Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 951 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 951/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", που εδρεύει στην Λευκάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Στεφάνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ" που εδρεύει στην Λευκάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαυρέτα Καρύδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2020 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/9/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την κρινόμενη από 6-9-2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 47/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η τελευταία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά αλλά απέρριψε κατ' ουσία την από 8-8-2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία απορρίφθηκε η από 29-12-2016 αγωγή της ενάγουσας, κυρίως από συμβάσεις έργου και επικουρικά από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως παραγεγραμμένη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
2.Ο ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 177 του ισχύοντος από 1-1-2015 ν. 4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης - εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό), αλλά έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού κατ' άρθρο 183 παρ. 2 γ, οι διατάξεις του Υποκεφαλαίου 12 (που αφορά, μεταξύ άλλων, την παραγραφή, αναστολή και παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου) του Κεφαλαίου Β' του Μέρους Δ' ισχύουν για απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου που γεννώνται μετά την ημερομηνία αυτή, όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.1 και 91 εδ.α' (όμοιες των οποίων εισήχθησαν και με τα άρθρα 140 παρ.1, 141 του ν. 4270/2014) τα ακόλουθα: α') Το άρθρο 90 παρ.1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και β') το άρθρο 91 εδ.α': "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όσον αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, τόσον το προϊσχύσαν Π.Δ. 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όσον και ο ισχύων Ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) αντιστοίχως στα άρθρα 304 εδ.α', β και 276 παρ.2 ορίζουν με ίδιες διατάξεις, ότι "Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. καταργείται". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά των Δήμων, ακόμη και αν πηγάζει από αδικοπραξία ή αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 1039/2017, ΑΠ 2116/2013), παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως. Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο και τους Ο.Τ.Α., υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 303/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρο 93 του παραπάνω ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με έναν από τους αναφερόμενους σε αυτό τρόπους, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ` (τελευταίο) αυτού "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ως άνω ν. 2362/1995, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΑΠ 3/2020,ΑΠ 796/2018, ΑΠ 672/2018, ΑΠ 570/2018, ΑΠ 533/2018,ΑΠ 1643/2017,ΑΠ 303/2016, ΑΠ 430/2014, ΑΠ 1938/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρο 93 του παραπάνω ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές... , β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. γ) Με την υποβολή αιτήσεως προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαιτήσεως, δ) Με την επίδοση επιταγής για εκτέλεση, όπου αυτή επιτρέπεται, ε) Με την έκδοση τίτλου πληρωμής... στ) Με την αναγνώριση της απαιτήσεως υπό του Δημοσίου με πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών. Αυτό ισχύει επί οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θελεμιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του νπδδ να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 3/2020,ΑΠ 796/2018,ΑΠ 1643/2017,ΑΠ 303/2016).
Εξάλλου, ενόψει του ειδικού χαρακτήρα των διατάξεων του άρθρου 93 του Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού, τα της διακοπής της παραγραφής των ανωτέρω αξιώσεων ρυθμίζονται αποκλειστικώς από το προαναφερθέν άρθρο του Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού, το οποίο, σε αντίθεση με το αμέσως προηγούμενο άρθρο 92 (περί αναστολής της παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων), δεν παραπέμπει σε διατάξεις του Αστικού Κώδικα, οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ως προς τα ζητήματα αυτά, παρά μόνον στις περιπτώσεις που το ίδιο το Δημόσιο Λογιστικό παραπέμπει σε αυτές (ΑΠ 3/2020,ΑΠ 1607/2014).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 86 του Ν.3463/2006,όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι αρμοδιότητες του Δημάρχου είναι, εκτός των άλλων, οι εξής :1...:α) Eκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή. β) Eίναι προϊστάμενος των υπηρεσιών του Δήμου και τις διευθύνει. γ)Συνυπογράφει τους βεβαιωτικούς καταλόγους και τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής των δαπανών, οι οποίες έχουν εκκαθαριστεί από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου. δ) Υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει ο Δήμος. Tέλος, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
3. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 93β του Ν.2362/1995,δεχόμενο εσφαλμένα ότι η υποβολή της από 18-10-2010 επιστολής-αιτήσεως της αναιρεσείουσας προς τον Δήμαρχο Λευκάδας έγινε σε αρμόδια για την πληρωμή δημόσια αρχή και ότι η πενταετής παραγραφή της ένδικης αξιώσεώς της είχε αρχίσει από τις 16-12-2010,ημερομηνία απαντήσεως του Δημάρχου στην επιστολή της και έληξε στις 31-12-2015 πριν την άσκηση της αγωγής, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αρμόδια αρχή για την επιμέτρηση των εκτελεσμένων εργασιών και τον καθορισμό τιμών για κάθε εργασία είναι η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου και αρμόδια αρχή για την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών είναι η οικονομική και ταμειακή υπηρεσία αυτού και η παραγραφή της ένδικης αξιώσεως διακόπηκε με την υποβολή της από 8-6-2012 αιτήσεως της αναιρεσείουσας προς την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, εργοληπτική εταιρία εκτέλεσης δημοσίων και ιδιωτικών έργων, είχε αναλάβει μετά από μειοδοτικές δημοπρατήσεις κατά τα έτη 2007 έως και 2009 την εκτέλεση διαφόρων μη επιδίκων στην παρούσα υπόθεση δημοτικών έργων με αναθέτουσα αρχή τον εναγόμενο Δήμο ("Βελτίωση Περιφερειακής οδού Γύρας", "Ασφαλτοστρώσεις οδών σχεδίου πόλης Λευκάδας", "Ασφαλτόστρωση Αγροτικών δρόμων ..."), τα οποία εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των έργων αυτών, τα οποία περατώθηκαν και παραδόθηκαν νόμιμα στις 12.8.2008, 10.4.2009 και 5.11.2009 αντίστοιχα, ο τότε Δήμαρχος Λευκάδας Β. Φ., ως νόμιμος εκπρόσωπος του Δήμου Λευκάδας, ανέθεσε στην ενάγουσα προφορικά την εκτέλεση επιπλέον εργασιών, αναγκαίων για τη λειτουργικότητα, ασφάλεια και ολοκλήρωση των παραπάνω κυρίως έργων. Ειδικότερα, οι εργασίες που ανατέθηκαν στην ενάγουσα προφορικά και αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης ήταν : α. Κατά την εκτέλεση του έργου "Βελτίωση Περιφερειακής οδού Γύρας" της ανατέθηκε επιπλέον προφορικά να κατασκευάσει οδόστρωμα με μεγαλύτερο πλάτος για να υπάρχει χώρος διέλευσης πεζών και ποδηλάτων, όπως και θέσεις στάθμευσης έναντι της παραλίας των "...", β. κατά την εκτέλεση του έργου "Ασφαλτόστρωση Αγροτικών δρόμων ..." της ανατέθηκε η ασφαλτόστρωση σε τμήματα δρόμων των οποίων η κατασκευή και ασφαλτόστρωση δεν προβλεπόταν στα συμβατικά τεύχη και ειδικότερα ο δρόμος που οδηγεί στη δεξαμενή, ο δρόμος στην περιοχή "...", καθώς και η επέκταση του υπό κατασκευή δρόμου στη θέση "...", και γ. κατά την εκτέλεση του έργου "Ασφαλτοστρώσεις οδών σχεδίου πόλης Λευκάδας" της ανατέθηκε προφορικά να κατασκευάσει τους απαραίτητους αγωγούς και φρεάτια, προκειμένου να διευθετηθούν τα όμβρια ύδατα στα υπό κατασκευή τμήματα (οδοί ...) πριν προχωρήσει σε εργασίες οδοστρωσίας και ασφαλτόστρωσης, καθώς και οδοστρωσία και ασφαλτόστρωση σε δρόμους που τους υποδείχθηκαν (οδοί ..., μεταξύ ..., μεταξύ ..., μεταξύ ΟΤ ..., 8ου Νηπιαγωγείου στο Δ.Δ. Λευκάδας, καθώς και τον παράλληλο του επαρχιακού, τον δρόμο προς παραλία από ξενοδοχείο "DUKATΟ" και τον δρόμο προς "..." στο Δ.Δ. ... Οι εργασίες αυτές, η ανάθεση και εκτέλεση των οποίων δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, ολοκληρώθηκαν και τα σχετικά έργα παραδόθηκαν προς χρήση των δημοτών του εναγόμενου σε απροσδιόριστο χρόνο, αλλά πάντως πριν τις 18.10.2010. Ωστόσο, καμία εργολαβική αμοιβή δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα για την εκτέλεση των επίδικων εργασιών. Για την πληρωμή αυτών η ενάγουσα για πρώτη φορά απηύθυνε προς τον Δήμαρχο Λευκάδος την από 18.10.2010 αίτηση - επιστολή, με την οποία προσδιορίζοντας λεπτομερώς την ταυτότητα των ήδη εκτελεσθεισών εργασιών, ζήτησε τον μέσω της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου έλεγχο και επιβεβαίωση των επιμετρήσεων ως προς τις ποσότητες και την έντεχνη κατασκευή τους, την κοστολόγησή τους με βάση τα ισχύοντα κατά το χρόνο ανάθεσης τιμολόγια του ΥΠΟΜΕΔΙ και την άμεση εξόφληση των οφειλομένων. Στην αίτηση αυτή ο Δήμαρχος Λευκάδας απάντησε με την με αρ. πρωί. ....2010 επιστολή του, αναγνωρίζοντας ότι είχε προφορικώς αναθέσει στην ενάγουσα την εκτέλεση των προαναφερόμενων εργασιών, οι οποίες πράγματι είχαν εκτελεστεί, είχαν παραληφθεί από το Δήμο, χρησιμοποιούνταν από τους δημότες και ότι δεν είχαν εξοφληθεί λόγω αδυναμίας ένταξής τους στα εν εξελίξει έργα ή χρηματοδότησης από άλλες πηγές. Οι ανωτέρω δύο ημερομηνίες του έτους 2010, ήτοι η 18.10.2010 της αίτησης της ενάγουσας και η 16.12.2010 απάντηση του Δημάρχου Λευκάδος επ' αυτής, συνιστούν και θεμελιώνουν κατά τον εναγόμενο Δήμο την αφετηρία της προβλεπόμενης από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις περί παραγραφής χρηματικών απαιτήσεων κατά ΟΤΑ που πρότεινε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος, καθώς από το τέλος του έτους, ήτοι από 31.12.2010, άρχισε τρέχουσα η πενταετής παραγραφή μέχρι δε και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (κατάθεση 30.12.2016, επίδοση αυθημερόν, βλ. ....2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λευκάδος Ν. Π.) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και συνεπώς η απαίτηση έχει υποπέσει σε παραγραφή. Η ενάγουσα, αντικρούοντας την περί παραγραφής της απαιτήσεως ένσταση του εναγόμενου, ισχυρίζεται, αντενιστάμενη, ότι η τελευταία ημέρα του 2010 δεν αποτελεί την έναρξη του χρόνου παραγραφής της απαιτήσεώς της. Καθώς: 1. η προς τον Δήμαρχο Λευκάδος αίτηση πληρωμής της εργολαβικής αμοιβής δεν αποτελεί αφετηρία της παραγραφής, καθώς ο Δήμαρχος δεν είναι αρμόδια αρχή για την αποβολή αίτησης πληρωμής των οφειλομένων, 2. Ότι με την αριθμ. ....2012 αίτησή της προς το Δήμο Λευκάδος - Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών η ενάγουσα για πρώτη φορά ζήτησε την κοστολόγηση των επίδικων εργασιών και την εξόφλησή της και συνεπώς έκτοτε άρχισε τρέχουσα η παραγραφή, μη συμπληρωθείσα μέχρι και την άσκηση της αγωγής. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι: 1. Η από 18.10.2010 αίτηση της ενάγουσας προς τον Δήμαρχο Λευκάδας δεν απευθύνεται ατομικά σε αυτόν, αλλά ως νόμιμο εκπρόσωπο και Προϊστάμενο όλων των υπηρεσιών του Δήμου και ως έχοντα λειτουργική αρμοδιότητα για την έγκριση των εν γένει δαπανών του Δήμου. Άλλωστε ρητώς με την εν λόγω αίτησή της αιτείται α) "όπως προωθήσετε στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου σας τις συνημμένες επιμετρήσεις των ανεξόφλητων εργασιών, προκειμένου να βεβαιώσουν τις ποσότητες των εργασιών, την έντεχνη κατασκευή τους και τέλος να τις κοστολογήσουν βάσει των ισχυόντων τιμολογίων, και β) προχωρήσετε στην άμεση εξόφληση της παραπάνω οφειλής", 2. Με την εν λόγω αίτηση προέκυπτε χωρίς αμφιβολία η ταυτότητα των εργασιών που εκτελέστηκαν και των οποίων ζητείται η εξόφληση και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, είχαν δε τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του Δήμου να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι με την αίτηση αυτή δεν ζητήθηκε η πληρωμή συγκεκριμένου ποσού, παρά μόνον η αναγνώριση των προφορικών εντολών που έδωσε ο Δήμαρχος για την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τα ανωτέρω συνάγεται ευθέως ότι η από 16.12.2010 απάντηση του αρμοδίου, κατά τα ανωτέρω, οργάνου του εναγόμενου Δήμου συνιστά κατά τις επιταγές του άρθρου 93 N. 2362/1995 απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαίτησης αρχής, εκδοθείσα από τον εναγόμενο Δήμο, όπως νομίμως εκπροσωπείται, και έκτοτε άρχεται τρέχουσα η πενταετής παραγραφή της απαίτησης της ενάγουσας σε βάρος του εναγόμενου, σε κάθε δε περίπτωση από 31.12.2010, κατ' άρθρ. 91 του ν. 2362/1995 και συνεπώς μέχρι την κατάθεση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε ετών και επομένως η απαίτηση της ενάγουσας υπέπεσε σε παραγραφή. Ο περαιτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας ότι κακώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αξιολόγησε ως έγκυρη και ισχυρή την υποβληθείσα εκ μέρους της με αριθμ πρωτ. ....2012 αίτησή της είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθώς η αίτηση αυτή αποτελεί δεύτερη αίτηση που δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή, κατ' άρθρ. 93 του ίδιου ως άνω νόμου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη αγωγή ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη λόγω παραγραφής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την αντένσταση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) περί διακοπής της παραγραφής, δέχθηκε την προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) ένσταση της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 93 του ν.2362/1995,την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η από 18-10-2010 αίτηση της αναιρεσείουσας απευθύνεται προς τον Δήμαρχο Λευκάδας ως νόμιμο εκπρόσωπο και Προϊστάμενο όλων των Υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου και ως έχοντα λειτουργική αρμοδιότητα για την έγκριση των εν γένει δαπανών αυτού, με την αίτηση η αναιρεσείουσα ζητεί ρητώς από τον Δήμαρχο όπως προωθήσει στην Τεχνική Υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου τις συνημμένες επιμετρήσεις των εκτελεσθεισών και ανεξόφλητων εργασιών, προκειμένου να βεβαιωθούν οι ποσότητες αυτών, η έντεχνη κατασκευή τους και να κοστολογηθούν βάσει των ισχυόντων τιμολογίων και να προβεί στην άμεση εξόφληση της απαιτήσεώς της, επί της αιτήσεως αυτής απάντησε ο Δήμαρχος με την από 16-12-2010 επιστολή του προς την αναιρεσείουσα,με την οποία αναγνώρισε ότι της είχε αναθέσει προφορικά την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών, οι οποίες πράγματι είχαν εκτελεστεί, είχαν παραληφθεί από το αναιρεσίβλητο και δεν είχαν εξοφληθεί, λόγω αδυναμίας εντάξεώς τους στα εν εξελίξει έργα ή χρηματοδοτήσεώς τους από άλλες πηγές, από της ως άνω δε απαντήσεως της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής άρχισε η πενταετής παραγραφή της επίδικης απαιτήσεως, η οποία συμπληρώθηκε πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής(30-12-2016) και δεν διακόπηκε με την υποβολή της από 8-6-2012 δεύτερης αιτήσεως της αναιρεσείουσας προς το αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
4. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου,που κατέθεσε προτάσεις,κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183,189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006,κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 06-09-2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 47/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ