τους από 12.159,12 τ.μ. σε 14.360,61 τ.μ., όπως αυτή αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Ι. Σ. ....Κατόπιν όλων των ανωτέρω το Δικαστήριο απέκτησε βέβαια πεποίθηση ότι η τοποθέτηση των πασσάλων εκ μέρους της πρώτης των καθ' ων η κλήση (αναιρεσείουσας) το Μάιο του έτους 2008, με την οποία κατέλαβε τμήμα της ιδιοκτησίας των καλούντων επιφάνειας 2.686 τ.μ., έγινε παράνομα και αυθαίρετα, καθώς το ανωτέρω επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στην κυριότητα των καλούντων(αναιρεσίβλητων), οι δε πρώτος, τρίτη και η δικαιοπάροχος του δεύτερου αυτών μόλις ενημερώθηκαν για την καταπάτηση της ιδιοκτησίας τους απέστειλαν στην πρώτη των καθ' ων η κλήση(αναιρεσειόντων) την από 30.01.2009 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωσή τους, ζητώντας την αφαίρεση των πασσάλων από την ιδιοκτησία τους, πλην όμως η τελευταία, δεν συμμορφώθηκε αλλά εξακολουθεί να κατέχει παράνομα την επίδικη έκταση." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την 1η αγωγή και απέρριψε την 2η αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάσαν ως Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας του επίδικου τμήματος των 2686 τμ που συμπεριλαμβάνεται στο ακίνητο των εναγόντων της 1ης αγωγής και της κατάληψης του από την εναγομένη της 1ης αγωγής το 2008, η οποία και το κατακρατούσε μέχρι την συζήτηση της έφεσης, οι οποίες (αιτιολογίες) στηρίζουν το διατακτικό της και επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής στη συγκεκριμένη περίπτωση, των στοιχείων για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1094 ΑΚ, η οποία εφαρμόσθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με την 1η αγωγή και δεν εφαρμόσθηκε αναφορικά με την 2η αγωγή. Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης των νυν αναιρεσίβλητων (εναγόντων 1ης αγωγής), οι οποίοι (τίτλοι) το πρώτον συντάχθηκαν το 1977 και η πρώτη αποτύπωση του ακινήτου τους σε τοπογραφικό διάγραμμα έγινε το 1985, σε όλους δε (τίτλους) αναφέρεται ως βόρειο σύνορο αυτού (ακινήτου τους) εν μέρει ιδιοκτησία Κ. χήρας Β. Κ. (και μετέπειτα Ρ. κατά την αγωγή) και εν μέρει ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Μ., νότιο η ιδιοκτησία Ι. Μ., ανατολικό αγροτικός δρόμος και δυτικό η ιδιοκτησία κληρονόμων Μ., το δε εμβαδόν του προσδιορίζεται σε 9 στρέμματα περίπου, που στο τοπογραφικό που ενσωματώνεται στην αγωγή τους καταμετράται σε 9606 τμ, ενώ στο τοπογραφικό, που ενσωματώνουν οι αντίδικοι στην 2η αγωγή προσδιορίζεται σε 9718,45 τμ. Αντίθετα, το όμορο ακίνητο των εναγόντων 2ης αγωγής (αναιρεσειόντων) αναφέρεται στον τίτλο της απώτερης δικαιοπαρόχου τους Δ. χήρας Γ. Μ. ως επιφανείας 4 στρεμμάτων (....1924 διανεμητήριο συμβόλαιο), στην ....2004 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Λ. Κ. -Φ. (όπου οι καθολικοί της διάδοχοι, δηλ. οι αναιρεσείοντες, αποδέχονται την επαχθείσα κληρονομία) με έκταση 12.159,12 τ.μ., συνορεύον βόρεια εν μέρει με νεκροταφείο και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Μ. και ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Α., την οποία (δήλωση αποδοχής), όμως, τροποποίησαν οι νυν αναιρεσείοντες με την ....2013 τροποποιητική πράξη της ιδίας συμβολαιογράφου, μετά την άσκηση της 1ης αγωγής, αναφέροντας ως έκταση 14.360,61 τ.μ. επεκτείνοντας ουσιαστικά το ακίνητο τους ανατολικότερα και εντός του ακινήτου των αντιδίκων τους. Επιπλέον, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι ουδεμία συμφωνία περί κανονισμού ορίων μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων υπήρξε, ούτε οριοθέτηση με πέτρες, η δε κατάληψη του επιδίκου τμήματος έγινε αυθαίρετα από την αναιρεσείουσα Δ. Π. το 2008. Συνακόλουθα, ο 1ος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται κατά το ένα σκέλος του πλημμέλεια εκ του αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ περί εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1094 ΑΚ και κατά το έτερο (σκέλος), όπως και με τους λοιπούς 3ο, 4ο και 5ο λόγους πλημμέλειες από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, στις ανωτέρω παραδοχές της, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το σε ποιο ακίνητο εμπίπτει το καταληφθέν τμήμα, σε ποιο σημείο είναι το όριο μεταξύ των ακινήτων των αντιδίκων μερών, περί ανυπαρξίας συμφωνίας των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους περί καθορισμού του ορίου αυτού και τέλος για την κατάληψη αυτού, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επιπρόσθετα, με όσα εκτίθενται στους ανωτέρω λόγους, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης που προαναφέρθηκαν, οι προβαλλόμενες πλημμέλειες, καίτοι εμφανίζονται από τους αναιρεσείοντες να αφορούν ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του πιο πάνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου (1094 ΑΚ), στην πραγματικότητα πλήττουν την ίδια απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων με πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται αποκλειστικά με τη βαρύτητα και βασιμότητα των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν από το Εφετείο.
IV. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αρ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) που είναι ταυτόσημος με αυτόν του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δίδεται όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997). Επομένως, ο 2ος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς των αναιρεσίβλητων ότι δήθεν η δική τους ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου τμήματος, συνορεύει βόρεια όχι μονάχα με ιδιοκτησία Ρ., όπως υποστήριζαν με την αγωγή τους, αλλά και με ιδιοκτησία Μ., όπως ισχυρίστηκαν με την έφεσή τους, με αποτέλεσμα να μην δεχθεί τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι το όριο των μεταξύ τους ιδιοκτησιών αποτελεί η "ευθυγραμμία" των ιδιοκτησιών Μ. - Ρ., είναι απαράδεκτος (ο λόγος) και ως εκ τούτου απορριπτέος, γιατί πλήττει την προσβαλλομένη για αιτία που δεν έχει σχέση με "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 5 του αρθρ. 560 του ΚΠολΔ, καθόσον η αντίστοιχη κρίση του Εφετείου εδράζεται όχι στους εκατέρωθεν προβληθέντες ισχυρισμούς, αλλά στο τι αποδείχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του με βάση τα νομίμως εισφερθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα. V. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. 24/6-9-2022 αίτηση για αναίρεση της 106/14-4-2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου αιτήματός τους (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 24/6-9-2022 αίτηση για αναίρεση της 106/14-4-2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, δικάσαντος ως εφετείου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ