ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 957/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 957/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 957/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 957 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 957/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΜΑΝΚΟ ΑΕ", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ι. Κ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελου Παπαλάμπρου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυπριωτάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3200/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 941/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/5/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την κρινόμενη από 16-5-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 941/2022 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 3200/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ως προς αυτήν την από 17.07.2014 αγωγή, από αδικαιολόγητο πλουτισμό, του ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά ένα μέρος, και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 180.000 ευρώ, νομιμοτόκως. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Κατά το άρθρο 904 εδ. α του ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ιδίας διάταξης περ. α` η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 493/2010). Ενόψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των αρθρ. 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ` αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του (ΑΠ 1348/2023, ΑΠ 1709/2017, ΑΠ 1227/2015, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1014/2010). Για να είναι ορισμένη η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού απαραίτητα στοιχεία είναι ο πλουτισμός του υπόχρεου, η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας, και η έλλειψη νόμιμης αιτίας πλουτισμού (ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 1316/2011, ΑΠ 1627/2010).

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ` αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2006). H νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 223/2022). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αντί να κηρύξει ακυρότητα λόγω της αοριστίας του δικογράφου θεώρησε τα περιλαμβανόμενα περιστατικά στην αγωγή ότι δεν εκτίθενται ή κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της αγωγής λόγω αοριστίας καίτοι στο δικόγραφο περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία (ΑΠ 158/2023,ΑΠ 223/2022,ΑΠ 192/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Πράγματα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την κυριαρχική από εκείνο εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής δεν έλαβε υπόψη αγωγικούς ισχυρισμούς, θεμελιωτικούς της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεως. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος ή μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 431/2019, ΑΠ 250/2014).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 783/2021,ΑΠ 311/2020,ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).

3.Στην προκειμένη περίπτωση στην από 17-7-2014 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι την άνοιξη του έτους 2013 μέσω φιλικού του προσώπου γνώρισε τους δύο πρώτους εναγόμενους, από τους οποίους ο πρώτος, με τη συνδρομή του δευτέρου εξ αυτών αδελφού του, του παρουσιάστηκε ως εν τοις πράγμασι κύριος των μετοχών α) της εταιρείας "ASHTON INTERNATIONAL S.A", ιδιοκτήτριας του κέντρου διασκέδασης "..." και β) της τρίτης εναγόμενης εταιρείας "ΑΝΜΑΝΚΟ ΑΕ", ιδιοκτήτριας του ξενοδοχείου "ΕΛΛΗΝΙΣ", ήδη αναιρεσίβλητης, τα οποία βρίσκονται στη Ν. Σμύρνη Αττικής και αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα. Ότι μετά από διαπραγματεύσεις, και αφού οι εναγόμενοι του παρουσίασαν τα εκτιθέμενα υψηλά χρέη των εταιρειών και τον διαβεβαίωσαν ότι υπήρχε νόμιμη δυνατότητα αυτά να ρυθμιστούν και να περιορισθούν σε χαμηλά επίπεδα, τον Μάιο του ιδίου έτους οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά με τον ενάγοντα, να μεταβιβασθεί στον τελευταίο ποσοστό 60% των μετοχών των ανωτέρω δύο εταιρειών, από το οποίο ακολούθως ο ίδιος θα μεταβίβαζε στον διαμεσολαβητή - φίλο του ποσοστό 20%, έναντι τιμήματος 205.000 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 54.000 ευρώ αντιστοιχούσε στη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας ASHTON INTERNATIONAL S.A", και ποσό 151.000 ευρώ αφορούσε τη μεταβίβαση των μετοχών της τρίτης εναγομένης και στη συνέχεια να προβούν όλοι οι μέτοχοι (αναλόγως της συμμετοχής εκάστου ήτοι 40% ο ενάγων, 40% ο πρώτος εναγόμενος και 20% ο διαμεσολαβητής) στην ανακαίνιση του ξενοδοχείου και του κέντρου διασκέδασης που εκμεταλλεύονταν οι εν λόγω εταιρείες, προκειμένου να καταστούν σύγχρονες και λειτουργικές για τον σκοπό που προορίζονται. Ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο τον Ιούνιο του 2013 το ποσό των 205.000 ευρώ, ο δε τελευταίος του μεταβίβασε άμεσα το ποσοστό 60% των μετοχών της εταιρείας "ASHTON INTERNATIONAL S.A", που εκμεταλλευόταν το κέντρο διασκέδασης "...", γεγονός το οποίο τον έπεισε για την αλήθεια των διαβεβαιώσεών του. Ότι ενώ εκκρεμούσε η μεταβίβαση του ποσοστού 60% των μετοχών της τρίτης εναγόμενης εταιρείας, πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου ότι η μεταβίβαση αυτή επρόκειτο να πραγματοποιηθεί άμεσα καθώς και από τις διαβεβαιώσεις αμφοτέρων των δύο πρώτων εναγόμενων ότι υπήρχε δυνατότητα μείωσης των οφειλών της τρίτης εναγόμενης σε χαμηλά επίπεδα, κατά το διάστημα από Ιούνιο του 2013 μέχρι Ιανουάριο 2014 δαπάνησε το συνολικό ποσό των 180.000 ευρώ για εκτιθέμενες στην αγωγή εργασίες ανακαίνισης του ξενοδοχείου, καθώς και το ποσό των 40.000 για εργασίες ανακαίνισης του κέντρου διασκέδασης. Τέλος, εξέθετε ότι η τρίτη εναγομένη κατέστη πλουσιότερη με αντίστοιχη περιουσιακή του ζημία, ως προς το ποσό των 180.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε για την ανακαίνιση του ξενοδοχείου, ενόψει της πεποίθησής του που του δημιούργησαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, ότι ο πρώτος εξ αυτών θα του μεταβίβαζε το 60% των μετοχών και της τρίτης εναγομένης, μεταβίβαση η οποία δεν επακολούθησε. Ζήτησε δε, μετατρέποντας παραδεκτώς κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ το καταψηφιστικό του αίτημα σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των δύο πρώτων εναγόμενων, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, να του καταβάλουν εις ολόκληρο έκαστος το συνολικό ποσό των 345.956 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, από το οποίο το ποσό των 331.000 ευρώ ως αποζημίωση (ήτοι 151.000 ευρώ τίμημα για την αγορά των μετοχών της τρίτης εναγομένης και 180.000 ευρώ για δαπάνες ανακαίνισης του ξενοδοχείου ιδιοκτησίας της) και το ποσό των 14.956 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την επικαλούμενη ανωτέρω δόλια και απατηλή συμπεριφορά τους. Επίσης, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τρίτης εναγομένης με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει το ποσό των 180.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ειδικότερα, αναφορικά με το ποσό των 180.000 ευρώ, εξέθετε ότι κατέβαλε σταδιακά από τον Ιούνιο του 2013 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2014 μέσω του Ν. Σ. για την ανακαίνιση του ξενοδοχείου το συνολικό ποσό των 180.000 ευρώ, για την αγορά υλικών και πληρωμή εργασιών και συγκεκριμένα για α)εξωραισμό εξωτερικά ολόκληρου του οικοδομήματος του ξενοδοχείου (στοκάρισμα, βάψιμο, μονώσεις, νέες επιγραφές), β)ανακαίνιση των δωματίων των 4ου, 5ου, 6ου ορόφων του ξενοδοχείου (βάψιμο και αντικατάσταση δαπέδων, ανακαίνιση WC), των δαπέδων των διαδρόμων(νέα μοκέτα),της αίθουσας πρωινών, της αποθήκης και του bar, των χώρων της τουαλέτας και κατασκευή νέων τουαλετών, κουζίνας και του εξοπλισμού της, υπόγειου χώρου (tounel) αυτού, καφετέριας, όπου προστέθηκαν 100 τμ επιφάνεια και του υπόγειου κέντρου διασκεδάσεως αυτού, τα οποία εξοπλίσθηκαν με τα αναγκαία μηχανήματα και διακοσμήσεις, με αποτέλεσμα το ξενοδοχείο να καταστεί σύγχρονο και να βελτιωθούν σημαντικά οι χώροι αυτού. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ήταν, ως προς το κονδύλιο των 180.000 ευρώ, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ αφού με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν ο ενάγων δεν είχε κατά του εναγομένου αξίωση που να πηγάζει από σύμβαση ή από αδικοπραξία, ενώ με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται σ' αυτήν, η ύπαρξη του πλουτισμού της αναιρεσείουσας, η επέλευση αυτού αχρεωστήτως σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας του και η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή ως προς το ανωτέρω αίτημα είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ λόγω αναφοράς στην αγωγή ότι η πραγματοποίηση των εργασιών ανακαίνισης του ανωτέρω ξενοδοχείου έγινε για αιτία μη επακολουθήσασα που είναι η μεταβίβαση των μετοχών της αναιρεσείουσας εταιρείας. Παρά, όμως, την εσφαλμένη νομική αιτιολογία της, διότι με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, πρόκειται για αχρεώστητη παροχή που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση δικαιολογούσα τον πλουτισμό ούτε σε νόμιμη υποχρέωση, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό και συνεπώς το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ και ο τα αντίθετα διαλαμβάνων δεύτερος λόγος της αναίρεσης, πρέπει, κατ` άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, η αγωγή υπό το ως άνω περιεχόμενο της, ήταν επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωση του αιτήματός της περί καταβολής του ποσού των 180.000 ευρώ, που δόθηκε αχρεωστήτως από τον αναιρεσίβλητο για εργασίες ανακαίνισης του ξενοδοχείου της αναιρεσείουσας και δη τις εργασίες ανακαίνισης και το χρονικό διάστημα καταβολής του ανωτέρω ποσού, ενώ δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να παρατίθενται περαιτέρω πραγματικά περιστατικά και δη ανάλυση των επί μέρους εργασιών ανακαίνισης, των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, του εργατικού κόστους και των ημερών απασχόλησης και εκτέλεσης των εργασιών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη, δεν υπέπεσε, στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, με αιτιάσεις που αφορούν ποσοτική, και όχι νομική, αοριστία της αγωγής, η οποία συναρτάται με την ίδρυση της κατ' αρθρ. 559 αρ. 14 και όχι και αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλειας, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα προταθέντα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τον ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής για τον παραπάνω λόγο, που πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα από την ίδια την αναιρεσείουσα, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό και συναφή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε.

4.Από τις διατάξεις του άρθρου 393 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ που ορίζουν ότι, "Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις... όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ" και ότι "Δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου", σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 395 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "όταν η απόδειξη με μάρτυρες αποκλείεται, δεν επιτρέπεται ούτε και η απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια", συνάγεται ότι η απαγόρευση της απόδειξης με μάρτυρες (και με ένορκες βεβαιώσεις) αφορά την κατάρτιση ή και το περιεχόμενο της σύμβασης, δηλαδή τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως διατυπώθηκαν στη σύμβαση, της οποίας γίνεται επίκληση, προς άμεση απόδειξη δικαιοπρακτικής βούλησης και όχι σε εξωδικαιοπρακτικές ενοχές, όπως είναι οι ενοχές από αδικαιολόγητο πλουτισμό, από αδικοπραξία ή από διοίκηση αλλοτρίων (ΑΠ 404/2024,ΑΠ 77/2023, ΑΠ 2298/2009). Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 393 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ και κατ'επίκληση του άρθρου 394 παρ.1 περ.α του ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο και, συγκεκριμένα μαρτυρική κατάθεση προς απόδειξη καταβολής από τον αναιρεσίβλητο του ποσού των 180.000 ευρώ για εργασίες ανακαίνισης του ξενοδοχείου της, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει το όριο των 30.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι προδήλως αβάσιμος (ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος), διότι αντικείμενο της απόδειξης ήταν ο αδικαιολόγητος πλουτισμός που προέκυψε στην περιουσία της αναιρεσείουσας, από αχρεώστητη παροχή εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και όχι η σύναψη και εκτέλεση ορισμένης σύμβασης.

5.Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε, δεν επιβάλλονται, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 16-5-2023 αίτηση για αναίρεση της 941/2022 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών,

-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή