Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 940 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 940/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ελληνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σωτηρία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3675/2014 εν μέρει οριστική, 3852/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3968/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-2-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, με την από 30-1-2014 (υπ' αριθ. Γ.Α.Κ. 24828/2014 και Ε.Α.Κ. 616/2014) αγωγή, η οποία ασκήθηκε κατά 1) της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Α.Β.Ε.Ε" (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και 2) της ήδη αναιρεσείουσας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε (κατόπιν μετατροπής του αιτήματός της σε μερικώς αναγνωριστικό) να του επιδικαστεί το ποσό των 83.817,75 ευρώ και επικουρικώς το ποσό των 66.822,82 ευρώ, από τα οποία να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εκάστη εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των 20.000 ευρώ και το υπόλοιπο να αναγνωριστεί ότι οφείλουν σ' αυτόν, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της σχετικής δήλης ημέρας, ως εφάπαξ αποζημίωση, λόγω της αναφερόμενης απασχόλησης του στην πρώτη εναγομένη εταιρία και της υπ' αριθ. ...-1987 σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, που συνήψε η εργοδότρια του πρώτη εναγομένη με τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Επί της ως άνω αγωγής (που εισήχθη να δικαστεί κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών) εκδόθηκε, αρχικώς, η υπ' αριθ. 3675/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή (αγωγή) απορρίφθηκε (ως μη νόμιμη) ως προς την πρώτη εναγομένη και παραπέμφθηκε, κατά το μέρος της που αφορά τη δεύτερη εναγομένη (αναιρεσείουσα), στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3852/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή, αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσείουσα (δεύτερη εναγομένη) οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) το ποσό των 46.822,83 ευρώ, και υποχρεώθηκε η ίδια (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την 2-8-2011 (και για τα δύο ως άνω ποσά). Επίσης, επί της ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα (δεύτερη εναγομένη) εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 3968/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή τυπικά η έφεση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση επιδόθηκε στις 13-1-2023 (βλ. την υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ.) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 13-2-2023 (ενόψει του ότι η ημέρα λήξης της σχετικής προθεσμίας ήταν εξαιρετέα, άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), επίσης, καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ν. 2496/1997 (που έχουν εφαρμογή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 4 και 34 του ίδιου νόμου και επί ασφαλιστικών συμβάσεων που προυπήρχαν αυτού), συνάγεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση ο συμβαλλόμενος ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στο συμβαλλόμενο λήπτη της ασφάλισης ή σε τρίτο το ασφάλισμα, δηλαδή την αποζημίωση έως το τυχόν συμφωνημένο ανώτατο όριο (ασφαλιστικό ποσό), όταν επέλθει ο ζημιογόνος κίνδυνος, από τον οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστικός κίνδυνος ή ασφαλιστική περίπτωση), κατά την τυχόν συμφωνημένη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης. Ειδικότερη περίπτωση ασφάλισης αποτελεί η ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, ούτε ο νόμος προσδιορίζει ειδικώς την έννοια του σχετικού όρου, αλλά μόνον, αποσπασματικώς, στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2496/1997 υπάρχει αναφορά για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, κατά την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι, ώστε να υπάρχουν έναντι του ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους. Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστικής περίπτωσης) ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο). Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της συμβάσεως (άρθρα 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο - δέκτη της υποσχέσεως), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστικής περίπτωσης) και πληρώσεως των όρων της συμβάσεως. Πρόκειται περί γνησίας ομαδικής ασφαλίσεως, που λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρο 411 ΑΚ), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσης παροχής.
Εξάλλου, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσεως εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασσική μορφή ομαδικής ασφάλισης με την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2α του Ν.Δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης, η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί λογαριασμό καταθέσεως ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η εργοδότρια επιχείρηση (λήπτης της ασφαλίσεως), εκείνη δε, έναντι προμηθείας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδοτήσεως και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 361 του ΑΚ, μεταξύ των συμβαλλομένων, όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχειρήσεως) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το λογαριασμό καταθέσεως ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχειρίσεως κεφαλαίων. Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπομένη από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. του ΑΚ, δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννάται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπο του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφαλίσεως και εν συνεχεία να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 1335/2022, ΑΠ 1477/2019, ΑΠ 462/2018, ΑΠ 1131/2017, ΑΠ 162/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 18/2018, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 633/2024, ΑΠ 446/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή : Ο ενάγων προσλήφθηκε, στις 4-4-1983, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Όπλων ΑΕ" (ΕΒΟ) και εργάστηκε σε αυτή, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αρχικά, δηλαδή από τις 4-4-1983, ως φύλακας και εν συνεχεία, από τις 8-4-1994, ως αρχιφύλακας, στο εργοστάσιο της εναγόμενης του Λαυρίου. Με τις από 24-12-2003 αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες "Ελληνική Βιομηχανία Όπλων ΑΕ" (ΕΒΟ ΑΕ) και "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ" (ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ), εγκρίθηκε η συγχώνευση τους και η σύσταση νέας εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο ΕΒΟ -ΠΥΡΚΑΛ, για την οποία καταρτίστηκε η με αριθ. ... συμβολαιογραφική πράξη συγχώνευσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Σ. Π. και ακολούθως, η με αριθ. ...-2003 τροποποιητική πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου. Η συγχώνευση και η σύσταση της νέας εταιρείας εγκρίθηκαν με την με αριθ. ... απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης και τη με αριθ. ... απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, με την οποία εγκρίθηκε και το καταστατικό της, που καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ της Νομαρχίας Αθηνών και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ ...-2004. Έκτοτε, υπεισήλθε η εναγόμενη εταιρεία, ως οιονεί καθολική διάδοχος, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ανωνύμων εταιρειών ΕΒΟ ΑΕ και ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ. Δυνάμει της με αριθ. ...-1988 σύμβασης ομαδικής ασφάλισης καταβολής εφάπαξ ποσού, που συνήψε η εργοδότριά του ενάγοντος εταιρεία ΕΒΟ ΑΕ με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, όπως τα άρθρα 2, 3, 5, 10 και 11 αυτής τροποποιήθηκαν με την υπ' αριθ. ...-2005 Πρόσθετη Πράξη της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, που συνήψε η μετά την άνω συγχώνευση νέα εργοδότρια εταιρεία του ενάγοντος με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (ΕΑΣ ΑΒΕΕ) με την εναγόμενη
ασφαλιστική εταιρεία, ταρτίστηκε υπέρ όλου του προσωπικού που εργαζόταν με πλήρη απασχόληση σε αυτή [αρχικά στην ΕΒΟ ΑΕ και στη συνέχεια στην καθολική διάδοχο ΕΑΣ ΑΒΕΕ], ασφάλεια με αντικείμενο την καταβολή από την ασφαλιστική εταιρεία, κατά την αποχώρηση από την εργασία του κάθε ασφαλισμένου εργαζόμενου, εφάπαξ ποσού, υπολογιζόμενου με βάση το μέσο μηνιαίο μισθό του επί τα έτη εργασίας του στην εταιρεία, όπως αναπτύσσεται κατωτέρω. Συγκεκριμένα, στους όρους της αρχικής με αριθ. ...-1987 σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, η οποία είχε ημερομηνία έναρξης την 1-1-1988, ορίστηκαν τα εξής: Η εναγόμενη ανώνυμη ελληνική εταιρεία γενικών ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ (στο εξής για λόγους συντομίας ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ), συμφωνεί όπως, υπό τους όρους και τις διατάξεις της σύμβασης ασφάλισης, καταβάλει σε κάθε συμμετέχον στην ασφάλιση πρόσωπο, εφάπαξ ποσό κατόπιν αποχωρήσεως από την υπηρεσία του στην αντισυμβαλλόμενη εταιρεία (ενν. ΕΒΟ ΑΕ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 της ασφαλιστικής σύμβασης, ορίστηκε ότι η ασφαλισμένη ομάδα αποτελείται από όλους τους πλήρως απασχολούμενους μισθωτούς, δηλαδή τους μισθωτούς που παρείχαν τις υπηρεσίες τους τακτικά στην ΕΒΟ ΑΕ, βάσει προγραμματισμένου ωραρίου, τουλάχιστον 30 ωρών εβδομαδιαίως. Στο άρθρο 3 της ασφαλιστικής σύμβασης, ορίστηκε ότι κάθε μέλος της ασφαλιζόμενης ομάδας υπάγεται στην ασφάλιση. Στο άρθρο 4 της ασφαλιστικής σύμβασης, ορίστηκε ότι η ασφαλιστική κάλυψη αρχίζει αφ' ης θεμελιωθεί κατά τους όρους της συμβάσεως, δικαίωμα στην καταβολή εφάπαξ ποσού. Στο άρθρο 5 παρ. 1 περ. 1 και παρ. 2 της ασφαλιστικής σύμβασης, ορίστηκε ότι ο ασφαλισμένος θα θεωρείται ότι αποχωρεί της υπηρεσίας του και θα δικαιούται της προβλεπόμενης από την ασφαλιστική σύμβαση παροχή, κατά την ημερομηνία κατά την οποία συνταξιοδοτηθεί από οποιαδήποτε αιτία, από οποιοδήποτε κύριο φορέα κοινωνικής ασφάλισής του, ενώ η ημερομηνία αποχωρήσεως θα γνωστοποιείται εγγράφως από τον αντισυμβαλλόμενο (ΕΒΟ ΑΕ) στην ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, πριν την επέλευση της ημερομηνίας αυτής. Στο άρθρο 6 (Α) της ασφαλιστικής σύμβασης, ορίστηκε ότι το χορηγητέο εφάπαξ ποσό στον ασφαλισμένο, είναι καταβλητέο κατά την ημερομηνία αποχώρησής του από την υπηρεσία. Το εφάπαξ ποσό ισούται προς ένα "τελικό μέσο μισθό" επί τα έτη υπηρεσίας στην ΕΒΟ ΑΕ, με ανώτατο όριο 35 μέσους τελικούς μισθούς. Τελικός μέσος μισθός νοείται ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τη διάρκεια των 12 τελευταίων μηνών υπηρεσίας, η οποία προηγείται αμέσως της ημερομηνίας αποχωρήσεως ή της χρονολογίας κατά την οποία διακόπηκε η καταβολή ασφαλίστρων, όποιο συμβεί πρώτο. Το εφάπαξ ποσό καταβάλλεται ανεξάρτητα από τα λοιπά καταβλητέα στον ασφαλισμένο από οργανισμό κύριας ή επικουρικής ασφάλισης και πέραν της καταβλητέας αποζημιώσεως υπό του εργοδότη (ΕΒΟ ΑΕ). Στο άρθρο 10 παρ. 1 της ασφαλιστικής σύμβασης, ορίστηκε ότι ως μηνιαίος μισθός για την εφαρμογή του ασφαλιστικού συμβολαίου, θεωρούνται οι σε χρήμα κατά τακτικό τρόπο χορηγούμενες αποδοχές ενός μηνός, οι καταβαλλόμενες από τον εργοδότη (ΕΒΟ ΑΕ) στον μισθωτό, για τις από αυτόν παρεχόμενες υπηρεσίες, εξαιρούμενων ρητώς των πάσης φύσεως σε χρήμα προσαυξήσεων για υπερωριακή απασχόληση, προμήθειες, μερίσματα, επιδόματα παραγωγής κλπ., των δώρων των εορτών του Νέου Έτους και του Πάσχα και του επιδόματος θερινής άδειας. Στο άρθρο 11 της ασφαλιστικής σύμβασης, ορίστηκε ότι ως υπηρεσία στον εργοδότη, νοείται η εργασιακή σχέση εκάστου ασφαλισμένου με τον αντισυμβαλλόμενο (ΕΒΟ ΑΕ), η οποία έπεται της ημερομηνίας ενάρξεως του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (1-1-1988) ή προηγείται της ενάρξεως αυτού και διανύθηκε στο συγκρότημα ΛΑΥΡΙΟΥ της ΕΒΟ ΑΕ, μέχρι τις 20-4-1981 κατ' ανώτατο όριο. Στο ίδιο άρθρο ορίστηκε ότι υπηρεσία μικρότερη του έτους υπολογίζεται αναλογικά, προς τούτο δε περισσότερες των 15 ημερών υπηρεσίας, υπολογίζονται ως ολοκληρωμένος μήνας. Στο άρθρο 12 της ασφαλιστικής σύμβασης, ορίστηκε ότι ημερομηνία διακοπής της Σύμβασης Ασφαλίσεως είναι η ημερομηνία διακοπής καταβολής ασφαλίστρων για όλους τους ασφαλισμένους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του Κεφαλαίου II αυτής. Στο κεφάλαιο II της ασφαλιστικής σύμβασης, ορίστηκε ότι δημιουργείται Λογαριασμός Καταθέσεως Ασφαλίστρων, στον οποίο συγκεντρώνονται από την εναγόμενη οι εισφορές από ασφάλιστρα και από τον οποίο αποσύρονται τα ποσά που καταβάλλονται σύμφωνα με τους όρους της στους ασφαλισμένους. Στο άρθρο 3 του ως άνω κεφαλαίου της ασφαλιστικής σύμβασης, ορίστηκε ότι τα καταβλητέα ασφάλιστρα βαρύνουν αποκλειστικά την εργοδότρια εταιρεία (ΕΒΟ ΑΕ), η οποία δεν δικαιούται να επιρρίψει αυτά τους ασφαλισμένους, ενώ στο άρθρο 1 του ίδιου κεφαλαίου, ορίστηκε ότι εάν κατά τον χρόνο κατά τον οποίο πρέπει από τον Λογαριασμό να αποσυρθεί ποσό ασφαλιστικής παροχής, το ενεργητικό αυτού είναι κατώτερο του ποσού που πρέπει να αναληφθεί, τότε η εργοδότρια εταιρεία (ΕΒΟ ΑΕ) οφείλει να καταβάλει αμέσως τη διαφορά του ποσού στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και τα καταβλητέα στους ασφαλισμένους ποσά δεν θα αναγνωρίζονται, έως ότου καταβληθεί το ποσό των ασφαλίστρων από την εργοδότρια, ενώ σε περίπτωση που δεν καταβληθούν τα ασφάλιστρα εμπροθέσμως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση, ο ασφαλισμένος θα λαμβάνει μόνο μέρος του ποσού που δικαιούται, ανάλογο προς το υπόλοιπο του λογαριασμού και η εναγόμενη θα έχει δικαίωμα να θεωρήσει ότι η εργοδότρια διέκοψε την καταβολή των ασφαλίστρων και να ενεργήσει όσα προβλέπονται στο άρθρο 4 του ίδιου κεφαλαίου. Επίσης, στο άρθρο 1 του ως άνω κεφαλαίου, ορίζεται ότι η "Εταιρία", ήτοι η εναγόμενη "αναλαμβάνει την κάλυψιν των κατά την παρούσαν σύμβασιν προεξοφλημάτων χορηγητέων ασφαλιστικών παροχών, υπό την απαραίτητον προϋπόθεσιν ότι ο Συμβαλλόμενος (ενν. ΕΒΟ ΑΕ) θα είναι συνεπής ανά πάσαν στιγμήν, αναφορικώς προς την καταβολήν των τυχόν εμφανισθησομένων ελλειμάτων του "Λογαριασμού"". Η παραπάνω σύμβαση ομαδικής ασφάλισης τροποποιήθηκε με τη με αριθ. 7904/6.10.2005 πρόσθετη πράξη, που συνήφθη μεταξύ της διαδόχου της "ΕΒΟ ΑΕ", εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Α.Β.Ε.Ε." και της εναγόμενης με την οποία τροποποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, α) το άρθρο 2 αυτής, στο οποίο ορίστηκε ότι "Η ασφαλιζόμενη ομάδα αποτελείται από το σύνολο των πλήρως απασχολούμενων μισθωτών που ήταν ασφαλισμένοι με την παρούσα σύμβαση κατά την 31η Μαΐου 2004, καθώς και τους προσλαμβανόμενους από τον Αντισυμβαλλόμενό (ενν. ΕΒΟ ΑΕ) μετά την προαναφερόμενη ημερομηνία ...", β) το άρθρο 5 αυτής, στο οποίο ορίστηκε ότι "Η ημερομηνία αποχωρήσεως ασφαλιζόμενου από την υπηρεσία του αντισυμβαλλόμενου (ενν. ΕΒΟ ΑΕ) κατά την οποία θεμελιώνεται δικαίωμα εφάπαξ ποσού είναι η πρώτη μέρα του μήνα που έπεται της συμπλήρωσης των αντίστοιχων προϋποθέσεων όπως αναφέρονται κατωτέρω. 1. ... Α Συνταξιοδότησης από οποιαδήποτε αιτία από οποιοδήποτε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης...", γ) το άρθρο 10 αυτής, στο οποίο ορίστηκε ότι "Σαν μηνιαίος μισθός θεωρείται το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών σε χρήμα που λαμβάνει ο μισθωτός από τον Αντισυμβαλλόμενο (ενν. ΕΒΟ ΑΕ) για τις παρεχόμενες σ' αυτόν υπηρεσίες καθώς και των αναδρομικών αυξήσεων, εξαιρούμενων των προσαυξήσεων για υπερωριακή απασχόληση, των προμηθειών, μερισμάτων, επιδομάτων παραγωγής, θέσεως, ευθύνης κ.τ.λ. Για τον προσδιορισμό του μηνιαίου μισθού δεν λαμβάνονται υπόψη τα δώρα (Χριστουγέννων, Πάσχα), το επίδομα αδείας και οποιαδήποτε άλλη μη μηνιαία τακτική παροχή, όπως για παράδειγμα συμφωνηθέντα ή μη Bonus, ποσά καταβαλλόμενα από διανομή μερίσματος στους εργαζομένους και λοιπές έκτακτες παροχές..." και δ) το άρθρο 11, στο οποίο ορίστηκε ότι "Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης ως "Υπηρεσία" στον εργοδότη νοείται η εργασιακή σχέση κάθε ασφαλισμένου με τον Αντισυμβαλλόμενο, η οποία έπεται της ημερομηνίας ενάρξεως του Συμβολαίου (1.1.1988). Ειδικότερα, εργασιακή σχέση Συμβολαίου (1.1.1988) ή οποία προηγείται της έναρξης του Συμβολαίου (1.1.1988) και διανύθηκε : Για το συγκρότημα ΛΑΥΡΙΟΥ της ΕΒΟ ΑΕ, θα θεωρείται ως "Υπηρεσία" μέχρι την 20η Απριλίου 1981 κατ' ανώτατο όριο ... Περίοδος υπηρεσίας μικρότερη του έτους υπολογίζεται αναλογικά (PRO RATA). Για το σκοπό αυτό υπηρεσία μεγαλύτερη των δέκα πέντε (15) ημερών υπολογίζεται σαν ολόκληρος μήνας και μικρότερη ή ίση των 15 ημερών δεν υπολογίζεται". Την παραπάνω με αριθ. ....1987 σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, κατήγγειλε η εναγόμενη με την από 30.4.2013 εξώδικη δήλωση καταγγελία της προς την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Α.Β.Ε.Ε.", λόγω του ότι κατά την 31.12.212 υφίστατο έλλειμμα στον οικείο Λογαριασμό Καταθέσεως Ασφαλίστρων, ποσού 55.799.788,50 ευρώ, το οποίο η τελευταία δεν κάλυψε, η δε εξώδικη δήλωση - καταγγελία επιδόθηκε στην ως άνω εταιρεία στις ....2013 (σχετ. η με αριθ. ....2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Δ. Α. Λ.) και ανέπτυξε αποτελέσματα με την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ως άνω επίδοσή της, σύμφωνα με τα αναφερόμενα σε αυτήν (καταγγελία) και στους όρους της ως άνω σύμβασης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργάστηκε στην ως άνω εργοδότρια εταιρεία ΕΒΟ ΑΕ και εν συνεχεία, μετά την προαναφερόμενη συγχώνευση, στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Α.Β.Ε.Ε.", διαρκώς έως τις 12.7.2011, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, έχοντας θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους σύνταξης από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα, δηλαδή το ΙΚΑ. Ωστόσο, η εναγόμενη, παρά τη συνδρομή στο πρόσωπο του ενάγοντος των προϋποθέσεων αποχώρησής του από την Υπηρεσία του και της καταβολής σε αυτόν της συμφωνηθείσας ασφαλιστικής παροχής, δεν του κατέβαλε αυτήν, ισχυριζόμενη ότι σύμφωνα με την άνω ασφαλιστική σύμβαση, δεν έχει υποχρέωση καταβολής αυτής, διότι το υπόλοιπο του οικείου Λογαριασμού Καταθέσεως Ασφαλίστρων δεν επαρκεί για την καταβολή της. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ως άνω ομαδική σύμβαση ασφάλισης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την προαναφερόμενη πρόσθετη πράξη, ο ενάγων δικαιούτο κατά την αποχώρησή του από την εργασία του λόγω συνταξιοδότησης, ποσό ίσο με το γινόμενο ενός μέσου μηνιαίου τελικού μισθού επί τον αριθμό των ετών κατά τα οποία εργάσθηκε στην εταιρεία "ΕΒΟ ΑΕ" και στη συνέχεια στην καθολική διάδοχο της "ΕΒΟ ΑΕ", εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Α.Β.Ε.Ε.", ήτοι επί 28 έτη, 3 μήνες και 8 ημέρες, δικαιούμενος ασφαλιστικής αποζημίωσης από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία για τα 28 έτη και τους 3 μήνες, ενώ οι 8 ημέρες δεν αποζημιώνονται γιατί υπολείπονται του δεκαπενθημέρου (άρθρο 11 της Πρόσθετης Πράξης τροποποίησης της ασφαλιστικής σύμβασης). Ο δε μέσος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, θα υπολογισθεί με βάση τον μέσο όρο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του κατά τους δώδεκα (12) τελευταίους προ της αποχώρησής του μήνες, εξαιρούμενων των ποσών που έλαβε για επιδόματα εορτών, για αμοιβή σε ημέρες αργίας, Κυριακές και κατά τη νύκτα, για πρόσθετη εργασία και για επίδομα θέσης Λαυρίου Α, καθόσον τα τελευταία αυτά ποσά ρητώς εξαιρέθηκε όπως ήδη εκτέθηκε από τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης. Με βάση δε τις προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας του ενάγοντος, αυτός έλαβε ως τακτικό μηνιαίο μισθό (χωρίς συνυπολογισμό των ποσών που εξαιρέθηκαν) α) τον Αύγουστο του 2010, ποσό ...71,87 ευρώ, β) τον Σεπτέμβριο του 2010, ποσό 2.241,41 ευρώ, γ) τον Οκτώβριο του 2010, ποσό ...71,87 ευρώ, δ) το Νοέμβριο του 2010, ποσό
2.471,30 ευρώ, ε) τον Δεκέμβριο του 2010, ποσό ...71,87 ευρώ, στ) τον Ιανουάριο του 2011, ποσό 2.038,10 ευρώ, ζ) τον Φεβρουάριο του 2011, ποσό 2.038,10 ευρώ, η) τον Μάρτιο του 2011, ποσό 2.247,14 ευρώ, θ) τον Απρίλιο του 2011, ποσό 2.268,23 ευρώ, ι) το Μάιο του 2011, ποσό 2.947,29 ευρώ, ια) τον Ιούνιο του 2011, ποσό 2.057,23 ευρώ και ιβ) τον Ιούλιο του 2011, ποσό 2.360,54 ευρώ.
Συνεπώς, ο μέσος μηνιαίος τελικός μισθός του, κατά τους ορισμούς της ασφαλιστικής σύμβασης, ανερχόταν στο ποσό των (28.384,95/12=) 2.365,41 ευρώ. Ώστε, ως εφάπαξ παροχή κατά την αποχώρησή του από την εργασία του, δικαιούτο με βάση την ένδικη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης το ποσό των [2.365,41 ευρώ X 28 μισθούς και 2.365,41 ευρώ X 3/12 (για τους τρεις μήνες) = 66.231,48 + 591,35 =] 66.822,83 ευρώ, το οποίο κατέστη απαιτητό την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της συνταξιοδότησής του, ήτοι την 1.8.2011 και του οφείλεται νομιμοτόκως από την επομένη της εν λόγω δήλης ημέρας.
Περαιτέρω, με βάση όσα ήδη εκτέθηκαν, η ένδικη σύμβαση μεταξύ της προαναφερόμενης εργοδότριας εταιρείας του ενάγοντος και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, εμπίπτει στην έννοια της ομαδικής σύμβασης ασφάλισης, η οποία καταρτίσθηκε υπέρ των εργαζομένων της εταιρείας "ΕΒΟ ΑΕ" και στη συνέχεια της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Α.Β.Ε.Ε.", που διαδέχθηκε αυτή, με την καταβολή των ασφαλίστρων από την εργοδότρια μέσω του ειδικώς ιδρυθέντος Λογαριασμού Καταθέσεως Ασφαλίστρων. Από το περιεχόμενο της προαναφερθείσης σύμβασης, προκύπτει σαφώς η βούληση των μερών, ήτοι της εταιρείας "ΕΒΟ ΑΕ" και στη συνέχεια της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Α.Β.Ε.Ε." και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ότι η μεταξύ αυτών καταρτισθείσα σύμβαση ομαδικής ασφάλισης καταβολής εφάπαξ ποσού είναι γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση, κατά τα άρθρα 411 και 412 του ΑΚ, η οποία, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη (νομική σκέψη I), παρέχει άμεσο δικαίωμα στον κάθε ασφαλισμένο - μέλος του ομαδικού ασφαλιστηρίου, να αξιώσει από την υποσχεθείσα εναγόμενη την καταβολή του ασφαλίσματος μόνο με την πλήρωση της οριζόμενης προϋπόθεσης, ήτοι της αποχώρησής του από την υπηρεσία, χωρίς η ανωτέρω αξίωση να τελεί υπό τον όρο της επάρκειας του κεφαλαίου στο λογαριασμό καταθέσεως ασφαλίστρων, δεδομένου και του ότι η ανωτέρω σύμβαση ήταν ισχυρή και δεν είχε καταγγελθεί από την εναγόμενη. Από το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης δεν συνάγεται βούληση των συμβαλλομένων, η οποία να αποκλείει το δικαίωμα των αποχωρούντων εργαζομένων για τη λήψη της εφάπαξ παροχής, στην περίπτωση που δεν θα υπήρχε επαρκές πιστωτικό υπόλοιπο στο λογαριασμό καταθέσεως ασφαλίστρων.
Συνεπώς, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός της εναγόμενης - εκκαλούσας, που επαναφέρεται και με σχετικό λόγο έφεσης, ότι με την ένδικη σύμβαση η εναγόμενη δεν ανέλαβε ασφαλιστικό κίνδυνο, αλλά μόνο χρηματοοικονομική δραστηριότητα, συνιστάμενη στη διαχείριση χρημάτων που συλλέγονται μέσω ασφαλίστρων ομαδικού ασφαλιστηρίου προς σύσταση κεφαλαίων. Εξάλλου, η πρόσθετη πράξη με αριθμό ....1992, στην οποία περιέχεται ο όρος που η εναγόμενη - εκκαλούσα επικαλείται προς ενίσχυση του άνω ισχυρισμού της, ότι "συνομολογείται ρητά και ανεπιφύλακτα ότι καθ' οιονδήποτε χρονικό σημείο από της ενεργοποιήσεως του παραπάνω συμβολαίου κατά το οποίο δεν θα υφίσταται κεφάλαιο στο υφιστάμενο αποθεματικό, η Α.Ε.Ε.Γ.Α. "Η ΕΘΝΙΚΗ" δεν υποχρεούται και δεν εγγυάται την καταβολή οποιοσδήποτε παροχής στους ασφαλιζόμενους", τροποποιεί τη με αριθμό ....1992 ομαδική ασφαλιστική σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ της εναγόμενης και της "ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ (ΠΥΡΚΑΛ)" και όχι την ένδικη σύμβαση, ενώ ούτε στην ένδικη σύμβαση, ούτε στην προαναφερόμενη πρόσθετη αυτής πράξη περιέχεται αντίστοιχος όρος. Άλλωστε, το γεγονός ότι από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην υπό κρίση αγωγή, ότι η αρχική εργοδότρια του ενάγοντος ήταν η εταιρεία "ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ", αντί του ορθού "ΕΒΟ ΑΕ", δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε με σχετικό λόγο έφεσης η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, καθόσον στην αγωγή αναφέρεται ορθά ως καθολική διάδοχος της πραγματικής αρχικής εργοδότριας του, η εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Α.Β.Ε.Ε." και περαιτέρω, αναφέρονται οι ορθές ασφαλιστική σύμβαση και πρόσθετη αυτής πράξη και όχι η ομαδική ασφαλιστική σύμβαση και οι τροποποιητικές αυτής πράξεις, που συνήψε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την εταιρεία "ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ". Ούτε αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγόμενης, ότι μετά τη συγχώνευση της εταιρείας "ΕΒΟ ΑΕ" και της εταιρείας "ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ" και δημιουργία της νέας εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Α.Β.Ε.Ε.", οι ομαδικές ασφαλιστικές συμβάσεις που είχαν συνάψει προ της συγχωνεύσεως οι εταιρείες ΕΒΟ και ΠΥΡΚΑΛ, αποτέλεσαν μία ενιαία σύμβαση μετά τη συγχώνευση με κοινούς όρους, αφού δεν επιρρωνύεται από κανένα έγγραφο, ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο. Ο δε όρος στο άρθρο 1 του κεφαλαίου II της ένδικης σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο, η εναγόμενη "αναλαμβάνει την κάλυψιν των κατά την παρούσαν σύμβασιν προεξοφλημάτων χορηγητέων την ασφαλιστικών παροχών, υπό την απαραίτητον προϋπόθεσιν ότι ο Συμβαλλόμενος (ενν. ΕΒΟ ΑΕ) θα είναι συνεπής ανά πάσαν στιγμήν, αναφορικώς προς την καταβολήν των τυχόν εμφανισθησομένων ελλειμμάτων του "Λογαριασμού", δεν αποκλείει την καταβολή του ασφαλίσματος στην περίπτωση ελλείμματος του λογαριασμού, αλλά θεμελιώνει υποχρέωση της εργοδότριας εταιρείας (ΕΒΟ ΑΕ) να συμπληρώσει το έλλειμμα, με την καταβολή ασφαλίστρων στην εναγόμενη και αντίστοιχη αξίωση της ασφαλιστικής εταιρείας προς την εργοδότρια αντισυμβαλλομένη της.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο αποχώρησης του ενάγοντος από την υπηρεσία του, η επίμαχη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης ήταν ενεργή και η εναγομένη, παρ' ότι μπορούσε, εάν δεν επαρκούσε για την ικανοποίησή του το υπόλοιπο του οικείου λογαριασμού ασφαλίστρων, να την καταγγείλει, δεν είχε προβεί στην καταγγελία αυτή. Άλλωστε, η εναγόμενη δεν αποδεικνύει ότι κατά τον παραπάνω χρόνο κατά τον οποίο κατέστη απαιτητή η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, ήτοι στις 1.8.2011, το υπόλοιπο του οικείου λογαριασμού δεν επαρκούσε για την καταβολή του, ώστε να επικαλεστεί τα προαναφερόμενα δικαιώματά της, που απορρέουν από τα άρθρα 1 και 4 του Κεφαλαίου II της ασφαλιστικής σύμβασης, δοθέντος ότι δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το υπόλοιπο αυτό κατά τον ως άνω χρόνο. Με βάση τα ανωτέρω, η αγωγή αποδεικνύεται βάσιμη κατ' ουσία, του ενάγοντος δικαιουμένου να αξιώσει ασφαλιστική αποζημίωση ύψους 56.822,83 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την 2.8.2011". Ακολούθως το Εφετείο, με την ως άνω αιτιολογία, απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή. Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 410 και 411 επ. του ΑΚ, καθώς και του άρθρου 13 κεφ. VII παρ. 2 α του ΝΔ 400/1970, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, δεχόμενο ότι, βάσει της εν λόγω σύμβασης ασφάλισης, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της εργοδότριας του αναιρεσίβλητου (εταιρίας "ΕΒΟ ΑΕ" και στη συνέχεια εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Α.Β.Ε.Ε.") και της αναιρεσείουσας (εναγομένης) ασφαλιστικής εταιρίας, η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα), ως ασφαλισμένο - μέλος του ως άνω ομαδικού ασφαλιστηρίου, το αντίστοιχο εφάπαξ χρηματικό ποσό (ασφάλισμα), από τον τηρούμενο προς τούτο λογαριασμού καταθέσεως ασφαλίστρων, κατά την αποχώρηση του από την ως άνω εργασία, λόγω συνταξιοδότησης του (ασφαλιστική περίπτωση). Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το με αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, ισχυρίζεται ότι από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας σύμβασης ομαδικής ασφάλισης καταβολής εφάπαξ ποσού, προκύπτει μεν το δικαίωμα του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος), ως ασφαλισμένου - μέλους του ομαδικού ασφαλιστηρίου, να αξιώσει από την αναιρεσείουσα (εναγόμενη) ασφαλιστική εταιρία, την καταβολή του ασφαλίσματος, όμως, η αντίστοιχη υποχρέωση της (αναιρεσείουσας) τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ανεπάρκειας των διαθεσίμων κεφαλαίων του σχετικώς τηρηθέντος λογαριασμού καταθέσεως ασφαλίστρων από την εργοδότρια του αναιρεσίβλητου και για όσο χρόνο διατηρείται αυτή η ανεπάρκεια, καθώς και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο λογαριασμός αυτός δεν διέθετε επαρκή κεφάλαια για την εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσης προς τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα). Ωστόσο, ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον από τις ως άνω παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας εξετάστηκε κατ' ουσίαν και απορρίφθηκε ως αβάσιμος, υπό την έννοια ότι έγινε, μεταξύ άλλων, δεκτό ότι κατά τον ως άνω χρόνο της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και συγκεκριμένα της συνταξιοδότησης του αναιρεσίβλητου δεν συνέτρεχε ανεπάρκεια του οικείου λογαριασμού. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της μη υποχρέωσής της για την καταβολή στον αναιρεσίβλητο του ως άνω εφάπαξ χρηματικού ποσού, λόγω της επικληθείσας ανεπάρκειας του υπολοίπου του οικείου λογαριασμού ασφαλίστρων, δέχθηκε (με συμπληρωματική αιτιολογία) ότι δεν αποδείχθηκε η μη επάρκεια του υπολοίπου του λογαριασμού αυτού για την καταβολή του αντίστοιχου ασφαλίσματος στον αναιρεσίβλητο, κατά τον ως άνω χρόνο κατά τον οποίο κατέστη απαιτητή η ένδικη αξίωσή του (συγκεκριμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται: " Άλλωστε, η εναγόμενη δεν αποδεικνύει ότι κατά τον παραπάνω χρόνο κατά τον οποίο κατέστη απαιτητή η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, ήτοι στις 1.8.2011, το υπόλοιπο του οικείου λογαριασμού δεν επαρκούσε για την καταβολή του, ώστε να επικαλεστεί τα προαναφερόμενα δικαιώματά της, που απορρέουν από τα άρθρα 1 και 4 του Κεφαλαίου II της ασφαλιστικής σύμβασης ..."). Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, που είναι διάσπαρτες στον ως άνω λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης ασφάλισης, κατά συνέπεια προβάλλονται απαραδέκτως.
ΙΙ. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του και να καθορίζεται το περιεχόμενο του, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν αυτό είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού (ΑΠ 180/2017, 566/2017, 721/2014). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1240/2024, ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 1081/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της ένδικης αναίρεσης, από τον αριθμό 11 εδ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και ειδικότερα: α) το με αριθμό πρωτ. ...-1997 έγγραφο της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας προς την εργοδότρια εταιρία του αναιρεσίβλητου ("Ε.Β.Ο. Α.Ε."), που αφορούσε τα αποτελέσματα της αναλογιστικής μελέτης 1998, β) το με αριθμό πρωτ. ...-2006 έγγραφο της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας προς την εργοδότρια εταιρία του αναιρεσίβλητου ("Ε.Α.Σ. Α.Ε."), που αφορούσε τα αποτελέσματα της αναλογιστικής μελέτης 2006, γ) το με αριθμό πρωτ. ...-2007 έγγραφο της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας προς την εργοδότρια εταιρία του αναιρεσίβλητου, που αφορούσε τον καταθετικό λογαριασμό που εξυπηρετούσε την λειτουργία της υπ' αριθ. ...-1987 ένδικης σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, δ) το με αριθμό πρωτ. ...-2008 έγγραφο της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας προς την εργοδότρια εταιρία του αναιρεσίβλητου ("Ε.Α.Σ. Α.Ε."), που αφορούσε τα αποτελέσματα της αναλογιστικής μελέτης 2008 και ε) το με αριθ. πρωτ. 1751/27-03-2007 έγγραφο της εργοδότριας εταιρίας του αναιρεσίβλητου ("Ε.Α.Σ. Α.Ε."), από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, αποδεικνύεται ότι ο λογαριασμός καταθέσεως των ασφαλίστρων της εν λόγω σύμβασης ομαδικής ασφάλισης ήταν διαρκώς ελλειμματικός ήδη από το έτος 1998, καθώς και κατά κρίσιμο χρόνο (1-8-2011). Ωστόσο, ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις από 15-10-2024 προτάσεις (υπόμνημα) της αναιρεσείουσας, τις οποίες ο Άρειος Πάγος επισκοπεί κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η τελευταία δεν επικαλείται ότι προσκομίζει τα ως άνω έγγραφα προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αναφορά περί του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο προαναφερθέν πόρισμά του "... από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα επικαλούνται και τα προσκομίζουν και πάλι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή ...", καθώς και από το όλο περιεχόμενο και την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγεται αναμφίβολα και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα), τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Επισημαίνεται ότι τα προαναφερθέντα έγγραφα, κατά το εκτιθέμενο στην αίτηση αναίρεσης περιεχόμενο τους, αφορούν το υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού, που τηρείτο για τα ασφάλιστρα της εν λόγω ομαδικής ασφάλισης, όμως, για διαφορετικά χρονικά διαστήματα από αυτό, κατά το οποίο κατέστη απαιτητή η ένδικη αξίωση του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος), δηλαδή στις 1-8-2011. Έτσι, από την αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περί του ότι η αναιρεσείουσα (εναγομένη) "... δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το υπόλοιπο αυτό κατά τον ως άνω χρόνο [1-8-2011] .." δεν μπορεί να συναχθεί ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά, όπως αντίθετα αλλά αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Εξάλλου, το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 εδ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι, κατά τα ως άνω, απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (που κατέθεσε προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-2-2023 αίτηση αναίρεσης της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" κατά της υπ' αριθ. 3968/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ