ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 952/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 952/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 952/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 952 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 952/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Παπασωτηρίου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Λευκοθέα Βασιλοπούλου και Φωτεινή Μαρία Μαυρομάτη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαλτάκο και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Λευκοθέα Βασιλοπούλου και Φωτεινή Μαρία Μαυρομάτη και κατέθεσε προτάσεις, 5) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αικατερίνη Μητσιμπούνα και Κωνσταντίνο Μπάκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 6) Μονοπρόσωπης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β2 KAPITAL ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3661/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 549/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1012/2023, ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 961/2017, ΑΠ 206/2017).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Ζ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην έκτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Β2 ΚΑPITAL ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", αναγκαία ομόδικο της τρίτης αναιρεσίβλητης "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε". Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
2.Με την κρινόμενη από 20-7-2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 549/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά αλλά απέρριψε κατ'ουσία την από 16-4-2015 έφεση του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και της δεύτερης ενάγουσας και μη διαδίκου Ε. χήρας Ν. Τ., κατά της 3661/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 15-11-2011 αγωγή των εναγόντων, κυρίως από το άρθρο 388 και επικουρικώς από το άρθρο 288 ΑΚ , ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

3. Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί, είναι α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής, αυτό δε συμβαίνει, όταν συνεπεία έκτακτων γεγονότων, επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοια έκταση, ώστε ο μεν οφειλέτης εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί (ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 1225/2015). Λόγοι έκτακτοι και απρόβλεπτοι είναι περιστατικά που δεν επέρχονται κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 1330/2020, ΑΠ 800/2020, ΑΠ 946/2019, ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 844/2018, ΑΠ 841/2017 ΑΠ 1171/2004).

Ειδικότερα, η γενική οικονομική κρίση καθώς και η πτώση του βιοτικού επιπέδου, δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως στην ελληνική οικονομία, στην οποία είναι συνήθεις και συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας (ΑΠ 1854/2023, ΑΠ 24/2023, ΑΠ 928/2020, ΑΠ 800/2020, ΑΠ 298/2018, ΑΠ 1088/2017).

Επομένως, για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην προεκτεθείσα διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση, για να αποκρουσθεί η αγωγή εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή, αναφορά όλων των προαναφερόμενων στοιχείων, που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 685/2021, ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 850/2010). Εάν δεν συντρέχει από τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού. Η διάταξη του άρθρου αυτού, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Παρέχει, δε, η εν λόγω διάταξη στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 73/2020). Τη συνδρομή των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της ως άνω διάταξης οφείλει, για την πληρότητα της αγωγής, να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων. Ειδικότερα, όταν κατ` εφαρμογή της ως άνω διάταξης ζητείται η μείωση της συμφωνηθείσας παροχής, ο ενάγων οφείλει να περιλάβει στο εισαγωγικό δικόγραφο, πλην άλλων και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση ότι το προτεινόμενο από αυτόν χρηματικό αντάλλαγμα είναι εκείνο που αντισταθμίζει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, την αξία της αντιπαροχής (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 983/2018, ΑΠ 893/2010). Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή, είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί, όμως, παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του. Όμως και στην περίπτωση αυτή, που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη από αυτήν παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημιάς που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας στην περίπτωση αυτή η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 494/2021, ΑΠ 670/2019, ΑΠ 292/2019, ΑΠ 1287/2015).

Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί. Δηλαδή, το άρθρο 288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ, που απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της, να οφείλεται σε λόγους έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου αυτή να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από τη παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής (Ολ ΑΠ 927/1982, ΑΠ 495/2021, ΑΠ 1231/2020, ΑΠ 946/2019, ΑΠ 660/2019, ΑΠ 1088/2017, ΑΠ 1287/2015, ΑΠ 334/2015, ΑΠ 466/2013).

Παράλληλα, οι ΑΚ 288, 388 μπορούν να εφαρμοστούν στις πιστωτικές συμβάσεις παρά την ύπαρξη ειδικών διατάξεων (lex specialis) που προβλέπουν ρύθμιση και μείωση συσσωρευμένων και μη εξυπηρετούμενων χρεών (Ν 3869/2010, Πτωχευτικός Κώδικας, Ν 4468/2018 για την εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών κ.λ.π.), διότι η γενική ρήτρα της καλής πίστης δεν εξαντλείται από την συγκεκριμενοποίησή της μέσω ειδικών διατάξεων. Οι ειδικές αυτές διατάξεις που θεσπίστηκαν από τον νομοθέτη δεν καλύπτουν την απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών μετά τη σύναψη της σύμβασης, επομένως η διάταξη του 388 ΑΚ πρέπει να θεωρηθεί ειδικότερη ως προς το σημείο αυτό. Πάντως, το σχετικό δικαίωμα, που απορρέει από τις άνω διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, είναι διαπλαστικής φύσεως, με συνέπεια η σχετική αγωγή και η απόφαση να είναι διαπλαστικές. Αποτέλεσμα του ανωτέρω χαρακτηρισμού είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικώς, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση είναι έγκυρη και ενεργή και έτσι δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί ούτε πριν από την ουσιαστική έναρξη της σύμβασης ούτε και για χρόνο μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και τη λύση-λήξη αυτής.

Εξάλλου, η καταγγελία αποτελεί συνήθη λόγο τερματισμού και λύσης των διαρκών συμβάσεων, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, είναι δε δυνατόν να προβλέπεται είτε ευθέως από το νόμο είτε από την ίδια τη σύμβαση. Η καταγγελία ασκείται με κατ' αρχήν άτυπη (άρθρο 158 ΑΚ), απευθυντέα προς τον έτερο συμβαλλόμενο (άρθρο 167 ΑΚ), δήλωση βούλησης (ΑΠ 1299/2023, ΑΠ 964/2015, ΑΠ 1665/2014), µε αποτελέσµατα ex nunc.

Δεδοµένου ότι µε την άσκηση της καταγγελίας επέρχεται µονοµερώς και άµεσα η κατάργηση µιας έννοµης σχέσης, διαµορφώνεται δηλαδή µια νέα νοµική κατάσταση, η καταγγελία είναι κατά τη φύση της δικαίωµα διαπλαστικό. Κοινό χαρακτηριστικό των διαπλαστικών δικαιωµάτων είναι ότι παρέχουν στον δικαιούχο τους την εξουσία να επιφέρει έννοµες συνέπειες µονοµερώς και άµεσα, δηλαδή χωρίς τη σύµπραξη, τη συµφωνία ή τη συνεργασία του προσώπου ή των προσώπων που ενδεχοµένως θίγονται από τη νοµική αυτή µεταβολή. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο των διαπλαστικών δικαιωµάτων που συνδέονται µε µια συµβατική σχέση (µη αυτοτελή) και η άσκησή τους επιφέρει την κατάργησή της (π.χ. υπαναχώρηση, καταγγελία). Η καταγγελία αποτελεί δικαιοπραξία που περιέχει διάθεση του ενοχικού δικαιώµατος, αφού µε την άσκησή της παύουν οι µελλοντικές αξιώσεις του καταγγέλλοντος και υπόκειται στους γενικούς κανόνες κύρους των δικαιοπραξιών.

Εποµένως η καταγγελία είναι άκυρη, αν ο καταγγέλλων δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, αν είναι εικονική ή αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόµου (174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (178 ΑΚ). Επίσης η καταγγελία είναι ακυρώσιµη, αν είναι προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής. Ακυρότητα της καταγγελίας λόγω αντίθεσης σε απαγορευτική διάταξη νόµου υπάρχει κι όταν αυτή ασκείται καταχρηστικά. Η καταγγελία ως προς τα είδη της διακρίνεται σε α) καταγγελία που επιφέρει το τέλος της διαρκούς ενοχικής σχέσης, β) σε τροποποιητική καταγγελία και γ) σε καταγγελία που καθιστά ληξιπρόθεσµες ορισµένες αξιώσεις. Το πρώτο είδος αποσκοπεί στη λήξη των πρωτευουσών υποχρεώσεων για παροχή που πηγάζουν από µία διαρκή έννοµη σχέση. Το δεύτερο είδος αποσκοπεί στην τροποποίηση της µεταξύ των µερών συνοµολογηµένης σύµβασης. Το τρίτο είδος επιφέρει επίσης τη λήξη της συµβατικής σχέσης και επιπλέον προβλέπει προθεσµία καταβολής των οφειλών που κατέστησαν ληξιπρόθεσµοι µε την καταγγελία. Στο είδος αυτό εντάσσεται η διάταξη 807 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εφόσον όμως αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, ενώ αντίθετα είναι ανέλεγκτη αναιρετικά η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, νοούνται δε ως διδάγματα της κοινής πείρας γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα (ΑΠ 1088/2017).

Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 73/2024, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 447/2019). Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας (κύριας και επικουρικής), χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 73/2024, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 853/2019).

4. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο, τρίτο, έκτο και έβδομο σκέλος του, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η από αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 388 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως, α)απέρριψε ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής, τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 388 παρ.1 ΑΚ, παραλείποντας να υπαγάγει την από τον Ιανουάριο του 2010 αρχθείσα οικονομική κρίση στην έννοια της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών και του απρόβλεπτου και έκτακτου γεγονότος, β)απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής, το στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 388 παρ.2 ΑΚ, δεχόμενο ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επί λύσεως της συμβάσεως κατόπιν κοινής συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών και γ)δέχθηκε εσφαλμένα ότι η διάταξη του άρθρου 388 παρ.1 ΑΚ δεν εφαρμόζεται όταν οι συμβάσεις έχουν λυθεί με καταγγελία και δεν είναι ενεργές. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι ενάγοντες ιστορούσαν τα εξής: "Ότι, ο πρώτος εξ αυτών(ήδη αναιρεσείων) συνήψε στην Αθήνα: 1) Με την πρώτη εναγομένη τράπεζα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) την υπ'αριθμ ...-2008 σύμβαση πιστώσεως δια αλληλόχρεου λογαριασμού και την από 9-07-2008 πρόσθετη αυτής πράξη, στις οποίες συνεβλήθη η δεύτερη εξ αυτών ενάγουσα(μη διάδικος) ως εγγυήτρια, η οποία έκλεισε οριστικά την 10-03-2011 με οφειλόμενο υπόλοιπο 98.771, 40 ευρώ πλέον τόκων, 2) με την πρώτη εναγομένη τράπεζα την ...-2005 σύμβαση επιχειρηματικής πιστώσεως, με τους ειδικότερους σε αυτήν αναφερόμενους όρους, το οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 8-11-2010 ανερχόταν σε 106.891, 40 ευρώ, όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 3) με την πρώτη εναγομένη τράπεζα την από ...-2005 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας βίζα (visa), το οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 8-11-2010 ανερχόταν σε 4.123, 30 ευρώ, όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 4) με την πρώτη εναγομένη τράπεζα την από ...- 2005 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας βίζα (visa), το οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 8-11-2010 ανερχόταν σε 4.096, 68 ευρώ, όταν η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 5) με την δεύτερη εναγομένη τράπεζα(ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) την υπ'αριθμ. ...-2005 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με τους ειδικότερους σε αυτήν αναφερόμενους όρους, το δε οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 29-10-2010 ανερχόταν σε 153.797, 41 ευρώ κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων, όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 6) με την δεύτερη εναγομένη τράπεζα την από ...-2005 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας βίζα (visa), το οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 29-10-2010 ανερχόταν σε 5.669, 38 ευρώ, όταν η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 7) με την δεύτερη εναγομένη τράπεζα την από ...-2005 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας βίζα (visa), το οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 29-10-2010 ανερχόταν σε 5.278, 95 ευρώ, όταν η σύμβαση αυτή καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 8) με την δεύτερη εναγομένη τράπεζα την υπ'αριθμ. ...-2005 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, με τους ειδικότερους σε αυτήν αναφερόμενους όρους, το δε οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 29-10-2010 ανερχόταν σε 2.918, 44 ευρώ κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων, όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 9) με την τρίτη εναγομένη τράπεζα(ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) την υπ'αριθμ. ...-2005 σύμβαση επιχειρηματικής πιστώσεως, με τους ειδικότερους σε αυτήν αναφερόμενους όρους, το δε οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 29-10-2010 ανερχόταν σε 49.944, 49 ευρώ κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων, όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 10) με την αρχικώς τέταρτη εναγομένη τράπεζα, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη τράπεζα, την από ...-2005 σύμβαση επιχειρηματικής πιστώσεως, με τους ειδικότερους σε αυτήν αναφερόμενους όρους, το δε οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 8-11-2010 ανερχόταν σε 57.301, 63 ευρώ κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων, όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 11) με την πέμπτη εναγομένη τράπεζα(ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναφερόμενη στα πρακτικά τράπεζα) την υπ' αριθμ. ...-2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με τους ειδικότερους σε αυτήν αναφερόμενους όρους, το δε οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 31-10-2010 ανερχόταν σε 252.813, 66 ευρώ κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων, όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 12) με την πέμπτη εναγομένη τράπεζα την υπ'αριθμ. ...2007 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, με τους ειδικότερους σε αυτήν αναφερόμενους όρους, το δε οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 31-10-2010 ανερχόταν σε 7.373, 14 ευρώ κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων, όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 13) με την πέμπτη εναγομένη τράπεζα την υπ'αριθμ. ...-2007 σύμβαση πιστώσεως δια ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, με τους ειδικότερους σε αυτήν αναφερόμενους όρους, το δε οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 31-10-2010 ανερχόταν σε 51.341, 41 ευρώ κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων, όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα, 14) με την πέμπτη εναγομένη τράπεζα την υπ'αριθμ. ...-2007 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, με τους ειδικότερους σε αυτήν αναφερόμενους όρους, το δε οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 31-10-2010 ανερχόταν σε 18.851, 14 ευρώ κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων, όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα και 15) με την πέμπτη εναγομένη τράπεζα την υπ'αριθμ. ...-2007 σύμβαση πιστωτικής κάρτας, με τους ειδικότερους σε αυτήν αναφερόμενους όρους, το δε οφειλόμενο υπόλοιπο αυτής την 31-10-2010 ανερχόταν σε 591, 43 ευρώ κατά κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων, όταν η σύμβαση καταγγέλθηκε από την δανείστρια τράπεζα. Ότι λόγω οικονομικής του αδυναμίας δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες δόσεις προς αποπληρωμή όλων των ανωτέρω περιγραφομένων δανειακών συμβάσεων με αποτέλεσμα όλες οι εναγόμενες δανείστριες τράπεζες να καταγγείλουν αυτές, κατά τις ειδικότερες αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, ενώ του συγκοινοποιήθηκε και το υπόλοιπο της οφειλής του για εκάστη εξ αυτών, πλέον των οφειλομένων τόκων που προέκυψαν, τα οποία περιγράφουν αναλυτικά. Ισχυρίζεται ότι την 30-12-2009 περιήλθε σε απόλυτη οικονομική αδυναμία αποπληρωμής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων των ανωτέρω δανείων από λόγους έκτακτους μη δυνάμενους να προβλεφθούν κατά τη σύναψη αυτών, ώστε οι παροχές του έγιναν υπέρμετρα επαχθείς για τον ίδιο. Ειδικότερα, ότι ήταν επιχειρηματίας, ασχολούμενος με την εμπορία πολυτελών αυτοκινήτων, διατηρούσε δύο καταστήματα (εκθέσεις αυτοκινήτων) και κέρδιζε πλέον των 4000 ευρώ το μήνα, ενώ σήμερα εργάζεται περιστασιακά ως πωλητής σε επιχείρηση ίδιου αντικειμένου με μηνιαίες αποδοχές 300 έως 1000 ευρώ, ήτοι μέσο όρο 650 ευρώ. Ότι όταν συνήψε τις εν λόγω συμβάσεις απέβλεπε στην ικανότητά του αποπληρωμής αυτών, καταβάλλοντας 3000 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως εν συνεχεία η συνεχής αύξηση του κόστους διαβίωσης, ο τιμάριθμος σχετικά με τα βασικά αγαθά, τα αυξημένα τιμολόγια δημοσίων επιχειρήσεων κοινής ωφελείας και οι λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις εκτινάχθηκαν σε δυσθεόρατα ύψη, γεγονότα τα οποία συνιστούν απρόβλεπτη και πρωτοφανή οικονομική κρίση, γεγονός πασίδηλο. Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με την δεινή προσωπική οικονομική του κατάσταση, καθιστούν αντικειμενικώς αδύνατη την αποπληρωμή εκ μέρους του των ποσών των ενδίκων δανείων και πιστώσεων, για λόγους έκτακτους και εντελώς απρόοπτους μη δυνάμενους να προβλεφθούν από τον ίδιο ή και τις αντισυμβαλλόμενες τράπεζες. Επομένως, ενόψει του ότι πλέον οι παροχές αυτές κατέστησαν ιδιαιτέρως επαχθείς, ενώ η παύση αποπληρωμής των δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, συντρέχει περίπτωση, σύμφωνα και με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αναγνωριστεί ότι λύθηκαν οι ένδικες συμβάσεις δανείων/πιστώσεων και ότι λόγω απρόοπτων και έκτακτων λόγων δεν βαρύνονται οι ίδιοι με την υποχρέωση περαιτέρω καταβολών τοκοχρεωλυτικών δόσεων προς τις εναγόμενες εκ των ενδίκων συμβάσεων δανείων και πιστώσεων. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζήτησαν όπως, αναγνωριστεί ότι έχουν λυθεί άπασες οι ένδικες συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, ως προς τα μη εκτελεσθέντα αυτών μέρη και ότι λόγω απρόοπτων και έκτακτων λόγων έχουν αποσβεσθεί οι εξ αυτών (συμβάσεων) υποχρεώσεις τους, αναγνωριζομένου ως πραγματικού γεγονότος ότι οι ίδιοι περιήλθαν σε απόλυτη αντικειμενική αδυναμία αποπληρωμής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων αυτών, από λόγους έκτακτους μη δυνάμενους να προβλεφθούν από τα μέρη, άλλως να ακυρωθούν οι ένδικες συμβάσεις με τις εναγόμενες κατά τα μη εκτελεσθέντα αυτών μέρη". Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ως προς τη βάση της που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 388 παρ.1 ΑΚ είναι μη νόμιμη, διότι οι επίδικες συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, για τις οποίες ζητείται να αναγνωρισθεί ότι έχουν λυθεί ως προς τα μη εκτελεσθέντα μέρη αυτών λόγω απρόοπτων και έκτακτων λόγων δεν υφίσταντο κατά την άσκηση της αγωγής, καθόσον είχαν λυθεί με καταγγελία από τις δανείστριες τράπεζες-αναιρεσίβλητες, η δε πρώτη εξ αυτών σύμβαση πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού είχε κλείσει οριστικά στις 10-3-2011 με οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προϋπόθεση για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως είναι να μην έχουν λυθεί οι συμβάσεις, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να αποφασίσει τη λύση τους κατά το μέρος που αυτές δεν εκτελέστηκαν. Επιπλέον, τα επικαλούμενα στην αγωγή ότι η συνεχής αύξηση του κόστους διαβιώσεως, ο τιμάριθμος σχετικά με τα βασικά αγαθά, τα αυξημένα τιμολόγια των δημοσίων επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και οι λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις που εκτινάχθηκαν σε δυσθεώρητα ύψη, η απρόβλεπτη και πρωτοφανής οικονομική κρίση και η δεινή οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος συνιστούν λόγους έκτακτους και εντελώς απρόοπτους μη δυνάμενους να προβλεφθούν και εξαιτίας αυτών η παροχή του κατέστη ιδιαίτερα επαχθής, δεν θεμελιώνουν τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, διότι η γενική οικονομική κρίση και η πτώση του βιοτικού επιπέδου δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα στην ελληνική οικονομία.Επίσης και το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι έχουν αποσβεσθεί οι υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος από τις επίδικες συμβάσεις, το στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 388 παρ.2 ΑΚ, είναι μη νόμιμο, διότι η εφαρμογή αυτής της διατάξεως προϋποθέτει την συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου 388 ΑΚ, οι οποίες όμως δεν συντρέχουν εν προκειμένω, όπως προεκτέθηκε. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή, κατά τη βάση της, τη στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 388 ΑΚ, ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και ως εκ τούτου, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά τα ως άνω σκέλη του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

5.Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το τέταρτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους κατέφυγε προς αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στις επίδικες συμβάσεις, αναφορικά με τα οικονομικά δεδομένα που ήταν ουσιώδη για την κατάρτισή τους, καταλήγοντας στο εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν στήριξαν τη σύναψη των συμβάσεων στην οικονομική ευμάρεια του αναιρεσείοντος-οφειλέτη και στην εν γένει ομαλή χρηματοπιστωτική πορεία της χώρας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στις επίδικες συμβάσεις, ενώ από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αγωγή δεν ερευνήθηκε κατ'ουσίαν, αλλά απορρίφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ως μη νόμιμη.

6. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο, δεύτερο και έκτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, στην οποία παρέλειψε να υπαγάγει την από τον Ιανουάριο του 2010 αρχθείσα οικονομική κρίση ως έκτακτο και απρόβλεπτο περιστατικό, εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι μη νόμιμο το αίτημα περί λύσεως των επιδίκων συμβάσεων, αντί της αναπροσαρμογής αυτών στο προσήκον μέτρο και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά την επικουρική βάση της που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι μη νόμιμη, διότι οι επίδικες συμβάσεις για τις οποίες ζητείται να αναγνωρισθεί ότι έχουν λυθεί ως προς τα μη εκτελεσθέντα μέρη αυτών λόγω απρόοπτων και έκτακτων λόγων, δεν υφίσταντο κατά την άσκηση της αγωγής, καθόσον είχαν λυθεί με καταγγελία από τις αναιρεσίβλητες, η δε πρώτη εξ αυτών σύμβαση πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού είχε κλείσει οριστικά στις 10-3-2011 με οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ προϋπόθεση για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ είναι να μην έχουν λυθεί οι συμβάσεις. Tο Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, δεχόμενο ότι 1)οι ενάγοντες α)δεν επικαλούνται πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή αυτού του άρθρου 288 του ΑΚ, ήτοι την ύπαρξη ουσιώδους απόκλισης κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανάμεσα στην αξία της αρχικά συμφωνημένης παροχής και σε αυτήν που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη να καταβληθεί κατά το χρόνο εκπλήρωσής αυτής, ούτε αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου μέρους είναι αντίθετη προς την αντικειμενικά καλή πίστη, ώστε το Δικαστήριο εκτιμώντας τα μεγέθη αυτά και κρίνοντας νόμιμη την παρέκκλιση από τις αρχικές ρυθμίσεις της σύμβασης, εν συνεχεία να αναπροσαρμόσει αυτή (σύμβαση) στο προσήκον μέτρο, β) δεν αιτούνται την αναπροσαρμογή των συμβάσεων στο προσήκον μέτρο αλλά τη λύση αυτών και 2) υπάρχουν άλλες νομικές βάσεις προστασίας του δανειολήπτη κατά τη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από δανειακές συμβάσεις. Η κρίση, όμως, αυτή του Εφετείου, είναι εσφαλμένη, αφού για τη θεμελίωσή του, ο αναιρεσείων-πρώτος ενάγων ανέφερε συγκεκριμένα δεδομένα, τα οποία του στέρησαν τη δυνατότητα να εκπληρώσει την οφειλή του, ήτοι τα οφειλόμενα από τις ένδικες συμβάσεις ποσά, την οικονομική κατάσταση των μερών, τις εξυπηρετούμενες ανάγκες τους, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες γι` αυτόν και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης, που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον, με αποτέλεσμα η εμμονή στις συμβάσεις να προσκρούει στις αρχές της καλής πίστης και στον ηθικό ρυθμό του δικαίου, ενώ, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, νομίμως ζήτησε τη λύση των συμβάσεων κατά τα μη εκτελεσθέντα αυτών αντί της αναπροσαρμογής των παροχών στο προσήκον μέτρο, επιπροσθέτως η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ μπορεί να εφαρμοστεί στις πιστωτικές συμβάσεις παρά την ύπαρξη ειδικών διατάξεων που προβλέπουν ρύθμιση και μείωση συσσωρευμένων και μη εξυπηρετούμενων χρεών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε την αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση ως μη νόμιμη για τους προαναφερόμενους λόγους, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό. Γι' αυτό, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη της ανωτέρω αγωγικής βάσης, με την πιο πάνω αναφερόμενη αιτιολογία της παρούσας απόφασης, πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά τα ως άνω σκέλη του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.

7. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 20-7-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 549/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

-Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

-Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ για κάθε μία εκ των ως άνω αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή