Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 953 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 953/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "DIOPHAR ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "DIOPHAR S.A.", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Καραμπατζό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΜΠΑΞΤΕΡ (ΕΛΛΑΣ) ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΠΑΞΤΕΡ (ΕΛΛΑΣ) Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρήστο Φίλιο και Θεμιστοκλή Κλουκίνα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7/2/2013, 29/1/2013, 7/2/2013, 20/2/2013 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 292/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2724/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/12/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2724/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "DIOPHAR ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", κατά της υπ' αριθμ. 292/2018 (εν μέρει οριστικής) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία είχαν συνεκδικασθεί οι κατωτέρω αναφερόμενες αγωγές της και ως προς τις οποίες απεφάνθη, το εν λόγω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφ'ενός μεν, ότι δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει, λόγω υπαγωγής τους σε διαιτησία, όπου και τις παρέπεμψε, α) την από 7.2.2013 και με αριθμ. καταθ. 28343/791/2013 αγωγή [με την οποία αιτήθηκε, για τους αναλυτικώς εκτιθέμενους σε αυτήν λόγους και ύστερα από νομότυπη τροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η αντίδικός της έχει υποχρέωση να της καταβάλει νομιμοτόκως ποσό ύψους 15.000.000 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας], κατά το μέρος που στηρίζεται στην από 1.12.1982 Σύμβαση Διανομής, β) την από 29.1.2013 και με αριθμ. καταθ. 28345/792/2013 αγωγή [με την οποία αιτήθηκε, για τους αναλυτικώς σε αυτήν εκτιθέμενους λόγους περί αντισυμβατικής, παράνομης και καταχρηστικής συμπεριφοράς της αντιδίκου της και ύστερα από νομότυπη τροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων σε έντοκα αναγνωριστικά, να αναγνωρισθεί ότι αυτή υποχρεούται να επανακαταρτίσει τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής διανομής, να ανακαλέσει, με δημόσιες δηλώσεις της, τις από 16.10.2012 και 24.10.2012 συκοφαντικές επιστολές της, να ανακαλέσει την από 23.11.2012 προσφορά της προς την Επιτροπή Προμηθειών Υγείας, να της καταβάλει (νομιμοτόκως) ποσό συνολικού ύψους 29.362.000 ευρώ προς αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας της, αλλά και ποσό 10.000.000 ευρώ προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της], γ) την από 29.1.2013 και με αριθμ. καταθ. 28340/790/2013 αγωγή [με την οποία αιτήθηκε, για τους αναλυτικώς εκτιθέμενους σε αυτήν λόγους (περί άκαιρης και καταχρηστικής καταγγελίας από την αντίδικο της από 25.2.1997 Συμβάσεως Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης αλλά και περί προσβολής της προσωπικότητάς της) και ύστερα από νομότυπη τροπή των αιτημάτων από καταψηφιστικό σε έντοκα αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η αντίδικός της υποχρεούται να της καταβάλει (νομιμοτόκως) συνολικό ποσό ύψους 3.546.602,92 ευρώ προς αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας της, αλλά και ποσό 2.000.000 ευρώ προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της], αναφορικά με την άρση της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας και την παράλειψή της στο μέλλον και την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς, αλλά και από αδικοπραξία και δ) την από 20.2.2013 και με αριθμ. καταθ. 28350/793/2013 αγωγή αναφορικά με τα ζητήματα περί επιδίκασης αποζημίωσης, λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς, αλλά και λόγω αδικοπραξίας, και παρέπεμψε αυτή την αγωγή, περί αναπροσαρμογής της οφειλής της ενάγουσας, λόγω της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, στις οποίες στήριξαν τα μέρη τη σύναψη της από 1.12.1982 Σύμβασης Αποκλειστικής Εμπορικής Διανομής και της από 25.2.1997 Σύμβασης Παροχής Υποστηρικτικών Υπηρεσιών, στην διαιτησία, εν συνεχεία δε, ανέβαλε τη συζήτηση των α) από 29.1.2013 και με αριθμ. καταθ. 28345/792/2013 και β) από 7.2.2013 και με αριθμ. καταθ. 28340/790/2013 αγωγών, κατά το μέρος που αφορούν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου επί του μέρους των αγωγών που παραπέμθηκαν με την απόφαση, ενώ απέρριψε: α) την από 7.2.2013 και με αριθ καταθ 28343/791/2013 αγωγή, κατά το μέρος που διώκεται να στηριχθεί στην από 29.2.2012 εκ μέρους της εναγομένης αναγνώριση χρέους, ποσού 15.000.000,00 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και β) την από 20.2.2013 και με αριθμ. καταθ. 28350/793/2013 αγωγή, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η αναπροσαρμογή της οφειλής της ενάγουσας, λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύναψη του από 29.2.2012 Μνημονίου, ως μη νόμιμη.
ΙΙ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε μετά τη δημοσίευσή της (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε (βλ. υπ'αριθμ. 44655095695202250044/2021 αναφερόμενο στην έκθεση αναίρεσης) το απαιτούμενο κατά νόμον παράβολο - άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της επιλογής τους. Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία (ΑΠ 1281/2019).
Περαιτέρω, η διαιτητική συμφωνία, είτε αφορά υφιστάμενες, είτε μέλλουσες διαφορές, είναι έγκυρη, μόνο αν είναι έγγραφη, ο δε τύπος του εγγράφου είναι συστατικός (ΚΠολΔ 869 παρ. 1 εδ. 1).
Εξάλλου, με δεδομένη την αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας έναντι της συμβάσεως ή γενικότερα της έννομης σχέσης, στις διαφορές της οποίας αναφέρεται, η διαιτητική συμφωνία δεν απαιτείται να περιλαμβάνεται στο ίδιο έγγραφο με τη σύμβαση, στην οποία αναφέρεται, έστω βέβαια και αν στην πράξη το αντίθετο είναι το συνήθως συμβαίνον. Έτσι, λοιπόν, έγκυρα συνομολογείται η υπαγωγή διαφορών σε διαιτησία από μία σύμβαση, που καταρτίσθηκε με έγγραφο, αν ρήτρα της συμβάσεως αυτής παραπέμπει σε διαιτητική συμφωνία, που περιλαμβάνεται σε άλλη σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε εγγράφως και οι διαφορές της οποίας υπάγονται σε διαιτησία, προϋποτιθεμένου όμως, ότι η άλλη συμφωνία, προς την οποία γίνεται η παραπομπή και η οποία περιλαμβάνει τη συμφωνία περί διαιτησίας, καταρτίζεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, όπως και η παραπέμπουσα συμφωνία, οι διαφορές της οποίας υπάγονται με την παραπομπή σε διαιτησία. Η παραπομπή σε ρήτρα διαιτησίας, που περιλαμβάνεται σε άλλη συμφωνία, πρέπει να είναι ειδική και ευκρινής, για τον λόγο ότι με την διαιτητική συμφωνία, χωρίς να είναι επαχθής, επέρχεται η οπωσδήποτε σοβαρή συνέπεια του αποκλεισμού της κρατικής δικαιοδοσίας, πλην -όμως- με δεδομένη την αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας και κυρίως τον εξαιρετικό χαρακτήρα αυτής, πρέπει να γίνεται συσταλτική ερμηνεία της ρήτρας διαιτησίας και είναι αναγκαίο η βούληση των μερών για παραπομπή ή όχι σε διαιτησία μελλοντικών διαφορών που ήθελε προκύψουν από την κύρια σύμβαση, να εκδηλώνεται με τρόπο αναμφισβήτητο. Όταν, όμως, κατά την θέληση των συμβαλλομένων μερών, η μεταγενέστερη αυτή σύμβαση είναι συμπληρωματική και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αρχικής συμβάσεως, με την έννοια ότι με αυτήν εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, τότε η περιεχόμενη στην αρχική έγγραφη σύμβαση διαιτητική ρήτρα αρκεί για να καθιδρύσει την δικαιοδοσία του διαιτητικού δικαστηρίου και επί των διαφορών που ανακύπτουν από τη μεταγενέστερη αυτή συμπληρωματική σύμβαση, χωρίς να απαιτείται η επανάληψη της διαιτητικής ρήτρας και στην τελευταία ή με παραπομπή στην περιέχουσα την διαιτητική ρήτρα αρχική έγγραφη συμφωνία, αφού ουσιαστικά δεν πρόκειται για χωριστές συμβάσεις με αντικείμενο συναφές, αλλά για μία ενιαία σύμβαση (ΑΠ 1359/2018, ΑΠ 1334/2008) και αυτό ισχύει, με βάση την, κατά τα ανωτέρω, αρχή της αυτοτέλειας έναντι της κύριας συμφωνίας, για την οποία έχει συναφθεί, ακόμη και μετά τη λήξη της ισχύος της (ουσιαστικής -κύριας σύμβασης), οπότε και ανακύπτουν οι σχετικές διαφορές. Εξαίρεση, όμως, στα ανωτέρω, συντρέχει σε περίπτωση που, με ρητή μεταγενέστερη (έγγραφη) συμβατική διάταξη, τα μέρη είτε παραιτούνται ρητώς από το δικαίωμα προσφυγής στη διαιτησία, είτε ορίζεται σε αυτήν ότι τυχόν διαφορές που προκύπτουν από τη σύμβαση θα επιλύονται αποκλειστικά μέσω προσφυγής στα αρμόδια τακτικά (πολιτειακά) δικαστήρια. Εφόσον δε υπάρχει αμφισβήτηση, ως προς την ακριβή έννοια της μεταγενέστερης συμβατικής διάταξης, για την παραίτηση ή όχι από τη ρήτρα διαιτησίας, τότε, εν όψει των διατάξεων των άρθρων 867 και 868 ΚΠολΔ [κατά τις οποίες διαφορές ιδιωτικού δικαίου, με εξαίρεση τις αναφερόμενες στο άρθρ. 663 (ήδη 614 παρ. 3, υπό την ισχύ του ν. 4335/2015) ΚΠολΔ, μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, η δε συμφωνία για διαιτησία που αφορά μελλοντικές διαφορές είναι έγκυρη μόνο αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές] στη συμφωνία διαιτησίας μπορούν να υπαχθούν, κατά τη βούληση των μερών, αξιώσεις που γεννιούνται αμέσως από τη βασική σύμβαση ή αξιώσεις από αδικοπραξία και είναι, η συμφωνία αυτή, έγκυρη ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με ευρύτητα, (όπως στην περίπτωση που υπάγεται σε διαιτησία κάθε διαφορά που θα προκύψει από τη βασική σύμβαση), οπότε, το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί υπόθεση για την οποία έχει προβλεφθεί στη σύμβαση διαιτησία και προτείνεται σ' αυτό σχετική ένσταση περί του εγκύρου της προσφυγής ή μη σε αυτήν, οφείλει να εξετάσει παρεμπιπτόντως, αυτεπαγγέλτως ή κατ' αντένσταση, το ζήτημα αυτό και εφόσον είναι αναγκαίο, για την περίπτωση ασάφειας ή κενού, να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να ερμηνευθεί ή συμπληρωθεί κατά τα άρθρα αυτά το κύρος της σχετικής συμφωνίας και να αρνηθεί την παραπομπή της υπόθεσης στη διαιτησία, αν η διαιτητική συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργός ή ανεπίδεκτη εφαρμογής, αφού τότε δεν είναι επιτρεπτό, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 8§1, 20§1, 87§1, 94§2 του Συντάγματος και 1 του ΚΠολΔ, να στερηθεί της δικαιοδοσίας του (ΑΠ 1219/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1318/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 555/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 246/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1318/2022, ΑΠ 1132/2019).
Έτσι, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1551/2022). Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019).
Περαιτέρω, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1056/2014).
Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι, αλληλοσυμπληρούμενοι, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 187/2023, Α.Π. 66/2022, Α.Π. 925/2015, Α.Π. 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως, όμως, αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά την έννοια αυτή, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών, καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 711/2024, Α.Π. 1360/2017, Α.Π. 220/2016). Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο, μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα.
Περαιτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία άγεται το δικαστήριο σε ερμηνεία ασαφούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως, μπορεί, και αν ακόμη δεν συνέτρεχε λόγος να ταχθούν αποδείξεις περί συναλλακτικών ηθών, να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα ή να συναγάγει σχετικά συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί και αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή. Συνακολούθως, τέτοια προς ερμηνεία επιχειρήματα ή συμπεράσματα αρύεται ελευθέρως το δικαστήριο και από κάθε ενώπιόν του στοιχείο, όπως και από τις προσκομιζόμενες για άλλο θέμα εμμάρτυρες και άλλες αποδείξεις, ενώ μπορεί να προσφύγει και σε γεγονότα κείμενα εκτός της συμβάσεως, που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα, και να λάβει υπόψη του τις διαπραγματεύσεις των ενδιαφερομένων οι οποίες προηγήθηκαν και τις ενέργειες αυτών που ακολούθησαν την κατάρτισή της (ΑΠ 240/1995). Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής απόψεως (ΑΠ 204/2022, ΑΠ 448/2020, ΑΠ 776/2013).
Εξάλλου, ως περιλαμβανόμενοι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφόσον υπάρξει παραβίαση αυτών ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, Α.Π. 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 711/2024, Α.Π. 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 711/2024, Α.Π. 1059/2018, Α.Π. 1164/2015, Α.Π. 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά, αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 187/2023, Α.Π. 3/2015, Α.Π. 1588/2013, Α.Π. 1345/2012). Ιδίως, αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 711/2024, Α.Π. 84/2020, Α.Π. 557/2004, Α.Π.1258/2004). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (Α.Π. 10/2015). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (Α.Π. 875/2017, Α.Π. 1543/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται ,όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Έτσι, η αντιφατικότητα, πρέπει να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και του περιεχομένου άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017) ή μεταξύ των νομικών συλλογισμών της απόφασης (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1376/2011). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005), ενώ προκειμένου περί ελλείψεως νομίμου βάσεως ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου (ΑΠ 711/2024). Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 182/2023). Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 4 και 14 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΑΠ 657/2024, ΑΠ 1134/2023, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1097/2019, ΑΠ 43/2016), ενώ όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 657/2024, ΑΠ 1023/2022, ΑΠ 1118/2020, ΑΠ 475/2019, ΑΠ 1980/2017). Σημειωτέον δε ότι, στην περίπτωση θετικής ή αρνητικής υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 657/2024, ΑΠ 268/2023, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1529/2017).
IV. Με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προέβη σε ευθεία, άλλως, επικουρικώς, σε εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία της συμβατικής ρήτρας του Μνημονίου του 2012 (σε συνάρτηση, όπως εκτιμάται, με τις εν γένει συμβατικές συμφωνίες του εν λόγω μνημονίου, για το σύνολο των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων και προκυπτουσών εξ αυτών αξιώσεων) περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Αθήνας (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), άλλως δε, και επικουρικότερα, σε αρνητική υπέρβαση της δικαιοδοσίας του δικάσαντος Εφετείου κατ' άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές:... "Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η ενάγουσα παραπονείται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου η εκκαλουμένη, δέχτηκε την προταθείσα από την εναγομένη ένσταση υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία και εν συνεχεία παρέπεμψε σε διαιτησία τις ως άνω αγωγές, ισχυριζόμενη ότι η περιληφθείσα στην από 1.12.1982 Σύμβαση Διανομής, καθώς και στην από 25.2.1997 Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Υποστήριξης ρήτρα διαιτησίας έχει παύσει να ισχύει δυνάμει του άρθρου 12.9 του από 29.2.2012 "Μνημονίου Συμφωνίας". Ως προς το πρώτο σκέλος λεκτέα είναι τα εξής: όπως προκύπτει από την από 1.12.1982 Σύμβαση Διανομής, που συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας "TRAVENOL LABORATORIES", δικαιοπαρόχου της εναγομένης, στη θέση της οποίας η τελευταία έχει υπεισέλθει, με το άρθρο 22 τα συμβαλλόμενα μέρη όρισαν ότι "όλες οι διαφορές που θα ανακύψουν σε σχέση με την παρούσα σύμβαση θα υποβάλλονται σε διαιτητή, ο οποίος θα ορίζεται από το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο. Η απόφαση του διαιτητή θα θεωρείται οριστική και δεσμευτική για τον Διανομέα και την Εταιρεία", ενώ στο άρθρο 20 της ίδιας σύμβασης ορίστηκε ότι "Η παρούσα σύμβαση ως προς κάθε ζήτημά της, θα διέπεται και θα ερμηνεύεται από κάθε άποψη σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο". Επιπλέον, στο άρθρο 7.3 της από 25.2.1997 Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, ορίστηκε ότι "Η παρούσα σύμβαση θα διέπεται από την Ελληνική Νομοθεσία και όλες οι διαφορές μεταξύ των μερών, τις οποίες αυτά δεν θα μπορούν να επιλύσουν με φιλικό διακανονισμό, θα υποβάλλονται και θα επιλύονται τελεσίδικα με διαιτησία στο Παρίσι της Γαλλίας, από ένα διαιτητή, σύμφωνα με τους κανόνες του Συμβιβασμού και των Διαιτητικών Αποφάσεων του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου σε ισχύ τη δεδομένη εκείνη στιγμή. Κάθε μέρος θα καταβάλει το μισό του ποσού της δαπάνης της διαιτησίας. Η απόφαση του διαιτητή θα είναι οριστική και δεσμευτική και χωρίς δυνατότητα έφεσης. Η γλώσσα που θα χρησιμοποιείται στις διαδικασίες θα είναι η Αγγλική. Είναι δυνατή έκδοση απόφασης αρμοδίου δικαστηρίου επί της διαιτητικής απόφασης ή αίτηση ενώπιον τέτοιου αρμοδίου Δικαστηρίου για τη δικαστική αποδοχή της διαιτητικής απόφασης και έκδοση εκτελεστού τίτλου". Από την ευρεία διατύπωση των παραπάνω συμφωνιών διαιτησίας ("όλες οι διαφορές σε σχέση, ως προς κάθε ζήτημα, όλες οι διαφορές"), συνάγεται η βούληση των μερών να υπαγάγουν στη διαιτησία κάθε διαφορά, που θα προκύψει από τις συμβάσεις, στις οποίες αυτές αναφέρονται, δηλαδή όχι μόνον τις διαφορές από την ερμηνεία και την εφαρμογή της ίδιας της βασικής σύμβασης, αλλά και τις αξιώσεις από την αδικοπραξία που έχουν σχέση με τη βασική σύμβαση. Περαιτέρω, προκύπτει ότι οι διάδικοι συνήψαν το από 29.2.2012 "Μνημόνιο Συμφωνίας", του οποίου το περιεχόμενο έχει, ως εξής: " Το παρόν μνημόνιο συμφωνίας (εφεξής καλούμενο ως "Μνημόνιο Συμφωνίας") συνάπτεται και τίθεται σε ισχύ στις 29 Φεβρουάριου 2012 (καλούμενη ως "Ημερομηνία έναρξης ισχύος"), μεταξύ:
1. Της DIOPHAR Α.Ε, για λογαριασμό της ιδίας και της ΙΝΕΡ Α.Ε, η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής, επί της Λεωφ. Κηφισίας αρ 368, (εφεξής καλούμενη "Diophar"), όπως εκπροσωπείται νόμιμα για την υπογραφή του παρόντος Μνημονίου Συμφωνίας από τον Η. Λ., Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, και 2. Της BAXTER HELLAS Ε.Π.Ε, η οποία εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής Τ.Κ. 14121, επί της οδού Μετσόβου αρ 3 (εφεξής καλούμενη ως "Baxter"), όπως εκπροσωπείται νόμιμα για την υπογραφή του παρόντος Μνημονίου Συμφωνίας από τον Ν. Γ., Οικονομικό Διευθυντή της Baxter Ελλάδος και από τον Α. Α., Διευθυντή Νεφρολογικής Μονάδος. Η Diophar και η Baxter θα καλούνται εφεξής έκαστη εξ αυτών ως "το Μέρος" και από κοινού "τα Μέρη". Επειδή, η Diophar, κατά τα τελευταία 30 χρόνια, διένειμε και προωθούσε διάφορα νεφρολογικά προϊόντα της Baxter στην Ελλάδα, σύμφωνα με τη Σύμβαση Διανομής μεταξύ της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης υπό την τότε επωνυμία "Travenol Laboratories Ltd", νομίμως συσταθείσας υπό το αγγλικό δίκαιο και αργότερα της Baxter ΕΠΕ και της Diophar, η οποία συνήφθη και τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 1982, και σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες αυτής, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα (εφεξής καλούμενη ως "Σύμβαση Διανομής"), Επειδή, η Diophar, παρείχε στην Baxter, υπηρεσίες υλικοτεχνικής στήριξης, σχετικά με την παράδοση συγκεκριμένων φαρμακευτικών προϊόντων της Baxter, σύμφωνα με τη Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης της 25 Φεβρουάριου 1997 (εφεξής καλούμενη ως "Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης"), την οποία κατήγγειλε η Baxter τον Νοέμβριο του 2011. ΕΠΕΙΔΗ, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Μνημονίου Συμφωνίας η Diophar είχε τις ακόλουθες οφειλές έναντι της Baxter: -Το ποσό των 18.607.534,68 Ευρώ, συμπεριλαμβανομένων (3.706.559,17 Ευρώ για Νεφρολογικά προϊόντα και για Παράδοση Φαρμακευτικών Προϊόντων στη Γενική Κλινική Κυανούς Σταυρός 120.576,64 Ευρώ) μεταχρονολογημένων επιταγών της Diophar (εφεξής καλούμενες ως "Μεταχρονολογημένες Επιταγές") ποσού 3.827.135,81 Ευρώ και -Το ποσό των 2.210.337,77 Ευρώ, εισπραχθέντων από την Diophar ΑΕ για λογαριασμό της Baxter, πλέον παρακρατηθέντων φόρων ποσού 775.936,44 Ευρώ, σύμφωνα με τη Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης (από κοινού καλούμενες ως "Οφειλές"). Το συνολικό ποσό των οφειλών κατά την 29η Φεβρουάριου 2012, ανέρχεται στο ποσό των 21.593.808,89 Ευρώ, αναλυόμενο ως ακολούθως: το ποσό των 18.486.958,04 Ευρώ, σύμφωνα με τη Σύμβαση Διανομής, πλέον του ποσού των 2.986.274,21 Ευρώ, σύμφωνα με τη Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης και το ποσό των 120.576,64 Ευρώ, για την Παράδοση Φαρμακευτικών Προϊόντων, που πωλήθηκαν στη Γενική Κλινική Κυανούς Σταυρός. Επειδή τα Μέρη συμφωνούν ότι οι οφειλές θα εξοφληθούν και θα ρυθμισθούν ανάμεσά τους, σύμφωνα με τον παρόν Μνημόνιο Συμφωνίας. Επειδή, κατόπιν της καταγγελίας της Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης, οι υπηρεσίες σύμφωνα με την εν λόγω Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης, μεταβιβάστηκαν στην Baxter. Επειδή οι άδειες κυκλοφορίας των προϊόντων σχετικά με τη Σύμβαση Διανομής (εφεξής καλούμενες ως "Άδειες Κυκλοφορίας"), βρίσκονται σε διαδικασία μεταβίβασής τους στη θυγατρική της Baxter, Baxter SpA με την Diophar και την Baxter ως τοπικές αντιπροσώπους. Επειδή τα Μέρη συμφωνούν ότι είναι απαραίτητη η διαρκής σταθερή παροχή προς ασθενείς, των προϊόντων που αφορούν στη Σύμβαση Διανομής και ότι, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες θα μεταβιβασθούν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η παροχή προς τους ασθενείς και τους πελάτες να επηρεαστεί στον μικρότερο δυνατό βαθμό. Επειδή, αμφότερα τα Μέρη συμφωνούν ότι, υπό τον όρο της εκτέλεσης των διατάξεων που ορίζονται με το παρόν Μνημόνιο Συμφωνίας και υπό την προϋπόθεση ότι, οι Συμφωνίες έχουν τεθεί σε ισχύ, σύμφωνα με τη διαδικασία μεταβίβασης των Αδειών Κυκλοφορίας-η Baxter θα αναλάβει την ευθύνη για τις υπηρεσίες προώθησης των πωλήσεων και προώθησης των προϊόντων, που αφορούν υπό τις παρούσες συνθήκες στη Σύμβαση Διανομής και ότι η Baxter θα πλειοδοτήσει σε νέους διαγωνισμούς που πρόκειται να διενεργηθούν αναφορικά με τέτοια προϊόντα. Επειδή αμφότερα τα Μέρη επιθυμούν να συνεχίσουν να συνεργάζονται, για την εκτέλεση των εν εξελίξει δημόσιων διαγωνισμών και την τήρηση των δεσμεύσεων σχετικά με την προμήθεια προϊόντων που αφορούν στη Σύμβαση Διανομής, με σκοπό να διασφαλίσουν μια σταθερή ασφάλεια εφοδιασμού για ασθενείς στην Ελλάδα υπό περιτοναϊκή κάθαρση (εφεξής καλούμενη ως "Περιτοναϊκή Κάθαρση") και επιπροσθέτως, μέσω μίας πιθανής συνεργασίας μετά το πέρας του τρέχοντος διαγωνισμού της Επιτροπής Προμηθειών Υγείας (καλούμενη εφεξής ως "ΕΠΥ"). Επειδή αμφότερα τα Μέρη συμφωνούν ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες, θα προσαρμοσθούν σε ένα νέο επιχειρηματικό πρότυπο, με σκοπό να επιτευχθούν οι οικονομικές και εμπορικές ανάγκες του καθενός από τα Μέρη και ως εκ τούτου, η επιχειρηματική σχέση ανάμεσα στα Μέρη θα αναδιαμορφωθεί από τη Λύση και κατόπιν της τήρησης των ακόλουθων συμφωνιών: (ΐ) Λύση της Σύμβασης Διανομής και μεταβίβαση των υπηρεσιών διανομής στην Baxter και θέση σε ισχύ μίας σύμβασης μεταβίβασης (εφεξής καλούμενη ως "Σύμβαση Μεταβίβασης"), μεταξύ των Μερών, (ii) σύμβαση αντιπροσωπείας/συν- προώθησης (εφεξής καλούμενη ως "Σύμβαση Αντιπροσωπείας") για τα προϊόντα περιτοναϊκής κάθαρσης ("ΠΚ") της Baxter που αφορούν στη Σύμβαση Διανομής, για την εξακολούθηση ορισμένων δραστηριοτήτων συνεργασίας που αφορούν στις δεσμεύσεις σχετικά με δημόσιους διαγωνισμούς έως τη λήξη του εν εξελίξει εθνικού διαγωνισμού πλαισίου της ΕΠΥ (αντικαθιστώντας τη Σύμβαση Διανομής) και ενδεχομένως μετά το πέρας αυτού, σύμφωνα με τους όρους, οι οποίοι τίθενται στο παρόν Μνημόνιο Συμφωνίας, (iii) μη αποκλειστική σύμβαση διανομής (εφεξής καλούμενη "Νέα Σύμβαση Διανομής") για τα προϊόντα αιμοκάθαρσης της Baxter ("Προϊόντα Αιμοκάθαρσης"), υπό την προϋπόθεση ότι η Baxter θα διατηρεί το τρέχον χαρτοφυλάκιο προϊόντων αιμοκάθαρσης στην Περιοχή, με διάρκεια αντίστοιχη με τη Σύμβαση Αντιπροσωπείας μεταξύ των Μερών, σύμφωνα με τους όρους, οι οποίοι τίθενται στο παρόν Μνημόνιο Συμφωνίας και με βάση την καθιερωμένη μη αποκλειστική σύμβαση διανομής της Baxter για ιατρικές συσκευές, (ΐν) σύμβαση ρύθμισης οφειλών ("εφεξής καλούμενη ως "Σύμβαση Ρύθμισης οφειλών"), η οποία θα ρυθμίζει οριστικώς όλες τις εκατέρωθεν αξιώσεις και υποχρεώσεις, και θα οριστικοποιεί τη δομή ορισμένων πιθανών δραστηριοτήτων συνεργασίας που θα συμφωνηθούν για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη του τρέχοντος διαγωνισμού της ΕΠΥ,- καλούμενες από κοινού εφεξής ως "Συμφωνίες"-Ήδη, ως εκ τούτου, λαμβανομένων υπ' όψιν των προαναφερθέντων και των συμφωνιών που περιέχονται στο παρόν Μνημόνιο Συμφωνίας, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που εξειδικεύονται κατωτέρω, τα Μέρη συμφωνούν και αποδέχονται τα ακόλουθα: Άρθρο 1. Λύση της Σύμβασης Διανομής: Σύμβαση Μεταβίβασης 1.1. Η Σύμβαση Διανομής και κάθε άλλη προηγούμενη σύμβαση σχετικά με την περιτοναϊκή κάθαρση μεταξύ της Baxter και της Diophar και των θυγατρικών τους, διαδόχων και εκδοχέων τους, θα λυθεί (εφεξής καλούμενη "Λύση") και η λύση αυτής θα ισχύει από την 29η Φεβρουαρίου 2012. 1.2. Με την ίδια σύμβαση τα Μέρη συμφωνούν σε ορισμένες δραστηριότητες μεταβίβασης με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 1η Μαρτίου 2012 (εφεξής καλούμενη ολόκληρη η σύμβαση σχετικά με τη Λύση και τη μεταβίβαση "Σύμβαση Μεταβίβασης"). Η Σύμβαση Μεταβίβασης θα τεθεί σε ισχύ από την 29η Φεβρουαρίου. 1.3 Οι οφειλές, αξιώσεις, πιθανές υποχρεώσεις καθενός από τα Μέρη, σχετικά με τη Σύμβαση Διανομής θα παύσουν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Σύμβασης Μεταβίβασης, εξαιρουμένης της υποχρέωσης της Diophar να (i) καταβάλει τις Οφειλές της κατά την έκταση που αυτές δεν θα έχουν καταβληθεί κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Σύμβασης Μεταβίβασης, να (ii) παρέχει μετά-συμβατικά στοιχεία (πχ φαρμακοεπαγρύπνησης) και να (iii) συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας και επικοινωνίας σύμφωνα με τη Σύμβαση Διανομής....Άρθρο 2 Σύμβαση Αντιπροσωπείας περιτοναϊκής κάθαρσης 2.1 Ακολούθως, της Λύσης και αναφορικά με τον ρόλο πωλητή της Diophar στον εν εξελίξει (μη εκχωρητέο) δημόσιο διαγωνισμό πλαισίου της ΕΠΥ, η Diophar θα παραμείνει ως το αντισυμβαλλλόμενο μέρος έναντι των αρχών του διαγωνισμού. Η Diophar και η Baxter θα συνάψουν την ημι-αποκλειστική Σύμβαση Αντιπροσωπείας, όπου η Baxter θα αναλάβει την προώθηση πωλήσεων, τα μετά την προώθηση πωλήσεων, την ιατρική προώθηση, τον κλινικό συντονισμό, την αποθήκευση και διανομή, την κατ' οίκον παράδοση και τις υπηρεσίες υλικοτεχνικής στήριξης και η Diophar θα παρέχει στην Baxter σε ημιαποκλειστική βάση τις ακόλουθες υπηρεσίες: 2.1.1. Θα ενεργεί ως αντιπρόσωπος της Baxter έναντι των αρμόδιων αρχών για τις τρέχουσες δημόσιες προμήθειες, σύμφωνα με τον τρέχοντα διαγωνισμό Πλαισίου της ΕΠΥ, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης παραγγελιών, της τιμολόγησης, των υπηρεσιών προσωπικού πωλήσεων, της αποζημίωσης και των μελλοντικών συμβουλευτικών υπηρεσιών, όσον αφορά τον διαγωνισμό, κατά τη διάρκεια του εν εξελίξει δημόσιου διαγωνισμού πλαισίου της ΕΠΥ και: Σύμφωνα με τις διαλυτικές αιρέσεις της παραγράφου 9.3, για 2 περαιτέρω έτη κατά τη διάρκεια ενός νέου διαγωνισμού της ΕΠΥ, για την αποζημίωση και μελλοντικές συμβουλευτικές υπηρεσίες όσον αφορά το διαγωνισμό, 2.1.2. θα παρέχει υποστήριξη της προώθησης της θεραπείας περιτοναϊκής κάθαρσης, με βάση οδηγίες και κατευθύνσεις από την Baxter για τους υφιστάμενους και νέους πελάτες σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρότυπα της Baxter....Άρθρο 3. Νέα Σύμβαση Διανομής αιμοκάθαρσης 3.1. Κατά τη Λύση, τα Μέρη θα συνάψουν μία μη- αποκλειστική σύμβαση διανομής για τα προϊόντα αιμοκάθαρσης της Baxter σύμφωνα με το επισυναπτόμενο σχέδιο μη- αποκλειστικής σύμβασης διανομής (Παράρτημα Γ), υπό τη διαλυτική αίρεση ότι η Baxter θα διατηρεί το τρέχον χαρτοφυλάκιο αιμοκάθαρσης στην Περιοχή 3.2 Η διάρκεια της Νέας Σύμβασης Διανομής θα είναι αντίστοιχη με τη Σύμβαση Αντιπροσωπείας και τα Μέρη θα έχουν το δικαίωμα να την παρατείνουν κατά τη λήξη της με αμοιβαία έγγραφη συμφωνία τους....Άρθρο 6 Σύμβαση Ρύθμισης Οφειλών. 6.1 Κατά την πλήρωση των Διαλυτικών Αιρέσεων που τίθενται υπό τον Όρο 9 και της επιτυχούς μεταβίβασης της επιχείρησης περιτοναϊκής κάθαρσης στην Baxter, κατά τη Λύση του τρέχοντος διαγωνισμού πλαισίου της ΕΠΥ (δηλ όταν συνεχιστεί η επιχείρηση περιτοναϊκής κάθαρσης από τη Baxter, αφού προηγουμένως η Diophar θα έχει καταβάλλει τις καλύτερες δυνατές προσπάθειές της, για να εξασφαλίσει την ανανέωση του νέου διαγωνισμού με τη Baxter), τα Μέρη θα διευθετήσουν τα προϋφιστάμενα αμοιβαία δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, ως εξής:.... Νομικά. 12.1 Το παρόν Μνημόνιο Συμφωνίας είναι αυστηρά εμπιστευτικό. Η ύπαρξη αυτού ή το περιεχόμενο τούτου δεν μπορεί να αποκαλυφθεί ή να κοινοποιηθεί σε τρίτους, εκτός αν αυτό απαιτείται από το νόμο ή τις δημόσιες αρχές (στην οποία περίπτωση το Μέρος που θα πρέπει να προβεί σε μία κοινοποίηση, θα συμβουλευθεί αρχικά το άλλο Μέρος, ως προς το περιεχόμενο αυτής της κοινοποίησης) και κανένα δελτίο τύπου ή οποιαδήποτε ανακοίνωση δε θα γίνει από οποιοδήποτε Μέρος χωρίς προγενέστερη γραπτή συγκατάθεση του άλλου Μέρους. 12.2 Τίποτα στο παρόν Μνημόνιο Συμφωνίας δεν είναι, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί συνεταιρισμό μεταξύ των Μερών, ούτε ότι κάποιο από τα Μέρη αποτελεί, αντιπρόσωπο- εκτός από τις ειδικότερες διατάξεις περί αντιπροσωπείας-του άλλου Μέρους για οποιοδήποτε σκοπό. 12.3 Καμία τροποποίηση ή συμπλήρωση των διατάξεων του παρόντος δεν θα ισχύει εκτός αν γίνει εγγράφως και υπογράφει από τους αρμοδίως εξουσιοδοτημένους ανώτερους υπαλλήλους των Μερών. 12.4 Κάθε Μέρος θα επιβαρύνεται με τις δαπάνες του, σε σχέση με τη διαπραγμάτευση, τη σύναψη και την εφαρμογή του παρόντος Μνημονίου Συμφωνίας. 12.5 Κάθε ένας από τους υπογράφοντες στο παρόν έχει εξουσιοδοτηθεί αρμοδίως κατά πλήρη συμμόρφωση με όλες τις νομικές προϋποθέσεις ώστε να προσχωρήσει και να υπογράψει το παρόν Μνημόνιο Συμφωνίας. 12.6 Τα Παραρτήματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος Μνημονίου Συμφωνίας. 12.7 Με την επιφύλαξη ως προς τις διατάξεις Εμπιστευτικότητας του παρόντος Μνημονίου Συμφωνίας, αυτό το Μνημόνιο Συμφωνίας μαζί με τα Παραρτήματά του, αποτελεί και περιέχει ολόκληρη τη συμφωνία των Μερών και αντικαθιστά όλες τις προγενέστερες διαπραγματεύσεις, την αλληλογραφία, τις συμφωνίες, τις ρυθμίσεις, τις αμοιβαίες ανεπίσημες συμφωνίες, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τα στοιχεία του παθητικού μεταξύ των Μερών, σχετικά με αυτό το θέμα. 12.8 Τα Μέρη διατηρούν τα δικαιώματά τους, βάσει του εφαρμοστέου δικαίου για να ασκήσουν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με τη Σύμβαση Διανομής, και τις συμβατικές αξιώσεις για πληρωμή, καθώς επίσης και τα μετά-συμβατικά δικαιώματα τους στο πλαίσιο της Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης, η οποία λύθηκε το 1997. 12.9 Το παρόν Μνημόνιο Συμφωνίας διέπεται από και ερμηνεύεται κατά το Ελληνικό Δίκαιο. Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει από αυτό το Μνημόνιο Συμφωνίας θα υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων των Αθηνών......Περαιτέρω, στην πρώτη σελίδα αυτού του "Μνημονίου Συμφωνίας 2012", γίνεται αναφορά τόσο στην από ....1982 Σύμβαση Διανομής, όπου επιπλέον, αναφέρεται ότι εφεξής στο κείμενο αυτό θα καλείται ως "Σύμβαση Διανομής" (hereinafter the "Distribution Agreement' or "Distributorship Agreemet"), όσο και στην από 25.2.1997 Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης, όπου επίσης, αναφέρεται ότι εφεξής στο κείμενο αυτό θα καλείται " Σύμβαση Παροχής Υλικοτεχνικής Υποστήριξης" (hereinafter the "Logistical Support Services Agreement". Επιπλέον, από την επισκόπηση της παραπάνω συμφωνίας και ειδικότερα της 2ης και της 3ης σελίδας του κειμένου της συμφωνίας "Memorandum of Understanding 2012", όπου αναφέρονται, εν συντομία, οι συμφωνίες αναδιαμόρφωσης του πλαισίου συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, υπό στοιχεία (i) (ii) (iii) και (iv) και ειδικότερα (i) η "Σύμβαση Μεταβίβασης", (ii) η Σύμβαση Αντιπροσωπείας (σύμβαση αντιπροσωπείας-συν-προώθησης για τα προϊόντα περιτοναϊκής κάθαρσης), (iii) η "Νέα Σύμβαση Διανομής", και (iv) η " Σύμβαση Ρύθμισης Οφειλών" και αμέσως μετά ακολουθεί η πρόταση -επεξήγηση όρου "- καλούμενες από κοινού εφεξής ως "Συμβάσεις-", (-collectively hereinafter referred to as the " Agreements"-), προκύπτει ότι όπου σ' αυτό το "Μνημόνιο Συμφωνίας", γίνεται αναφορά σε "Συμβάσεις" ("the Agreements"), εννοούνται οι προαναφερόμενες συμφωνίες αναδιαμόρφωσης του πλαισίου της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και όχι η από ....1982 Σύμβαση Διανομής και η από ....1997 Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης. Επομένως, ο όρος 12.9 αυτού του "Μνημονίου Συμφωνίας", κατά τον οποίο, οποιαδήποτε διαφορά προκύψει από αυτό το Μνημόνιο Συμφωνίας και/ή τις Συμβάσεις θα υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Ελληνικών Δικαστηρίων των Αθηνών ( "any dispute arising out of this MoU and/or the Agreements shall be subject to the exclusive jurisdiction of the Creek Courts, Athens") , δεν αναφέρεται στην από ....1982 Σύμβαση Διανομής και στην από ....1997 Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης, οι οποίες στο Μνημόνιο ρητώς αναφέρονται με τους προαναφερόμενους όρους, αλλά αφενός σ' αυτό το Μνημόνιο Συνεργασίας και αφετέρου στις υπό στοιχεία (i) ,(ii), (iii) και (iν) συμβάσεις αναδιαμόρφωσης του πλαισίου συνεργασίας μεταξύ των μερών και ειδικότερα (i) στη "Σύμβαση Μεταβίβασης", (ii) στη Σύμβαση Αντιπροσωπείας (σύμβαση αντιπροσωπείας- συν-προώθησης για τα προϊόντα περιτοναϊκής κάθαρσης), (iii) στη "Νέα Σύμβαση Διανομής" και (ϊν) στη "Σύμβαση Ρύθμισης Οφειλών". Εξάλλου η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον όρο 12.7 του Μνημονίου Συμφωνίας "....αυτό το Μνημόνιο Συμφωνίας μαζί με τα Παραρτήματα του, αποτελεί και περιέχει ολόκληρη τη συμφωνία των Μερών και αντικαθιστά όλες τις προγενέστερες διαπραγματεύσεις, την αλληλογραφία, τις συμφωνίες, τις ρυθμίσεις, τις αμοιβαίες ανεπίσημες συμφωνίες, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τα στοιχεία του παθητικού μεταξύ των Μερών, σχετικά με αυτό το θέμα", αφού από την τελευταία αυτή ρητή αναφορά ("σχετικά με αυτό το θέμα"), συνάγεται ότι τα μέρη θέλησαν με αυτό το Μνημόνιο Συμφωνίας να αντικαταστήσουν όλες τις προγενέστερες διαπραγματεύσεις και συμφωνίες, που αφορούσαν τη σύναψη αυτού του Μνημονίου Συνεργασίας και όχι την από ....29182 (σημ.: προφανώς εννοείται ....1982 και όχι ο εκ παραδρομής αναφερόμενος αριθμός) Σύμβαση Διανομής και την από ....1997 Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης. Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι στον όρο 12.8 του Μνημονίου, αναφέρεται ρητά ότι τα Μέρη διατηρούν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με τη Σύμβαση Διανομής και τις συμβατικές αξιώσεις για πληρωμή, καθώς επίσης και τα μετα-συμβατικά δικαιώματά τους στο πλαίσιο της Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης Τέλος, ότι οι συμβάσεις, που περιείχαν τις ρήτρες διαιτησίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο I μείζονα σκέψη, ουδόλως επιδρά στη ρήτρα διαιτησίας, αφού, λόγω της αυτοτέλειας της διαιτητικής συμφωνίας έναντι της ουσιαστικής σύμβασης την οποία αφορά, αυτή εξακολουθεί να είναι ισχυρή και μετά την κατάργηση ή λήξη της ισχύος της ουσιαστικής σύμβασης και άλλωστε είναι σύνηθες η διαιτητική συμφωνία παράγει τα αποτελέσματά της και να ενεργοποιείται μετά τη λήξη της ισχύος της ουσιαστικού δικαίου σύμβασης. Επομένως, οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας- εκκαλούσας, που έχουν ασκηθεί α) με την από 7.2.2013 και με αριθμό κατάθεσης 28343/791/2013 αγωγή και αφορά αποζημίωση πελατείας, β) με την από 29.1.2013 και με αριθ κατάθεσης 28345/792/2013 αγωγή και αφορούν αποζημίωση, λόγω της αντισυμβατικής, αθέμιτης, παράνομης, καταχρηστικής, αντίθετης στα χρηστά και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς της εναγομένης- εφεσίβλητης, εξαιτίας της άκαιρης και καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης διανομής, που συνοδεύτηκε από ιδιαίτερες περιστάσεις, γ) με την από 7.2.2013 και με αριθ κατάθεσης 28340/790/2013 αγωγή και αφορούν αξιώσεις αποζημίωσης, λόγω αντισυμβατικής αλλά και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, εξαιτίας της άκαιρης καταγγελίας από την εναγομένη- εφεσίβλητη της από 25.2.1997 Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης και δ) με την από 20.2.2013 και με αριθ κατάθεσης 28350/793/2013 αγωγή και αφορούν την αναπροσαρμογή της οφειλής της, βάσει της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ, άλλως της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, που απορρέει από την από 1.12.1982 Σύμβαση Αποκλειστικής Εμπορικής Διανομής και την από 25.2.1997 Σύμβαση Παροχής Υποστηρικτικών Υπηρεσιών, συνιστούν αντικείμενο των ως άνω συμφωνιών διαιτησίας των διαδίκων, αφού αποτελούν αξιώσεις, που είναι δεκτικές διάθεσης και συνεπώς, μπορούν να καταστούν αντικείμενο της συμφωνίας περί διαιτησίας και συνδέονται αναπόσπαστα με την από 1.12.1982 Σύμβαση Διανομής και την από 25.2.1997 Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε δεκτή την προαναφερόμενη ένσταση της εφεσίβλητης, με την ίδια αιτιολογία δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ο κρινόμενος (πρώτος) λόγος έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως του ότι δεν το διατύπωσε ευθέως με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, διαπίστωσε ασάφεια στο από 29.2.2012 "Μνημόνιο Συμφωνίας", αναφορικά με το ζήτημα εάν, η περιληφθείσα στην από 1.12.1982 Σύμβαση Διανομής, καθώς και στην από 25.2.1997 Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Υποστήριξης ρήτρα διαιτησίας, έχει - ή όχι - παύσει να ισχύει δυνάμει του άρθρου 12.9 του από 29.2.2012 "Μνημονίου Συμφωνίας" (σε συνάρτηση και με τους λοιπούς όρους του Μνημονίου αυτού και τις αναφερόμενες σε αυτό συμβάσεις) και προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, κατέφυγε σε ερμηνεία (άρθρο 173 ΑΚ) των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων συσχετίζοντας τους όρους του ως ανωτέρω "Μνημονίου Συμφωνίας", αναζητώντας την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων [ιδίως της έννοιας της λέξης "Συμφωνίες" και της φράσης "σχετικά με αυτό το θέμα", που χρησιμοποιήθηκαν στο ως άνω "Μνημόνιο Συμφωνίας" σε συνάρτηση με τις αναφερόμενες, μεταξύ των διαδίκων (η πρώτη με την προκάτοχο της εναγομένης) συναφθείσες, συμβάσεις (από ....1982 Σύμβαση Διανομής, από 25.2.1997 Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Υλικοτεχνικής Στήριξης, σε συνδυασμό με την επισκόπηση της παραπάνω συμφωνίας - Μνημονίου Συμφωνίας - και ειδικότερα της 2ης και της 3ης σελίδας του κειμένου της συμφωνίας "Memorandum of Understanding 2012", όπου αναφέρονται, εν συντομία, οι συμφωνίες αναδιαμόρφωσης του πλαισίου συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, υπό στοιχεία (i) (ii) (iii) και (iv) και ειδικότερα (i) η "Σύμβαση Μεταβίβασης", (ii) η Σύμβαση Αντιπροσωπείας (σύμβαση αντιπροσωπείας-συν-προώθησης για τα προϊόντα περιτοναϊκής κάθαρσης), (iii) η "Νέα Σύμβαση Διανομής", και (iv) η " Σύμβαση Ρύθμισης Οφειλών")], από τις οποίες και άντλησε επιχειρήματα. Πλην, όμως, παρέλειψε να προσφύγει (και να τα αξιοποιήσει) στα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, δηλαδή ως προς το εάν ερμηνεύεται το Μνημόνιο Συμφωνίας, σε συνάρτηση και με τις αναφερόμενες σε αυτό συμβάσεις, ως προς τη ρήτρα αυτή (του όρου 12.9 εδ. β' του "Μνημονίου Συμφωνίας", κατά τον οποίο "Το παρόν Μνημόνιο Συμφωνίας διέπεται από και ερμηνεύεται κατά το Ελληνικό Δίκαιο. Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει από αυτό το Μνημόνιο Συμφωνίας θα υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων των Αθηνών..."), που κρίθηκε μη εφαρμοστέα ως προς μέρος των αξιώσεων της αναιρεσείουσας, που παραπέμφθηκαν, ακολούθως, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε διαιτησία, και από τη σκοπιά της συναλλακτικής ευθύτητας και εντιμότητας που επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (του οικείου συναλλακτικού κύκλου, δηλαδή στο πλαίσιο της συγκεκριμένου τύπου οικονομικής συναλλαγής και δραστηριότητας), ούτε εμμέσως συνάγεται τέτοια ερμηνεία (του Μνημονίου Συμφωνίας σε συνδυασμό και με τις αναφερόμενες σε αυτό συμβάσεις) από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο [σύμφωνη με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών]. Κατ' ακολουθίαν τούτων, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ότι παρέλειψε να προσφύγει και στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ, παρότι εμμέσως διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης ερμηνείας, ενώ, μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνα των λοιπών σκελών του λόγου αυτού της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικουρικώς, ως προς το ίδιο ζήτημα, για εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία του "Μνημονίου Συμφωνίας" ως προς την συμβατική ρήτρα περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Αθήνας (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), άλλως και επικουρικότερα, για αρνητική υπέρβαση της δικαιοδοσίας του δικάσαντος Εφετείου κατ' άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
V. Με τον δεύτερο από τους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα παραπονείται για την απόρριψη της από 7.2.2013 με αριθμ. καταθ. 28343/2013 αγωγής της σε σχέση με την καταβολή του ποσού των 15.000.000€ που αντιστοιχεί στην αποζημίωση πελατείας της από τη Σύμβαση Διανομής ως αόριστη. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι στην ένδικη αγωγή της συμπεριλαμβάνονται όλα τα κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής της, όπως αυτά διαγράφονται από τις διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ. 219/1992 και του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 σε σχέση με την αξίωση της αποζημίωσης πελατείας κατά τη λύση σύμβασης διανομής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Αν το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτό των αναγκαίων στοιχείων για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, την κρίνει ορισμένη παραλείποντας να κηρύξει την ακυρότητα του δικογράφου, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 709/2023, ΑΠ1780/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 739/2021, ΑΠ 852/2021), καθόσον αυτός αναφέρεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στον οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1117/2024, ΑΠ 386/2020, ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 609/2014).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ./τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και έχουν αναλογική εφαρμογή και στην περίπτωση αποκλειστικής διανομής, εφόσον συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις προς τούτο (ΟλΑΠ 16/2013), ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή αποκλειστικός διανομέας δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες, που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1450/2022). Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, δηλαδή απαιτείται: α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 1265/2023, ΑΠ 1450/2022), ενώ, τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις ( που είναι και ουσιαστικές) γένεσης της απαίτησής του, πρέπει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής του, και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος - διανομέας (ΑΠ 1265/2023, ΑΠ 139/2010), χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα του σχετικού αιτήματος ούτε η ονομαστική αναφορά των νέων πελατών που έφερε αυτός καθώς και των παλαιών (πελατών), των οποίων οι υποθέσεις παρουσίασαν σημαντική προαγωγή, ούτε η διάκριση αυτών σε νέους και παλαιούς ούτε τέλος το ποσό που εισέπραξε από καθένα από αυτούς (ΑΠ 1265/2023, ΑΠ 176/2010). Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών, που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Διατήρηση δε των ουσιαστικών ωφελειών του αντιπροσωπευόμενου από υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (νέους ή παλαιούς), υπάρχει, όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις που είχε καταρτίσει με τρίτους ο διανομέας, αλλά και όταν, έστω και κατά τρόπο έμμεσο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ορισμού νέου αντιπροσώπου για την ίδια περιοχή, υπάρχει εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους για τον αντιπροσωπευόμενο, με την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του προηγούμενου διανομέα, δεν έχει δε σημασία το γεγονός ότι τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και ως εκ τούτου γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και διαφημιστικών ενεργειών του αντιπροσωπευόμενου, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων αυτών, αφού οι ενέργειες αυτές του αντιπροσωπευόμενου, όταν μάλιστα γίνονται χωρίς αναφορά στην επιχείρηση του αντιπροσώπου, δεν αποσκοπούν στη με τη μεσολάβηση συγκεκριμένου αντιπροσώπου διάθεση αυτών, αλλά γενικώς στην αύξηση της ζήτησης των προϊόντων αυτών. Ούτε επίσης έχει έννομη σημασία η κατ' επιλογή του αντιπροσωπευόμενου μη συνέχιση της εμπορικής συνεργασίας με τους πελάτες (νέους ή παλαιούς) που είχε προσελκύσει ο αντιπρόσωπος- διανομέας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος, δεν όρισε για την ίδια περιοχή αποκλειστικό αντιπρόσωπο ή διανομέα, αφού στην περίπτωση αυτή η υπάρχουσα κατά τη λύση της σύμβασης δυνατότητα του αντιπροσωπευόμενου να συνεχίσει τη συνεργασία του με τους πελάτες του αντιπροσώπου ακυρώνεται με τη βούληση του αντιπροσωπευόμενου (ΑΠ 1450/2022, ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 765/2019, ΑΠ 709/2018, ΑΠ 1766/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκανε ως προς το ζήτημα που αφορά στον, κατά τα ανωτέρω, δεύτερο από τους λόγους αναίρεσης, δεκτά τα ακόλουθα: "Με τον δεύτερο λόγο έφεσης παραπονείται η εκκαλούσα ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη την από 7.2.2013 και με αριθ. καταθ. 28343/2013 πρώτη αγωγή, αναφορικά με την καταβολή του ποσού των 15.000.000,00 ευρώ, που αντιστοιχεί κατά την αντίδικο στην αποζημίωση πελατείας της, ισχυριζόμενη ότι στην ως άνω αγωγή περιλαμβάνονται όλα τα νομίμως προβλεπόμενα στοιχεία κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ. Ωστόσο, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ναι μεν αναφέρεται το γενικό πνεύμα της συμφωνίας και τι αυτή αφορούσε (μεταβολή της φύσης της μέχρι τότε συνεργασίας των διαδίκων και τον τρόπο εξόφλησης οφειλών), χωρίς, όμως, να εξειδικεύει το ειδικότερο πλαίσιο των εν λόγω συμφωνιών, έτσι ώστε να κριθεί, εάν δηλαδή αυτές, σύμφωνα με το νόμο, προσδίδουν στη δικαιοπραξία παράνομο ή ανήθικο περιεχόμενο, με συνέπεια την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, ούτε εξειδικεύει ποιο ήταν ακριβώς το περιεχόμενο αυτών των όρων και των αιρέσεων. Επιπλέον, όμως, στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής περιέχονται ασαφή και αντιφατικά πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με το ζήτημα αν η πλήρωση των όρων ή των αιρέσεων, που προσβάλει η ενάγουσα, ήταν εξαρχής αδύνατη, εν γνώσει της εναγομένης λόγω του επικαλούμενου από την ενάγουσα "κουρέματος" των ομολόγων της, με αποτέλεσμα να καθίσταται άκυρη ολόκληρη η δικαιοπραξία και όχι μόνο η αίρεση (άρθρο 208 εδ. β' ΑΚ) ή αν η αδυναμία, την οποία τα μέρη δεν γνώριζαν, επήλθε μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, οπότε σ' αυτήν την περίπτωση, πρόκειται για ματαίωση της αίρεσης και συνεπώς, αν συντρέχει περίπτωση, κατά την οποία η αίρεση ήταν διαλυτική και εξ αρχής, εν γνώσει της εναγόμενης αδύνατη, οπότε δεν θεωρείται άκυρη, αλλά ανενεργός (άρθρο 208 εδ. γ' ΑΚ). Ειδικότερα, ενώ στη σελίδα 9 της υπό κρίση αγωγής, εκτίθεται ότι κατά το χρόνο σύναψης του από 29.2.2012 Μνημονίου, με τους ειδικότερους όρους και αιρέσεις που προβλέπονται σ' αυτήν, τα μέρη είχαν τη βέβαιη πεποίθηση ότι τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου θα αποπληρώνονταν εμπροθέσμως και σύμφωνα με τα νομίμως προβλεφθέντα, εντούτοις στη σελίδα 10 σημειώνεται πως κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων του ως άνω Μνημονίου και συνακόλουθα και κατά το χρόνο σύναψης αυτού είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η ΠΥΣ 5/24.2.2012, η οποία συμπεριελάμβανε τα ως άνω ομόλογα στους λεγομένους "επιλέξιμους τίτλους", που θα υπόκειντο σε "κούρεμα", ήτοι σημειώνεται, κατά το αγωγικό δικόγραφο, ότι γνώριζαν το συγκεκριμένο γεγονός, άρα οι διαπραγματεύσεις και η υπογραφή του Μνημονίου έλαβαν χώρα με γνώμονα το συγκεκριμένο στοιχείο, το οποίο εκ των πραγμάτων αντιδιαστέλλεται με αυτά που αρχικώς εξέθετε. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την εν λόγω αγωγή ως αόριστη δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ο δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Πλην, όμως, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 7.2.2013 και με αριθ. καταθ. 28343/2013 αγωγής, προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε σχέση με τις νόμιμες, αλλά και ουσιαστικές, προϋποθέσεις γενέσεως της αξιώσεως της ενάγουσας για αποζημίωση πελατείας, το δικόγραφο της αγωγής περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχείο και, ειδικότερα, πέραν της περιγραφής των εν γένει συμβατικών σχέσεων των διαδίκων καθ'όλα τα στάδια που αυτές είχαν ομαλή εξέλιξη (σελ. 1-6 της αγωγής), α) γίνεται αναφορά στην εισφορά πελατών από την αναιρεσείουσα - ενάγουσα και στην σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους πελάτες αυτούς κατά τη διάρκεια των μεταξύ τους συμβάσεων (αρχικής με την προκάτοχο της εναγομένης και μεταγενέστερες με την ίδια ) μέχρι και τη λήξη της μεταξύ τους κύριας σύμβασης αποκλειστικής διανομής (σελ. 7 και επισυναπτόμενα, μετά από αυτήν, τρία (3) φύλλα, χωρίς αρίθμηση, με το πελατολόγιο της ενάγουσας, που είχε ως συνέπεια στη διάρκεια της οικονομικής τους συνεργασίας, ειδικότερα δε κατά τα έτη 1999-2011 να έχει η εναγόμενη κέρδη που ξεπέρασαν τα 110.000.000 ευρώ (σελ. 8 της αγωγής) και το πλέγμα των οικονομικών σχέσεων των διαδίκων που οδήγησαν στη διάρρηξη των μεταξύ τους σχέσεων και τη σύναψη του από 29-2-2012 "Μνημονίου Συμφωνίας" (σελ. 9 -21 της αγωγής), και β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για την αντιπροσωπευόμενη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (σελ. 23-24 της αγωγής) και γ) γίνεται αναφορά στο ότι η καταβολή της αποζημίωσης πελατείας είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης(σελ. 23-24 της αγωγής).
Πέραν, όμως, τούτων, προβάλλεται με την αγωγή ο ισχυρισμός ότι με το "Μνημόνιο Συμφωνίας" η εναγόμενη έχει αναγνωρίσει ως (δίκαιη και) εύλογη την αξίωσή της ενάγουσας για αποζημίωση (μεταβίβασης της) πελατείας (σελ. 15,18, 20 και 21 της αγωγής). Ανεξαρτήτως δε του ότι δεν γίνεται, περαιτέρω, αναλυτική αναφορά στο σύνολο του από 29 Φεβρουαρίου 2012 "Μνημονίου Συμφωνίας", αλλά στις συνθήκες που οδήγησαν στην υπογραφή αυτού (σελ. 11-14 της αγωγής), σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα εκθέτει ότι της επιβλήθηκαν "εκβιαστικά επαχθέστατοι και καταδυναστευτικοί όροι", τους οποίους αναγκάστηκε να αποδεχθεί "προ του φάσματος των διωκτικών μέτρων της αντιδίκου" και ότι, ειδικότερα, (κατά πιστή και περαιτέρω μεταφορά από τις σελ. 14-15 της αγωγής) αφενός μεν μεταβαλλόταν σε βάρος της η φύση της μέχρι τότε συνεργασίας της με την αντίδικο, αφού στα πλαίσια του συμφωνητικού αυτού: - αναγκάστηκε να συναινέσει στη λύση της σύμβασης διανομής του έτους 1982, με την υπογραφή αυθημερόν με το Μνημόνιο 2012 της επονομαζόμενης "Μεταβατικής Συμφωνίας". Η οποία Μεταβατική Συμφωνία έλυσε οριστικά και άνευ όρων την Σύμβαση διανομής του 1982 και άνευ ταυτόχρονης καταβολής αποζημίωσης από την αντίδικο, ως αυτή όφειλε, αφετέρου δε αναγκάστηκε να αποδεχθεί αύξηση της τιμής πώλησης των προϊόντων της αντιδίκου προς αυτήν κατά ποσοστό, τριάντα έξι τοις εκατό (36%), ενώ τα προϊόντα που μεταπωλούσε υπέστησαν σοβαρές μειώσεις τιμών από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις σχετικές συμβάσεις. Αναγκάστηκε δε να παράσχει προσωπικό στην αντίδικο για την υποστήριξη των υπηρεσιών που μεταφέρθηκαν από αυτήν στην τελευταία και υποχρεώθηκε να συνδράμει την αντίδικο, ώστε πλέον, μετά τη λήξη της τρέχουσας σύμβασης με την Επιτροπή Προμηθειών Υγείας (Ε.Π.Υ), αναθέτουσα αρχή και αρμόδιο όργανο εκτέλεσης των συμβάσεών της με το Ελληνικό Δημόσιο, να "υποκατασταθεί" αυτή στη θέση της. Περαιτέρω ρύθμισε τον τρόπο εξόφλησης των συνολικών οφειλών της, που πλέον ανέρχονταν στο ποσό των 20.817.872,45 €, εκ των οποίων ποσό 18.607.534,68 € από τη Σύμβαση του 1982 και 2.210.337,77 € από τη Σύμβαση του 1997. Παράλληλα, με όρο την εμπρόθεσμη αποπληρωμή των οφειλών της, όπως αυτές διακανονίστηκαν με το Μνημόνιο 2012 και την υποκατάσταση της αντιδίκου στη σύμβαση της με την Ε.Π.Υ. η αντίδικος θα κατέβαλε στην ίδια με συμψηφισμό, το ποσό δεκαπέντε εκατομμυρίων ευρώ (15.000.000,00 €), το οποίο ρητά και αναγνώρισε (μονομερώς) ως εύλογη αποζημίωση για την ως άνω μεταβίβαση υπέρ της. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η από 7.2.2013 και με αριθ. καταθ. 28343/2013 αγωγή (η οποία, σημειωτέον, είχε στο διατακτικό της ένα μόνο αγωγικό αίτημα, περί καταβολής αποζημίωσης πελατείας) περιείχε, στο δικόγραφό της, επαρκώς τα προβλεπόμενα από το νόμο στοιχεία για να τύχει δικαστικής εκτιμήσεως και, επομένως, με το να την απορρίψει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και είναι βάσιμος και ο δεύτερος από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης. VI. Τέλος, με τον τρίτο από τους λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της από 20.2.2013 με αριθμ. καταθ. 28350/793/2013 αγωγής της, κατά το μέρος που στηρίζεται στην απρόοπτη μεταβολή συνθηκών στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύναψη του από 29.2.2012 Μνημονίου ως μη νόμιμη, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ.
Αντίθετα με τη ρήτρα του άρθρου 200 ΑΚ, που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρυθμίσεως, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού. Παρέχεται, έτσι, τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως κατά το χρόνο της εκπληρώσεώς τους (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 63/2000, 756/2003, 398/2008). Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπληρώσεως των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται άνευ άλλου τινός στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του. Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ' αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας, στην περίπτωση αυτή, η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 494/2021, ΑΠ 670/2019, ΑΠ 292/2019).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η διορθωτική επέμβαση στην ενοχή με βάση την ΑΚ 288 θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερα σοβαρός λόγος και οπωσδήποτε να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, αντλημένα από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, καθόσον κανόνας παραμένει ότι η καλή πίστη απαιτεί την τήρηση των συμπεφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από τις ειδικές διατάξεις του νόμου (ΑΠ 1231/2020).
Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του αρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί (Ολ ΑΠ 927/1982, ΑΠ 710/2022, ΑΠ 495/2021, ΑΠ 946/2019, ΑΠ 660/2019, ΑΠ 1287/2015, ΑΠ 334/2015). Δηλαδή, το άρθρο 288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ (ΑΠ 1271/2012), που απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 1038/1998), να οφείλεται σε λόγους έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους, χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου η σύμβαση να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από την παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 946/2019, ΑΠ 1088/2017, ΑΠ 398/2008, 1290/2011).
Περαιτέρω, ο υπερήμερος οφειλέτης δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν, από τη διάταξη του άρθρου 344 ΑΚ να επικαλεστεί τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ. Και τούτο, διότι η μη εφαρμογή της ΑΚ 388 ή της ΑΚ 288 , εκάστη των οποίων αποτελεί ειδική εκδήλωση της γενικής αρχής της καλής πίστης, δεν δικαιολογείται στην περίπτωση του υπερήμερου οφειλέτη. Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπει η διάταξη του άρθρου 344 εδάφ. β' ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, "ο οφειλέτης... ευθύνεται επίσης για τα τυχαία γεγονότα, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημία θα επερχόταν και αν η παροχή εκπληρωνόταν έγκαιρα", η οποία ιδρύει ευθύνη του υπερήμερου οφειλέτη για τα κατά τη διάρκεια της υπερημερίας τυχηρά που πλήττουν άμεσα την παροχή και όχι για τα τυχηρά που διαταράσσουν τη μεταξύ παροχής και αντιπαροχής ισορροπία, περίπτωση που ανεξαίρετα ρυθμίζουν οι ΑΚ 388 και 288 (ΑΠ 67/2019, ΑΠ 568/2018, AΠ 841/2017).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 11/2018, ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 710/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως προς το εν προκειμένω ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο (του τρίτου από τους λόγους αναιρέσεως), τα ακόλουθα: "Με τον τρίτο λόγο έφεσης, παραπονείται η εκκαλούσα ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την από 20.2.2013 και με αριθ. καταθ. 28350/793/2013 τέταρτη αγωγή, κατά το μέρος που στηρίζεται στην απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύναψη του από 29.2.2012 Μνημονίου. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη και δεδομένου ότι, κατά τα αγωγικά εκτιθέμενα, κατά το χρόνο υπογραφής του από 29.2.2012 Μνημονίου και δη στις 24.2.2012, είχε ήδη δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης η ΠΥΣ 5/24.2.2012, που συμπεριελάμβανε τα ως άνω ομόλογα της ενάγουσας στους "επιλέξιμους τίτλους" που επρόκειτο να "κουρευτούν", γεγονός που ήταν σε γνώση των συμβαλλομένων, κατά παραδοχή του αγωγικού δικογράφου και επομένως, δεν υφίσταται μεταγενέστερη της συμφωνίας μεταβολή των συνθηκών στις οποίες τα μέρη της στήριξαν, ενώ επιπλέον, προϋπόθεση της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 388 και 288 ΑΚ , είναι η αναπροσαρμογή να ενεργεί αναδρομικά, αλλά μόνο για το μέλλον, γι' αυτό δε το λόγο ο οφειλέτης, που επικαλείται την προστασία αυτών των διατάξεων, δεν πρέπει να είναι ήδη υπερήμερος, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα ζητεί να αναπροσαρμοστεί η επίδικη οφειλή της αναδρομικά, ως προς την οποία είναι ήδη υπερήμερη, τόσο πριν την σύναψη του από 29.2.2012 Μνημονίου Συμφωνία, όσο και μετά από αυτή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την εν λόγω αγωγή ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ο τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Κρίνοντας, όμως, το δικαστήριο της ουσίας (δευτεροβάθμιο, όπως - αντιστοίχως - και το πρωτοβάθμιο) ότι, η ενάγουσα, ζητεί να αναπροσαρμοστεί η επίδικη οφειλή της αναδρομικά, ως προς την οποία είναι ήδη υπερήμερη, τόσο πριν την σύναψη του από 29.2.2012 Μνημονίου Συμφωνία, όσο και μετά από αυτή, και δεν έχει δικαίωμα να επικαλεστεί την προστασία της διατάξεως του άρθρου 288 του Α.Κ., γιατί την βαρύνει η επέλευση των δυσμενών συνεπειών της υπερημερίας της, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη στηρίζεται στην καλή πίστη και προστατεύει μόνο τον καλόπιστο και όχι τον υπερήμερο - υπαίτιο οφειλέτη, παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αφού, για την άσκηση του δικαιώματος του οφειλέτη από τη διάταξη αυτή (288 Α.Κ.), αξίωσε περισσότερα από όσα απαιτούνται από αυτήν στοιχεία, εφόσον, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη του παρόντος λόγου αναιρέσεως, και ο υπερήμερος ως προς την καταβολή της οφειλής του δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν, να επικαλεστεί την διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. και υπέπεσε, με τον τρόπο αυτό, στην πλημμέλεια η οποία προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Είναι, επομένως, βάσιμος και ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια αυτή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2724/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας).
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ