ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 941/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 941/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 941/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 941 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 941/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Τ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Κ. Γ. του Σ., συζύγου Γ. Τ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριέττα Βενετσιάνου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. - Τ. Σ. - Σ. το γένος Ρ., 2) Μ. - Ν. Σ. του Ι. και 3) Θ. Σ. του Ι., απάντων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νταφούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2017 μη οριστική, 264/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-5-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 12-9-2016 (υπ' αριθ. 208/12-9-2016 έκθεσης κατάθεσης) αγωγή τους, που άσκησαν κατά του αρχικού εναγομένου Ι. Σ., δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσίβλητων (ως κληρονόμων αυτού), εξέθεταν ότι δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1996 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Μ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, περιήλθε, λόγω πώλησης, από τον εναγόμενο έναντι τιμήματος 30.000.000 δραχμών (ή 88.041 ευρώ), στην κυριότητά τους, κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα αγρόκτημα, που περιγράφεται στην αγωγή. Ότι ο εναγόμενος άσκησε εις βάρος τους την υπ' αριθ. κατάθεσης 406/21-06-1999 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, κατ' άρθρο 179 του ΑΚ, επί της οποίας (αγωγής) εκδόθηκε η υπ' αριθ. 62/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του εναγομένου (πωλητή). Ότι κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησαν έφεση, που απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 215/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου και κατά της τελευταίας απόφασης άσκησαν αίτηση αναίρεσης, που ομοίως απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 401/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ότι ο εναγόμενος (πωλητής), παρά την αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω δικαιοπραξίας, δεν τους επέστρεψε το καταβληθέν τίμημα, ποσού 30.000.000 δραχμών (ή 88.041 ευρώ), γι' αυτό άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την υπ' αριθ. 868/2009 έκθεσης κατάθεσης αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν την επιδίκαση του ως άνω ποσού (τιμήματος), βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 137/2011 απόφαση του προαναφερθέντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο με την υπ' αριθ. 36/2015 απόφασή του απέρριψε την αγωγή αυτή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, που απορρέει από την ανωτέρω υπ' αριθ. 215/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Επίσης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την ένδικη αγωγή, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει το ποσό των 19.662,50 ευρώ (το ποσό των 9.831,25 ευρώ σε καθένα), εντόκως, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενοι ότι η αιτία, για την οποία καταβλήθηκε από αυτούς (αγοραστές) στον εναγόμενο (πωλητή) το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα για την αγορά του ως άνω ακινήτου ποσού 6.700.000 δραχμών (ή 19.662,50 ευρώ), έχει πάψει να υφίσταται, λόγω της ως άνω δικαστικής ακύρωσης της σχετικής σύμβασης μεταβίβασης του ανωτέρω ακινήτου, και ότι ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος, κατά το αντίστοιχο ποσό του τιμήματος, εις βάρος της περιουσίας τους, χωρίς νόμιμη αιτία. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 264/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή και υποχρέωσε τον εναγόμενο (αρχικό) να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες - αναιρεσείοντες το ποσό των 9.831,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 10-12-1996 μέχρι την εξόφληση. Τέλος, επί της ασκηθείσας από τους ήδη αναιρεσίβλητους εφέσεως, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 73/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση και κρατήθηκε προς εκδίκαση η υπόθεση, εξαφανίσθηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή, λόγω δεδικασμένου που απορρέει από την ανωτέρω υπ' αριθ. 36/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από τους αναιρεσείοντες (ενάγοντες) η ως άνω υπ' αριθ. 73/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δικάσαντος ως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης αυτή ασκήθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση επιδόθηκε στις ...-2022 (βλ. τη σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή Χ. Κ. επί του αντιγράφου της αναιρεσιβαλόμενης αποφάσεως) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 19-5-2022 (βλ. την υπ' αριθ. 4/19-5-2022 έκθεση κατάθεσης), επίσης, καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνον έξι και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 7, 8 και 19 αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως). Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο (άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ΑΠ 617/2024, ΑΠ 1032/2022, ΑΠ 558/2022), ενόψει μάλιστα του ότι η παραβίαση των άρθρων 322, 324 και 325 του ΚΠολΔ, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις και τα όρια του δεδικασμένου συνιστούν παραβίαση κανόνων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 617/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, δικάζοντας ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Με το υπ' αριθ. ...-1996 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Μ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Κτηματολογίου Ρόδου, ο Ι. Σ. πώλησε, έναντι αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος 6.700.000 δρχ., και μεταβίβασε στους εφεσίβλητους (Γ. Τ. και Κ. Γ.), την κυριότητα του ακινήτου, έκτασης 6.700 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ρόδου, στη θέση "...", και προέρχεται από απόσπαση ακινήτου μεγαλύτερης έκτασης, ήτοι 13.400 τ.μ., το οποίο (μείζον ακίνητο), νομικής φύσης "μουλκ" (ελεύθερης ιδιοκτησίας), είναι καταχωρημένο στον τόμο Γαιών Ρόδου 12, φύλλο 53, μερίδα 346 και φάκελο 617 του Κτηματολογίου Ρόδου. Με την αγωγή με αριθμό κατάθεσης 406/21-06-1999 που άσκησε ο πωλητής (Ι. Σ.) κατά των εφεσιβλήτων - αγοραστών (Γ. Τ. και Κ. Γ. συζ. Γ. Τ.) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, επικαλούμενος ότι το ανωτέρω συμβόλαιο είναι άκυρο, κατ' άρθρο 179 ΑΚ, διότι οι εκεί εναγόμενοι (αγοραστές) εκμεταλλευόμενοι τη γνωστή σε αυτούς ανάγκη του για την απόκτηση χρημάτων προς αντιμετώπιση πιεστικών σε βάρος του χρεών από διάφορα τοκογλυφικά δάνεια, καθώς και την επίσης γνωστή σε αυτούς απειρία του περί τις συναλλαγές, και ειδικότερα την άγνοιά του περί της αξίας του περιγραφόμενου στο συμβόλαιο ακινήτου, πέτυχαν τη σύναψη της ως άνω αγοραπωλησίας και συνομολόγησαν με το συμβόλαιο αυτό την αγορά του ως άνω τμήματος ακινήτου, άρτιου και οικοδομήσιμου, συνολικής έκτασης 6.700 τ.μ., έναντι τιμήματος 6.700.000 δρχ., ήτοι έναντι τιμήματος που τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς την πραγματική και αγοραία αξία του ακινήτου αυτού, που, κατά τον χρόνο υπογραφής του συμβολαίου, υπερέβαινε του ποσού των 40.000.000 δρχ., ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα του ως άνω συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Μ. Λ., με την οποία αυτός πώλησε και μεταβίβασε στους εκεί εναγομένους (νυν εφεσιβλήτους), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το περιγραφόμενο στο συμβόλαιο ακίνητο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 62/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της μεταβίβασης του ως άνω οικοπέδου, έκτασης 6.700 τ.μ., που μεταβίβασε ο εκεί ενάγων στους εκεί εναγομένους με το υπ' αριθ. ...-1996 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Μ. Λ. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τους εκεί εναγόμενους - εκκαλούντες, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 215/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης από τους εκεί εναγόμενους - εκκαλούντες, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 401/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 215/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Στη συνέχεια, οι νυν εφεσίβλητοι άσκησαν κατά του Ι. Σ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την αγωγή με αριθμό κατάθεσης 868/13-07-2009, με την οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, μετά τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της αγοραπωλησίας, με την υπ' αριθ. 215/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που επικύρωσε με την απόρριψη της έφεσης την υπ' αριθ. 62/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης με την υπ' αριθ. 401/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, να υποχρεωθεί ο εκεί εναγόμενος να επιστρέψει το καταβληθέν τίμημα της ως άνω αγοραπωλησίας, και συγκεκριμένα να υποχρεωθεί ο εκεί εναγόμενος, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ποσό των 44.553 ευρώ (και συνολικά το ποσό των 89.106 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το κατά τους ισχυρισμούς τους πραγματικά καταβληθέν τίμημα των 88.106 ευρώ [30.000.000 δρχ.] και το ποσό των 1.000 ευρώ, που κατέβαλαν για έξοδα συμβολαιογράφου και δικηγόρου), με τον νόμιμο τόκο από την 10-12-1996, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 137/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία το Δικαστήριο κήρυξε εαυτόν καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Με την κλήση με αριθμό κατάθεσης 192/2012 οι εκεί ενάγοντες επανάφεραν προς συζήτηση την αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθ. 36/26-02-2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή για επιστροφή του τιμήματος της πώλησης και για επιδίκαση στους εκεί ενάγοντες του ποσού των 44.553 ευρώ στον καθένα, ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθ. 215/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία ήδη κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθ. 401/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, το ως άνω Δικαστήριο έκρινε ότι "οι ενάγοντες ζητούν την επιστροφή ολόκληρου του τιμήματος της ένδικης αγοραπωλησίας, ενώ με την ως άνω απόφαση κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι το καταβληθέν τίμημα για την αγορά του επίδικου ακινήτου ήταν το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο ύψους 19.662,5 ευρώ". Κατά της ανωτέρω απόφασης δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί ήδη τελεσίδικη, αφού παρήλθε από τη δημοσίευσή της (26-02-2015) η τριετής προθεσμία έφεσης του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τον Ν. 4335/2015, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ. Με βάση τα παραπάνω ο πρώτος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι για να υφίσταται δεδικασμένο, προϋποτίθεται ταυτότητα διαφοράς, δηλαδή ταυτότητα αντικειμένου των δύο δικών.

Στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται ταυτότητα διαφοράς, ώστε να απορρέει δεδικασμένο για την κρινόμενη αγωγή από την υπ' αριθ. 215/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και τούτο διότι το αίτημα της κρινόμενης αγωγής είναι η επιστροφή με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού του καταβληθέντος τιμήματος της αγοραπωλησίας, της οποίας η ακυρότητα, λόγω αντίθεσης στο άρθρο 179 ΑΚ (ως αισχροκερδούς δικαιοπραξίας), αναγνωρίστηκε δικαστικά, ενώ το αίτημα της αγωγής με αριθμό κατάθεσης 406/1999, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 62/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 215/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου κατόπιν απόρριψης της έφεσης κατά αυτής, ήταν η αναγνώριση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 179 ΑΚ (ως αισχροκερδούς δικαιοπραξίας), ήτοι της μεταβίβασης της κυριότητας του περιγραφόμενου στο υπ' αριθ. ...-1996 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Μ. Λ. ακινήτου, έναντι τιμήματος που τελούσε σε προφανή δυσαναλογία με την αγοραία, κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου, αξία του ακινήτου. Επομένως, εφόσον δεν υφίσταται ταυτότητα διαφοράς, καθόσον το αντικείμενο των δύο δικών δεν ταυτίζεται, δεν υφίσταται συνακόλουθα δεδικασμένο, ώστε να λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, που να οδηγεί στην απόρριψη της κρινόμενης (χρονικά δεύτερης) αγωγής ως απαράδεκτης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό περί δεδικασμένου, κρίνοντας ότι "εφόσον το αντικείμενο μεταξύ των δύο δικών δεν ταυτίζεται, το δεδικασμένο δεν αναπτύσσει την αρνητική λειτουργία του και δεν εμποδίζεται η εξέλιξη της παρούσας δίκης, και συνακόλουθα η ένσταση δεδικασμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της" ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 ΚΠολΔ και συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αντίθετα, η υπ' αριθ. 36/26-02-2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση και ανακοπή ερημοδικίας, διότι αφενός δεν προβλέπεται ανακοπή ερημοδικίας επί απόφασης που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων (άρθρο 501 ΚΠολΔ) και αφετέρου παρήλθε άπρακτη η τριετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της για την άσκηση έφεση κατά αυτής (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 ΕισΝΚΠολΔ) έχει καταστεί ήδη τελεσίδικη. Η ως άνω τελεσίδικη απόφαση παράγει δεδικασμένο, κατ' άρθρο 321 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση, με την έννοια ότι δεν μπορεί να επανακρίνει ό,τι έχει ήδη κριθεί. Η ανωτέρω απόφαση, που απέρριψε ως την προηγούμενη αγωγή (868/2009) των εναγόντων - πωλητών, ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, που απέρρεε από την υπ' αριθ. 215/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, ακόμη και αν είναι εσφαλμένη, καθόσον δεν ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο, παράγει δεδικασμένο ως προς το κριθέν δικονομικό ζήτημα, που λειτουργεί αρνητικά με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (κατά την αρχή ne bis in idem).

Εν προκειμένω, μεταξύ των δύο δικών, ήτοι μεταξύ αφενός της δίκης που ανοίχθηκε με την αγωγή με αριθμό κατάθεσης 868/2009 αγωγής και περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 36/2015 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού και αφετέρου της κρινόμενης αγωγής υπάρχει ταυτότητα διαφοράς, διότι με την κρινόμενη και χρονικά δεύτερη αγωγή ζητείται η επιστροφή στους αγοραστές για την ίδια αιτία το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο καταβληθέν τίμημα, που είναι μικρότερο από το πραγματικό - κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων - τίμημα, με αποτέλεσμα το ζητούμενο στην παρούσα δίκη να περιέχεται σε αυτό που ζητήθηκε με την προηγούμενη αγωγή, καθόσον το αντικείμενο του δεδικασμένου είναι ευρύτερο του αντικειμένου της παρούσας δίκης και περιλαμβάνει το τελευταίο. Το δεδικασμένο, που απορρέει από την ανωτέρω απόφαση και συνιστά αρνητική διαδικαστική προϋπόθεσης της νέας δίκης, οδηγεί σε απόρριψη της κρινόμενης αγωγής ως απαράδεκτης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε τον ισχυρισμό που είχε προβάλει ο εναγόμενος περί αναστολής της δίκης, κατ' άρθρο 222 παρ. 2 ΚΠολΔ, λόγω της προηγούμενης άσκησης εκ μέρους των εναγόντων της αγωγής με αριθμό κατάθεσης 868/2009 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, επί της οποίας εκδόθηκε μετά από παραπομπή λόγω καθ' ύλην αναρμοδιότητας η υπ' αριθ. 36/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που απέρριψε την αγωγή, χωρίς να έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού δεν είχε παρέλθει ούτε η προθεσμία των τριών ετών από τη δημοσίευσή της ούτε η προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση αυτής, καθόσον δεν είχε λάβει χώρα τέτοια επίδοση, με συνέπεια να είναι δυνατή η προσβολή της με έφεση, διότι ο ισχυρισμός αυτός στερείτο νομίμου ερείσματος και δεν προτάθηκε παραδεκτά, καθόσον με την έκδοση της υπ' αριθ. 36/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου έπαυσε να υπάρχει εκκρεμοδικία και αυτή δεν είχε αναβιώσει με την άσκηση ενδίκου μέσου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ. Ωστόσο, με την άπρακτη πάροδο της τριετούς προθεσμίας της έφεσης η ανωτέρω υπ' αριθ. 36/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατέστη ήδη τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο, ζήτημα που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, διότι αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, από την οποία εξαρτάται το παραδεκτό της κρινόμενης αγωγής (ΑΠ 560/2016).

Επομένως, παραδεκτά προτείνεται με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου, που απορρέει από την ανωτέρω απόφαση και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσία". Ακολούθως, το ίδιο ως άνω Δικαστήριο, δικάζοντας ως Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω δεδικασμένου που απορρέει από την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 36/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, που αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, και ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερμηνεύοντας εσφαλμένως τη διάταξη του άρθρου 321 του ΚΠολΔ, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, που προκύπτει από την τελεσίδικη υπ' αριθ. 36/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε η προγενέστερη (υπ' αριθ. 868/2009 έκθεσης κατάθεσης) αγωγή των αναιρεσειόντων, η οποία, κατά τις παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, έχει ευρύτερο αντικείμενο και περιλαμβάνει αυτό της ένδικης αγωγής τους, καθώς και ότι το δεδικασμένο αυτό συνιστά αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση της σχετικής δίκης, που οδηγεί σε απόρριψη της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, επίσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι η ένδικη αγωγή έχει διαφορετική νομική και ιστορική αιτία από την προγενέστερη αγωγή (υπ' αριθ. 868/2009 έκθεσης κατάθεσης). Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, διότι η εν λόγω αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια σχετικά με το δεδικασμένο δεν περιλαμβάνεται σε εκείνες που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν κατά ένα μέρος μεταξύ των διαδίκων, ενόψει του ότι, κατά τις σχετικές περιστάσεις, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων (που κατέθεσαν προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 179, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2022 αίτηση αναίρεσης των 1)Γ. Τ. και 2)Κ. Γ. κατά της υπ' αριθ. 73/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή ενός μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ και συμψηφίζει αυτά (δικαστικά έξοδα) κατά τα λοιπά.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή