Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 939 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 939/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Ε. Τ., το γένος Κ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρη Γεωργιάδη, που ανακάλεσε την από 14/11/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάρκο Αχουζαρίδη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Β. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1688/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/5/2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 498, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που έχει οριστεί, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο αν αυτός διαμένει στην Ελλάδα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσίβλητου. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 409/2023, ΑΠ 48/2023, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση,από την υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσειόυσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στην 2η των αναιρεσιβλήτων. Όπως προκύπτει δε από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της ως άνω αναιρεσίβλητης που έχει κλητευθεί νομίμως (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι αυτός που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Κατά δε το άρθρο 61 ΑΚ, ένωση προσώπων μπορεί να αποκτήσει προσωπικότητα και να καταστεί νομικό πρόσωπο, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος. Τα νομικά πρόσωπα παύουν να υπάρχουν με τη διάλυσή τους και την ολοκλήρωση ακολούθως της εκκαθάρισής τους (άρθρο 72 ΑΚ) ή με τη συγχώνευση περισσότερων νομικών προσώπων στις προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις, οπότε εξαφανίζονται εκείνα τα νομικά πρόσωπα που απορροφώνται από τα εναπομένοντα ή από τα τυχόν δημιουργούμενα νέα νομικά πρόσωπα, χωρίς να απαιτείται προς το σκοπό αυτό η διάλυση προηγουμένως και η εκκαθάρισή τους, αφού σε όλα τα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τους υποκαθίστανται αυτοδικαίως ως (οιονεί) καθολικοί διάδοχοι τα πρόσωπα που τα απορροφούν (ΑΠ 958/2021, ΑΠ 1612/2013). Ειδικότερα, προκειμένου περί ανώνυμης εταιρίας, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13 του ισχύοντος από 1-1-2019 ν. 4548/2018, σε συνδυασμό και με το άρθρο 93 παρ. 1 α του ν. 4635/2019, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του με το αρθρ. 59 περ. α του ν. 4919/2022, η εταιρία αποκτά νομική προσωπικότητα με την καταχώρηση στο ΓΕΜΗ της διοικητικής απόφασης για τη σύσταση της εταιρίας και την έγκριση του καταστατικού της, παύει δε να υπάρχει με την καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο, λύση της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 προϋπόθεση, ενόψει και του άρθρου 313 παρ. 1 στ. δ' του ίδιου κώδικα, κατά το οποίο δύναται να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας δικαστικής απόφασης, αν εκδόθηκε σε δίκη που διεξήχθη κατ' ανυπάρκτου προσώπου, κατά δε το άρθρο 558 εδ. α του ίδιου κώδικα, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση που απευθύνεται εναντίον νομικού προσώπου, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε πλέον αυτοδικαίως εκ του νόμου άλλο νομικό πρόσωπο, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε την επελθούσα αυτή μεταβολή (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 335/2015,ΑΠ 1773/2001), οπότε η αναίρεση είναι παραδεκτή και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, προκειμένου να κληθεί το νέο νομικό πρόσωπο, εκτός αν αυτό εμφανισθεί στη δίκη και δηλώσει ότι διαδέχθηκε τον αρχικό διάδικο και συνεχίζει στη θέση εκείνου τη δίκη (ΑΠ 1472/2022, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 622/2016).
Περαιτέρω, με το άρθρο 57 του ν. 4601/2019, ''Εταιρικοί Μετασχηματισμοί κλπ'', που ρυθμίζει ζητήματα συγχώνευσης και διάσπασης ανώνυμων εταιριών, μεταξύ των οποίων οι τραπεζικές ανώνυμες εταιρίες (άρθρα 16 του ν. 2515/1997 και 145 του ν. 4261/2014) ορίζεται ότι: ''1. Η απόσχιση κλάδου πραγματοποιείται, είτε με απορρόφηση, είτε με σύσταση μίας ή περισσότερων νέων εταιρειών, είτε με απορρόφηση και με σύσταση μίας η περισσότερων νέων εταιρειών.... 3. Απόσχιση κλάδου με σύσταση νέας εταιρείας ή νέων εταιρειών είναι η πράξη, με την οποία μία εταιρεία (διασπώμενη) χωρίς να λυθεί, μεταβιβάζει, σε μία ή περισσότερες εταιρείες που συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες) τον καθοριζόμενο ή τους καθοριζόμενους στο σχέδιο διάσπασης κλάδο ή κλάδους δραστηριότητας, με τη διάθεση σε αυτήν εταιρικών συμμετοχών της επωφελούμενης ή των επωφελούμενων εταιρειών και ενδεχομένως χρηματικού ποσού, το οποίο δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) της ονομαστικής αξίας των εταιρικών συμμετοχών που αποδίδονται στη διασπώμενη εταιρεία ή, σε περίπτωση έλλειψης ονομαστικής αξίας, της λογιστικής τους αξίας'', ενώ με το άρθρο 70 του ίδιου πιο πάνω ν. 4601/2019, ορίζεται ότι: ''1. Η διάσπαση συντελείται με μόνη την καταχώριση σύμφωνα με την υποπερίπτωση αα' της περίπτωσης α της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3419/2005, της σύμβασης διάσπασης, ως προς τις επωφελούμενες εταιρείες, ακόμα και πριν από τη διαγραφή από το Γ.Ε.Μ.Η. της διασπώμενης εταιρείας, εφόσον πρόκειται για κοινή διάσπαση. 2. Από την ημερομηνία καταχώρισης Γ.Ε.Μ.Η. σύμφωνα με την παράγραφο 1, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα τόσο μεταξύ της διασπώμενης και των επωφελούμενων εταιρειών, όσο και έναντι τρίτων, τα εξής αποτελέσματα: α. οι επωφελούμενες εταιρείες υποκαθίστανται ως καθολικές διάδοχοι στη μεταβιβαζόμενη σε αυτές περιουσία. Στην κοινή διάσπαση, η καθολική διαδοχή καταλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας, δηλαδή το σύνολο των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και γενικά των έννομων σχέσεων της διασπώμενης εταιρείας, περιλαμβανομένων των διοικητικών αδειών που έχουν εκδοθεί υπέρ της τελευταίας και αφορούν τη μεταβιβαζόμενη περιουσία. Η μεταβίβαση αυτής της περιουσίας στις επωφελούμενες εταιρείες γίνεται σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στη σύμβαση διάσπασης ή προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 59. Στη μερική διάσπαση και στην απόσχιση κλάδου η καθολική διαδοχή καταλαμβάνει τον κλάδο δραστηριότητας που καθορίζεται στη σύμβαση διάσπασης. 3. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση από τις επωφελούμενες εταιρείες, σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης ή προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 59''. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι σε περίπτωση διάσπασης τραπεζικής εταιρίας, με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση νέας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, η τελευταία νέα εταιρία καθίσταται καθολική διάδοχος της πρώτης, ως προς το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τον αποσχιζόμενο κλάδο της τραπεζικής δραστηριότητας της διασπώμενης, μεταξύ των οποίων και αυτών που απορρέουν από τις δανειακές συμβάσεις, που συνήψε η τελευταία με τους πελάτες της, οι δε εκκρεμείς δίκες με διάδικο την διασπώμενη συνεχίζονται με διάδικο την επωφελούμενη, η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως ως οιονεί καθολική διάδοχος στη θέση της διασπώμενης, χωρίς να επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης, ούτε να απαιτείται δήλωση για τη συνέχισή της.
3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 17-6-2013 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει της με αριθμό ... διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην πρώτη εναγόμενη "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε μετά την άσκηση της αγωγής η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον δ.τ. "ALPHA BANK" ως οιονεί καθολική της διάδοχος κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση της πρώτης από την δεύτερη, το ποσό των 882.881,64 ευρώ, για απαίτηση της τελευταίας από την αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με πιστούχο την εταιρία με την επωνυμία "Μ. ΤΡΑΒΕΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ", στην οποία η ενάγουσα είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια. Ότι σε εκτέλεση της παραπάνω διαταγής πληρωμής η πρώτη εναγομένη επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της, ειδικότερα δε κατόπιν της με αριθμό ....2003 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού που συνέταξε η δεύτερη εναγομένη, συμβολαιογράφος και υπάλληλος του πλειστηριασμού, ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, εκπλειστηριάστηκε το περιγραφόμενο ακίνητο της ενάγουσας, με πλειστηρίασμα ανερχόμενο στο ποσό των 302.000 ευρώ, ενώ μετά την καταβολή του από τους αναφερόμενους υπερθεματιστές, συνετάγη, από τη δεύτερη εναγομένη ο με αριθμό ... πίνακας κατάταξης. Ότι η πρώτη εναγομένη και επισπεύδουσα την αναγκαστική εκτέλεση, η απαίτηση της οποίας ήταν εξασφαλισμένη με τις από .../2000 και .../2001 πρώτη και δεύτερη κατά σειρά προσημειώσεις υποθήκης, ποσών 19.755,68 και 102.714,60 ευρώ αντίστοιχα, κατετάγη τυχαία και προνομιακά ως πρώτη και δεύτερη προσημειούχος δανείστρια για το ποσό των 293.470,29 ευρώ, υπό τον όρο τελεσιδικίας της υπ' αριθμ. ... διαταγής πληρωμής, άλλως και όλως επικουρικώς, στην περίπτωση έκδοσης απόφασης σε βάρος της, ο πίνακας όρισε ότι θα καταταγούν οι αμέσως έχοντες έννομο συμφέρον. Ότι η ενάγουσα είχε ήδη προσβάλει με την με γενικό αριθμό κατάθεσης 1425/2002 ανακοπή της την παραπάνω διαταγή πληρωμής, η συζήτηση της οποίας, στην μετά από αναβολή δικάσιμο της 03/03/2004 ματαιώθηκε λόγω εκλογών, έκτοτε δε δεν έχει επισπευθεί η συζήτησή της από καμία από τις διάδικες πλευρές.
Ότι περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6 του ν.δ. 4001/1959, με την παράδοση στη δεύτερη εναγομένη της με αριθμό ....2004 εγγυητικής επιστολής, πέτυχε την είσπραξη του ποσού για το οποίο είχε καταταγεί. Ότι μετά την έκδοση της παραπάνω διαταγής πληρωμής και την επίσπευση σε βάρος της ενάγουσας αναγκαστικής εκτέλεσης, η απαίτηση της πρώτης εναγόμενης, για την οποία είχε εκδοθεί η προαναφερομένη διαταγή πληρωμής, κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία "Μ. ΤΡΑΒΕΛ ΣΥΣΤΕΜ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" εξοφλήθηκε. Ότι ειδικότερα, με την με αριθμό 8009/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επικυρώθηκε η από 29.06.2004 συμφωνία περί ρυθμίσεως και περιορισμού των χρεών της παραπάνω πρωτοφειλέτριας εταιρείας με βάση την οποία "... απαιτήσεις οποιουδήποτε πιστωτού της επιχείρησης και από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχονται αυτές και ανεξάρτητα αν οι απαιτήσεις αυτές βεβαιώθηκαν ή είναι σε εκκρεμοδικία ή θα καταστούν εκκρεμείς και θα βεβαιωθούν με τελεσίδικη ή αμετάκλητη απόφαση που γεννήθηκαν και είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές έως 26.09.2004, περιορίζονται σε ποσοστό 2 επί τοις εκατό της κύριας απαιτήσεως χωρίς προσαυξήσεις και τόκους από 29.06.2004 και μέχρις ατόκου εξοφλήσεως...".Ότι με βάση αυτά, η ανερχόμενη στο ποσό των 995.624,13 ευρώ απαίτηση της πρώτης εναγομένης, η οποία έχοντας ασκήσει κύρια παρέμβαση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση, δεσμεύεται από τη συμφωνία, κατά της ως άνω εταιρίας, περιορίστηκε στο ποσό των 19.912,48 ευρώ, που εξοφλήθηκε ολοσχερώς στις 03.11.2006. Ότι ενόψει των ανωτέρω, δεν είναι πλέον δυνατή η τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης της πρώτης εναγομένης, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγύησης που χορηγήθηκε από την ενάγουσα για την απαίτηση αυτή, όπως ακολούθως περιορίστηκε και τελικά εξοφλήθηκε. Με βάση τα περιστατικά αυτά, επικαλούμενη ότι έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η εξόφληση και η μη ύπαρξη της απαίτησης για την οποία η πρώτη εναγομένη κατετάγη στον προαναφερόμενο πίνακα κατάταξης, προκειμένου να ματαιωθεί, με την τελεσιδικία της απόφασης αυτής η αίρεση από την οποία εξαρτάται η προσημείωση υποθήκης που είχε εγγραφεί υπέρ της πρώτης εναγομένης, ώστε να ματαιωθεί η κατάταξή της, ζητούσε: α) να αναγνωριστεί ότι έχει εξοφληθεί η απαίτηση της πρώτης εναγομένης η οποία βεβαιώθηκε με τη διαταγή πληρωμής ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου, για την οποία αυτή κατετάγη στον πίνακα κατάταξης ... που συνέταξε η δεύτερη εναγομένη, β) να αναγνωριστεί ότι λόγω της εξόφλησης ματαιώθηκε η αίρεση από την οποία εξαρτάτο η προσημείωση υποθήκης που είχε εγγραφεί υπέρ αυτής και έτσι ματαιώθηκε η προϋπόθεση της τελεσίδικης κατάταξης της πρώτης εναγομένης, γ) να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στη δεύτερη εναγομένη το ποσό των 293.470,29 ευρώ νομιμοτόκως από τις 4.11.2006, με τον προβλεπόμενο τόκο υπερημερίας, δ) να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγομένη υποχρεούται να αξιώσει την καταβολή του ποσού των 293.470,29 ευρώ από την πρώτη εναγομένη και σε περίπτωση άρνησης της τελευταίας να συμμορφωθεί στο αίτημά της αυτό, ότι υποχρεούται να προβεί η δεύτερη εναγομένη σε ολική κατάπτωση της με αριθμό ... εγγυητικής επιστολής που κατέθεσε η πρώτη εναγομένη στη δεύτερη εναγομένη, ε) να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγομένη υποχρεούται να συντάξει συμπληρωματικό πίνακα κατάταξης για να ικανοποιηθούν οι λοιποί δανειστές που αναγγέλθηκαν και των οποίων οι απαιτήσεις βρέθηκαν βάσιμες, και εφόσον και στο μέτρο που τυχόν διατηρούν ακόμη τις απαιτήσεις εναντίον της τις οποίες ανήγγειλαν, άλλως και εφόσον έχουν εξοφληθεί για τις απαιτήσεις τους αυτές, προκειμένου το σχετικό ποσό να αποδοθεί στην ενάγουσα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1688/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα, στρεφομένη κατά της οιονεί καθολικής διαδόχου της πρώτης εναγομένης "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και της δεύτερης εναγομένης συμβολαιογράφου. Ακολούθως εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 323/2022 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, και αφού δικάσθηκε η αγωγή, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το πρώτο αίτημά της και συνακόλουθα και ως προς τα λοιπά αιτήματά της. Μετά τη συζήτηση της έφεσης, στο Εφετείο, στις 19-11-2020,και πριν την έκδοση της υπ' αριθμ. 323/20.1.2022 τελεσίδικη απόφασής του, έλαβε χώρα διάσπαση της οιονεί καθολικής διαδόχου της πρώτης εναγομένης- εφεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία, "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (Διασπώμενη), διά απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της, με τη σύσταση της νέας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία, "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο, "ALPHA BANK" (Επωφελούμενη), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2515/1997 και των άρθρων 57 παρ. 3 και 59-74 του ν. 4601/2019. Ειδικότερα, η ως άνω διάσπαση, με την υπ' αριθμ. ...-2021 πράξη διάσπασης του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Σ., εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ...-2021 απόφαση της Διεύθυνσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της Διασπώμενης και της Επωφελούμενης με τις υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2021 και ...-2021 ανακοινώσεις αντίστοιχα. Από την δημοσίευση της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης με απόσχιση κλάδου στο Γ.Ε.ΜΗ. στις 16-4-2021, η Επωφελούμενη υπεισήλθε αυτοδικαίως ως καθολική διάδοχος της Διασπώμενης, στα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της διάσπασης και εν γένει σε κάθε δικαίωμα ή υποχρέωση ή έννομη σχέση ή δραστηριότητα που αφορά τον ανωτέρω κλάδο και σε όλες τις δίκες που σχετίζονται με τον κλάδο αυτό, χωρίς ν' απαιτείται άλλη διατύπωση. Μετά δε την ολοκλήρωση της διάσπασης, που επήλθε στις 16-4-2021, η διασπώμενη εταιρεία συνέχισε μεν τη λειτουργία της ως ανώνυμη εταιρία, πλην, όμως, με άλλη επωνυμία, "ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διαφορετικό σκοπό, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2021 Ανακοίνωση Καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσίευσης στον διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων της διασπασθείσας εταιρείας, όπου ανακοινώνεται η τροποποίηση του καταστατικού της και μεταξύ άλλων η μετονομασία της σε "ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" συνεπεία της διάσπασης,της εισφοράς του τραπεζικού κλάδου στην νεοσυσταθείσα "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και της ανάκλησης της άδειας πιστωτικού ιδρύματος με την από 1-4-2021 απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Επομένως,μετά την ολοκλήρωση της πιο πάνω διαδικασίας, η νεοσυσταθείσα εταιρία, "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο, "ALPHA BANK", κατέστη καθολική διάδοχος της πρώτης εφεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία, "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και, συνακόλουθα, υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα της τελευταίας στην ένδικη υπόθεση, ενώ η διασπώμενη εταιρία -εφεσίβλητη, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, ως πιστωτικού ιδρύματος, και εξακολούθησε να λειτουργεί υπό την άνω νέα επωνυμία ("ALPHA ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") και σκοπό την παροχή μη τραπεζικών υπηρεσιών, δεν νομιμοποιείται, ως διάδικος, όσον αφορά την έννομη σχέση της προκείμενης δίκης, για απαιτήσεις από τον αποσχισθέντα κλάδο της. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της τελευταίας εταιρίας, πρώτης αναιρεσίβλητης, ενόψει και του ότι η αναιρεσείουσα κατά τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της, γνώριζε την επελθούσα μεταβολή, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη (ΑΠ 600/2021, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 622/2016), μετά από αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου, αλλά και κατ` αποδοχή της ένστασης περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, που προβάλλει η πρώτη αναιρεσίβλητη, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, με τις προτάσεις που κατέθεσε στις 25-10-2024 ήτοι προ είκοσι (20) ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης.
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1β, 577, 309 εδ.1, 321, 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/2003), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, είτε διότι η ανακοπή ασκήθηκε και απορρίφθηκε οριστικά, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013). Και αυτό γιατί η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1εδ.β' περ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 45/2020, ΑΠ 112/2018, ΑΠ 1514/2017). Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως, είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (ΟλΑΠ 15/2001, 11/1998). Καθιερώνεται δηλαδή η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1200/2021, ΑΠ 649/2018).
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η, κατ` άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προθεσμία των δεκαπέντε (15) ημερών για την άσκησή της, από την επίδοση της απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση. Η απόδειξη δε της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 211/2023,ΑΠ 597/2021,ΑΠ 45/2020).
5. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος στρέφεται κατά της 2ης των αναιρεσιβλήτων, συμβολαιογράφου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθότι, η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς την ως άνω αναιρεσίβλητη, εφόσον ως προς αυτή, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, η ως άνω αναιρεσίβλητη, δικάσθηκε ερήμην ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου έχει δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, το, δε, έννομο συμφέρον της για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου δεν μπορεί να εξεταστεί παρεμπιπτόντως από το παρόν Δικαστήριο κατά την εξέταση της τελεσιδικίας ή μη της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Από τα έγγραφα, δε, της δικογραφίας δεν προκύπτει ούτε, άλλωστε, γίνεται σχετική επίκληση από την αναιρεσείουσα, ότι επιδόθηκε στη 2η εφεσίβλητη(ήδη 2η αναιρεσίβλητη) η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να αρχίσει η προθεσμία των δεκαπέντε (15) ημερών του άρθρου 503 παρ.1 του ΚΠολΔ, για την εκ μέρους της άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, ούτε ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Σημειώνεται δε ότι η ανωτέρω 2η αναιρεσίβλητη δεν είναι ομόδικος της 1ης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία απαραδέκτως στρέφεται η αίτηση αναίρεση, κατά τα προαναφερόμενα.
6. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 4-3-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 323/2022 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της 1ης των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176,183,189 αριθ.1,191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 4-3-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 323/2022 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο
-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ