Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 946 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 946/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Μαρία Πετσάλη και Μαρία Αρχοντάκη Τραυλού Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λαμπρινή Παπαδούδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΥΛΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αφροδίτη Γούγα και Σπυρίδωνα Τσαντίνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/8/2017 προσφυγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η 219/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/11/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 16.11.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 και ήδη του άρθρου 77 του ν. 3669/2008 "περί κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων", τελεσίδικη, με αριθ. 219/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε την από 24.8.2017 προσφυγή - αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, ακύρωσε την τεκμαιρόμενη απόρριψη της από 7.4.2017 αίτησης θεραπείας, διέταξε την σύνταξη και έγκριση από την καθ' ης - εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, του Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.) και Πρωτοκόλλου Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) που να περιλαμβάνουν το σύνολο των εργασιών που έχουν εκτελεστεί, παραληφθεί και εγκριθεί με την με αριθμό 227/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας και αναγνώρισε ότι η καθ' ης η προσφυγή - εναγομένη (αναιρεσείουσα) οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα - προσφεύγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 203.098,02 ευρώ πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. με το νόμιμο τόκο από την 31.7.2016 μέχρι την εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 3, 2 παρ. 1 και 3 εδ. δ' του ν. 1418/1984 και του άρθρου 1 του ν. 3669/2008, με τον οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι προγενέστερες διατάξεις για την κατασκευή δημοσίων έργων, συνάγεται ότι τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της Χώρας, που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της Χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού, εκτελούμενα από φορείς του δημόσιου τομέα, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, μεταξύ των οποίων εντάσσονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Οι διατάξεις των νόμων αυτών εφαρμόζονται στα έργα, που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους ανωτέρω φορείς. Η υπαγωγή μιας σύμβασης έργου υπό το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς των ανωτέρω διατάξεων προϋποθέτει μεταξύ των άλλων ότι το αντικείμενο αυτής συνίσταται στην εκτέλεση δημοσίου έργου, όπως το εννοιολογικό αυτού περιεχόμενο προσδιορίζεται παραπάνω, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ο χαρακτηρισμός της εργολαβικής σύμβασης ως διοικητικής ή μη. Ο χαρακτηρισμός αυτός απλώς προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου (διοικητικού ή πολιτικού) προς επίλυση των εκ της εργολαβίας διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 (ΑΠ 500/2021, 845/2009, ΑΠ 1499/2009). Για την επίλυση των διαφορών από δημόσια έργα, που περιλαμβάνουν και ακυρωτικά αιτήματα, με τα οποία προσβάλλονται βλαπτικές για τον ανάδοχο πράξεις και αποφάσεις ή παραλείψεις των οργάνων της διοίκησης του κυρίου του έργου (και όχι μόνον αναγνωριστικά ή καταψηφιστικά αιτήματα για εκκαθαρισμένες και αναγνωρισμένες από τον κύριο του έργου απαιτήσεις, οπότε πρόκειται περί ευθείας αγωγής) ασκείται το ένδικο βοήθημα της προσφυγής με υποχρεωτική τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας και αντικείμενο την ακύρωση ή τροποποίηση των προσβαλλόμενων βλαπτικών πράξεων ή παραλείψεων (ανεξαρτήτως αν σωρεύεται σ' αυτήν και αίτημα αναφερόμενο σε αποζημίωση του αναδόχου), που μπορεί μεν να έχει ως πρότυπο θεσμούς του διοικητικού δίκαιου, προβλέπεται όμως από ειδικές δικονομικές διατάξεις του ν. 1418/1984 και 3669/2008, οι οποίες κατισχύουν των γενικών διατάξεων του ΚΠολΔ, προς τον σκοπό της ενιαίας ρύθμισης και της ταχείας εκδίκασης των διαφορών από δημόσια έργα. Ειδικότερα δια της προσφυγής ελέγχεται το κύρος και η νομιμότητα των ανωτέρω πράξεων και αποφάσεων, οι οποίες, ακόμη και όταν εκδίδονται από υπαγόμενα στις διατάξεις του νόμου 3669/2008 νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν θεωρούνται μεν εκτελεστές διοικητικές πράξεις βάσει του οργανικού κριτηρίου (παρότι λειτουργικά προσομοιάζουν σε τέτοιες), έχουν όμως, ως δηλώσεις δικαιοπρακτικής βούλησης, έννομη σημασία για την εξέλιξη της εργολαβικής σύμβασης και τις εξ αυτής αξιώσεις του αναδόχου εργολάβου, που έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση ή τροποποίησή τους, επικαλούμενος ελαττώματά τους. Διαφορετικά, όλες οι διαφορές που θα ανέκυπταν κατά το διάστημα από την έναρξη εκτέλεσης του έργου μέχρι την περάτωση και παράδοσή του, από τέτοιες βλαπτικές των συμφερόντων του αναδόχου πράξεις και αποφάσεις των οργάνων του κυρίου του έργου, δεν θα ήταν δυνατόν να επιλυθούν και θα παρέμεναν εκκρεμείς αν οι συμβαλλόμενοι αρνούνταν να τις άρουν συμβατικά. Ο νομοθέτης μάλιστα, επιδιώκοντας να εκλείψει το ενδιάμεσο αυτό στάδιο νομικής αβεβαιότητας, πρόβλεψε με συγκεκριμένη και ειδική διάταξη περίπτωση δικαστικής διάπλασης, δηλαδή δυνατότητα άσκησης προσφυγής με ακυρωτικά (διαπλαστικά) αποτελέσματα και στις διαφορές που αναφύονται στα δημόσια έργα των ΝΠΙΔ, μη υπακούοντας σε δογματικές δικονομικές ανάγκες, αλλά αποβλέποντας στο ευεργετικό για την πρόοδο των δημόσιων έργων αποτέλεσμα της εξάλειψης της ανωτέρω αβεβαιότητας (ΑΠ 500/2021, ΑΠ 1066/2018, 1038/2017). Ο ν. 1418/1984 στα άρθρα 12 και 13 αυτού και ακολούθως ο νόμος 3669/2008 (Κώδικας νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων, καταργηθείς ήδη, πλην ορισμένων άρθρων αυτού, με το ν. 4412/2016), καθιερώνει, πριν την άσκηση προσφυγής στο Εφετείο, σύστημα διοικητικής επίλυσης των διαφορών που ανακύπτουν από την εκτέλεση των δημοσίων έργων, προβλέποντας ότι κατά των πράξεων και παραλείψεων της Διευθύνουσας Υπηρεσίας που προσβάλλουν έννομο συμφέρον του αναδόχου, αυτός δικαιούται, μέσα σε τακτή προθεσμία, να ασκήσει ένσταση στην Προϊσταμένη Αρχή και, στη συνέχεια, αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1-4, 7, 8 και 13 παρ. 1, 3 του ν. 1418/1984, που αναφέρονται και στην τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας πριν την προσφυγή στο αρμόδιο Εφετείο και που, παρά την προβλεπόμενη κύρωση του "απαραδέκτου", αποτελούν διατάξεις και ουσιαστικού δικαίου, συνάγεται ότι η τήρηση της προδικασίας αυτής (με την άσκηση των παρεχόμενων από τον νόμο δύο επάλληλων ενδικοφανών μέσων, της ένστασης και αίτησης θεραπείας, μέσα στις οριζόμενες, κατά περίπτωση, ανατρεπτικές προθεσμίες και με περιεχόμενο που πρέπει να συμπίπτει με αυτό της προσφυγής) είναι υποχρεωτική επί ποινή απαραδέκτου σε κάθε περίπτωση που ανακύπτει διαφωνία μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου ή του φορέα του έργου, δηλαδή υπάρχει πράξη ή παράλειψη της διοίκησης βλαπτική των συμφερόντων του αναδόχου (ανεξάρτητα αν το έργο έχει εκτελεσθεί ή όχι), ακόμη και όταν σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο προσφυγή και αγωγή (ΑΠ 1850/2023, ΑΠ 500/2021, ΑΠ 570/2014).
Εξάλλου, οι διατάξεις των παρακάτω παραγράφων του άρθρου 13 του ν. 1418/1984, που αφορούν στην ειδική διαδικασία κατά την οποία εκδικάζονται οι διαφορές που προκύπτουν από την εκτέλεση συμβάσεων δημοσίων έργων, ορίζουν ότι: "1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. (...). 4. Η υπόθεση συζητείται σε δικάσιμο που ορίζεται όσο το δυνατόν συντομότερα. Οι διάδικοι υποχρεούνται να προσκομίσουν κατά την πρώτη συζήτηση όλα τα αποδεικτικά μέσα. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. (...). 5. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνονται σε μια δικάσιμο, ανεξάρτητα από τη δικαιοδοσία που υπάγεται η υπόθεση. Αν ο χρόνος δεν επαρκεί, επιτρέπεται διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ίδιων δικαστών, με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, των μαρτύρων και εκείνων που δεν παρίστανται. 'Ενορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου τρεις τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Η απόφαση εκδίδεται το ταχύτερο και αρκεί πιθανολόγηση. Οι αποφάσεις του διοικητικού ή πολιτικού εφετείου είναι αμέσως εκτελεστές. 6. Η αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμός 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. (...).". Από τις συνδυαζόμενες ανωτέρω διατάξεις και, πλέον ειδικότερα, τη διάταξη της παρ. 5, που ορίζει ότι η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνονται σε μια δικάσιμο, σαφώς προκύπτει ότι όλοι οι ισχυρισμοί των διαδίκων, ακόμη και εκείνοι που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να προβάλλονται το αργότερο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αν δε προβληθούν μετά της συζήτηση αυτής, με προσθήκη των προτάσεων - με την οποία (προσθήκη) κατά τη (γενική) διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 περ. στ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στις ειδικές διαδικασίες του Κώδικα τούτου και (κατ' επέκταση) και στην προκείμενη ειδική διαδικασία του άρθρου 13 του ν. 1418/1984, μπορούν να αξιολογηθούν οι αποδείξεις, να προταθούν ισχυρισμοί και να προσκομιστούν ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν, είναι απαράδεκτοι και δεν λαμβάνονται υπόψη.
ΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1850/2023).
Ακολούθως, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 127/2024, ΑΠ 40/2024, 16/2024, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 127/2024, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 127/2024, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Η αναιρεσείουσα με τον μόνο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1418/1984 και συνεπώς είναι αναιρετέα λόγω παράβασης ουσιαστικής διάταξης, κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναφέροντας επί λέξει: "5. - Όπως όμως εκθέσαμε αναλυτικά με τις κατατεθείσες ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας προτάσεις μας και την προσθήκη - αντίκρουσή μας: ''... (α) το εκπρόθεσμο της υπό κρίση προσφυγής 1.- Όπως γίνεται αποδεκτό από τη νομολογία των δικαστηρίων μας [βλ. ενδεικτικά ολομέλεια Αρείου Πάγου 10/2016], από τις διατάξεις των άρθρων 12 & 13 Ν. 1418/1984, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 5 παρ. 8 του ν.1418/1984 και 40 παρ. 7 του π.δ. 609/2005 προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την τμηματική πληρωμή του αναδόχου αποτελεί η εκτέλεση των αντίστοιχων εργασιών από τον ανάδοχο και η νομότυπη υποβολή από αυτόν του οικείου λογαριασμού προς έλεγχο, ενδεχομένως η διόρθωση και τελικά η έγκρισή του από τη διευθύνουσα υπηρεσία, ο εγκεκριμένος δε λογαριασμός αποτελεί την πιστοποίηση, για την πληρωμή του αναδόχου. Αν η διευθύνουσα υπηρεσία δεν επιστρέψει τους λογαριασμούς προς διόρθωση, αλλά και δεν τους εγκρίνει, δεν στερείται ο ανάδοχος του δικαιώματος να πληρωθεί για τις εργασίες που εξετέλεσε.
Πρέπει προς τούτο να υποβάλει ένσταση, κατά της παραλείψεως της διευθύνουσας υπηρεσίας να εγκρίνει τους λογαριασμούς και σε περίπτωση απορρίψεως της ενστάσεως, να ασκήσει αίτηση θεραπείας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 12 του ν. 1418/1984. Ειδικότερα από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, όταν εκδίδεται από τη διοίκηση πράξη βλαπτική, για τον ανάδοχο δημοσίου έργου, αυτός οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου, πρώτα να ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδικασία διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς και μόνο κατόπιν να ασκήσει προσφυγή στο αρμόδιο εφετείο, είτε κατά της πράξεως στην οποία η διαδικασία αυτή κατέληξε είτε κατά της παραλείψεως εκδόσεώς της, αφού έτσι ανακύπτει διαφωνία. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως η ίδια η προσφεύγουσα συνομολογεί στο δικόγραφο της προσφυγής της (βλ. σελ. 3 της προσφυγής), ο 16ος λογαριασμός του επίδικου έργου υποβλήθηκε στο πρωτόκολλο της ΚτΥπ ΑΕ στις ...-2016 (αριθμ. πρωτ. ...-2016) ενώ η σχετική με αριθμ. ...-2016 ένσταση της αντιδίκου ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας των 15 ημερών που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις για την παραδεκτή προσβολή των πράξεων ή παραλείψεων της αναθέτουσας αρχής (ήτοι της παραλείψεως της ΚτΥπ ΑΕ να εγκρίνει τον υποβληθέντα 16ο λογαριασμό). Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα η υπό κρίση προσφυγή είναι πρόδηλα εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί...". Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των από 22.11.2018 προτάσεων αυτής ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, που κατατέθηκαν κατά την συζήτηση της υπόθεσης ("στην έδρα"), δεν γίνεται καμιά αναφορά στο εκπρόθεσμο της κρινόμενης προσφυγής λόγω εκπροθέσμου της προηγηθείσας αίτησης θεραπείας, που κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη υπό στοιχ. Ι, συνιστά ουσιαστικό απαράδεκτο και συνεπώς μπορεί να προσβληθεί με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 και όχι δικονομικό απαράδεκτο που προσβάλλεται με λόγο από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος δεν επιτρέπεται κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου, που δικάζονται κατά την διαδικασία του άρθρου 13 ν. 1418/1984 (ήδη άρθρο 77 παρ. 6 ν. 3669/2008), όπως αβάσιμα (περί υπαγωγής του στον αριθμό 14) ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της. Τον ισχυρισμό τούτο, που αποτελεί τον μόνο λόγο αναίρεσης, απαραδέκτως τον προέβαλε η αναιρεσείουσα για πρώτη φορά με την από 27.11.2018 προσθήκη των ως άνω προτάσεών της, που κατέθεσε στις 28.11.2018 στο Γραμματέα του δικάσαντος Δικαστηρίου (και παραδεκτά επισκοπούνται επίσης για την έρευνα της αναίρεσης), εφόσον δεν συνιστά αντίκρουση ισχυρισμού της προσφεύγουσας - εναγομένης - αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλεται με τον μόνο λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη υπό στοιχ. ΙΙ, δεδομένου ότι δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του ίδιου άρθρου 562 παρ. 2 και 3, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα, πρέπει και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί αυτή, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.11.2020 (αριθ. κατάθ. 50/18.11.2020) αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης με αριθ. 219/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ