ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 935/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 935/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 935/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 935 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 935/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρίτσανο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιμπουκάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2020 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-1-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν από την άσκηση κάποιου ένδικου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ένδικου μέσου και μπορεί να γίνει είτε ρητά, με τη τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρά, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο σκοπός για την αποδοχή της απόφασης (Ολ.ΑΠ 15/2008, ΑΠ 300/2022). Τέτοια σιωπηρή αποδοχή, πάντως, δεν ενέχει καθ` εαυτήν η εκούσια συμμόρφωση του αναιρεσίβλητου προς το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, αφού αυτή γίνεται προς αποτροπή της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και των επαγόμενων από την ίδια απόφαση έννομων συνεπειών (ΑΠ 604/2018, ΑΠ 637/2014, ΑΠ 1358/2009). Η νομότυπη αποδοχή της απόφασης έχει ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη, ως απαράδεκτου, του ένδικου μέσου που ασκήθηκε κατ` αυτής, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 553 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 15/2008, ΑΠ 300/2022, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 922/2019, ΑΠ 604/2018, ΑΠ 914/2015).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η παριστάμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με τις προτάσεις της, που κατέθεσε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προτείνει την ένσταση του απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, διότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης (10-1-2022), αποδέχτηκε την με αριθ. 169/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας καθόσον κατέβαλε σε αυτόν (αναιρεσείοντα) το σύνολο των ποσών που του είχε επιδικάσει η με αριθ. 193/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη, όπως αυτό προκύπτει, κατά την άποψή της, από το από 22-12-2021 ιδιωτικό έγγραφο (εξοφλητική απόδειξη), που επικαλείται και προσκομίζει (που δεν περιέχει, πάντως, σχετική δήλωση του αναιρεσείοντος περί παραίτησης από το ένδικο μέσο της αναίρεσης, παρά μόνο αποδοχή του καταβλητέου ποσού). Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού η συμμόρφωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης στο διατακτικό της απόφασης που την υποχρέωνε να καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά στον αναιρεσείοντα, είναι προφανές ότι έγινε για αποτροπή αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή παραίτησή του από το δικαίωμά του για άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση, από 7-1-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2/10-1-2022) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 169/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (ΑΠ 264/2025, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 1032/2024).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για τη μετ` αναβολή δικάσιμο του απολειπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 1036/2024, AΠ 48/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1173/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, τη συζήτηση της υπό κρίση, από 7-1-2022, αίτησης αναίρεσης, επισπεύδει ο αναιρεσείων Ι. Τ. Αυτή είχε προσδιοριστεί ενώπιον του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου αρχικά για τη δικάσιμο της ...-2023, με αύξ. αριθμό πινακίου ..., ο δε πρώτος αναιρεσίβλητος Κ. Κ., κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για την ως άνω δικάσιμο, όπως εμφαίνεται από τη με αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Λάρισας Κ. Κ. Κατά την ως άνω (αρχική) δικάσιμο ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης "λόγω των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και των επαναληπτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023", σύμφωνα με το με αριθ. ...-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης περί αναστολής λειτουργίας δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο της 4-4-2025, με αύξ. αριθμό πινακίου ..., όπως προκύπτει από την από ...-2023 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με γνωστοποίηση της ημερομηνίας της νέας αυτής δικασίμου με ανάρτησή της στη πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ..., στο site του Αρείου Πάγου ... και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ... (ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 374/2021), κατά την οποία όμως παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο, ο ως άνω πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αφού προηγουμένως έκρινε, κατά το μη προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, που έλαβε χώρα στις 30-11-2016 και περί ώρα 13.15, στη συμβολή των οδών ..., στα Φάρσαλα και κατά το οποίο τραυματίστηκε ο αναιρεσείων, οδηγός της με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, ήταν ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, σχετικά με τα κεφάλαια αποζημίωσής του που επιδικάστηκαν στον αναιρεσείοντα και αφορούν τη παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''.... Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι λόγω της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, η δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εργοστασίου κατασκευής ΥΑΜΑΗΑ, τύπου ..., με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας την ....1992, υπέστη σοβαρές υλικές ζημίες τέτοιες που καθιστούν ασύμφορη την επισκευή της και επιφέρουν την ολική καταστροφή της υπό οικονομική έννοια και γι' αυτό αιτείται να του επιδικασθεί το ποσόν των 600 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από την ολική καταστροφή της καθώς και το ποσόν των 200 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εν λόγω ζημία. Ωστόσο δεν προσκομίζεται από τον ενάγοντα εκτίμηση για το ποσό που απαιτείται για την επισκευή της, ότι αυτή είναι οικονομικά ασύμφορη, για την κατάσταση που βρισκόταν προ του ατυχήματος, βεβαίωση ακινησίας της ή παράδοσης των κρατικών πινακίδων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., αγγελίες περί της αξίας αυτής προ του ατυχήματος, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο των 600 ευρώ για την αποζημίωσή του λόγω της ολικής καταστροφής του οχήματος του και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αυτού από την ως άνω αιτία απορριπτομένου του λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι λόγω της πτώσης του στο οδόστρωμα εξαιτίας του ατυχήματος καταστράφηκαν τα ενδύματά του, πουκάμισο, παντελόνι και τα υποδήματα και για την αιτία αυτή ζητεί το ποσόν των 95 ευρώ, πλην όμως η αξία των ως άνω προσωπικών του ειδών, η παλαιότητά τους, η κατάστασή τους κ.λ.π. δεν αποδείχθηκε αφού από μια γενικευμένη αναφορά περί των προσωπικών του ειδών δεν δύναται να επιδικασθεί σ' αυτόν αποζημίωση ως ορθά κρίθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από το ατύχημα τραυματίσθηκε μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα έσω σφυρού και έσω σφυρού δεξιά. Υποβλήθηκε σε ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκα και βίδες και παρέμεινε νοσηλευόμενος από 30.11.2016 έως 5.12.2016 οπόταν και εξήλθε με οδηγίες για επανέλεγχο στα εξωτερικά ιατρεία, λήψη φαρμακευτικής αγωγής και βάδιση χωρίς φόρτιση για ένα μήνα (...). Έκτοτε επανήλθε για επανέλεγχο την 12.12.2016 και την 21.3.2017 υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης βίδας συνδέσμωσης και εξήλθε αυθημερόν με βελτίωση (...). Ο ισχυρισμός και λόγος έφεσης του ενάγοντος ότι είχε μεταβεί αρκετές φορές για επανέλεγχο στο Γενικό Νοσοκομείο, όπως κατέθεσε ο μάρτυράς του κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον ο ίδιος θα μπορούσε να προσκομίσει από το Νοσοκομείο βεβαιώσεις για τις επισκέψεις του στο Νοσοκομείο, ενώ το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ελέγξει τους ισχυρισμούς και αιτιάσεις του δεδομένου ότι η δίκη κινείται με πρωτοβουλία των διαδίκων. Ο ενάγων διαμένει στα Φάρσαλα και για τον επανέλεγχο της κατάστασης της υγείας του και την επέμβαση αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης αναγκάσθηκε να μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας διανύοντας 100 χιλιόμετρα ανά επίσκεψη. Κατά τη μετακίνησή του συνοδευόταν από τρίτο συγγενικό του άτομο το οποίο δαπανούσε περί τα 12 ευρώ ανά μετακίνηση όπως υπολογίζεται με την τιμή καυσίμων ως ίσχυε και τα διανυθέντα χιλιόμετρα ως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επίσης ο ισχυρισμός του ότι δαπανούσε μεγαλύτερα ποσά για τη μετάβασή του και την επάνοδό του στην οικία του, καθώς και για τη στάθμευση του οχήματος σε ιδιωτικό χώρο στάθμευσης κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού θα μπορούσε ευχερώς να προσκομίσει αποδείξεις του πρατηρίου υγρών καυσίμων, διοδίων, αποδείξεις του χώρου στάθμευσης, σίτισης κ.λ.π. και ο έτερος ισχυρισμός περί απώλειας εισοδημάτων του γαμπρού του κάθε φορά που τον συνόδευε στο Νοσοκομείο κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν προέκυψε ούτε που εργάζεται ο γαμπρός του, ούτε αν αυτός τον συνόδευε. Ο ισχυρισμός του ότι ο υιός του μετέβη από την Αθήνα όπου εργάζεται, στα Φάρσαλα, δαπανώντας το ποσόν των 440 ευρώ κρίνεται επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε προσκομίζονται αποδείξεις διοδίων, αγοράς καυσίμων κ.λ.π. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για χρονικό διάστημα τριών μηνών ο ενάγων είχε αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης και είχε ανάγκη φροντίδας και περιποίησης τρίτου ατόμου. Τις υπηρεσίες αυτές τις προσέφερε η σύζυγός του και η θυγατέρα του οι οποίες δικαιούνται το ποσόν των 1.000 ευρώ μηνιαίως για τις ως άνω υπηρεσίες τους, καθόσον δεν απαλλάσσονται οι υπόχρεοι προς αποζημίωση εναγόμενοι κατ' άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ, αφού η οικιοθελής προσφορά εκ μέρους των συγγενών ή άλλων προσώπων στον παθόντα δεν αποβαίνει προς όφελος των υπόχρεων, η δε αποζημίωση στη περίπτωση αυτή θα υπολογισθεί με βάση το ποσό που θα δαπανούσε αν προσλάμβανε άλλο πρόσωπο για την παροχή των άνω υπηρεσιών (...). Αν προσλάμβανε άλλο πρόσωπο προς παροχή των άνω υπηρεσιών θα δαπανούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ποσό των 1.000 ευρώ συνολικώς.

Επομένως, ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση για την άνω αιτία το συνολικό ποσό των 3.000 ευρώ, για το χρονικό διάστημα των τριών μηνών που βρισκόταν κλινήρης. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι το ως άνω ποσόν αφορά επιδίκαση αποζημίωσης για πρόσωπα που στερούνται ειδικών γνώσεων για την περιποίηση και φροντίδα του ενάγοντος δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι η σύζυγός του και η θυγατέρα του είχαν γνώσεις νοσηλευτικής ούτως ώστε να αμείβονται με μεγαλύτερη αμοιβή και πέραν τούτου μετά από τους δυο μήνες ο ενάγων είχε δυνατότητα έστω και με δυσκολία να ικανοποιήσει αρκετές από τις ανάγκες αυτοεξυπηρέτησης αφού κινούνταν με βακτηρίες μασχάλης ως ορθά κρίθηκε από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο γι' αυτό ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί.....''. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ`ουσία την από 29-1-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 33/2019) έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως προς τα κεφάλαια αποζημίωσης, κατά της με αριθ. 193/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη, η, από 30-5-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 322/2017), αγωγή του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης (Ολ.ΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 12/2000, ΑΠ 804/2023, ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 19/2022).

Αντίθετα, οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 14/2022). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ΚΠολΔ. Στο αναιρετήριο πρέπει να προσδιορίζεται το δικονομικό απαράδεκτο, που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο. Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρεται ο δικονομικός κανόνας, που παραβιάστηκε και ο τρόπος με τον οποίον παραβιάστηκε (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 804/2023, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 449/2012), δηλ. τα γεγονότα που ιδρύουν το λόγο.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 298 του AK, συνάγεται ότι εκείνος που υπαίτια και παράνομα καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα, υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος και ειδικότερα του ιδιοκτήτη, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει τόσο την ανόρθωση της θετικής ζημίας, αναγομένης στην αντικειμενική αξία του πράγματος, όσο και στο διαφυγόν κέρδος από την στέρηση της χρήσης ή των ωφελημάτων, τα οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε και μάλιστα όχι μόνο για τον έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής χρόνο, αλλά και για τον μεταγενέστερο, μέχρις πληρωμής της αξίας του πράγματος. Σύμφωνα δε με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η καθολική ή ολοσχερής βλάβη ή καταστροφή του πράγματος και ιδιαίτερα αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας εμφανίζεται, βασικά, με δύο μορφές. Η μία είναι η τεχνική και η άλλη είναι η οικονομική.

Στην πρώτη περίπτωση λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης ή γενικά του είδους και της έκτασης των βλαβών το όχημα έχει πάθει τέτοια παραμόρφωση ώστε ουσιαστικά δεν είναι πλέον τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών του.

Στη δεύτερη περίπτωση είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών. Αυτή όμως θα απαιτήσει χρόνο και δαπάνες, το ύψος των οποίων, με συνυπολογισμό και της μείωσης της εμπορικής αξίας του οχήματος, υπερβαίνει σημαντικά το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο. Η αποκατάσταση των βλαβών οικονομικά είναι ασύμφορη. Αν, λοιπόν, η δαπάνη επισκευής υπερβαίνει την πριν από το ατύχημα εμπορική αξία του οχήματος, συνυπολογιζομένης πάντα και της μείωσης της εμπορικής του αξίας, αυτό έχει υποστεί ολική καταστροφή υπό οικονομική έννοια και η αιτούμενη αποζημίωση περιορίζεται στην πριν από το ατύχημα αξία του. Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 175/2025, ΑΠ 1712/2024, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 23/2023), με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο "... με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο των 600 ευρώ για την αποζημίωσή του λόγω της ολικής καταστροφής του οχήματός μου και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αυτού από την ως άνω αιτία, απορριπτομένου του λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου, λόγω μη προσκόμισης εκτίμησης για το ποσό που απαιτείται για την επισκευή της, ότι αυτή είναι οικονομικά ασύμφορη, για τη κατάσταση που βρισκόταν προ του ατυχήματος, βεβαίωση ακινησίας της ή παράδοσης των κρατικών πινακίδων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., αγγελίες της αξίας αυτής προ του ατυχήματος γι' αυτό...", υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλέον της αοριστίας του καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο σχετικός δικονομικός κανόνας, ο οποίος παραβιάστηκε από το Εφετείο και ο τρόπος με τον οποίο παραβιάστηκε, πρέπει να απορριφθεί και ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τις ανωτέρω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το λόγο έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος, ως προς το κονδύλιο της ολικής καταστροφής της μοτοσικλέτας του, ως ουσιαστικά αβάσιμο (λόγω μη απόδειξής του) και όχι ως απαράδεκτο. Αν δε ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ομοίως ως απαράδεκτος αφενός λόγω της αοριστίας του, καθόσον, εκτός των άλλων, δεν εκτίθεται, ο (οι) κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 694/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 357/2018), αφετέρου καθόσον πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), το οποίο, κατά τις ως άνω παραδοχές του, έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης και τον απέρριψε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αναφοράς και χωριστής αξιολόγησης του καθενός από αυτά, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στη πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 510/2025, AΠ 1912/2024, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 510/2025, ΑΠ 1912/2024, ΑΠ 25/2023, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 342/2020, ΑΠ 388/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 687/2024, AΠ 1912/2024, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018). Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων, προβάλλει την, κατ` άρθρ. 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το ως άνω δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη καταστροφή της μοτοσικλέτας του, τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα: α)την εκτίμηση του τεχνίτη Β. Σ., στην οποία αναφέρεται ότι θα απαιτούνταν δαπάνη ποσού εξακοσίων ευρώ, β) την από ...-2017 απόδειξη του Β. Σ., ποσού 180,00 ευρώ και γ) την από ...-2017 ένορκη εξέτασή του (αναιρεσείοντος) ως μάρτυρα ενώπιον του Αρχ/κα Κ. Ν. στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, από τα οποία (έγγραφα) συνάγεται αντίθετο πόρισμα, ως προς την ολική καταστροφή της μοτοσικλέτας του κατά το ένδικο ατύχημα, από αυτό που δέχθηκε το Εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στη προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 4η αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ("... από όλα τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι που εκτιμώνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ....), σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω α' και β' φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι, τα ως άνω έγγραφα δεν προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα (στις από 4-4-2025 προτάσεις του γίνεται επίκληση και προσκόμιση του με αριθ. 10 εγγράφου το οποίο είναι φωτοτυπία της άδειας κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας του, όχι όμως και των ως άνω εγγράφων) και, συνεπώς, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Η δε εμπεριεχόμενη στον ως άνω λόγο αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε την ένορκη του κατάθεση ως μάρτυρα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί η αιτίαση αυτή, αναγόμενη στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν, δεν μπορούν να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1051/2023).

Επομένως, το δικαστήριο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων νομίμως προσκομισθέντων και επικληθέντων. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη καταστροφή της μοτοσικλέτας του, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, δηλ. για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1033/2024). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του περ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στο κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2025, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022).

Συνεπώς, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 79/2025, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 909/2022). Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β`του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι "....κατά την εκτίμηση των προσαγόμενων αποδεικτικών μέσων, όσον αφορά την αποδεικτική δύναμή τους, δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, άλλως παρέλειψε να κάνει χρήση ή έκανε εσφαλμένη χρήση τους για την ερμηνεία του παραπάνω κανόνα δικαίου...". Ειδικότερα, ισχυρίζεται (αυτολεξεί) ότι " ..... α) παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου που σχετίζεται με τα νοσήλιά μου, β) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, άτομο που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ανήμπορου ασθενούς με Ι.Χ., συνήθως αποζημιώνεται για τα έξοδα του οχήματος μεταφοράς, το χρόνο που έχασε για τη μεταφορά του ασθενούς, γ) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής να αναγράφονται τα δρομολόγια, ούτε τα έξοδα πάρκινγκ του οχήματος κατά τη πραγματοποίηση της μεταφοράς του ασθενούς σε νοσοκομείο, ούτε τα λοιπά έξοδα του συνοδού και ως εκ τούτου ήταν εσφαλμένη η απόρριψη του κονδυλίου της απώλειας εισοδημάτων του γαμπρού μου Χ. Α. και δ) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αλλά και κατά ιατρική επιταγή είναι αναγκαία η λήψη βελτιωμένης διατροφής προκειμένου να μπορέσει το πεπτικό σύστημα του ζημιωθέντος να ανταπεξέλθει στη τοξικότητα των φαρμάκων αλλά και να επιτευχθεί ταχύτερη επούλωση των καταγμάτων....". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβιάστηκαν, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, ως προς την αποζημίωσή του για νοσήλια, τη μετακίνησή του για επανέλεγχο στο νοσοκομείο και τη δαπάνη τρίτων προσώπων που τον συνόδευαν, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Απορριπτέα κρίνεται και η εμπεριεχόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο, με αριθμητική αναφορά, πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον ο αναιρεσείων δεν πλήττει τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά πλήττει ομοίως μόνο την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που το δικαστήριο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την επιδικασθείσα αποζημίωσή του για τα ως άνω κονδύλια και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1943/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1198/2023, 1226/2023).

Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στον ως άνω αναιρετικό λόγο, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 περ. β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες κατά τα παραπάνω. Από τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. α'του ΑΚ, ορίζεται, ότι "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του". Περιεχόμενο της, κατά το άρθρο 929 του ΑΚ, αποζημίωσης, είναι και τα νοσήλια στα οποία περιλαμβάνεται και η δαπάνη για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού, είτε στο νοσοκομείο είτε στο σπίτι σε βαριές, ιδιαίτερα, περιστάσεις σωματικών κακώσεων. Και αυτό, διότι, η μη καταβολή ανταλλάγματος, στη περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος. Η ως άνω αξίωση θεμελιώνεται υπέρ του παθόντος και ενεργοποιείται μέσω της ΑΚ 930 παρ. 3 στη περίπτωση που τις σχετικές υπηρεσίες και φροντίδες παρέχουν με εντατικοποίηση των δυνάμεών τους, οι οικείοι (γονείς, σύζυγοι, τέκνα, φίλοι), διαρκούσης είτε της νοσηλείας του παθόντος σε νοσοκομείο είτε της παραμονής του στην οικία του, οι οποίοι με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες τους, καλύπτουν την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού. Και στη περίπτωση αυτή η αξίωση αποζημίωσης του δικαιούχου παθόντος κατά του υπόχρεου τρίτου διατηρείται αλώβητη, έστω και αν ουδέν ποσόν καταβλήθηκε.

Στη περίπτωση αυτή η αποζημίωση διαμορφώνεται στο ποσό που συνήθως καταβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για τη προσφορά των ίδιων υπηρεσιών. Αν καταβλήθηκε, τότε αξιώνεται το τελευταίο (ΑΠ 264/2025, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1622/2013).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με βάση τα ως άνω (αυτολεξεί παρατεθέντα) πραγματικά περιστατικά που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως ως προς τη δαπάνη για τη πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού, υπηρεσίες και φροντίδες τις οποίες παρείχαν με εντατικοποίηση των δυνάμεών τους, η σύζυγος και θυγατέρα του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 929 εδ. α' και 930 παρ. 3 του ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ως άνω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποζημίωση που επιδικάστηκε στον αναιρεσείοντα για την ως άνω αιτία και ως εκ τούτου δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, κρίνοντας το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο αναιρεσείων-ενάγων δεν δικαιούται να αξιώσει, ως αποζημίωση μεγαλύτερο ποσό το οποίο θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, για τη φροντίδα και εξυπηρέτησή του, λόγω ανικανότητάς του να αυτοεξυπηρετηθεί, για το χρονικό διάστημα των τριών μηνών από τον τραυματισμό του, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε ανάγκη για περαιτέρω χρονικό διάστημα εξειδικευμένης φροντίδας, ούτε ότι ο τραυματισμός του εμπόδιζε περαιτέρω την αυτοεξυπηρέτησή του, στα πλαίσια των καθημερινών του αναγκών, πέραν του ως άνω επιδικασθέντος χρονικού διαστήματος και ποσού, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ (παραλείπεται η αριθμητική αναφορά των διατάξεων αυτών, το πραγματικό τους όμως προκύπτει χωρίς αμφιβολία, από το όλο περιεχόμενο του σχετικού αναιρετικού λόγου ΑΠ 682/2019, ΑΠ 565/2018), είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων, με τις αιτιάσεις που εμπεριέχονται στον πιο πάνω (τέταρτο) αναιρετικό λόγο, πλήττει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξάρτητα αν παραπονείται για δήθεν μη απάντηση σε ισχυρισμό του ή ανεπάρκεια αιτιολογίας και ως εκ τούτου ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης αφορά τη κρίση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο της ουσίας, δηλ. συνιστά προβολή ανεπίτρεπτου λόγου αναίρεσης, κατ` άρθρο 561 του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος (ΑΠ 264/2025, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1198/2023, 1226/2023).

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 264/2025, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1033/2024). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, δηλ. ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 380/2023). Και αυτό, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στη πρώτη περίπτωση (όσον αφορά το δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 265/2025, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 380/2023). Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αριθ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη ο αναιρεσείων λόγω του τραυματισμού του, κατ` άρθρ. 932 του ΑΚ: ''..... Από τη σε βάρος του αδικοπραξία ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη. Λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου, του τραυματισμού του ενάγοντος, της ταλαιπωρίας του που υπέστη από αυτόν, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διάδικων μερών (ο ενάγων συνταξιούχος που γεννήθηκε την ..., ηλικίας ... ετών και ο πρώτος εναγόμενος καθηγητής που γεννήθηκε την ..., ηλικίας ... ετών), πλην της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί το ποσόν των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, ποσό που κρίνεται εύλογο ως κρίθηκε ορθά από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο.....''. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος, λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από τον τραυματισμό του στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, στο πιο πάνω ποσό, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το επιδικασθέν ως άνω ποσό, δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη, που δέχθηκε αυτό υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν ότι υπέστη ο ως άνω ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αφού το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς των ποσών που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, χρηματικής ικανοποίησης.

Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στη πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά ευθεία παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στον αναιρεσείοντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης, το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, είναι κατ` ουσία βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω (πρώτου) αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως άνω μέρος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάστηκε στον αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν, για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 169/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης).

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλο Δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή