Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 954 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 954/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "SELEX ES S.p.a. in liq" (πρώην "ELSAG DATAMAT S.p.a."), που εδρεύει στην Ιταλία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρήστο Παρασκευόπουλο και Φωτεινή Καρρά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Κλουκίνα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3132/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5272/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/6/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 5272/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε." κατά της υπ' αριθμ. 3132/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 24-12-2009 (αριθ. κατάθ. δικ. 252941/13746/24-12-2009) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης από το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίφθηκε ως αβάσιμη.
ΙΙ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών [εξαιρουμένων των χρονικών περιόδων αναστολής των προθεσμιών ασκήσεως ενδίκων μέσων, όπως προκύπτει από το άρθρο 49 του Ν.4963/2022 (ΦΕΚ Α 149/30.07.2022), σύμφωνα με το οποίο: "1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α'104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της..... της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ] από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε μετά τη δημοσίευσή της (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε (βλ. υπ'αριθμ. 38135580395108090018/2021 αναφερόμενο στην έκθεση αναίρεσης) το απαιτούμενο κατά νόμον παράβολο - άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1318/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 555/2023, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 246/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1318/2022, ΑΠ 1132/2019).
Έτσι, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1551/2022).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019).
Περαιτέρω, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1056/2014).
Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι, αλληλοσυμπληρούμενοι, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 187/2023, Α.Π. 66/2022, Α.Π. 925/2015, Α.Π. 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως, όμως, αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά την έννοια αυτή, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών, καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 711/2024, Α.Π. 1360/2017, Α.Π. 220/2016). Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο, μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα.
Περαιτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία άγεται το δικαστήριο σε ερμηνεία ασαφούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως, μπορεί, και αν ακόμη δεν συνέτρεχε λόγος να ταχθούν αποδείξεις περί συναλλακτικών ηθών, να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα ή να συναγάγει σχετικά συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί και αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή. Συνακολούθως, τέτοια προς ερμηνεία επιχειρήματα ή συμπεράσματα αρύεται ελευθέρως το δικαστήριο και από κάθε ενώπιόν του στοιχείο, όπως και από τις προσκομιζόμενες για άλλο θέμα εμμάρτυρες και άλλες αποδείξεις, ενώ μπορεί να προσφύγει και σε γεγονότα κείμενα εκτός της συμβάσεως, που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα, και να λάβει υπόψη του τις διαπραγματεύσεις των ενδιαφερομένων οι οποίες προηγήθηκαν και τις ενέργειες αυτών που ακολούθησαν την κατάρτισή της (ΑΠ 240/1995).
Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής απόψεως (ΑΠ 204/2022, ΑΠ 448/2020, ΑΠ 776/2013).
Ειδικότερα δε, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, Α.Π. 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 711/2024, Α.Π. 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 711/2024, Α.Π. 1059/2018, Α.Π. 1164/2015, Α.Π. 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ.
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά, αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 187/2023, Α.Π. 3/2015, Α.Π. 1588/2013, Α.Π. 1345/2012).
Ιδίως, αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 711/2024, Α.Π. 84/2020, Α.Π. 557/2004, Α.Π.1258/2004). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (Α.Π. 10/2015). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ. συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (Α.Π. 875/2017, Α.Π. 1543/2004).
IV. Με τον πρώτο σκέλος του πρώτου από τους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, όπως σαφώς εκτιμάται, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προέβη σε ευθεία, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα δε, ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι: δεν προκύπτει ότι εφαρμόστηκαν οι διατάξεις των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, σε κάθε δε περίπτωση (αν ήθελε γίνει δεκτό ότι εφαρμόστηκαν σιγή) δεν προκύπτει ότι εφαρμόσθηκαν αυτές ορθά, από το δικάσαν Εφετείο.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο διέλαβε τις ακόλουθες ενδιαφέρουσες τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικές παραδοχές:... "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ ΑΕ", η οποία τυγχάνει νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που ανήκει στο ελληνικό Δημόσιο, στα πλαίσια υλοποίησης του επενδυτικού της προγράμματος και προκειμένου να ενταχθεί στο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης Ελλάδας 2000-2006, προέβη τον Ιανουάριο του έτους 2001 στην προκήρυξη ανοικτού δημόσιου διαγωνισμού για την ανάθεση του έργου "Προμήθεια Εξοπλισμού Αυτοματοποίησης Κέντρου Διαλογής Αττικής & Κέντρου Αεροπορικού Ταχυδρομείου", προσκαλώντας τους ενδιαφερομένους που πληρούσαν τις απαιτούμενες από την προς τούτο εκδοθείσα υπ' αριθμ. ... Διακήρυξη προϋποθέσεις, να υποβάλουν την πλέον συμφέρουσα οικονομική προσφορά για την ανάθεση του έργου. Ειδικότερα κατά το άρθρο 1 του πρώτου μέρους της Διακήρυξης αντικείμενο του διαγωνισμού ήταν η προμήθεια και εγκατάσταση αυτόματων μηχανημάτων παραγωγής τελευταίας τεχνολογίας, του λοιπού εξοπλισμού και των αναγκαίων συστημάτων Η/Υ και Λογισμικού, περιλαμβανομένου ενός συστήματος M.I.S. [Management Information System], ο σχεδιασμός γραμμών παραγωγής χειρονακτικής διαλογής, λειτουργικών χώρων εργασίας, λειτουργικών σχεδίων και σχεδίων προγραμματισμού και ανάπτυξης ανθρώπινων πόρων, ο σχεδιασμός και υλοποίηση προγραμμάτων εκπαίδευσης, η τεχνική υποστήριξη και συντήρηση, καθώς και μικρές κτιριακές παρεμβάσεις που σχετίζονται με την εγκατάσταση των μηχανημάτων και του εξοπλισμού. Επίσης, κατά το άρθρο 10 του πέμπτου (V) μέρους για το "ΚΑΤ" και του αντίστοιχου άρθρου του έκτου (VI) μέρους της Διακήρυξης για το "ΚΔΑ" ορίσθηκε ότι ο ανάδοχος θα αναλάμβανε να προμηθεύσει τα ΕΛΤΑ, πλέον των παραπάνω προμηθειών, με τρεις ακόμη κατηγορίες ανταλλακτικών και συγκεκριμένα α) απόθεμα ασφάλειας, β) φθειρόμενα και γ) αναλώσιμα ανταλλακτικά, κατά την προμήθεια του εξοπλισμού. Επίσης, ο προϋπολογισμός του έργου, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 32.721.937 ευρώ (άρθ. 1 του πρώτου μέρους της Διακήρυξης). Τέλος, η υλοποίηση του έργου θα γινόταν σε τρία στάδια και συγκεκριμένα πρώτα θα λάμβανε χώρα η παράδοση της προμήθειας, ήτοι η πλήρης εγκατάσταση και καλή λειτουργία του εξοπλισμού αυτοματοποίησης και του βοηθητικού εξοπλισμού και η έναρξη λειτουργίας των Κέντρων Διαλογής, η οποία θα βεβαιωνόταν με έκδοση Βεβαίωσης Περαίωσης, θα ακολουθούσε η προσωρινή παραλαβή δηλαδή η αποδοχή όσων αναφέρονται παραπάνω σε χρονικό διάστημα δύο μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της Βεβαίωσης Περαίωσης και στη συνέχεια, μετά το πέρας των δύο μηνών, θα ακολουθούσε η οριστική παραλαβή, δηλαδή η ολοκλήρωση της επιτυχούς λειτουργίας των Κέντρων Διαλογής σε πραγματικές συνθήκες. Ο χρόνος δε μεταξύ προσωρινής και οριστικής παραλαβής θα ήταν έξι μήνες (όρος 1 του δεύτερου μέρους της Διακήρυξης). Θα επακολουθούσε η περίοδος εγγύησης, διάρκειας ενός έτους από την οριστική παραλαβή του συστήματος, οπότε θα παραδίδονταν και τα παραπάνω αποθέματα ασφάλειας, φθειρόμενων και αναλώσιμων ανταλλακτικών για την περίοδο αυτή με τη διευκρίνιση ότι το κόστος των φθειρόμενων και αναλώσιμων ανταλλακτικών δε θα περιλαμβανόταν στον προϋπολογισμό του έργου. Καταληκτική ημερομηνία παράδοσης των έργων ορίστηκε η 2-11-2004 για το "ΚΑΤ" και η 7-10-2005 για το "ΚΔΑ". Μειοδότρια του διενεργηθέντος διαγωνισμού, ανακηρύχθηκε η ενάγουσα, εδρεύουσα στη Ρώμη ιταλική εταιρία με την επωνυμία "SELEX ES" πρώην (ELSAG DATAMAT SA), στην οποία κατακυρώθηκε το όλο έργο και επακολούθησε η υπογραφή των από 20-9-2002 συμβάσεων προμήθειας εξοπλισμού αυτοματοποίησης και των από 20-9-2002 συμβάσεων τεχνικής υποστήριξης μετά την περίοδο εγγύησης μηχανών και εξοπλισμού αυτοματοποίησης και Η/Υ και Λογισμικού αμφότερων των κέντρων διαλογής "ΚΔΑ" και "ΚΑΤ". Τελικά το έργο του "ΚΑΤ" υλοποιήθηκε κανονικά και μετά τη διενέργεια των απαιτούμενων ελέγχων από την Επιτροπή Παραλαβής του Διαγωνισμού, κατά το διάστημα από 18-10-2004 μέχρι και 26-10-2004, εκδόθηκε το υπ' αριθ. 12/4-11-2004 Πρακτικό Οριστικής Παραλαβής της Προμήθειας Εξοπλισμού Αυτοματοποίησης "ΚΑΤ". Αναφορικά, όμως, με την περίπτωση του "ΚΔΑ" δεν κατέστη δυνατό να τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των εργασιών, με συνέπεια η οριστική παράδοση να μετατοπισθεί χρονικά και να λάβει χώρα στις 19-12-2007 , εκδοθέντος του υπ' αριθ. 7/19-12-2007 Πρωτοκόλλου Οριστικής Παραλαβής, μετά από την πραγματοποίηση των απαραίτητων ελέγχων από την αρμόδια Επιτροπή, κατά τα χρονικά διαστήματα από 7-11-2007 έως 16-11-2007 και από 10-12-2007 μέχρι και 14-12-2007. Ταυτόχρονα και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις καταμετρήθηκαν και παραδόθηκαν τα αποθέματα των ως άνω ανταλλακτικών (φθειρόμενα και αναλώσιμα) για την κάλυψη της ενιαύσιας διάρκειας εγγύησης. Με το αριθ. 181/19-12-2008 έγγραφο της αναδόχου, το οποίο παραλήφθηκε από τα ΕΛΤΑ στις 23-12-2008, ζητήθηκε η καταβολή του κόστους των παραπάνω ανταλλακτικών, πλην αυτών του αποθέματος ασφάλειας, ανερχόμενου, βάσει των επισυναπτόμενών τιμολογίων με συνυπολογισμό του ΦΠΑ, στο ποσό του 1.081.640 ευρώ για το ΚΔΑ και στο ποσό των 161.245 ευρώ για το ΚΑΤ και συνολικά στο ποσό του 1.179.885 ευρώ. Το ποσό αυτό δεν πληρώθηκε λόγω διαφωνίας των μερών περί του αν το συγκεκριμένο κόστος συνυπολογιζόταν στον προϋπολογισμό του όλου έργου ή οφειλόταν στην ανάδοχο ως πρόσθετο αντάλλαγμα από τα ΕΛΤΑ. Περί του κόστους αυτού γίνεται σαφής αναφορά στη διακήρυξη ότι δεν περιλαμβάνεται στον προϋπολογισμό του έργου, τίθεται, όμως, ως στοιχείο για τον υπολογισμό της συγκριτικής τιμής προσφοράς (ΣΤΠ), ώστε να αποτελέσει το κριτήριο της πλέον συμφέρουσας προσφοράς (μέρος 1 περ. 7.4.6., άρθ. 16, σελ. 24/210, 28/210 της διακήρυξης). Αντίστοιχη αναφορά γίνεται στο V μέρος, αρ. 10, σελ. 100/210 της διακήρυξης για το ΚΔΑ, η οποία καλύπτει και το δεύτερο έργο του ΚΑΤ (VI μέρος αρ. 10, σελ. 126/210 της διακήρυξης) με τον τίτλο ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ - ΑΝΑΛΩΣΙΜΑ, όπου ορίζονταν ότι τα υλικά αυτά, που διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες α) απόθεμα ασφάλειας, β) φθειρόμενα και γ) αναλώσιμα, θα παραδίδονταν με την προμήθεια του εξοπλιστικού συστήματος και τα μεν πρώτα (ασφάλειας) θα παρέχονταν μέχρι και την ενιαύσια περίοδο της εγγύησης, ενώ τα λοιπά ανταλλακτικά (φθειρόμενα-αναλώσιμα) θα παρέχονταν μέχρι την ίδια περίοδο όμως, το κόστος τους για την περίοδο της εγγύησης, δε θα συμπεριλαμβανόταν στην τιμή της προσφοράς. Από τα παραπάνω ευθέως συνάγεται ότι, κατά τις σαφείς αναφορές στη διακήρυξη, τα επίμαχα ανταλλακτικά (φθειρόμενα-αναλώσιμα), δεν περιλαμβάνονταν στο κόστος του προϋπολογισμού, ήτοι στο κόστος του τιμήματος και άρα δεν καλύπτονταν από το συμφωνηθέν τίμημα κατά την περίοδο της εγγύησης και έπρεπε να πληρωθούν.
Περαιτέρω η ενάγουσα, συμμορφούμενη στις απαιτήσεις της διακήρυξης, υπέβαλε τον Οκτώβριο του 2001 προσφορά σχετικά με τα ανταλλακτικά των τριών κατηγοριών (ασφάλειας - φθειρόμενα - αναλώσιμα), η οποία έγινε δεκτή και αποτέλεσε μαζί με τη διακήρυξη ενιαίο κείμενο της σύμβασης, με την οποία (προσφορά) πρότεινε ότι μαζί με την παράδοση του συστήματος (εξοπλισμού), θα παρέδιδε τα αποθέματα των τριών τύπων ανταλλακτικών, με τη διάκριση ως προς τα επίμαχα ανταλλακτικά (φθειρόμενα-αναλώσιμα), ότι θα επαρκούσαν για ένα έτος από την παράδοση και ότι η αντικατάστασή τους, ώστε τα αποθέματα να διατηρηθούν στα αρχικά τους επίπεδα, θα ήταν χωρίς χρέωση μέχρι την οριστική παραλαβή του έργου. Αντίθετα για το απόθεμα ασφάλειας η χωρίς χρέωση αποκατάσταση προτεινόταν και για την περίοδο της εγγύησης. Με την προσφορά αυτή είναι σαφές ότι μόνο το κόστος αποκατάστασης των αναλωθέντων ανταλλακτικών ήταν χωρίς χρέωση και όχι το κόστος του αποθέματος των ανταλλακτικών. Ως προς το κόστος αυτό ουδεμία προσφορά υπήρξε, ούτε και οι διάδικοι επικαλούνται περί δωρεάν ή χωρίς χρέωση κάλυψή του.
Συνεπώς συνάγεται ότι το κόστος των επίμαχων ανταλλακτικών περιλήφθηκε στο τίμημα και αποτέλεσε μέρος του προϋπολογισμού. Η δε αναφορά στη διακήρυξη (μέρος I, περ. 7.4.6 σελ. 24/210) ότι στον προϋπολογισμό του έργου δεν περιλαμβάνεται το κόστος των φθειρόμενων και αναλώσιμων ανταλλακτικών για την περίοδο της εγγύησης και συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν πληρώνεται, αφορά μόνο την περίπτωση που κατά την περίοδο αυτή (εγγύηση) παρέχονταν νέα ανταλλακτικά κατά την οριστική παραλαβή και όχι τα αρχικά. Τούτο, όμως, ουδόλως, αποδείχθηκε. Άλλωστε, αν αυτή ήταν η βούληση των διαδίκων, δεν είχε λόγο ύπαρξης η προσφορά της ενάγουσας, που έγινε αποδεκτή, για τη χωρίς χρέωση των αναλωθέντων ανταλλακτικών, ώστε κατά την παράδοσή τους, κατά την οριστική παραλαβή του έργου, να επαρκούν για την κάλυψη της ενιαύσιας περιόδου της εγγύησης. Ούτως, όμως, η εναγομένη καλείται να καταβάλει το κόστος της αυτής ποσότητας των επίμαχων ανταλλακτικών, σε χρονικό διάστημα οκτώ μηνών, δύο φορές, ήτοι ως κόστος μέρους του προϋπολογισθέντος ολικού τιμήματος και ως πρόσθετο κόστος για τον ενιαύσιο χρόνο της εγγύησης. Όμως, κάτι τέτοιο ούτε τη βούληση των διάδικων μερών απηχούσε, αφού στην επόμενη καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση κατά το έτος 2005 με αντίστοιχο αντικείμενο, διέλαβαν στη διακήρυξη ότι το κόστος παρόμοιας φύσης ανταλλακτικά περιλαμβανόταν στον προϋπολογισμό του έργου χωρίς διάκριση. Ενόψει τούτων το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι το κόστος των επίμαχων φθειρόμενων και αναλώσιμων ανταλλακτικών είχε ήδη καταβληθεί στην εναγομένη από την αρχική τους παράδοση ως μέρος του ολικού τιμήματος και η αναζήτησή του από την ενάγουσα για δεύτερη φορά τυγχάνει μη νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όμως, που δέχτηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτηθέν κόστος ενώ αυτό είχε ήδη καταβληθεί, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατ' αποδοχήν των λόγων της οι οποίοι συνάπτονται με τους προταθέντες πρωτόδικα ισχυρισμούς της εναγομένης και παραδεκτώς επαναφέρονται βελτιωμένοι απ'αυτήν (άρθ. 527 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροπ/σή του με το ν. 4335/201 1), χωρίς να αλλοιώνουν τη βάση τους και τα υποστηριζόμενα από την ενάγουσα περί απαραδέκτου υποβολής αυτών το πρώτον κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας, τυγχάνουν απορριπτέα ως νομικά αβάσιμα. Ακολούθως πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί και να δικαστεί η αγωγή από το Δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί ως αβάσιμη. Επιδίκαση του κόστους των αναλωθέντων και αποκατασταθέντων ανταλλακτικών μέχρι την οριστική παραλαβή του έργου δε συντρέχει, καθόσον το κόστος της αντικατάστασης προσφέρθηκε δωρεάν από την ενάγουσα...".
Στην προκειμένη περίπτωση και ενώ, από την έναρξη του αποδεικτικού πορίσματος του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, μέχρι και του σημείου που αναφέρεται ... "Από τα παραπάνω ευθέως συνάγεται ότι, κατά τις σαφείς αναφορές στη διακήρυξη, τα επίμαχα ανταλλακτικά (φθειρόμενα-αναλώσιμα), δεν περιλαμβάνονταν στο κόστος του προϋπολογισμού, ήτοι στο κόστος του τιμήματος και άρα δεν καλύπτονταν από το συμφωνηθέν τίμημα κατά την περίοδο της εγγύησης και έπρεπε να πληρωθούν" (4ο φύλλο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), δεν υφίσταται ερμηνεία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, αλλά σαφείς παραδοχές περί των αποδεικτέων ζητημάτων, ακολούθως, γίνονται δεκτά τα ακόλουθα:
..."Περαιτέρω η ενάγουσα, συμμορφούμενη στις απαιτήσεις της διακήρυξης, υπέβαλε τον Οκτώβριο του 2001 προσφορά σχετικά με τα ανταλλακτικά των τριών κατηγοριών (ασφάλειας - φθειρόμενα - αναλώσιμα), η οποία έγινε δεκτή και αποτέλεσε μαζί με τη διακήρυξη ενιαίο κείμενο της σύμβασης, με την οποία (προσφορά) πρότεινε ότι μαζί με την παράδοση του συστήματος (εξοπλισμού), θα παρέδιδε τα αποθέματα των τριών τύπων ανταλλακτικών, με τη διάκριση ως προς τα επίμαχα ανταλλακτικά (φθειρόμενα-αναλώσιμα), ότι θα επαρκούσαν για ένα έτος από την παράδοση και ότι η αντικατάστασή τους, ώστε τα αποθέματα να διατηρηθούν στα αρχικά τους επίπεδα, θα ήταν χωρίς χρέωση μέχρι την οριστική παραλαβή του έργου. Αντίθετα για το απόθεμα ασφάλειας η χωρίς χρέωση αποκατάσταση προτεινόταν και για την περίοδο της εγγύησης. Με την προσφορά αυτή είναι σαφές ότι μόνο το κόστος αποκατάστασης των αναλωθέντων ανταλλακτικών ήταν χωρίς χρέωση και όχι το κόστος του αποθέματος των ανταλλακτικών. Ως προς το κόστος αυτό ουδεμία προσφορά υπήρξε, ούτε και οι διάδικοι επικαλούνται περί δωρεάν ή χωρίς χρέωση κάλυψή του.
Συνεπώς συνάγεται ότι το κόστος των επίμαχων ανταλλακτικών περιλήφθηκε στο τίμημα και αποτέλεσε μέρος του προϋπολογισμού. Η δε αναφορά στη διακήρυξη (μέρος I, περ. 7.4.6 σελ. 24/210) ότι στον προϋπολογισμό του έργου δεν περιλαμβάνεται το κόστος των φθειρόμενων και αναλώσιμων ανταλλακτικών για την περίοδο της εγγύησης και συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν πληρώνεται, αφορά μόνο την περίπτωση που κατά την περίοδο αυτή (εγγύηση) παρέχονταν νέα ανταλλακτικά κατά την οριστική παραλαβή και όχι τα αρχικά. Τούτο, όμως, ουδόλως, αποδείχθηκε. Άλλωστε, αν αυτή ήταν η βούληση των διαδίκων, δεν είχε λόγο ύπαρξης η προσφορά της ενάγουσας, που έγινε αποδεκτή, για τη χωρίς χρέωση των αναλωθέντων ανταλλακτικών, ώστε κατά την παράδοσή τους, κατά την οριστική παραλαβή του έργου, να επαρκούν για την κάλυψη της ενιαύσιας περιόδου της εγγύησης. Ούτως, όμως, η εναγομένη καλείται να καταβάλει το κόστος της αυτής ποσότητας των επίμαχων ανταλλακτικών, σε χρονικό διάστημα οκτώ μηνών, δύο φορές, ήτοι ως κόστος μέρους του προϋπολογισθέντος ολικού τιμήματος και ως πρόσθετο κόστος για τον ενιαύσιο χρόνο της εγγύησης. Όμως, κάτι τέτοιο ούτε τη βούληση των διάδικων μερών απηχούσε, αφού στην επόμενη καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση κατά το έτος 2005 με αντίστοιχο αντικείμενο, διέλαβαν στη διακήρυξη ότι το κόστος παρόμοιας φύσης ανταλλακτικά περιλαμβανόταν στον προϋπολογισμό του έργου χωρίς διάκριση. Ενόψει τούτων το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι το κόστος των επίμαχων φθειρόμενων και αναλώσιμων ανταλλακτικών είχε ήδη καταβληθεί στην εναγομένη από την αρχική τους παράδοση ως μέρος του ολικού τιμήματος και η αναζήτησή του από την ενάγουσα για δεύτερη φορά τυγχάνει μη νόμιμη". Από τις αμέσως ανωτέρω παραδοχές [και ανεξαρτήτως επιμέρους ασαφών αναφορών στο σκεπτικό του, ειδικότερα δε ως προς το ακριβές νόημα κάποιων εκ των παραδοχών του, ως έχουν διατυπωθεί, όπως στο σημείο που αναφέρεται ... "Η δε αναφορά στη διακήρυξη (μέρος I, περ. 7.4.6 σελ. 24/210) ότι στον προϋπολογισμό του έργου δεν περιλαμβάνεται το κόστος των φθειρόμενων και αναλώσιμων ανταλλακτικών για την περίοδο της εγγύησης και συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν πληρώνεται, αφορά μόνο την περίπτωση που κατά την περίοδο αυτή (εγγύηση) παρέχονταν νέα ανταλλακτικά κατά την οριστική παραλαβή και όχι τα αρχικά. Τούτο, όμως, ουδόλως, αποδείχθηκε."], σε κάθε περίπτωση, από τις εν συνεχεία παραδοχές του,... "Άλλωστε, αν αυτή ήταν η βούληση των διαδίκων......., να επαρκούν για την κάλυψη της ενιαύσιας περιόδου της εγγύησης. Ούτως, όμως, .... για τον ενιαύσιο χρόνο της εγγύησης. Όμως, κάτι τέτοιο ούτε τη βούληση των διάδικων μερών απηχούσε, αφού στην επόμενη καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση κατά το έτος 2005 με αντίστοιχο αντικείμενο, διέλαβαν στη διακήρυξη ότι το κόστος παρόμοιας φύσης ανταλλακτικά περιλαμβανόταν στον προϋπολογισμό του έργου χωρίς διάκριση. Ενόψει τούτων το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι....", προκύπτει αβίαστα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε εμμέσως κενό και αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων και προέβη σε σχετική ερμηνεία (κατ'άρθρον 173 ΑΚ - ανεξαρτήτως αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στη διάταξη αυτή), παραλείποντας, όμως, να προσφύγει και στη διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ (περί ερμηνείας της συμβάσεως όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη) για την διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, ή έστω να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή της. Σημειωτέον δε ότι, από την αναφορά - στις αμέσως ως ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης - στην ... "επόμενη καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση κατά το έτος 2005 με αντίστοιχο αντικείμενο, διέλαβαν στη διακήρυξη ότι το κόστος παρόμοιας φύσης ανταλλακτικά περιλαμβανόταν στον προϋπολογισμό του έργου χωρίς διάκριση", δεν συνάγεται και ερμηνεία αυτής με βάση τα συναλλακτικά ήθη(200 ΑΚ), αφού αυτά είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή και στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών, καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 711/2024, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016), ενώ και η αναιρεσίβλητη, με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σελ. 18), αποδίδει την αναφορά αυτή σε "επιχειρήματα" του δικαστηρίου και όχι σε προσφυγή σε ερμηνεία της συμβάσεως με αναφορά, εκτός του κειμένου των συμβατικών όρων, σε άλλη σύμβαση (που είναι μεταγενέστερη - του έτους 2005 - από αυτήν της υπό κρίση συμβάσεως, του έτους 2002 και για την οποία η διακήρυξη του έργου είχε εκδοθεί το έτος 2001).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ότι παρέλειψε να προσφύγει στους εμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ειδικότερα δε και στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ, παρότι εμμέσως διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης ερμηνείας, ενώ, μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, εκ των αριθμών 19, 8, 14 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου αναίρεσης στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 139/2024), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο (Τριμελές) Εφετείο Αθηνών, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5272/2018 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας).
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ