Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 943 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 943/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "C.C.C CONSOLIDATED CONTRACTORS INTERNATIONAL COMPANY SAL" που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις ...-2020 και στις 21-2-2023.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Γ. Μ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Μέτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις ...-2020.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3554/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2429/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 2-9-2019 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 954/2020 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομισθεί επιμελεία της αναιρεσείουσας το αναφερόμενο στο σκεπτικό έγγραφο και να συμπληρωθούν οι αναφερόμενες (στο σκεπτικό) ελλείψεις.
Στη συνέχεια, κατόπιν της από 21-5-2021 κλήσης, εκδόθηκε η 1234/2022 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 20-10-2022 κλήση του καλούντος, η συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 28ης-2-2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση.
Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 374/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη με αριθμό 374/27.11. 2024 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα και με τη με αριθμό 179/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 2.9.2019 με αριθμ. κατάθ. 7934/755/3.9.2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2429/6.5.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή λόγω της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτησή της κατά την αρχική δικάσιμο στις ....2023, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη 'Ολγας Σχετάκη-Μπονάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Εισηγήτρια. Με την υπό κρίση από 2 Σεπτεμβρίου 2019 με αριθμ. κατάθ. 7934/755/2019 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά του αναιρεσίβλητου προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 2429/6.5.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 18.12.2014 με αριθμ. κατάθεσης 8414/19.12.2014 έφεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμ. 3554/26.11.2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση αυτής, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 3.9.2019 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 6.5.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τα άρθρα 250 αρ.6 και 17, 251 και 253 ΑΚ η αξίωση για μισθούς και άλλες περιοδικώς επαναλαμβανόμενες παροχές από σύμβαση εργασίας παραγράφεται σε πέντε έτη. Η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η γέννηση εκάστης αξίωσης και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 831/2023). Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 515/1970 κάθε αξίωση των μισθωτών για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης και αν ακόμη αυτή φέρει τα στοιχεία του αδικαιολόγητου πλουτισμού υπόκειται σε 5ετή παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου αυτή γεννήθηκε(ΑΠ 1150/2007, 954/2003).
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 261 παρ.1 εδ.α' ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013(ΦΕΚ Α. 74/20.3.2013) "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε, με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει κατά το άρθρο 261 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ διακοπή της παραγραφής, νοείται κατά τα άρθρα 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ η ολοκλήρωση της άσκησης αυτής με την επίδοση αντιγράφου αυτής στον εναγόμενο οφειλέτη (ΑΠ 737/2024, 1536/2022).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της. Ως νέα έγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγόμενου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη(ΑΠ 198/2021, 252/2016).
Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β`, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 223/2024, 241/2022, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένω ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης πριν την ...-2016 (άσκηση έφεσης στις 19.12.2014). "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 241/2022, 364/2018).
Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός(αντένσταση) είναι και ο ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής της αξίωσης, που συντελείται με τον προαναφερόμενο τρόπο, τον οποίο πρέπει να προτείνει, παραδεκτά και νόμιμα, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΑΠ 223/2024, 198/2021, 52/2021, 15/2020). Η τελευταία (αντένσταση διακοπής της παραγραφής), για να είναι παραδεκτή, πρέπει κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, να περιέχει σαφώς το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και να καταλήγει σε συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής (ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 737/2024, 649/2023, 990/2022, 198/2021, 212/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 784/2023,1795/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθή έννοια αυτής της διάταξης, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 23/2008, 14/2005, 9/2000, ΑΠ 911/2024, 816/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη από 18.4.2011 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη, εδρεύουσα στο Λίβανο, κατασκευαστική εταιρεία, η διοίκηση και η διαχείριση της οποίας ασκείται εν τοις πράγμασι στην Αθήνα, αρχικά το Μάρτιο του έτους 2001 με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ανειδίκευτος εργάτης γενικών καθηκόντων. Στη συνέχεια, από 1 Μαρτίου 2004 προσλήφθηκε με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου, πλην όμως του ανατέθηκαν καθήκοντα επικεφαλής προϊσταμένου συνεργείου συντήρησης, υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναλυτικά εκτίθενται σε αυτή (αγωγή) και εργάσθηκε μέχρι 30 Απριλίου 2007, οπότε κατατάχθηκε στο στρατό. Ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που διήρκησε η σύμβαση εργασίας του εργαζόταν πέραν του συμβατικού και του νομίμου ωραρίου του πραγματοποιώντας υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση. Ότι κατά της ίδιας εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την προγενέστερη από 1 Οκτωβρίου 2008 αγωγή του, με την οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ζητούσε την επιδίκαση διαφορών αποδοχών από υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωρία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1834/2010 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε τις αγωγικές αξιώσεις του, που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από ....2003 μέχρι ...2007, ως αόριστες και ότι για το κεφάλαιο αυτό επανέρχεται με την υπό κρίση αγωγή εντός της νόμιμης προθεσμίας. Με βάση το ιστορικό αυτό, ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για τις προαναφερθείσες αιτίες, που αφορούν το χρονικό διάστημα από ....2004 μέχρι ....2007, επικαλούμενος τη σύμβαση εργασίας του και επικουρικά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το ποσό των 106.461,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της υπό κρίση αγωγής στις 17.9.2014, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, με προφορική δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ανέφερε, κατά λέξη τα εξής:
"[...] Η εναγόμενη εταιρεία παρίσταται δια Ν. Δ. και υποβάλλει ενστάσεις[...] παραγραφής όπως στις προτάσεις[...]". Περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία 15.9.2014 προτάσεις της ίδιας(σελ. 15-16 αυτών), που κατατέθηκαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής (βλ. την επ' αυτών σημείωση της γραμματέα του δικαστηρίου), αυτή(αναιρεσείουσα) ανέλυσε την υποβληθείσα ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενη ειδικότερα, ότι οι απαιτήσεις της κρινόμενης αγωγής, που αφορούν τα έτη 2004 και 2005 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 17 του ΑΚ, δεδομένου ότι η αγωγή επιδόθηκε σε αυτήν τον Απρίλιο του έτους 2011, οπότε από ....2005 μέχρι τον Απρίλιο του 2011 έχει παρέλθει το ως άνω πενταετές χρονικό διάστημα και επομένως οι συγκεκριμένες αξιώσεις πρέπει να απορριφθούν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3554/2014 απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος, προς αντίκρουση της ως άνω ένστασης παραγραφής, είχε υποβάλει καθ' υποφορά με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής αντένσταση διακοπής αυτής (παραγραφής), με την άσκηση της προγενέστερης από 1.10.2008 αγωγής του κατά της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία στις 12.10.2008, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ένδικη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στην ίδια στις 29.11.2011, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την εν λόγω αντένσταση, απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής και συνακόλουθα δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 19.374,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για αμοιβή υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωρίας κατά το χρονικό διάστημα από ....2004 μέχρι ....2007. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της οποίας παραπονείτο για το ότι η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε, απορρίπτοντας την ένσταση πενταετούς παραγραφής που παραδεκτά και νόμιμα αυτή είχε υποβάλει, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος είχε υποβάλει καθ'υποφορά με την αγωγή του αντένσταση διακοπής της παραγραφής, αφού η αντένσταση αυτή δεν είχε υποβληθεί, ενώ και, αν ακόμη γινόταν δεκτό ότι είχε υποβληθεί, ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ζήτησε την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η ένσταση παραγραφής και να απορριφθεί, κατά το μέρος που παραγράφηκαν οι ένδικες αξιώσεις, η αγωγή.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε επί της ως άνω έφεσης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής:
"[...]Ο ενάγων άσκησε αρχικά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης την υπ' αύξ. αριθμ. καταθ. 5714/2008 αγωγή του, με την οποία, βάσει της ίδιας με την κρινόμενη ιστορικής και νομικής αιτίας ζητούσε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η αντίδικός του να του καταβάλει αμοιβή και προσαύξηση για την πέραν των 8 ωρών ημερησίως και 40 ωρών εβδομαδιαίως εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από ...-2003 έως ...-2007 και η οποία (άνω αγωγή) επιδόθηκε στην τελευταία στις ...-2008 (βλ. υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ.).[...]. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1834/2010 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε στις 29-7-2010, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τις προαναφερόμενες αξιώσεις του ενάγοντος που αφορούσαν το επί μέρους χρονικό διάστημα από ...-2003 έως ...-2004, ενώ κατά το υπόλοιπο μέρος, δηλαδή για το επί μέρους χρονικό διάστημα από 1-3-2004 έως ...-2007 απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ήτοι για λόγους "μη ουσιαστικούς". Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι της τότε (και της νυν) δίκης άσκησαν τις υπ' αριθμ. κατ. 9626/2010 και 8186/2010, αντιστοίχως, εφέσεις τους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 6696/2013 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 15-11-2013, αφού συνεκδίκασε ερήμην του ενάγοντος τις εφέσεις απέρριψε την έφεση του τελευταίου ως ανυποστήρικτη, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Πριν ακόμη από τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση υπ' αυξ. αριθμ. καταθ. 2377/21-4-2011 αγωγή του, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 29-4-2011 (βλ. υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Μ.), με την ίδια με την πρώτη αγωγή ιστορική και νομική βάση ως προς τις αξιώσεις του για αμοιβή εργασίας πέραν του οκταώρου κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2004 έως ...-2007, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβάνεται στην προηγούμενη αγωγή του. Εν όψει τούτων, [...] εφόσον η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε πριν από την τελεσίδικη απόρριψη ως αορίστων, δηλ. για λόγους "μη ουσιαστικούς", των αγωγικών αξιώσεων που ασκούνται με την κρινόμενη αγωγή, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 263 ΑΚ, δεδομένου ότι η παραγραφή όσων εξ αυτών αφορούν τα έτη 2004 και 2005, η οποία άρχισε την ...-2005 και την ...-2006, αντιστοίχως, διεκόπη στις ...-2008 με την άσκηση της προγενέστερης (υπ' αρ. κατ. 5714/2008) αγωγής έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής στις 29-4-2011 δεν παρήλθε πενταετία.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως και πρωτοδίκως, η προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των ετών 2004 και 2005, την οποία επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής της[...]".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν τον πρώτο λόγο της έφεσης της εναγόμενης-εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας, για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασής της περί πενταετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων για τα έτη 2004 και 2005, κατά παραδοχή αντένστασης διακοπής αυτής, και επικύρωσε έτσι, κατά το μέρος αυτό, την πρωτόδικη απόφαση. Ωστόσο, από τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 17.9.2014, δεν προτάθηκε προφορικά από τον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο και δεν καταχωρήθηκε, έστω συνοπτικά, στα οικεία πρακτικά αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, ούτε προτάθηκε τέτοια αντένσταση από αυτόν ως εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης της αντιδίκου του. Κατά συνέπεια δεν είχε υποβληθεί παραδεκτά τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αντένσταση του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου περί διακοπής της παραγραφής, αφού δεν είχε προταθεί προφορικά, ούτε είχε καταχωρηθεί στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε είχε προταθεί στο Εφετείο με τις προτάσεις του ενάγοντος ως εφεσίβλητου ούτε τέλος είχε υποβληθεί καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής, καθ' όσον η αναφορά σε αυτήν, ότι ο ενάγων επανέρχεται εντός της νόμιμης προθεσμίας για το κεφάλαιο των αμοιβών του για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωρία, για το οποίο είχε ασκήσει την προγενέστερη αγωγή, που απορρίφθηκε ως αόριστη, δεν συνιστά αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής και σε κάθε περίπτωση, αφού δεν είχε υποβληθεί συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής της εναγόμενης λόγω διακοπής αυτής. Επισημαίνεται, επίσης, ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος δεν είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ούτε είχε προσκομίσει τις εκθέσεις επίδοσης τόσο της προγενέστερης όσο και της ένδικης αγωγής για την ολοκλήρωση της άσκησής τους και την επέλευση, συνακόλουθα, με τον τρόπο αυτό του εννόμου αποτελέσματος της διακοπής της παραγραφής. Επομένως, το Μονομελές Εφετείο με το να απορρίψει την ένσταση πενταετούς παραγραφής της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 263 του ΑΚ, δεδομένου ότι η παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων που αφορούν τα έτη 2004 και 2005, η οποία άρχισε την ...-2005 και την ...-2006, αντίστοιχα, διεκόπη με την επίδοση της προγενέστερης αγωγής στις 12.10.2008 και την μη πάροδο πενταετίας μέχρι τις 29.11.2011, οπότε επιδόθηκε στην εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα η ένδικη αγωγή, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. και Μ. Μ., αντίστοιχα, υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τους αριθμούς 8 και 11γ' του άρθρου 559 πλημμέλειες εφόσον εσφαλμένα έλαβε υπόψη του ισχυρισμό (αντένσταση διακοπής της παραγραφής) που δεν προτάθηκε(από τον αριθμό 8) και έλαβε υπόψη του έγγραφο (την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης) που οι διάδικοι δεν επικαλέστηκαν ούτε προσκόμισαν ενώπιον του (από τον αριθμό 11γ'). Κατά συνέπεια, οι μοναδικοί από τους αριθμ. 8 και 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος αυτής κατά το οποίο, κατά παραδοχή της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, απέρριψε την ένσταση παραγραφής των ένδικων αγωγικών αξιώσεων για το χρονικό διάστημα από ....2004 μέχρι ....2005 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ' αριθμ. 2429/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
KATAΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ