Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 934 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 934/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LTD" και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διονυσία Λόξα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βάλτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-2-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ....2024 και ....2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Δ. Π., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίες, όμως, δεν εμφανίσθηκαν, εκπροσωπούμενες από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ.
Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 ν. 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ). Με την από 28/2/2023 (με αριθμό κατάθεσης 16/2023) αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 22/2021 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ LTD" και "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με διακριτικό τίτλο "EUROBANK", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EURBANK ERGASIAS", αντιστοίχως. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης παραδεκτώς απευθύνεται και κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ597/2024, ΑΠ250/2024, ΑΠ103/2024, ΑΠ778/2022, ΑΠ658/2022).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ιδίου Κώδικα, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 26/2/2021, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση στις 28/2/2023, ημέρα Τρίτη, εντός της κατ' άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, η οποία έληγε την 27/2/2023, που ήταν Καθαρή Δευτέρα, δηλαδή εξαιρετέα ημέρα (άρθρο 144 § 1 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη υπ' αριθμ. 22/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βάλτου, από 2/2/2015 (αριθμ. καταθ. 5/2.2.2015) αίτησή του κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" και των ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών τραπεζικών εταιρειών, ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών του, με την υπαγωγή του στη διαδικασία του ν. 3869/2010. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 11/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην του ήδη αναιρεσείοντος ΤΠΚΔ, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 7/1/2019 (αριθμ. καταθ. 3/9.1.2019) έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, το οποίο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 22/2021 απόφασή του, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ557/2025, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 173/2025, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 96/2020).
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 (560) του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 350/2025, ΑΠ 173/2025, ΑΠ 557/2025, ΑΠ 127/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 1058/2023, ΑΠ 610/2023).
Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.
Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 350/2025, ΑΠ 557/2025, AΠ 1058/2023, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018).
Με τον πρώτο λόγο, καθώς και με το υπό στοιχ. δ' σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και, κατ' ορθή εκτίμηση, μόνο από τον αριθμό 6 του ως άνω άρθρου, με τις αιτιάσεις ότι, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες συμπεριέλαβε στα προστατευόμενα μέλη του αιτούντος και τα δύο ενήλικα τέκνα του, ηλικίας 19 και 18 ετών κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης (2016), χωρίς να αναφέρει αν, κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης, αυτά έχουν τη φοιτητική ιδιότητα ή είναι άνεργα ή αντιμετωπίζουν πρόβλημα υγείας που τα καθιστά ανίκανα προς εύρεση εργασίας. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, κατ' άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το αναιρεσείον είχε προτείνει παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκκαλούν, τον εν λόγω ισχυρισμό, ενώ και από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 7/1/2019 έφεσής του και των από 8/5/2019 προτάσεών του ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε, ως λόγος έφεσης, ισχυρισμός ότι δεν έπρεπε να συμπεριληφθούν στα προστατευόμενα μέλη τα ενήλικα τέκνα του αιτούντος, τυχόν δε έρευνα τέτοιου νέου ισχυρισμού από το δικαστήριο αυτό, μετά την τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού.
Περαιτέρω, από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, ηλικίας κατά τον χρόνο συζήτησης (σε α' βαθμό) της αίτησης (20-09-2016) 50 ετών, είναι χήρος από το 2005 και πατέρας τεσσάρων τέκνων (δύο αγοριών και δύο κοριτσιών), ηλικίας, κατά τον ανωτέρω χρόνο, 24,19,18 και 15 ετών αντίστοιχα. Διαμένει από το 2011 με την οικογένεια του, ήτοι με τα τρία μικρότερα τέκνα του, σε κατοικία που του παραχωρείται από τρίτο πρόσωπο στο ..., έχοντας μετακομίσει από την Αθήνα, όπου διέμενε τα προηγούμενα χρόνια εργαζόμενος στον Δήμο ... Από τον ... διαθέτει ιδιόκτητη ισόγεια κατοικία, εμβαδού 109,84 τ.μ, επί της οδού ... στη ..., κτισμένη από το ... επί οικοπέδου επιφανείας 399,17 τ.μ. (βλ. το υπ' αριθμ. ...-2003 πωλητήριο συμβόλαιο ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Αττικής Σ. Μ.-Φ., εκτιμώμενης από τη Δ.Ο.Υ. Μεσολογγίου αντικειμενικής αξίας 76.414,42 ευρώ (βλ. την από ...-2014 δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων της Δ.Ο.Υ. Μεσολογγίου), η οποία αγοράσθηκε από αυτόν έναντι τιμήματος 129.127 ευρώ, που έλαβε ως δάνειο από το εκκαλούν-δεύτερο καθ' ου η αίτηση ν.π.δ.δ. Εργάζεται ως χειριστής μηχανημάτων-έργων στην υπηρεσία καθαριότητας-φωτισμού του Δήμου Αγρινίου με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 1.056,91 ευρώ (βλ. την προσκομιζόμενη εκκαθάριση μηνιαίων αποδοχών μηνάς ... του Δήμου Αγρινίου). Επιπλέον, εισπράττει το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως από την εκμίσθωση της παραπάνω κατοικίας του στη ......, καθώς και το ποσό των 2.480 ευρώ ετησίως, ήτοι 206,67 ευρώ μηνιαίως, ως επίδομα τέκνων από τον ΟΓΑ (βλ. τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορ. έτους 2015). Συνολικά, δηλαδή, ο αιτών λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.413,58 ευρώ, καλύπτοντας τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και του ανήλικου γιου του Π. που φοιτά πλέον στο Λύκειο..., αλλά και βοηθώντας οικονομικά τις ενήλικες πλέον κόρες του, Ε. και Ο., που εξακολουθούν να συνοικούν μαζί του.... Παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν ν.π.δ.δ, τα εισοδήματά του κατά τα τελευταία έτη 2010-2015 (χρήσεις 2009 έως 2014) βαίνουν όντως μειούμενα, όπως ορθώς εκτίμησε η εκκαλούμενη απόφαση, δεδομένου ότι από τις προσκομιζόμενες σχετικώς φορολογικές δηλώσεις του και τα εκκαθαριστικά του σημειώματα προκύπτει ότι το ετήσιο (φορολογητέο) εισόδημά του από τις άνω πηγές ανήλθε στο ποσό των 22.871,95 ευρώ για το οικονομικό έτος 2010, στο ποσό των 18.026,13 ευρώ για το οικονομικό έτος 2011, στο ποσό των 18.273,55 ευρώ για το οικονομικό έτος 2012, στο ποσό των 15.060,30 ευρώ για το οικονομικό έτος 2013, στο ποσό των 14.726,71 ευρώ για το οικονομικό έτος 2014 και στο ποσό των 16.329,19 ευρώ για το οικονομικό έτος 2015. Η αύξηση που εντοπίζεται από το εκκαλούν ν.π.δ.δ στα εισοδήματα του 2015 (χρήση 2014) δεν αναιρεί την αρνητική κατά μέσο όρο πορεία των εισοδημάτων του κατά τα ανωτέρω έτη, που οφείλεται στις αλλεπάλληλες μειώσεις των μισθών όλων των δημοσίων υπαλλήλων κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα λόγω των δεσμεύσεων των μνημονίων και της δυσμενούς μεταβολής των οικονομικών δεδομένων της χώρας, με τη διαπίστωση της ύπαρξης τεράστιων ταμειακών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η οποία κατέστησε επιτακτική την προσφυγή της χώρας προς διαδοχική δανειοδότηση στους μηχανισμούς στήριξης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπισή της ελληνικής κρίσης χρέους. Η παραδοχή της εκκαλούμενης απόφασης, δε, ότι τα εισοδήματά του θα παρουσίαζαν και νέα μείωση εξαιτίας της περικοπής του επιδόματος πολυτέκνων που αυτός λαμβάνει ενόψει της ενηλικίωσης των θυγατέρων του το 2015 και 2016 αντίστοιχα επιβεβαιώνεται πλήρως από τα προσκομιζόμενα στην παρούσα δίκη (άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ) εκκαθαριστικά του σημειώματα για τα φορολογικά έτη 2016 και 2017 (χρήσεις 2015 και 2016), από τα οποία προκύπτει ότι το ετήσιο (φορολογητέο) εισόδημά του, μειούμενο έτι περισσότερο, ανήλθε στο ποσό των 14.368,70 ευρώ για το φορολογικό έτος 2016 και στο ποσό των 14.639,12 ευρώ για το φορολογικό έτος 2017. Δεδομένου, τώρα, ότι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), κρίσιμο είναι ότι ο αιτών, όταν έλαβε τα επίδικα δάνεια (με κυριότερο το στεγαστικό δάνειο που έλαβε το 2003 από το οποίο απορρέει σήμερα το μεγαλύτερο μέρος των ρυθμιζόμενων χρεών του), είχε σαφώς υψηλότερα εισοδήματα από εκείνα που εμφανίζει τα έτη 2014 και 2015 (π.χ 22.871,95 ευρώ το 2009 -16.329,19 ευρώ το 2014 = 6.542,76 ευρώ η εντοπιζόμενη μείωση)...Βάσει του ως άνω μειούμενου ύψους των εισοδημάτων του, του μη πληττόμενου με την έφεση ύψους των οφειλών του, που πρωτοδίκως προσδιορίστηκαν, αφαιρουμένων των ενδιαμέσων καταβολών του σε συμμόρφωση της χορηγηθείσας σ' αυτόν από 04-03-2015 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Βάλτου, σε 6.006,62 ευρώ προς την πρώτη καθ' ης, 122.502,76 ευρώ προς το δεύτερο καθ'ου (η απαίτηση του οποίου είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης από το 2003) και 1.769,68 ευρώ προς την τρίτη καθ' ης και του μη πληττόμενου με την έφεση ύψους των μηνιαίων βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, που πρωτοδίκως προσδιορίστηκαν σε 1.160 ευρώ, ποσό που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα υπό το πρίσμα διατήρησης ενός επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης (...), διαπιστώνεται ότι ο αιτών από το 2013 βρίσκεται αποδεδειγμένα σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών ...". Από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, με επαρκή και σαφή αιτιολογία, μεταξύ άλλων και τα εξής, ασκούντα ουσιώδη επιρροή στο ζήτημα της περιέλευσης του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμών, πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα προσδιορίζει αναλυτικά: α) το υπόλοιπο των οφειλών του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου, που ανέρχεται σε 6.006,62 ευρώ προς την πρώτη, σε 122.502,76 ευρώ προς το δεύτερο (αναιρεσείον) και σε 1.769,68 ευρώ προς την τρίτη των καθ'ων η αίτηση, β) ότι ο αιτών, ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης σε πρώτο βαθμό 50 ετών, χήρος από το έτος 2005 και πατέρας τεσσάρων παιδιών, εργάζεται ως χειριστής μηχανημάτων-έργων στην υπηρεσία καθαριότητας-φωτισμού του Δήμου Αγρινίου με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.056,91 ευρώ, ότι διαμένει με τα τρία μικρότερα τέκνα του σε κατοικία που του παραχωρείται από τρίτο πρόσωπο στο ..., έχοντας μετακομίσει από την Αθήνα, όπου διέμενε τα προηγούμενα χρόνια εργαζόμενος στον Δήμο ..., ότι εισπράττει επιπλέον το ποσό των 150 ευρώ από την εκμίσθωση της κατοικίας του στη ..., καθώς και το ποσό των 2.480 ευρώ ετησίως (206,67 ευρώ μηνιαίως), ως επίδομα τέκνων από τον ΟΓΑ και συνολικά λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.413,58 ευρώ, γ) ότι, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες φορολογικές δηλώσεις και εκκαθαριστικά σημειώματα του αιτούντος από το έτος 2009 έως το έτος 2016, το ετήσιο εισόδημά του έχει υποστεί σημαντική μείωση και ότι, ενδεικτικά, το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009) το συνολικό δηλωθέν οικογενειακό ετήσιο εισόδημά του ανέρχονταν στο ποσό των 22.871,95 ευρώ, ενώ το φορολογικό έτος 2017 (χρήση 1016) ανήλθε στο ποσό των 14.639,12 ευρώ και δ) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος και της οικογενείας του το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των 1.160 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 § 1 ν. 3869/2010, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της ως άνω διάταξης που εφαρμόσθηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσίβλητου της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Οι περαιτέρω επικαλούμενες από το αναιρεσείον αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθόσον δεν εκτίθενται στη προσβαλλόμενη απόφαση: α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης των δανείων, β) τα καθαρά εισοδήματα του αιτούντος καθ' έκαστο έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, γ) η μηνιαία δόση που όφειλε να καταβάλει ο αιτών προς τους πιστωτές του, και δ) σε ποια στοιχεία ή/και έγγραφα το δικαστήριο στήριξε την κρίση του ότι ο αιτών διαμένει σε ακίνητο που του παραχωρεί τρίτο πρόσωπο, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί έλλειψης μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής της χρηματικής οφειλής του, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, με βάση τις προεκτιθέμενες παραδοχές, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 1460/2019).
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη περί παραβόλου, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε παράβολο κατά την άσκηση της αναίρεσης, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ917/2024, ΑΠ1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ486/2021, ΑΠ897/2020). Επίσης δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται" (ΑΠ917/2024, ΑΠ550/2023,ΑΠ930/2021, ΑΠ883/2021, ΑΠ552/2020, ΑΠ507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28/2/2023 (με αριθμό κατάθεσης 16/2023) αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 22/2021 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ