Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 932 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 932/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αθανασόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ - Γρατσία Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 268/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αιτήσεως αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, "Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη". Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως. Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες ασκήσεως ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής αποφάσεως του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους". Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε την μεταγενέστερη, επίσης ερμηνευτική, διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022, "1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ". Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της ασκήσεως των ενδίκων μέσων και άρα και της αναιρέσεως και, επομένως, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως (Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1229/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 16-12-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6/19-1-2022) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 268/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.). Η ένδικη αίτηση ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεσή της, στις 19-1-2022, στην Γραμματεία του Εφετείου Πατρών και εμπροθέσμως, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 10-6-2019, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων της Χώρας, θα έληγε στις 11-6-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και, συνολικώς, χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, καθώς και επιπλέον 30 ημερών και 10 ημερών (άρθρα 74 παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 4790/2021), αυτή δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 268/2019, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών από 3-12-2012 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1141/8-4-2013) αγωγή του, εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", η άδεια της οποίας ανακλήθηκε και στην θέση της υπεισήλθε, ως ειδικός διάδοχος, το ήδη αναιρεσίβλητο, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από υπαιτιότητα του Α. Γ., ο οποίος οδηγούσε Φ.Δ.Χ. ρυμουλκό με επικαθήμενο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία, το προαναφερθέν όχημα συγκρούσθηκε με Φ.Δ.Χ. ρυμουλκό με επικαθήμενο, ιδιοκτησίας του, οδηγούμενο από τον Π. Π., με αποτέλεσμα να προκληθούν υλικές ζημιές στο ως άνω αυτοκίνητό του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, μετά από νόμιμη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, για θετική ζημία του, ποσόν 17.331,51 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει, για την ίδια αιτία, ποσόν 23.161,90 ευρώ και ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσόν 3.000 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 213/2016 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Εναντίον της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, την από 14-6-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 183/15-6-2017) έφεσή του. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 268/2019, τελεσίδικη απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 607/2025, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος έχει στόχο την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 348/2025). Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθμ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπ' όψιν από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 348/2025, Α.Π. 1430/2022).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 42/2002, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1940/2024), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1426/2024). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους. Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024). Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραλειφθεί κανένα (Ολ. Α.Π. 8/2016, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 311/2025). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 453/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 311/2025). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 225/2025). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 225/2025, Α.Π. 1941/2024).
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 225/2025, Α.Π. 1941/2024).
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 225/2025).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024).
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, κατά πόσον, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024). Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. (Ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024). Μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 311/2025, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999 (Κ.Ο.Κ.), "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ..." (Α.Π. 312/2025, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024). Επίσης, κατά το άρθρο 29 παρ. 3 του ανωτέρω νόμου, με τίτλο "Κίνηση οχημάτων σε αυτοκινητόδρομους, οδούς ταχείας κυκλοφορίας και σήραγγες", " 3. Εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος, και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ' άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης...", ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 34 του ανωτέρω νόμου, με τίτλο "Στάση και στάθμευση", "1. Η στάση και η στάθμευση επιτρέπονται, αν δεν δημιουργείται εξ αυτών κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και αν δεν υπάρχουν σχετικές απαγορευτικές πινακίδες ή διαγραμμίσεις. 2. Η στάση ή στάθμευση οχήματος απαγορεύεται: ... η) Σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας και αν το εναπομένον πλάτος της λωρίδας μεταξύ οχήματος και απαγορευτικής γραμμής υπέρβασης είναι μικρότερο από τρία (3) μέτρα ... 12. Απαγορεύεται η κατάληψη με οποιοδήποτε μέσο και για οποιονδήποτε λόγο μέρους ή ολόκληρου του οδοστρώματος των εθνικών, επαρχιακών, και δημοτικών ή κοινοτικών οδών δια των οποίων διεξάγεται η κυκλοφορία μηχανοκίνητων και μη οχημάτων...". (Α.Π. 44/2024).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 268/2019 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Ο Π. Π., ο οποίος στις 20-7-2012 και περί ώρα 10:45, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό (τράκτορας), συνδεδεμένο με το με αριθμό κυκλοφορίας ... επικαθήμενο, ιδιοκτησίας του ενάγοντα-εκκαλούντα, κινείτο επί της εθνικής οδού ... και συγκεκριμένα στο ρεύμα κυκλοφορίας από ... προς τη ..., η οποία (εθνική οδός) είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά ρεύμα κυκλοφορίας. Όπως προέκυψε κάποια χρονική στιγμή ακινητοποίησε στα δεξιά του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε, προκειμένου να πάει σε υπαίθριο κατάστημα (ταχυφαγείο), το οποίο βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από εκείνο στο οποίο κινείτο ο ανωτέρω οδηγός.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας με το προαναφερόμενο φορτηγό ο Α. Γ. οδηγούσε το ΔΧ φορτηγό με αριθμό κυκλοφορίας ... (τράκτορας) συνδεδεμένο με το με αριθμό κυκλοφορίας ... επικαθήμενο, ιδιοκτησίας Β. Γ., ασφαλισμένο έναντι τρίτων, για τις υλικές ζημίες που μπορεί να προκληθούν στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ", της οποίας, όμως, η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε δυνάμει της με αριθμό ...-2013 απόφασης της Επιτροπής πιστωτικών και ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της εκ του νόμου υπεισήλθε το εναγόμενο-εφεσίβλητο. Ο οδηγός του ανωτέρω φορτηγού όταν έφτασε στο σημείο της εθνικής οδού όπου το φορτηγό ιδιοκτησίας του ενάγοντα-εκκαλούντα ήταν σταθμευμένο, επί του οδοστρώματος, λόγω του ότι, αφενός, το ελεύθερο απομένον πλάτος του ρεύματος προς ΒΙΠΕ ήταν εξαιρετικά περιορισμένο και, αφετέρου, του γεγονότος ότι και έμπροσθεν του φορτηγού του Α. Γ., αλλά και στο αντίθετο ρεύμα (ήτοι προς ...) εκινούντο ρυμουλκά, μετά ρυμουλκουμένων, και παρά το γεγονός ότι κινούνταν, ως όφειλε, προσεκτικά στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, προσπάθησε με αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό να αποφύγει την πρόσκρουσή του στο όχημα του εκκαλούντος-ενάγοντος, τούτο όμως δεν κατέστη εφικτό πλήρως, αφού όπως προαναφέρθηκε, θα έπρεπε να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, όπου κινείτο άλλο ρυμουλκό μετά ρυμουλκουμένου. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να συγκρουστεί με αυτό και, ειδικότερα, η εμπρόσθια και η δεξιά πλευρά του να επιπέσει πάνω στην οπίσθια και στην αριστερή πλευρά του φορτηγού οχήματος ιδιοκτησίας του ενάγοντα-εκκαλούντα και να επέλθουν υλικές ζημίες στα οχήματα που οδηγούσαν και οι δύο οδηγοί. Όπως αποδείχθηκε ο οδηγός του φορτηγού οχήματος ιδιοκτησίας του ενάγοντα-εκκαλούντα στάθμευσε επί εθνικής οδού, στην οποία εκ του νόμου, καταρχάς, δεν επιτρέπεται η στάθμευση, ούτε, όμως, υπήρχε, στο εν λόγω σημείο, σήμανση που να επιτρέπει την στάθμευση. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι στο σημείο που στάθμευσε ο οδηγός του φορτηγού ιδιοκτησίας του ενάγοντα-εκκαλούντα, έκαστο εκ των ρευμάτων κυκλοφορίας είναι στενό, εκτιμώμενο το πλάτος αυτών γύρω στα τρία μέτρα, γεγονός που δεν αμφισβητεί ούτε ο ενάγων-εκκαλών, ενώ προέκυψε από φωτογραφίες που προσκόμισε ο τελευταίος ότι στο ρεύμα κυκλοφορίας που κινείτο το φορτηγό του ενάγοντα-εκκαλούντα δεν υπήρχε πλάτωμα, ώστε να σταθμεύσει κάποιο φορτηγό χωρίς να καταλάβει μεγάλο τμήμα του οδοστρώματος και ότι πλάτωμα υφίσταται στο άλλο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι αυτό με κατεύθυνση τα .... Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι το φορτηγό του ενάγοντα-εκκαλούντα ήταν ογκώδες και μεγάλο, όπως επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας απόδειξης και, συνεπώς, ήταν αδύνατο να σταθμεύσει ο οδηγός του ενάγοντα-εκκαλούντα το φορτηγό του τελευταίου και να μην καταλάβει πολύ μεγάλο τμήμα του οδοστρώματος αναγκάζοντας τους διερχόμενους οδηγούς, του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς ΒΙ-ΠΕ Πατρών, να κινούνται αποκλειστικά στο υπόλοιπο τμήμα του οδοστρώματος, το οποίο δεν αρκούσε για να διέλθουν τα οχήματα, χωρίς να κάνουν χρήση και του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, με μεγάλο κίνδυνο να συμβεί ατύχημα, καθώς από το αντίθετο ρεύμα αποδείχθηκε ότι διέρχονταν πολλά φορτηγά, κατά πλειοψηφία μετά ρυμουλκούμενων. Περαιτέρω, από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι ο οδηγός του φορτηγού ιδιοκτησίας του ενάγοντα-εκκαλούντα στάθμευσε προσωρινά, αρκούμενος να ανάψει μόνο τα προειδοποιητικά φώτα στάθμευσης (alarm), χωρίς να φροντίσει να τοποθετήσει το ειδικό προειδοποιητικό τρίγωνο, τοποθετώντας το σε απόσταση εκατό τουλάχιστον μέτρων, όπως εκ του νόμου προβλέπεται, από το σημείο που είχε σταθμεύσει ώστε να είναι ενήμεροι οι οδηγοί που πλησίαζαν ότι υπάρχει κάποιο σταθμευμένο όχημα και να έχουν τεταμένη την προσοχή τους. Σύμφωνα με το σχετικό δελτίο τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξε ο αρχιφύλακας Θ. Α. ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας Β. Γ., δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση με το φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντα-εκκαλούντα, καθώς προπορευόμενο φορτηγό του εμπόδιζε την ορατότητα και δεν κατάφερε να αντιληφθεί εγκαίρως ότι στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος βρίσκεται σταθμευμένο το φορτηγό ιδιοκτησίας του ενάγοντα-εκκαλούντα, όταν, δε, αντιλήφθηκε το σταθμευμένο φορτηγό, με το μεγαλύτερο τμήμα εξ αυτού να έχει καταλάβει το οδόστρωμα, δεν μπορούσε να το αποφύγει καθώς από το αντίθετο ρεύμα διέρχονταν φορτηγά αυτοκίνητα και αδυνατούσε να εισέλθει σε αυτό, με αποτέλεσμα να επέλθει η επίδικη ότι σύγκρουση.
Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης ήταν ο οδηγός των οχημάτων, ιδιοκτησίας του ενάγοντα-εκκαλούντα, καθώς αυτός παραβίασε την εκ του νόμου υποχρέωση του να μην θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των λοιπών χρηστών του δρόμου και, ειδικότερα, παρεμπόδισε την κυκλοφορία των λοιπών οχημάτων, σταθμεύοντας προσωρινά, χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος επί της εθνικής οδού, όπου δεν επιτρέπεται ενώ παρότι επέλεξε να σταθμεύσει δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποτρέψει τη δημιουργία κινδύνου στην ασφαλή κυκλοφορία των υπολοίπων οδηγών. Συγκεκριμένα, δεν τοποθέτησε την εκ του νόμου προβλεπόμενη τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα του ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση, παραβιάζοντας, έτσι, τις διατάξεις των άρθρων 12, 29 παρ. 3, 34 παρ. 12, 1 ΚΟΚ. Άλλα στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού οχήματος, που επέπεσε στο όχημα του ενάγοντα-εκκαλούντα, δεν προέκυψαν, ήτοι ότι αυτός φέρθηκε με αμέλεια και ότι δεν είχε τεταμένη την προσοχή του, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, αυτός αιφνιδιάστηκε από το παράνομα σταθμευμένο όχημα του ενάγοντα- εκκαλούντα, δεδομένου ότι ο οδηγός δεν τοποθέτησε την προαναφερόμενη προειδοποιητική τριγωνική πινακίδα σε απόσταση ασφαλείας, ώστε να ενημερωθούν οι υπόλοιποι οδηγοί επί της εθνικής οδού, ενώ δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα της εθνικής στο οποίο κινούνται βαρέα οχήματα". Με βάση της παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για την σύγκρουση είναι ο οδηγός του οχήματος του αναιρεσείοντος και ότι ο οδηγός του κινούμενου οχήματος (Α. Γ.) δεν βαρύνεται με καμία υπαιτιότητα, καθόσον λόγω ελλείψεως ορατότητας δεν μπορούσε να εντοπίσει το παρανόμως σταθμευμένο όχημα του αναιρεσείοντος στην πορεία του και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 14-6-2017 έφεση αυτού κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του Α.Κ., 2 παρ. 1, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 29 παρ. 3, 34 παρ. 1, 2 περ. η, ιβ, 3δ, 12 του Κ.Ο.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνδρομής ή μη υπαιτιότητας του οδηγού (Α. Γ.) του κινούμενου οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Και τούτο, διότι παρέλειψε να εκθέσει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αν ο τελευταίος έλαβε ή όχι ή αν δεν μπορούσε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποτροπή του ατυχήματος. Αυτά δε, προκειμένου να κριθεί, αν το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών ή του ενός μόνον εξ αυτών και ποιου. Ειδικότερα, δεν αναφέρει την ορατότητα που είχε αυτός στην πορεία του, από ποια απόσταση αντελήφθη ή μπορούσε να αντιληφθεί το σταθμευμένο φορτηγό στα δεξιά της πορείας του, με δεδομένο τον ευχερή εντοπισμό του λόγω του όγκου του, ούτε αποσαφηνίζει, αν η ταχύτητα του οχήματός του ήταν ανάλογη προς τις επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες. Επίσης, δεν διευκρινίζει αν ο εν λόγω οδηγός είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά, που να δικαιολογούν την κρίση, ότι ο οδηγός αυτός δεν μπορούσε να εντοπίσει εγκαίρως το σταθμευμένο στα δεξιά της πορείας του φορτηγό και να αντιδράσει εγκαίρως και επιτυχώς. Εξάλλου, αν και δέχεται ότι το προπορευόμενο αυτού φορτηγό διήλθε με ασφάλεια από τα αριστερά του σταθμευμένου φορτηγού, δεν εξηγεί για ποιόν λόγο δεν έπραξε ή αν μπορούσε ή όχι να πράξει το ίδιο και ο ακολουθών αυτό οδηγός, Α. Γ.
Περαιτέρω, ενώ αρχικώς δέχεται ότι ο τελευταίος, κατά την πορεία του, άσκησε, μη επιτυχή, αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, ακολούθως, αντιφατικώς δέχεται, ότι δεν πρόλαβε να ασκήσει τέτοιον ελιγμό. Τέλος, ενώ δέχεται, ότι ο οδηγός του αναιρεσείοντος στάθμευσε προσωρινώς το αυτοκίνητο του τελευταίου, εν τούτοις, αντιφατικώς κρίνει ότι ο εν λόγω οδηγός προέβη σε κατάληψη του οδοστρώματος, η οποία (κατάληψη) προϋποθέτει μονιμότερη ενέργεια. Επιπρόσθετα, με τον πρώτο λόγο της από 14-6-2017 εφέσεως του αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ο τελευταίος επικαλέσθηκε, ότι το σημείο της επιδίκου συγκρούσεως εντοπίζεται σε επαρχιακή οδό, σύμφωνα με το από 6-12-1956 Β.Δ., και όχι σε εθνική οδό, για την οποία ισχύουν διαφορετικές διατάξεις του Κ.Ο.Κ., για την απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού, επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του ανωτέρω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων εγγράφων, μια αεροφωτογραφία του εν λόγω σημείου από την Google Earth, πλην, όμως, το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος και το ανωτέρω Β.Δ. ούτε την αεροφωτογραφία. Ενόψει τούτων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19, 8 και 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τον βάσιμο τέταρτο λόγο αναιρέσεως, που ερευνάται αρχικώς, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (Α.Π. 598/2024, Α.Π. 1225/2023, Α.Π. 23/2023).
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, διότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός, στο σύνολο της αναιρούμενης αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την έρευνά τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αναιρέσεως, στον καταθέσαντα αυτό (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 268/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο ως άνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αναιρέσεως, στον καταθέσαντα αυτό.
Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ