ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 937/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 937/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 937/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 937 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 937/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαναγιώτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Π. & ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Χ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κάππο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7224/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1244/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/2/2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 1244/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση που άσκησαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι κατά της υπ' αρ. 7224/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε αυτή, απέρριψε την σε βάρος τους ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα από 2...-2015 αγωγή κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως και είχαν υποχρεωθεί οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, η μεν πρώτη ομόρρυθμη εταιρεία ως πωλήτρια, ο δε δεύτερος ως ομόρρυθμος εταίρος αυτής, να καταβάλουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα - αγοραστή, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των 23.714,93 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της πώλησης σε αυτόν πράγματος (αυτοκινήτου) με νομικό ελάττωμα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Α. Κατά το άρθρο 513 ΑΚ με τη σύμβαση πώλησης ο πωλητής υποχρεούται να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής υποχρεούται να πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι: α) το πράγμα ή δικαίωμα, β) το τίμημα και γ) η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και την πληρωμή του τιμήματος (ΑΠ 743/2023, ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1834/2013), ενώ δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της πώλησης η κυριότητα του πωλητή επί του πωλούμενου πράγματος, το οποίο μπορεί να είναι και ξένο. Ωστόσο, αν κατά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης, η κυριότητα του πωληθέντος δεν ανήκε στον πωλητή αλλά σε τρίτο πρόσωπο, υφίσταται νομικό ελάττωμα κατά την έννοια του άρθρου 514ΑΚ και ο αγοραστής μπορεί, κατ' άρθρο 516 ΑΚ, να ασκήσει όλα τα δικαιώματα που έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις (ΑΠ 162/2022, ΑΠ 1193/2022, ΑΠ 721/2017).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ προκύπτει ότι δεν επέρχεται καμιά διαφοροποίηση στην ταυτότητα και στις έννομες συνέπειες ορισμένης σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ δύο συγκεκριμένων προσώπων, από το γεγονός ότι κατά την κατάρτιση αυτής οι συμβαλλόμενοι έδρασαν αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτου προσώπου που ενήργησε στο όνομα των (αντιπροσωπευομένων), αφού και στη δεύτερη περίπτωση, κατά την οποία αυτός που κάνει τη δήλωση έχει την προς αντιπροσώπευση εξουσία και κινείται μέσα στα όρια αυτής, η σύμβαση ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, στο πρόσωπο του οποίου παράγονται ευθέως τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Επί αγωγής που στηρίζεται σε ορισμένη σύμβαση, η οποία φέρεται ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων μπορεί μέχρι τη συζήτηση αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραδεκτώς, κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, να διευκρινίσει και συμπληρώσει το δικόγραφό της ως προς το ότι η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε μεταξύ άλλων συγκεκριμένων προσώπων, που ενήργησαν ως άμεσοι αντιπρόσωποι των διαδίκων, χωρίς από αυτό να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (AΠ 256/2022, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 1150/2014, ΑΠ 714/1988). Από την άποψη αυτή η ανωτέρω συμπλήρωση του δικογράφου της αγωγής αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1150/2014, ΑΠ 714/1988), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα κατωτέρω.

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντέστανσης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 16/2023, AΠ 1559/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 279/2019).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, απέρριψε, ως μη νόμιμη, την αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων δεχόμενο ότι, υπό τα εκτιθέμενα σε αυτή, όπως συμπληρώθηκε με τις κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προτάσεις του, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι ενεργούσαν, κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης πώλησης, ως άμεσοι αντιπρόσωποι του τρίτου εναγομένου πωλητή και ιδιοκτήτη του επίμαχου αυτοκινήτου, ισχυρισμό τον οποίο αυτός ουδέποτε προέβαλε με τα άνω δικόγραφά του, στα οποία αντιθέτως εξέθετε ότι η ένδικη σύμβαση πώλησης συνήφθη μεταξύ αυτού και του δευτέρου εναγομένου, που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής : Με την από 2...-2015 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε ότι περί τα τέλη Μαρτίου 2010 μετέβη στον εκθεσιακό χώρο αυτοκινήτων που διατηρεί στη ... η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία "Χ. Π. & ΣΙΑ ΟΕ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, όπου συμφώνησε με τον τελευταίο να του πωλήσουν το περιγραφόμενο στο δικόγραφο αυτοκίνητο αντί τιμήματος 23.500 ευρώ και να προβούν οι πρώτη και δεύτερος εναγόμενοι, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησής του, σε όλες τις διαδικασίες μεταβίβασης του αυτοκινήτου. Ότι ακολούθως, κατ' απαίτηση των δύο πρώτων εναγομένων τους προκατέβαλε το ποσό των 150 ευρώ και εξόφλησε το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος, καταβάλλοντας ποσό 23.350 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο δεύτερος εναγόμενος στην Τράπεζα Κύπρου. Ότι μετά την εξόφληση από αυτόν του συμφωνηθέντος τιμήματος και την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του αυτοκινήτου στο όνομά του οι δύο πρώτοι εναγόμενοι τον κάλεσαν και μετέβη εκ νέου στον άνω εκθεσιακό χώρο όπου του παρέδωσαν το αυτοκίνητο με το κλειδί του, ένα επιπλέον αντικλείδι, καθώς επίσης και τα απαραίτητα έγγραφα κυριότητας αυτού, μεταξύ των οποίων ήταν και η υπεύθυνη δήλωση του τρίτου εναγομένου, Σ. Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, από την οποία πληροφορήθηκε το πρώτον ότι ο τελευταίος ήταν ο ιδιοκτήτης του παραπάνω αυτοκινήτου, ο οποίος το είχε παραδώσει στην πρώτη εναγομένη εταιρεία προκειμένου να βρεθεί κατάλληλος αγοραστής. Ότι έκτοτε από 1-4-2010 κυκλοφορούσε κανονικά το αυτοκίνητό του έως και τον Φεβρουάριο του 2011, οπότε με αφορμή το ότι δεν λειτουργούσε το δεύτερο κλειδί που του είχαν παραδώσει οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, αλλά ούτε και το νέο κλειδί που ζήτησε και του έφτιαξαν σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο, διαπίστωσε, μετά από τεχνικό έλεγχο που διενήργησαν οι υπάλληλοι του άνω συνεργείου, ότι ο αριθμός πλαισίου της μηχανής του αυτοκινήτου του ήταν παραποιημένος και ότι ο αριθμός πλαισίου που ανήκε πραγματικά σε αυτό δεν είχε εκτελωνιστεί, με αποτέλεσμα να ειδοποιηθεί η Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής, η οποία στις ...-2011 προέβη στην κατάσχεση του αυτοκινήτου. Ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι του απέκρυψαν την ύπαρξη του άνω νομικού ελαττώματος, ενώ ο τρίτος εναγόμενος - ιδιοκτήτης γνωρίζοντας αυτό συνέπραξε στην ολοκλήρωση της μεταβίβασης. Με βάση αυτό το ιστορικό ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ζήτησε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, να υποχρεωθούν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των 23.714,93 ευρώ ως αποζημίωση, με βάση τις διατάξεις περί πώλησης, κατά την επικουρική βάση της αγωγής, η οποία κατά τούτο έγινε δεκτή πρωτοδίκως. Επίσης, στις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αφού ανέφερε ρητά ότι "η ενοχική σύμβαση της πώλησης που συνήφθη με τους α' και β' εναγόμενους και εμένα έπασχε από νομικό ελάττωμα", επικαλέστηκε ότι προσκομίζει, μεταξύ άλλων και "4. Την από 31-3-2010 εξουσιοδότησή μου προς τρίτο άγνωστο σε εμένα πρόσωπο για τη μεταβίβαση του επίδικου αυτοκινήτου στο όνομά μου, μετά της από 26-2-2010 εξουσιοδότησης του γ' εναγόμενου στο ίδιο πρόσωπο για την αντίστοιχη μεταβίβαση του εν λόγω αυτοκινήτου, του υπηρεσιακού αντιγράφου άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου που αγόρασα και της άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου μου στην οποία φαίνεται η μεταβίβαση στο όνομά μου στις 1-4-2010 από τον γ' εναγόμενο, για τον οποίο έλαβα το πρώτον γνώση μετά την αγοραπωλησία, όταν και μου παραδόθηκαν όλα τα νομιμοποιητικά του αυτοκινήτου μου έγγραφα..". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, αλλά και με τις κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προτάσεις του, εξέθετε ότι την ένδικη σύμβαση πώλησης κατήρτισε με τον δεύτερο εναγόμενο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας στον εκθεσιακό χώρο της τελευταίας. Παρά ταύτα, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τους δύο πρώτους εναγόμενους, κατά την επικουρική της βάση από τη σύμβαση πώλησης και απέρριψε ως προς αυτούς την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ειδικότερα ότι "...Εξ άλλου, ο ενάγων, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, την από 26.2.2010 εξουσιοδότηση του τρίτου εναγομένου για την αντίστοιχη μεταβίβαση του επιδίκου οχήματος, την άδεια κυκλοφορίας, στην οποία "φαίνεται η μεταβίβαση στο όνομά μου (εννοείται, στο όνομα του ενάγοντος) στις 1-4-2010 από τον γ' εναγόμενο, για τον οποίο έλαβα γνώση μετά την αγοραπωλησία".....Όμως,...... το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθ' ο μέρος δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη την αγωγή ως προς τους δύο πρώτους των εναγομένων (ήδη εκκαλούντων), λόγω της ενδοσυμβατικής ευθύνης τους, με το σκεπτικό ότι έχουν την ιδιότητα των "πωλητών", εκ της ενοχικής συμβάσεως της πωλήσεως, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση των συνδυασμένων διατάξεων 68ΚΠολΔ, 211, 212, 216, 217, 361, 513 επ. ΑΚ, διότι, υπό ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, η αγωγή ήταν απορριπτέα κατά το σκέλος αυτό ως μη νόμιμη, ελλείψη παθητικής νομιμοποιήσεως των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη εκκαλούντων από τη σύμβαση πωλήσεως. Κι αυτό διότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όπως συμπληρώθηκαν, ως άνω, με τις προτάσεις του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και εκτιμώνται από το Δικαστήριο, αυτοί δεν είχαν την ιδιότητα "πωλητών", αλλά "αντιπροσώπων" του πωλητού, ενεργούντες ως εντολοδόχοι του, βάσει εξουσιοδοτήσεώς του, επ' ονόματι και για λογαριασμό του, για την εξεύρεση αγοραστή, για την διενέργεια διαπραγματεύσεων με υποψήφιους αγοραστές και για την διεκπεραίωση των νομίμων διαδικασιών για τη μεταβίβαση του οχήματος από τον κύριο του οχήματος (τρίτο εναγόμενο) στον αγοραστή. Η ιδιότητά τους ως εντολοδόχων - αντιπροσώπων του κυρίου του οχήματος δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο ενάγων, ως ισχυρίζεται, έλαβε γνώση του προσώπου του τρίτου εναγομένου κατά την ολοκλήρωση της μεταβιβάσεως ή ότι κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα σε τραπεζικό λογαριασμό του δευτέρου των εναγόντων (και ήδη εκκαλούντος), αφού, υπό τις άνω περιστάσεις, ήταν σαφές ότι οι εκκαλούντες ενεργούσαν κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του κυρίου του οχήματος. Πέραν τούτου, ουδόλως εκτίθεται στην αγωγή ότι οι δύο πρώτοι των εναγόντων παρέστησαν ψευδώς στον ενάγοντα ότι οι ίδιοι ήταν κύριοι του οχήματος. Αντιθέτως, εκτιμάται από το περιεχόμενο της αγωγής ότι ο ενάγων το υπέλαβε ως δεδομένο κατά τις γενόμενες διαπραγματεύσεις, χωρίς, όμως, το πρόσωπο του αγοραστή να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας εκ μέρους του. Άλλωστε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συναλλακτική λογική, είναι σύνηθες στις εκθέσεις μεταχειρισμένων αυτοκινήτων τα οχήματα, που εκτίθενται προς πώληση, να μην ανήκουν στην κυριότητα του φορέα της επιχείρησης, αλλά σε τρίτους, οι οποίοι τα παραδίδουν στην επιχείρηση, με σχετική εξουσιοδότησή τους για την εξεύρεση αγοραστή, χωρίς να εμπλέκονται οι ίδιοι άμεσα σε διαπραγματεύσεις με υποψήφιους αγοραστές.." Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς τους δύο πρώτους των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητους, δεχόμενο, παρά το νόμο ισχυρισμό που ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ουδέποτε προέβαλε με την αγωγή και τις καταθεσείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προτάσεις του, ότι δηλαδή κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης πώλησης "οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν είχαν την ιδιότητα "πωλητών", αλλά "αντιπροσώπων" του πωλητού, ενεργούντες ως εντολοδόχοι του, βάσει εξουσιοδότησής του, επ' ονόματι και για λογαριασμό του", ο οποίος ισχυρισμός είναι ουσιώδης, καθώς συναρτάται με το ζήτημα της οφειλής ή μη από τους αναιρεσίβλητους της αιτούμενης από τον αναιρεσείοντα αποζημιώσεως ένεκα του επικαλούμενου στην αγωγή του νομικού ελαττώματος του πωληθέντος αυτοκινήτου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου της αναίρεσης στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, σε κάθε περίπτωση επικουρικώς προβαλλόμενων, αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1α και 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνη που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3β ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 αριθμ.1,191 αριθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ 1244/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ' αυτόν παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή