Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 958 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 958/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Θ. του Θ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2)Ι. Π. του Θ., 3) Ε. Π. του Θ., συζύγου Α. Λ., κατοίκων ..., 4) Θ. Π. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αφροδίτη Χαριτίδου και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Η. Β. του Γ., κατοίκου ..., 3) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 4)Π. Α. του Α., κατοίκου ..., 5) Α. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 6) Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 7) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη και κατέθεσαν προτάσεις, 8) Χ. Α. του Ν., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 9) Δ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη και κατέθεσε προτάσεις, 10)Κ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 11)Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 12) Χ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη και κατέθεσε προτάσεις, 13)Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 14) Α. Τ. του Σ., 15)Σ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., 16)Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 17) Θ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 18) Χ. Π. του Ι., 19) Χ. Σ. του Μ., 20) Α. Κ. του Γ., 21) Ι. Κ. του Φ., κατοίκων ..., 22) Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., 23) Q. X. του S., 24) Χ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 25) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΒΕΤΤΑ ΜΠΑΛΤΟΥΜΑ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποίηση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσείουσα Α. Θ. του Θ., απεβίωσε στις ... σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής α) Ι. Π. του Θ., β)Ε. Π. του Θ., σύζυγος Α. Λ., κάτοικοι ..., γ) Θ. Π. του Θ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/3/2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9993/2019 μη οριστική και 3317/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2174/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου, όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση για την επανάληψη και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 373/2022, ΑΠ 2030/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-11-2024), εμφανίστηκε η δικηγόρος Αφροδίτη Χαριτίδου, η οποία, με προφορική δήλωση της, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, γνωστοποίησε, ότι η πρώτη ενάγουσα της από 13-3-2018 και με αριθμ. καταθ. 5774/4413/2018 αγωγής και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα Α. Θ., της οποίας ήταν πληρεξούσια δικηγόρος, απεβίωσε στις ... και κατέθεσε την από ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης. Επίσης δήλωσε, ότι τη διακοπείσα δίκη συνεχίζουν εκούσια οι δεύτερη έως και τέταρτος των αναιρεσειόντων, ως καθολικοί διάδοχοι της θανούσας, πρώτης αναιρεσείουσας. Η γνωστοποίηση του θανάτου της ως άνω διαδίκου, που έλαβε χώρα μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ως και η δήλωση συνέχισης της δίκης, ενόψει του ότι προσκομίζονται από τους προαναφερθέντες δηλούντες τη συνέχιση της δίκης όλα τα αναγκαία προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2023 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Θεσ/νίκης, υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2024 πιστοποιητικό περί μη αποποιήσεως κληρονομίας του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης και υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό περί δημοσιεύσεως της από ...-2023 ιδιόγραφης διαθήκης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης) και δεδομένου ότι οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι δεν αμφισβητούν την κληρονομική ιδιότητα των ανωτέρω αναιρεσειόντων ως κληρονόμων της αποβιώσασας, είναι παραδεκτή και νόμιμη και επάγεται στη συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους της θανούσας πρώτης αναιρεσείουσας.
2.Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 498, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που έχει οριστεί, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο αν αυτός διαμένει στην Ελλάδα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσίβλητου. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 409/2023, ΑΠ 48/2023, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ...-2024, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Ρ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων νομότυπα και εμπρόθεσμα στους 8η, 10η, 11η, 13η, 14η, 15η, 16η, 17η, 18η, 19ο, 20η, 21η, 22η, 23ο και 24η των αναιρεσιβλήτων. Όπως προκύπτει δε από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε παρέστησαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσίβλητων που έχουν κλητευθεί νομίμως (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1β, 577, 309 εδ.1, 321, 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/2003), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, είτε διότι η ανακοπή ασκήθηκε και απορρίφθηκε οριστικά, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013). Και αυτό γιατί η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1εδ.β' περ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 45/2020, ΑΠ 112/2018, ΑΠ 1514/2017). Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως, είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (ΟλΑΠ 15/2001, 11/1998). Καθιερώνεται δηλαδή η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1200/2021, ΑΠ 649/2018).
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η, κατ` άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προθεσμία των δεκαπέντε (15) ημερών για την άσκησή της, από την επίδοση της απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση. Η απόδειξη δε της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 211/2023, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 45/2020).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 του ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, στην απλή ομοδικία η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 211/2023, ΑΠ 792/2022, ΑΠ 597/2021).
Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας κατά το άρθρο 76 ΚΠολΔ υπάρχει και στην περίπτωση που ο δανειστής, απαιτών τη διάρρηξη, κατ` άρθρο 939 ΑΚ, απαλλοτριώσεως, που έγινε προς βλάβη αυτού από τον οφειλέτη του, ενάγει τον τελευταίο και τον τρίτο, προς τον οποίο διατέθηκε το περιουσιακό του στοιχείο, καθόσον δεν είναι νοητή η έκδοση αντιθέτων αποφάσεων έναντι των ως άνω ομοδίκων, ήτοι του οφειλέτη του δανειστή και του τρίτου, με τον οποίο συμβλήθηκε ο οφειλέτης (ΑΠ 781/2023, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 1092/2019, ΑΠ 1736/2009).
Τέλος, το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 211/2023, ΑΠ 792/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την από 13.3.2018 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι η 25η εναγομένη και ήδη 25η αναιρεσίβλητη, με το από 1-9-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό και ενώ γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης των εναγόντων σε βάρος της από μισθώματα, εκχώρησε τις απαιτήσεις της σε βάρος του ΕΟΠΥΥ (προς ον η κοινοποίηση της αναίρεσης) από τιμολόγια που εξέδωσε για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2017 έως και τον Ιούλιο του 2017,προς τους λοιπούς εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, κατά τα επιμέρους αναφερόμενα στην αγωγή ποσά στον καθένα, προκειμένου να ικανοποιηθούν εργατικές απαιτήσεις τους σε βάρος της.Ότι με την παραπάνω μεταβίβαση, η 25η εναγομένη σκοπό είχε να ματαιώσει την ικανοποίηση της προαναφερόμενης απαίτησής τους και να τους βλάψει, δοθέντος ότι η υπόλοιπη περιουσία της δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση αυτής, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο εκτιθέμενα, τόσο δε η ίδια, όσο και οι συνεναγόμενοι εργαζόμενοι σε αυτήν, γνώριζαν τον καταδολιευτικό χαρακτήρα της εν λόγω απαλλοτρίωσης. Ζήτησαν δε να απαγγελθεί η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής σύμβασης εκχώρησης ως καταδολιευτική των δικών τους συμφερόντων και επικουρικά να αναγνωριστεί αφενός ότι η αναγγελία εκχώρησης είναι άκυρη, διότι δεν έλαβαν χώρα οι απαραίτητες για το κύρος της προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 53 του ν.δ/τος 496/1974 κοινοποιήσεις και αφετέρου ότι η σύμβαση εκχώρησης είναι άκυρη λόγω αοριστίας. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την υπ` αριθμ. 3317/2021 απόφασή του απέρριψε το επικουρικό αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης εκχώρησης λόγω αοριστίας του περιεχομένου της ως μη νόμιμο, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο ως προς το κύριο όσο και ως προς το έτερο επικουρικό αίτημά της.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 20.10.2021 έφεση των εναγόντων,η οποία εκδικάσθηκε ερήμην των 10ης και 13ης των εφεσιβλήτων και ήδη 10ης και 13ης των αναιρεσιβήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ` αριθ. 2174/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία α)ορίσθηκε παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους των ως άνω ερημοδικασθέντων διαδίκων, β) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ` ουσία η έφεση ως προς τους 2ο, 5η, 6η, 7η, 8η, 10η, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16η, 17η, 18η, 19ο, 20η, 21η, 22η, 23ο και 24η των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων και γ) έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση ως προς τους 1η,3ο,4ο,9ο και 25η των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων μόνον ως προς το κύριο αίτημα της αγωγής, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση ως προς το ίδιο μέρος και έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ` ουσία βάσιμη ως προς αυτό και απαγγέλθηκε υπέρ των εναγόντων η ολική διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας εκχώρησης, που καταρτίστηκε δυνάμει του από 1-9-2017 ιδιωτικού συμφωνητικού και αναγγέλθηκε νόμιμα στον ΕΟΠΥΥ στις 4-9-2017,με την οποία η 25η εναγομένη - αναιρεσίβλητη εκχώρησε στους 1η,3ο,4ο και 9ο των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων τις αναφερόμενες απαιτήσεις της σε βάρος του ΕΟΠΥΥ, μόνον ως προς τους τελευταίους (1η, 3ο, 4ο και 9ο των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων). Κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την ένδικη από 31.3.2023 αίτηση αναίρεσης στρεφομένη κατά όλων των προαναφερθέντων εφεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης καθό μέρος στρέφεται κατά των 10ης (Κ. Π.) και 13ης (Κ. Μ.) των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθότι, η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς τις ως άνω αναιρεσίβλητες, εφόσον ως προς αυτές, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, οι ως άνω αναιρεσίβλητες, δικάσθηκαν ερήμην ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου έχουν δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, το, δε, έννομο συμφέρον τους για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου δεν μπορεί να εξεταστεί παρεμπιπτόντως από το παρόν Δικαστήριο κατά την εξέταση της τελεσιδικίας ή μη της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Από τα έγγραφα, δε, της δικογραφίας δεν προκύπτει ούτε, άλλωστε, γίνεται σχετική επίκληση από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες, ότι επιδόθηκε στη 10η εφεσίβλητη (ήδη 10η αναιρεσίβλητη) και στην 13η εφεσίβλητη (ήδη 13η αναιρεσίβλητη) η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να αρχίσει η προθεσμία των δεκαπέντε (15) ημερών του άρθρου 503 παρ.1 του ΚΠολΔ, για την εκ μέρους τους άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, ούτε ότι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνάμα η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και ως προς την 25η εφεσίβλητη - 25η αναιρεσίβλητη κατά το μέρος κατά το οποίο συνδέεται με τις ως άνω 10η και 13η αναιρεσίβλητες με το δικονομικό δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας. Τέλος, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, απλούς ομοδίκους της 10ης και 13ης των αναιρεσιβλήτων και της 25ης αναιρεσίβλητης αναγκαίας ομοδίκου αυτών(λοιπών αναιρεσιβλήτων), η ένδικη από 31.3.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης υπ`αριθμ.2174/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (τελεσίδικης ως προς αυτούς), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι καταχρηστική άσκηση δικαιώματος με την έννοια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ δεν νοείται επί καθαρώς διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 735/2017), όπως είναι η άσκηση αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1006/1999).
Συνεπώς η με το αντίθετο περιεχόμενο ένσταση των αναιρεσιβλήτων είναι απαράδεκτη.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, δηλαδή πράξη με την οποία μεταβιβάζεται αλλοιώνεται καταργείται κάποιο περιουσιακό ενοχικό ή εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη, τέτοια δε απαλλοτριωτική πράξη συνιστά, η πώληση, η δωρεά, η εκχώρηση απαίτησης, η σύσταση υποθήκης, ή η άφεση χρέους, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Σκοπός βλάβης υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου εξάλλου, ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή, την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια (ΑΠ 302/2023, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 278/2011). Η γνώση αυτή του τρίτου τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, το τεκμήριο όμως αυτό δεν ισχύει αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (ΑΠ 668/2021, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 1319/2017, ΑΠ 708/2017). Η ανωτέρω γνώση του τρίτου δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΟλΑΠ 6/2003, ΑΠ 668/2021, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1319/2017). Η αφερεγγυότητα του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής (ΑΠ 430/2022,ΑΠ 914/2020).
Θα πρέπει, επίσης, εκείνος που ασκεί την αγωγή για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης του οφειλέτη του να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η απαλλοτρίωση και η απαίτησή του αυτή να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη επ' ακροατηρίω συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 1116/2018).
Περαιτέρω, από το άρθρο 421 ΑΚ, που ορίζει ότι αν οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει το αντίθετο με σαφήνεια, σε συνδυασμό με το άρθρο 455 του ίδιου Κώδικα για την εκχώρηση, συνάγεται σαφώς ότι η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης. Και αν μεν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, τότε επέρχεται απόσβεση του χρέους αυτού, ενώ αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή (εκδοχέα) (ΑΠ 488/2024, ΑΠ 915/2023, ΑΠ 632/2023, ΑΠ 171/2023,ΑΠ 1537/2004, ΑΠ 1463/1998, ΑΠ 409/1990).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 774/2022, ΑΠ 668/2021, ΑΠ 917/2020).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και επομένως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 196/2022, ΑΠ 1388/2018). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 και 941 παρ.1 ΑΚ ως προς τους 2ο, 5η, 6η, 7η, 8η, 11η, 12η, 14η, 15η, 16η, 17η, 18η, 19ο, 20η, 21η, 22η, 23ο και 24η των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε η γνώση αυτών (2ου, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 11ης, 12ης, 14ης, 15ης, 16ης, 17ης, 18ης, 19ου, 20ης, 21ης, 22ης, 23ου και 24ης των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων), προς τους οποίους η 25η των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, οφειλέτρια κλινική, εκχώρησε την απαίτησή της σε βάρος του ΕΟΠΥΥ, συνολικού ποσού 224.060,88 ευρώ, περί της καταδολιευτικής πρόθεσης της τελευταίας(εκχωρήτριας). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με το ζήτημα της γνώσης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, για την περιγραφόμενη απαλλοτριωτική πράξη της εκχώρησης προς αυτούς από την οφειλέτρια των αναιρεσειόντων,25η αναιρεσίβλητη κλινική, της απαίτησής της κατά του ΕΟΠΥΥ, με σκοπό τη βλάβη των αναιρεσειόντων, αφού, με την προς αυτούς εκχώρηση της απαίτησής της, καθίστατο αφερέγγυα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Ωστόσο, η γνώση αυτή (ότι η οφειλέτρια απαλλοτριώνει προς βλάβη των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων) δεν συντρέχει στο πρόσωπο και της 6ης εναγομένης - ήδη 6ης αναιρεσίβλητης, Σ. Τ., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ότι είναι "κατά δήλωσή της κουμπάρα των παραπάνω", καθόσον και αληθής υποτιθέμενη η σχέση αυτή δεν εμπίπτει στις προβλεπόμενες από το άρθρο 941§2 ΑΚ συγγενικές σχέσεις, ούτε αποδείχθηκε τέτοια γνώση της. Ομοίως, δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της γνώσης των λοιπών εναγομένων - ήδη 2ο, 5η, 6η, 7η, 8η, 11η, 12η, 14η, 15η, 16η, 17η, 18η, 19ο, 20η, 21η, 22η, 23ο και 24η των αναιρεσιβλήτων, υπέρ των οποίων η απαλλοτρίωση, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, ήτοι δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζαν την πρόθεση της απαλλοτριώσασας προς βλάβη των εναγόντων δανειστών της, αφού ναι μεν γνώριζαν ότι η εργοδότριά τους βρίσκονταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, πλην όμως η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο καλύπτονταν σταδιακά οι υποχρεώσεις της, ενώ οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ούτε ποια ήταν τα αληθή περιουσιακά στοιχεία της εργοδότριας, ούτε το ύψος των απαιτήσεων που είχε σε βάρος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή άλλων οργανισμών, ή τυχόν ασθενών της. Αντιθέτως, είχαν τη βεβαιότητα ότι με την συγκεκριμένη απαλλοτρίωση μοναδικός σκοπός της εργοδότριάς τους ήταν να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους από οφειλόμενους μισθούς και αποζημίωση απόλυσης και όχι να βλάψει άλλους δανειστές της.
Συνεπώς, ως προς τους λοιπούς, πλην των 1ης, 3ου, 4ου, 9ου και 25ης εναγόμενους, η αγωγή τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα...". Το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς τους 2ο, 5η, 6η, 7η, 8η, 11η, 12η, 14η, 15η, 16η, 17η, 18η, 19ο, 20η, 21η, 22η, 23ο και 24η των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερθέντων κανόνων δικαίου ως προς την γνώση των 2ου, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 11ης, 12ης, 14ης, 15ης, 16ης, 17ης, 18ης, 19ου, 20ης, 21ης, 22ης, 23ου και 24ης των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων ότι η 25η εναγομένη - αναιρεσίβλητη, οφειλέτρια των αναιρεσειόντων, εκχώρησε προς αυτούς (ως άνω αναιρεσιβλήτους) την απαίτησή της κατά του ΕΟΠΥΥ, με σκοπό τη βλάβη των αναιρεσειόντων, και ότι, με την προς αυτούς εκχώρηση της απαίτησής της, καθίστατο αφερέγγυα, εφόσον, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη κρίση του περιστατικά, ναι μεν γνώριζαν ότι η εργοδότριά τους-25η αναιρεσίβλητη κλινική βρίσκονταν σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, πλην όμως δεν γνώριζαν ούτε ποια ήταν τα αληθή περιουσιακά στοιχεία αυτής (εργοδότριάς τους), ούτε το ύψος των απαιτήσεων που είχε σε βάρος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή άλλων οργανισμών, ή τυχόν ασθενών της και ότι, ενόψει και του ότι η παραπάνω κατάσταση συνεχιζόταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο καλύπτονταν σταδιακά οι υποχρεώσεις της, είχαν τη βεβαιότητα ότι με την συγκεκριμένη απαλλοτρίωση μοναδικός σκοπός της εργοδότριάς τους ήταν να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους από οφειλόμενους μισθούς και αποζημίωση απόλυσης και όχι να βλάψει άλλους δανειστές της.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων, πλήττει την κατ' ουσίαν εκτίμηση από το Δικαστήριο πραγματικών γεγονότων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989,ΑΠ 50/2020). Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 14/2004, 2/1989), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 1588/2017), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003,12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 268/2019, ΑΠ 1262/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, αναφορικά με το στοιχείο της γνώσης των 2ου, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 11ης, 12ης, 14ης, 15ης, 16ης, 17ης, 18ης, 19ου, 20ης, 21ης, 22ης, 23ου και 24ης των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, ότι η 25η εναγομένη - αναιρεσίβλητη απαλλοτριώνει προς βλάβη τους, τον ισχυρισμό τους, που προτάθηκε παραδεκτά, και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι, ομολόγησαν με τις πρωτόδικες, αλλά και εφετειακές προτάσεις τους, ότι γνώριζαν την οικονομική κατάσταση της 25ης εναγομένης - αναιρεσίβλητης και ότι με την σύμβαση εκχώρησης η τελευταία ενεργούσε προς βλάβη αυτών (εναγόντων - αναιρεσειόντων) και παρόλα αυτά υπέγραψαν την σύμβαση εκχώρησης με σκοπό τη ματαίωση της ικανοποίησης της απαιτήσεώς τους. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι η ομολογία διαδίκου, ως αποδεικτικό μέσο, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης.
6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 222/2008,) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1874/2008, ΑΠ 105/2005), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 242/2023,ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Το ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγηση του και σύγκριση του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 2103/2017). Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023,ΑΠ 793/2015, ΑΠ 567/1996, ΑΠ 1535/1995). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 1662/2022,ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1108/2020). Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 791/2017). Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 188/2017), όχι δε όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1029/2019). Η ομολογία που γίνεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχύει ως δικαστική και για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου και δεν απαιτείται η επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τον αντίδικο του ομολογήσαντος, αφού η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 159/2010), αναίρεση δε χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του (ΑΠ 365/2017). Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του περιεχομένη στις προτάσεις του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 1160/2017, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 591/2022, ΑΠ 532/2016, ΑΠ 105/2011).
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ορισμένα από αυτά (ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 732/2017).
Εξάλλου, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τις ομολογίες των 2ου, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 11ης, 12ης, 14ης, 15ης, 16ης, 17ης, 18ης, 19ου, 20ης, 21ης, 22ης, 23ου και 24ης των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, που περιέχονται στις πρωτόδικες, αλλά και εφετειακές προτάσεις τους, ότι γνώριζαν την οικονομική κατάσταση της 25ης εναγομένης - αναιρεσίβλητης και ότι με την σύμβαση εκχώρησης η τελευταία ενεργούσε προς βλάβη αυτών (εναγόντων - αναιρεσειόντων) και παρόλα αυτά υπέγραψαν την σύμβαση εκχώρησης με σκοπό τη ματαίωση της ικανοποίησης της απαιτήσεώς τους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, οι ως άνω εναγόμενοι αναιρεσίβλητοι ανέφεραν, στις πρωτόδικες προτάσεις τους τα ακόλουθα: "...Γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε μέλλον στην κλινική η μόνη πιθανότητα να λάβουμε κάποια χρήματα από τα οφειλόμενα σε μας ήταν να τα εισπράξουμε από αυτά που θα ελάμβανε η κλινική από τον ΕΟΠΥΥ...", "... μετά την απότομη και βίαιη παύση της λειτουργίας της Κλινικής στις 31-7-2017, δεν υπήρχε καμιά προσδοκία και περίπτωση να ικανοποιηθούν έστω και εν μέρα οι εργατικές μας απαιτήσεις. Ήταν απίθανο να ξανανθίζει η κλινική είτε στο ίδιο χώρο είτε σε άλλο, ώστε να ελπίζουμε σε συνέχιση της λειτουργίας της και εργασίας μας σε αυτήν. Η εκχώρηση έγινε με γνώμονα μια πραγματικότητα, που δεν αναστρέφονταν, δηλαδή το κλείσιμο της κλινικής, που εργαζόμασταν και όχι σε χρονικό σημείο που αυτή ακόμη λειτουργούσε...""...εάν δεν συνάπταμε την εκχώρηση δεν θα λαμβάναμε τίποτε απολύτως από τα οφειλόμενα σε εμάς ... Άλλωστε όπως προαναφέρθηκε, οι πληρωμές μας γίνονταν όταν πληρώνονταν από τον ΕΟΠΥΥ και η κλινική. Μετά την παύση λειτουργίας της στις 31-7-17 δεν Θα εισέπραττε τίποτε η κλινική και συνακόλουθα δεν θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν ούτε στο ελάχιστο και οι δικές μας απαιτήσεις ... Ήταν εύλογη και θεμιτή η σύναψη της εκχώρησης με την κλινική και πάντως όχι καταδολιευτική, αφού γνωρίζαμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών στην Κλινική νοσηλεύονταν μέσω των ασφαλιστικών τους ταμείων, δηλαδή τα εισοδήματα αυτής προέρχονταν σχεδόν αποκλειστικά από τον ΕΟΠΥΥ.
Συνεπώς δεν υπήρχαν άλλοι πόροι της κλινικής και άλλος τρόπος για εμάς ώστε να ικανοποιηθούμε έναντι των εργατικών μας απαιτήσεων. Εάν δεν υπογράφαμε την εκχώρηση δεν θα λαμβάναμε κάτι από μια επιχείρηση που δεν λειτουργεί... Τα όποια νομικά μέσα μπορούσαμε να ασκήσουμε κατά αυτής θα ήταν χρονοβόρα, πολυδάπανα και κυρίως άνευ αντικρίσματος, αφού ακίνητη περιουσία δεν διέθετε η κλινική και ο εξοπλισμός της στο κτίριο που στεγάζονταν ήταν απαξιωμένος...Μόνη λοιπόν πιθανότητα έστω και εν μέρει ικανοποίησης των υπαρκτών και αδιαμφισβήτητων εργατικών μας απαιτήσεων ήταν η εκχώρηση απαιτήσεων της κλινικής σε εμάς ..." "...η αποβολή της Κλινικής από το μίσθιο οίκημα, η αναστολή της λειτουργίας της επιχείρησης της Κλινικής και η με υπαιτιότητα της Κλινικής απόλυση όλου του εργατικού προσωπικού οφείλονταν κυρίως στη μη καταβολή του μισθώματος στους εκμισθωτές..." "...Εξαιτίας κυρίως της αποβολής της Κλινικής από το μίσθιο οίκημα, η Κλινική ανέστειλε τη λειτουργία της και προχώρησε σε καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας..." "...Την οφειλή της η Κλινική επιβεβαίωσε και προφορικά κατά τη, μετά την απόλυσή τους, συνάντηση, με πρωτοβουλία της ίδιας, στο πάρκο "...", όπου παρουσία και του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τους είπε: <Κανένας σας δεν πρόκειται να χάσει ούτε ένα ευρώ...έχουμε να πάρουμε χρήματα από τον ΕΟΠΥΥ από τον Απρίλιο- Ιούλιο του 2017...> και, στη συνέχεια, τους κάλεσε να υπογράψουν μαζί με άλλους εργαζόμενους την από 1-9-2017 σύμβαση εκχώρησης των απαιτήσεων που είχε αυτή έναντι του Οργανισμού αυτού..." "...οι εργαζόμενοι συνέχιζαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, όταν τον Ιούλιο του 2017 πληροφορήθηκαν από τη Διεύθυνση της Κλινικής πως αναστέλλεται η λειτουργία της επιχείρησης, αφού "...αυτή δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις απέναντι στους όποιους τρίτους....", στις εφετειακές προτάσεις τους ότι ""μετά την απότομη και βίαιη παύση της λειτουργίας της Κλινικής στις 31-7-2017, δεν υπήρχε καμιά προσδοκία και περίπτωση να ικανοποιηθούν έστω και εν μέρει οι εργατικές μας απαιτήσεις. Ήταν απίθανο να ξανανθίζει η κλινική είτε στο ίδιο χώρο είτε σε άλλο, ώστε να ελπίζουμε σε συνέχιση της λειτουργίας της και εργασίας μας σε αυτήν. Η εκχώρηση έγινε με γνώμονα μια πραγματικότητα, που δεν αναστρέφονταν, δηλαδή το κλείσιμο της κλινικής, που εργαζόμασταν και όχι σε χρονικό σημείο που αυτή ακόμη λειτουργούσε" και "...εάν δεν συνάπταμε την εκχώρηση δεν θα λαμβάναμε τίποτε απολύτως από τα οφειλόμενα σε εμάς... Άλλωστε όπως προαναφέρθηκε, οι πληρωμές μας γίνονταν όταν πληρώνονταν από τον ΕΟΠΥΥ και η κλινική. Μετά την παύση λειτουργίας της στις 31-7-17 δεν θα εισέπραττε τίποτε η κλινική και συνακόλουθα δεν θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν ούτε στο ελάχιστο και οι δικές μας απαιτήσεις... Ήταν εύλογη και θεμιτή η σύναψη της εκχώρησης με την κλινική και πάντως όχι καταδολιευτική, αφού γνωρίζαμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών στην Κλινική νοσηλεύονταν μέσω των ασφαλιστικών τους ταμείων, δηλαδή τα εισοδήματα αυτής προέρχονταν σχεδόν αποκλειστικά από τον ΕΟΠΥΥ.
Συνεπώς δεν υπήρχαν άλλοι πόροι της κλινικής και άλλος τρόπος για εμάς ώστε να ικανοποιηθούμε έναντι των εργατικών μας απαιτήσεων. Εάν δεν υπογράφαμε την εκχώρηση δεν θα λαμβάναμε κάτι από μια επιχείρηση που δεν λειτουργεί... Τα όποια νομικά μέσα μπορούσαμε να ασκήσουμε κατά αυτής θα ήταν χρονοβόρα, πολυδάπανα και κυρίους άνευ αντικρίσματος, αφού ακίνητη περιουσία δεν διέθετε η κλινική και ο εξοπλισμός της στο κτίριο που στεγάζονταν ήταν απαξιωμένος... Μόνη λοιπόν πιθανότητα έστω και εν μέρει ικανοποίησης των υπαρκτών και αδιαμφισβήτητων εργατικών μας απαιτήσεων ήταν η εκχώρηση απαιτήσεων της κλινικής σε εμάς ..." και "... ακόμα και αν είναι αληθής ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι 24 πρώτοι εναγόμενοι γνώριζαν τις οφειλές της κλινικής έναντι των εναγόντων, αυτό δεν συνεπάγεται ότι η σύμβαση εκχώρησης των απαιτήσεων για την εξόφληση των οφειλών της 25ης εναγομένης προς αυτούς είναι καταδολιευτική απαλλοτρίωση, καθώς στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή το άρθρο 940 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών δεν εμπίπτει στην έννοια του νόμου και συγκεκριμένα της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης...", οι αναφορές αυτές στις πρωτόδικες προτάσεις των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων δεν έγιναν με πρόθεση των ιδίων προς αναγνώριση επιβλαβών γι'αυτούς γεγονότων, αλλά η αναφορά τους έγινε ιστορικά και μόνο για την στήριξη των απόψεών τους κατά της αγωγής των αναιρεσειόντων, πέραν του ότι υπό τις προβαλλόμενες, για τη θεμελίωσή του αιτιάσεις, με το πρόσχημα της ως άνω επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η σχετική ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ομοίως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το τέταρτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα ότι δεν προσέδωσε στην παραπάνω ομολογία των προαναφερομένων αναιρεσιβλήτων αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε από το νόμο, ενόψει του ότι δεν πρόκειται περί ομολογίας κατά την έννοια του νόμου.
7.Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 455 και 460 του ΑΚ, η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης επιδίδεται στον τρίτο(οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή, αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμειχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, νομιμοποιούμενος, έκτοτε, ενεργητικώς σε άσκηση αγωγής κατά του οφειλέτη, με αίτημα την αναγνώριση ή την επιδίκαση της απαίτησης σε αυτόν. Ειδικότερα για την αναγγελία απαιτήσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το άρθρο 53 παρ. 1 και 2 του ν. δ/τος 496/1974 "Περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου``. Α' 204), το οποίο εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. [ άρθρο 33 παρ. 7 εδ. α' του ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις", (Α' 31) όπως ισχύει εν προκειμένω, σε συνδυασμό α) με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 4337/2015 (Α' 129/17.10.2015), το οποίο ορίζει ότι για τα ν.π.δ.δ. που ανήκουν στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του ν.δ. 496/1974, πλην των διατάξεων που ειδικώς αναφέρονται στην παρ. 1 οι οποίες και καταργούνται και β) με το άρθρο 50 παρ. 1 περ. α' του ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α' 66) το οποίο ορίζει ότι η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) είναι αρμόδια για την κατάρτιση του Μητρώου των Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σύμφωνα με το αναρτημένο μητρώο στην επίσημη ιστοσελίδα της Αρχής, πρβλ. ΣτΕ 3404/2014], ορίζει ότι : "1. Δια πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του νομικού προσώπου ως τρίτου, το κατασχετήριο ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π. κοινοποιούνται εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις τον αρμόδιο δια την αναγνώριση της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις το Δημόσιον Ταμείον εις ό υπάγονται φορολογικώς ο καθ ' ού η κατάσχεσις και εις την αρμοδίαν δια την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης, Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν δια την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2. Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρισις, δια την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατυπώσεις, είναι άκυρος". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία στην αρμόδια για την πληρωμή ειδική υπηρεσιακή μονάδα (ταμειακή/οικονομική υπηρεσία) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου καθώς και (σωρευτικώς) στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο αυτού, καθώς και στην αρμόδια για την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής της δαπάνης υπηρεσία του. Στην περίπτωση που δεν γίνουν αυτές οι κοινοποιήσεις (σωρευτικώς), δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι ρητά προβλέπεται με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 53 του ν.δ 496/1974 ότι η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γενόμενη αναγγελία είναι άκυρη. Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη ως προς το τελευταίο (ΑΠ 644/2023,ΑΠ 615/2022,ΑΠ 1394/2021,ΑΠ 154/2020,ΑΠ 1056/2019, ΑΠ 1028/2018,ΑΠ 422/2018, ΑΠ 872/2014,ΑΠ 480/2006), εξετάζεται δε αυτεπαγγέλτως από το επιλαμβανόμενο δικαστήριο (ΣτΕ 3765/2013).
Περαιτέρω, στο άρθρο 23 Ν 3918/2011 (Α 31), όπως ίσχυε στο κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι : "1. Οι υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. διακρίνονται σε Κεντρική και Περιφερειακές. Α. Η Κεντρική Υπηρεσία διαρθρώνεται ως εξής: 1. Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης και Αγοράς Υπηρεσιών Υγείας 2. Γενική Διεύθυνση Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Υπηρεσιών Υγείας 3. ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. Η Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης και Αγοράς Υπηρεσιών Υγείας συγκροτείται από τις ακόλουθες υπηρεσιακές μονάδες: α. Διεύθυνση Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού β. Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και Κατάρτισης Συμβάσεων γ. Διεύθυνση Οργάνωσης και Εποπτείας Υπηρεσιών Υγείας Ε.Ο.Π.Υ.Υ. δ. Διεύθυνση Πληροφορικής ε. Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων στ. Αυτοτελές Τμήμα Εξυπηρέτησης Πολιτών. Η Γενική Διεύθυνση Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Υπηρεσιών Υγείας συγκροτείται από τις ακόλουθες υπηρεσιακές μονάδες: α.... Β. α. Τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες ΙΚΑ - ΕΤΑΜ που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, καθώς και οι περιφερειακές υπηρεσίες των λοιπών εντασσόμενων φορέων και κλάδων υγείας που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος. Από τις περιφερειακές υπηρεσίες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εξαιρούνται οι υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης, οι οποίες μεταφέρονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. β. Η ένταξη των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερόμενων φορέων στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με το άρθρο 17 του παρόντος, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στην οποία καθορίζεται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης. Οι περιφερειακές υπηρεσίες που εντάσσονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. λειτουργούν ως αυτοτελείς οργανικές μονάδες και κατανέμονται σε επτά περιφέρειες τα όρια των οποίων συμπίπτουν με τα όρια των Υγειονομικών Περιφερειών, όπως αυτές προβλέπονται στο ν. 3329/2005. γ. Με απόφαση του Προέδρου του Οργανισμού σε κάθε περιφέρεια ορίζεται ένας Συντονιστής, από τους προϊσταμένους Διεύθυνσης των εντασσόμενων μονάδων που ήδη υπηρετούν. Έργο του είναι η εποπτεία, ο συντονισμός και η βελτίωση της λειτουργίας των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του. Η έδρα του Συντονιστή είναι μια περιφερειακή μονάδα των υπηρεσιών ευθύνης του, εντός των ορίων της Περιφέρειας, που επιλέγεται από τον Πρόεδρο του Οργανισμού. Σε κάθε έδρα λειτουργεί Αυτοτελές Γραφείο για τη γραμματειακή υποστήριξη και υποβοήθηση του έργου του. Γ. Σε κάθε νομό της χώρας συνιστάται μια Περιφερειακή Διεύθυνση. Κατ` εξαίρεση, στο Νομό Θεσσαλονίκης συνιστώνται τρεις (3) Περιφερειακές Διευθύνσεις και στο Νομό Αττικής επτά (7) Περιφερειακές Διευθύνσεις. Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις υπάγονται στη Γενική Διεύθυνση Διαχείρισης και Αγοράς Υπηρεσιών Υγείας και εντάσσονται στη διοικητική δομή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτή θα καθοριστεί με τον Οργανισμό της παραγράφου 5 του άρθρου 17. Μέχρι την έκδοση του Οργανισμού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι Διευθύνσεις αυτές αποτελούν Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., η έδρα των οποίων καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου του Οργανισμού. Οι Περιφερειακές Διευθύνσεις διαρθρώνονται στα παρακάτω Τμήματα: α) Τμήμα Παροχών Ασθένειας. β) Τμήμα Λογιστηρίου. γ) Τμήμα Φαρμακευτικής. δ) Τμήμα Γραμματείας. Αρμοδιότητες της Διεύθυνσης είναι η αναγνώριση, εκκαθάριση και εντολή πληρωμής των εξόδων όλων των υφιστάμενων Περιφερειακών Υπηρεσιών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ο έλεγχος της φαρμακευτικής δαπάνης των παροχών υγείας και παρακολούθησης τήρησης της φαρμακευτικής νομοθεσίας των συμβεβλημένων φαρμακοποιών. Για την εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνιστώνται σε όλη τη χώρα Αποκεντρωμένα Γραφεία Εξυπηρέτησης Ασφαλισμένων, υπαγόμενα στις αντίστοιχες Περιφερειακές Διευθύνσεις. Με απόφαση του Προέδρου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Οργανισμού, καθορίζονται η έδρα τους, οι αρμοδιότητες, καθώς και η έναρξη λειτουργίας τους, ύστερα από συνδρομή των αναγκαίων προϋποθέσεων (στέγαση, στελέχωση, εξοπλισμός κ.λπ.). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 53 του νδ 496/1974,σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 455 και 460 ΑΚ, δεχόμενο ότι οι κοινοποιήσεις της αναγγελίας της εκχώρησης της απαίτησης της 25ης εναγομένης - αναιρεσίβλητης σε βάρος του ΕΟΠΥΥ ήταν οι εκ του νόμου απαιτούμενες, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι δεν ήταν οι απαιτούμενες και επομένως η αναγγελία ήταν άκυρη και δεν γεννά έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα αφενός η εκχώρηση να θεωρείται ως μη γενομένη και αφετέρου να μην έχει επέλθει το μεταβιβαστικό των απαιτήσεων αποτέλεσμα της σύμβασης αυτής έναντι του ΕΟΠΥΥ.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα:
"... Περαιτέρω, η ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης αναγγέλθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις 4.9.2017, δεδομένου ότι αναγγελία της σύμβασης αυτής κοινοποιήθηκε : α) στις 4.9.2017 στην Δ'Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης (ως αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τη φορολογία της εκχωρήτριας εταιρείας), σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ....2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Π. Τ., β) στις 4.9.2017 στον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. της Περιφερειακής Διεύθυνσης της ΠΕ Θεσσαλονίκης σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ....2017 έκθεση επίδοσης του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή, Π. Τ., γ) στις 4.9.2017 στην Περιφερειακή Διεύθυνση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. της ΠΕ Θεσσαλονίκης (ως αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο, ως αρμόδια για την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής υπηρεσία και ως αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία), σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ....2017 έκθεση επίδοσης του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή, Π. Τ., δ) στις ...2017 στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., (ως αρμόδια για την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής της δαπάνης υπηρεσία), σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ...2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Τ., ε) στις ...2017 στον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ...2017 έκθεση επίδοσης της άνω δικαστικής επιμελήτριας Ε. Τ., στ) στις ...2017 στην Δ.Ο.Υ. Νέας Ιωνίας, ως αρμόδιας Δ.Ο.Υ. για την Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου λόγω συγχώνευσης των Δ.Ο.Υ., (ως αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τη φορολογία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ...2017 έκθεση επίδοσης της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας Ε. Τ., ζ) στις ...2017 στον Υπουργό των Οικονομικών, σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ...2017 έκθεση επίδοσης της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας Ε. Τ., και η) στις ...2017 στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., (ως όργανο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης), σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ...2017 έκθεση επίδοσης της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας Ε. Τ.
Από τις ανωτέρω εκθέσεις επίδοσης αποδεικνύεται ότι η αναγγελία της ως άνω σύμβασης εκχώρησης απαίτησης κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Ε.Ο.Π.Υ.Υ., υπέρ των εργαζομένων της 25ης εναγόμενης, κοινοποιήθηκε στις αρμόδιες για την αναγνώριση της δαπάνης, την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής της δαπάνης και την πληρωμή της δαπάνης, υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ...και συνεπώς, αφού τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα από την τελευταία παράγραφο του άρθρου 53 του ν.δ/τος 496/1974 ως προς τις κοινοποιήσεις της αναγγελίας της εκχώρησης, επήλθε το μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη Ν.Π.Δ.Δ., γεγονός που και το ίδιο το Ν.Π.Δ.Δ. δήλωσε στην προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 1605/2.10.2017 δήλωσή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, και τα όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται περί ακυρότητας της εκχώρησης για το λόγο αυτό, (παραλείψεις σχετικές την αναγγελία) είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Συνεπώς, το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης ακυρότητας της εκχώρησης λόγω μη νόμιμης αναγγελίας αυτής είναι ουσιαστικό αβάσιμο και απορριπτέο...". Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας της εκχώρησης λόγω μη νόμιμης αναγγελίας αυτής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 455, 460 ΑΚ, 53 ν.δ. 496/1974, καθόσον, κατά τα ως άνω δεκτά γενόμενα,η αναγγελία της εκχώρησης επιδόθηκε στα αρμόδια όργανα του ΕΟΠΥΥ κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ήτοι α) στις 4.9.2017 στην Περιφερειακή Διεύθυνση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. της ΠΕ Θεσσαλονίκης (ως αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο, ως αρμόδια για την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής υπηρεσία και ως αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία), β) στις ...2017 στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., (ως αρμόδια για την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής της δαπάνης υπηρεσία), και γ) στις ...2017 στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., (ως όργανο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης).
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 457 παρ. 1 του ΚΠολΔ τη γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, εφόσον αμφισβητείται, πρέπει να την αποδείξει εκείνος που το επικαλείται και το προσάγει, εκτός αν είναι τόσο φανερά αλλαγμένο, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να διαπιστώσει αμέσως και ασφαλώς ότι δεν είναι γνήσιο, κατά δε τη διάταξη της παραγ. 2 του αυτού άρθρου εκείνος, κατά του οποίου προσάγεται το ιδιωτικό έγγραφο, οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο και κατά τη διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου άρθρου, αν αναγνωριστεί ή αποδειχθεί η γνησιότητα της υπογραφής, θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου, με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 455, 458, 460, 461 και 463 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων, δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή από διάδικο ιδιωτικού εγγράφου, για άμεση ή έμμεση, (ως δικαστικό τεκμήριο), απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενέχει και ισχυρισμό της γνησιότητάς του, την οποία οφείλει ο ίδιος να αποδείξει, σύμφωνα με το άρθρο 338 ΚΠολΔ, όταν αμφισβητηθεί από τον αντίδικό του, καθόσον η αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού αποτελεί άρνηση (ΑΠ 535/2019,ΑΠ 20/2017, ΑΠ 279/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, αναφορικά με το στοιχείο της εγκυρότητας της σύμβασης εκχώρησης, τον ισχυρισμό τους, που προτάθηκε παραδεκτά και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι η σύμβαση εκχώρησης είναι άκυρη διότι δεν είναι νομίμως υπογεγραμμένη από την εκ του καταστατικού διαχειρίστρια της 25ης εναγομένης - αναιρεσίβλητης εκχωρήτριας εταιρείας. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι αυτοτελής και συνεπώς δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης. Ομοίως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του από τον αρ.10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε ότι η σύμβαση εκχώρησης είχε υπογραφεί νόμιμα χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, διότι δεν πρόκειται για "πράγματα". Επιπροσθέτως, το ζήτημα αυτό ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1286/2022).
9. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και, σε κάθε περίπτωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη, αποδεικτικό μέσο που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ως ενάγοντες με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών τους και ως εκκαλούντες κατά τη συζήτηση της έφεσης τους, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι η σύμβαση εκχώρησης είναι άκυρη διότι δεν έχει υπογραφεί από την νόμιμη εκπρόσωπο της εκχωρήτριας εταιρείας-25ης αναιρεσίβλητης και ειδικότερα η από ...-2019 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Θεσ/νίκης Ε. Α., στην οποία αναφέρεται ότι οι υπογραφές στα δύο πρωτότυπα του από 1-9-2017 ιδιωτικού συμφωνητικού εκχώρησης-ενεχύρασης δεν τέθηκαν από την νόμιμη εκπρόσωπο της ως άνω εκχωρήτριας αλλά από άλλο άτομο. Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, "όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω χωρίς να παραλειφθεί η συνεκτίμηση κανενός....", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
10.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. Α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού (ΑΠ 98/2024).Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, δεδικασμένο, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης πηγάζει από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που αποφαίνεται για τη βασιμότητα της κατηγορίας για την ίδια πράξη του ίδιου κατηγορουμένου, έστω και αν δίδεται κατά τη νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αντιθέτως, δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με την οποία κατ' άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ούτε και η διάταξη αυτού, με την οποία απορρίπτεται, κατ' άρθρο 47 του ΚΠΔ, η έγκληση ως μη νόμιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Στη τελευταία μόνον περίπτωση εφόσον η απορριπτική αυτή διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχεται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα ν' απορρίψει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ κάθε νέα καταγγελία κατά του ιδίου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση αυτών, με συνέπεια τη δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει κατά το στάδιο, που προηγείται της άσκησης της ποινικής δίωξης και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της άσκησης ποινικής δίωξης (ΑΠ 1848/2010). Επομένως, από την κατ' άρθρο 47 ΚΠοινΔ αρχειοθέτηση μίας έγκλησης δεν παράγεται αμετάκλητη αθώωση του εγκαλουμένου από την πράξη για την οποία μηνύθηκε(ΑΠ 367/2019). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 16 εδ. Α' (και όχι τον αριθ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι απορρέει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 776/2019 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσ/νίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έγκλησή τους για διερεύνηση τυχόν πλαστογραφίας της υπογραφής στην σύμβαση εκχώρησης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Οι ενάγοντες με την από 18.12.2017 έγκλησή τους ζητούσαν τη διερεύνηση τυχόν πλαστογραφίας της υπογραφής της διαχειρίστριας της 25ης εναγομένης στην ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης. Ωστόσο δυνάμει της υπ' αριθμ. 776/22.8.2019 Διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η έγκληση αυτή, καθόσον κατά την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε σχετικά, η ίδια η διαχειρίστρια, με τις από 16.10.2018 ανωμοτί εξηγήσεις της δήλωσε ότι η ίδια υπέγραψε τη σύμβαση εκχώρησης και σε κάθε περίπτωση, κρίθηκε ότι ακόμη και αν είχε υπογράψει τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό της, τούτο έγινε κατ'εντολή της και με τη συναίνεσή της. Η δήλωση αυτή της νομίμου εκπροσώπου της οφειλέτριας των εναγόντων ουδόλως ανακλήθηκε ή αναιρέθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, η ίδια δε η εκχωρήτρια εταιρεία, 25η εναγομένη, με τις προτάσεις της επιβεβαιώνει ότι η σύμβαση υπογράφηκε από τη νόμιμο εκπρόσωπό της και συνεπώς δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης της δήλωσης βούλησης της εκχωρήτριας στην ανωτέρω σύμβαση...".Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου που να απορρέει από την ανωτέρω εισαγγελική διάταξη, αλλά συνεκτίμησε το περιεχόμενο αυτής με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η σύμβαση εκχώρησης είχε υπογραφεί νομίμως.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
11.Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 31-3-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2174/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176,183,189 αριθ.1,191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 31-3-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2174/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο.
-Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ