Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 964 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 964/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" που εδρεύει στη Ρόδο, εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Τσέλιο.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROSYST ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΧΑΡΤΙΚΩΝ, ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΙΔΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "EUROSYST A.E.B.E." που εδρεύει στο Δήμο Κορωπίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ε. Δ. του Σ., ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Βασίλειο Καταβενάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Μπρίνια, με δήλωση του' άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 4) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" με τον διακριτικό τίτλο "DOVALUE GREECE", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2019 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2023 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-08-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της τέταρτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί(ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία ορίζονται ή έννοια και οι συνέπειες της αναγκαστικής ομοδικίας, "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι, μόνον από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός, ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται, από εκείνους που παρίστανται". Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας καθιερώνεται και με τη διάταξη του άρθρου 933 του Κ.Πολ.Δ., από την οποία προκύπτει, ότι η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ασκείται από τον οφειλέτη - καθού η εκτέλεση, μετά την κατακύρωση του εκπλειστηριάσματος, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και κατά του επισπεύδοντος δανειστή, αφού η διαφορά επιδέχεται ως προς αυτούς ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον έναν και άκυρος για τον άλλον, αν δε δεν απευθύνεται και κατά των δύο τούτων, η ανακοπή είναι απαράδεκτη. (ΟλΑΠ 6/2005, ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 324/2024, ΑΠ 1132/2012, ΑΠ 214/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ. αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ι. Π., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 28-8-2023 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης στην ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Όμως η τελευταία δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού όμως θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύεται, από τους παρισταμένους δεύτερο και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, με τους οποίους συνδέεται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, γιατί οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης, είναι οι καθ' ων η ανακοπή, την οποία άσκησε κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης η οφειλέτης - καθού η εκτέλεση αναιρεσείουσα, μετά την κατακύρωση του εκπλειστηριάσματος, η οποία στρέφεται κατά της επισπεύδουσας την εκτέλεση πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά των υπερθεματιστών δευτέρου και την τρίτης των αναιρεσιβλήτων. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ. "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως".
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης. Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 285/2022, ΑΠ 927/2017), εκτός αν η πρόσθετη παρέμβαση έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη, οπότε ο παρεμβαίνων δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 688/2018, ΑΠ 2192/2013). Η κλήτευση αυτή επιβάλλεται γιατί και ο προσθέτως παρεμβαίνων είναι ανάγκη να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, καθόσον, χωρίς την κλήτευσή του, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερθείσες διατάξεις (ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 688/2018, ΑΠ 2192/2013). Επίσης, κατά το άρθρο 274 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015 "Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, η διαδικασία προχωρεί σαν να μην είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση. Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να παρίσταται στις επόμενες στάσεις της δίκης και στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις, πρέπει δε να καλείται νόμιμα για αυτό". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση ερημοδικίας του προσθέτως παρεμβαίνοντος, η διαδικασία προχωρεί ωσάν να μη έχει ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση, χωρίς να επηρεάζεται το αποτέλεσμα τούτο από την δικονομική ή μη παρουσία του υπέρ ου η παρέμβαση διαδίκου, που είναι ανεξάρτητη της ερημοδικίας του προσθέτως παρεμβαίνοντος(ΑΠ 911/1997), αλλά και ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων πρέπει να καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του ιδίου ή του μετά από την άσκηση ενδίκου μέσου αρμοδίου δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 133/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο, αφού συνεκδίκασε α) αντιμωλία των διαδίκων την από 14-9-2022 έφεση της αναιρεσείουσας κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και β) την ασκηθείσα για πρώτη φορά ενώπιον του από 4-10-2022 πρόσθετη παρέμβαση της τέταρτης αναιρεσίβλητης υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης και κατά της αναιρεσείουσας και της πρώτης και του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων και θεώρησε ως μη ασκηθείσα την πρόσθετη παρέμβαση, κατά το άρθρο 274 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί η προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν εμφανίστηκε και δεν έλαβε μέρος στην δίκη, ακολούθως απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την 45/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 30-10-2019 ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτη, όπως προαναφέρθηκε, γιατί η τέταρτη αναιρεσίβλητη έχει την ιδιότητα της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπερ της τρίτης αναιρεσίβλητης και η αίτηση αναίρεσης δεν περιέχει λόγο αναίρεσης για την πρόσθετη παρέμβαση, αφού όμως, η γενόμενη επίδοση αυτής στην τέταρτη αναιρεσίβλητη, για την οποία συντάχθηκε η ...-2023 έκθεση επίδοσης της ιδίας ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας, θα εκτιμηθεί ως νόμιμη κλήση της στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 267/2021, ΟλΑΠ 711/2017, ΑΠ 131/2015). Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1202/2018).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, με τα άρθρα 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι, άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως(ΟλΑΠ 49/2005, ΑΠ 1297/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 893/2008), αντίθεση, που υπάρχει και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 893/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 934 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 και εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο: "1.Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την απαίτηση ή σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον καθ' ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης.
Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής. β) Αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγράφει η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι λόγος ανακοπής κατά της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 933 ΚΠολΔ, στον οποίο γίνεται επίκληση αντίθεσης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ κατά τον χρόνο πριν την διενέργεια του πλειστηριασμού και εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης, πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1α' του ΚΠολΔ, δηλαδή κατ' απώτατο και καταληκτικό χρονικό όριο ως τις σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης, και συνεπώς, αν προβάλλεται μεταγενέστερα, είναι απαράδεκτος(πρβλ ΟλΑΠ 49/2005). Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής της ανακοπής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή της κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, η αναιρεσείουσα εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι δυνάμει πρώτου εκτελεστού απογράφου της 197/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία η ίδια διατάχθηκε να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσείουσα νομιμοτόκως το ποσό των 85.198,95 ευρώ, η τελευταία επέσπευσε εις βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει της οποίας, με την ... Έκθεση Αναγκαστικής Κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Δωδεκανήσου Μ. Μ., κατασχέθηκαν αναγκαστικά 8 ακίνητα ιδιοκτησίας της, που περιγράφονται στην ανακοπή, τα οποία με την ...-2019 πράξη του συμβολαιογράφου Ρόδου Σ. Κ. εκτέθηκαν σε ηλεκτρονικό αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 8-5-2019. Ότι ως προς τα 6 τούτων ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε, λόγω έλλειψης πλειοδοτών, ενώ ως προς τα υπόλοιπα δύο ακίνητα, που προσδιορίζονται στην ανακοπή, ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία και τα ακίνητα αυτά κατακυρώθηκαν, το ένα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, αντί ποσού 206.002 ευρώ και το άλλο στην τρίτη αναιρεσίβλητη, αντί ποσού 531.000 ευρώ, συντάχθηκαν δε η ...-2019 Β' Έκθεση Αναγκαστικού Πλειστηριασμού και η ...-2019 Περίληψη Κατακυρωτικής Έκθεσης Ακινήτων του ιδίου ανωτέρω συμβολαιογράφου. Ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη καταχρηστικά και κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή αντίθετα προς τις αρχές της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος της, διότι αυτός έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, όχι για την ικανοποίηση της απαίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης σε βάρος της από την ως άνω διαταγή πληρωμής, αλλά αποκλειστικά και μόνο για να της προκαλέσει την απώλεια των ακινήτων της μέσω του πλειστηριασμού, ήτοι να εκπλειστηριασθούν τα ακίνητά της, χωρίς η ίδια η πρώτη αναιρεσίβλητη να έχει κανένα ουσιαστικό όφελος, αφού λόγω των πολλών και μεγάλων οφειλών της αναιρεσείουσας προς διαφόρους δανειστές της, είχαν εγγραφεί από αυτούς επί των ακινήτων της, που εκπλειστηριάσθηκαν, και προϋπήρχαν υποθήκες, προσημειώσεις και κατασχέσεις συνολικού ύψους 3.290.000 ευρώ, που υπερκάλυπταν τις τιμές πρώτης προσφοράς, που ήταν αντιστοίχως 206.000 και 506.000 ευρώ, και συνεπώς ήταν βέβαιο ότι ο εκπλειστηριασμός των ακινήτων της θα οδηγούσε μετά βεβαιότητος στην προνομιακή ικανοποίηση των δανειστών της αυτών ως εχόντων εμπράγματη ασφάλεια και ότι η απαίτησή της πρώτης αναιρεσίβλητης σε βάρος της δεν θα ικανοποιείτο. Τέλος, για τον ανωτέρω λόγο ζητεί να ακυρωθούν ο ηλεκτρονικός αναγκαστικός πλειστηριασμός των ακινήτων, οι ανωτέρω ....2019 Β' Έκθεση Ηλεκτρονικού Αναγκαστικού Πλειστηριασμού και ....2019 Περίληψη Κατακυρωτικής Έκθεσης καθώς και (κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔ) κάθε συναφής πράξη εκτέλεσης-αποβολής της από τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε από το Εφετείο με δύο επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό απόρριψης και συγκεκριμένα κυρίως μεν ως απαράδεκτος, γιατί δεν προβλήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 α' ΚΠολΔ και επικουρικώς ως μη νόμιμος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την κύρια αιτιολογία του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο τον λόγο ανακοπής, καθόσον με αυτόν δεν προσβάλλεται ουσιαστικά αλλά κατ' επίφασιν ο διενεργηθείς πλειστηριασμός, αλλά αντιθέτως προσβάλλεται η έκθεση κατάσχεσης των οκτώ ακινήτων, η οποία οδήγησε σε αυτόν και στον εκπλειστηριασμό μόνο δύο εξ αυτών, αφού ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας, σύμφωνα με τον οποίο η επισπεύδουσα την εκτέλεση μετά βεβαιότητος δεν επρόκειτο να ικανοποιήσει την απαίτησή της, λόγω των υπέρτερων προνομίων των λοιπών δανειστών, αναφέρεται στη σύνταξη της κατασχετήριας έκθεσης, με την οποία ουσιαστικώς αρχίζει η εκτελεστική διαδικασία και προσβάλλει αυτήν ως καταχρηστική, με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος να έπρεπε να προβληθεί σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. Ι α' του ΚΠολΔ, δηλαδή μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης και συνεπώς αφού δεν προβλήθηκε εντός της προθεσμίας αυτής είναι απαράδεκτος. Επομένως, ο τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από τον αρ. 14 (και όχι κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου από τον αρ. 1, που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης, έτσι που έκρινε το Εφετείο με την επικουρική αιτιολογία του και απέρριψε τον λόγο και ως μη νόμιμο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί τα ανωτέρω εκτιθέμενα στο λόγο ανακοπής πραγματικά περιστατικά, χωρίς άλλα πρόσθετα στοιχεία, και αληθή υποτιθέμενα, και μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, δεν συγκροτούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης να επιδιώξει, με την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης και την αναγκαστική κατάσχεση των ακινήτων της αναιρεσείουσας, την ικανοποίηση της κατ' αυτής απαίτησής της, αφού μόνη η ύπαρξη και άλλων βαρών στα δύο από τα οκτώ κατασχεθέντα ακίνητα, δεν καθιστά καταχρηστική την συμπεριφορά του δανειστή, που επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, υποβαλλόμενος και σε σημαντικά έξοδα, αφού μάλιστα δεν είναι δυνατόν κατά το στάδιο αυτό να γνωρίζει, αν τελικά θα εκπλειστηριασθούν όλα τα κατασχεθέντα ακίνητα ή όχι, ή αν οι τρίτοι δανειστές θα αναγγελθούν, για να ικανοποιηθούν από το εκπλειστηρίασμα, ενόψει και του ότι ουδόλως αναφέρεται στο λόγο ανακοπής, αν για την ικανοποίηση της απαίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης υπήρχαν άλλα ηπιότερα μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως, τα οποία παρέλειψε αυτή και δεν γίνεται επίκληση υπαναχώρησης της πρώτης αναιρεσίβλητης από προηγηθείσα συμπεριφορά της, η οποία είχε δημιουργήσει στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση και από την οποία υπαναχώρηση αυτή υπέστη ζημία. Επομένως, ο ίδιος τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 140/2022, ΑΠ 695/2020). Ο λόγος αυτός, επειδή αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή η ένσταση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997,ΑΠ 140/2022, ΑΠ 988/2021). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε με ελλιπή αιτιολογία τον ανωτέρω εκ του άρθρου 281 ΑΚ λόγο ανακοπής. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε κυρίως ως απαράδεκτο, άλλως δε ως μη νόμιμο τον μοναδικό λόγο ανακοπής, που περιλαμβάνει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης και δεν τον ερεύνησε κατ' ουσίαν, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε. Κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ), το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους αυτής, δηλαδή κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ελλείψεις εκείνες, διαδικαστικές ή ουσιαστικές, που δικαιολογούν την ακύρωση της πράξεως. Νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής. Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 348/2022, ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1943/2017). Άλλοι λόγοι που δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής ή σε εκείνο των προσθέτων λόγων δεν εξετάζονται από το δικαστήριο και αν ακόμη πρόκειται για λόγους που συνίστανται σε ενστάσεις οψιγενείς, των οποίων ο χρόνος γενέσεως δεν καθιστούσε δυνατή την προγενέστερη προβολή τους, με τήρηση της διατάξεως του άρθρου 585 παρ. 2 εδαφ. β` του ΚΠολΔ, η οποία, λόγω της ειδικότητάς της, κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 527 του Κώδικα, αφού ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής (ΑΠ 531/2022, ΑΠ 348/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 99/2020).
Επομένως, νέοι λόγοι, οι οποίοι δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο στο άρθρο 585 παρ. 2 εδαφ. β` Κ.Πολ.Δ, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της εφέσεως εναντίον αποφάσεως που απορρίπτει την ανακοπή ή με εκείνο των πρόσθετων λόγων έφεσης. (ΑΠ 1297/2019, ΑΠ 893/2008, ΑΠ 1390/2006, ΑΠ 490/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με του συναφείς πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, εκτιμώμενους ως σύνολο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από του αριθμούς 1, 14 και 19 του ΚΠολΔ αντιστοίχως, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 2, 993 παρ. 2, 995 παρ. 4 και 159 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ και έτσι απέρριψε ως απαράδεκτο τον προβληθέντα για πρώτη φορά με λόγο έφεσης ισχυρισμό της ότι ο διενεργηθείς πλειστηριασμός ήταν αυτοδικαίως άκυρος, διότι διενεργήθηκε με απολύτως άκυρη κατασχετήρια έκθεση, επειδή δεν αναγραφόταν σε αυτήν η ημερομηνία του πλειστηριασμού, και επίσης με απολύτως άκυρο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, επειδή δεν αναγραφόταν σε αυτό η διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ενώ αναγραφόταν και διαφορετική ώρα του πλειστηριασμού σε σχέση με την κατασχετήρια έκθεση και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τις ακυρότητες αυτές και δεν ακύρωσε τις προσβαλλόμενες με την ανακοπή πράξεις. Τον περιλαμβανόμενο πράγματι στην έφεσή της ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας το Εφετείο τον απέρριψε με την κατωτέρω αιτιολογία: "Από την επισκόπηση του δικογράφου της με αριθμό κατάθεσης 714/2019 ανακοπής, ήτοι της ανακοπής επί της οποίας έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι με αυτήν προβλήθηκε ως μοναδικός λόγος ανακοπής ότι ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός διενεργήθηκε καταχρηστικά από την επισπεύδουσα, χωρίς να περιέχεται στην ανακοπή οποιοσδήποτε λόγος αναφορικά με το κύρος της έκθεσης κατάσχεσης, η οποία οδήγησε στον πλειστηριασμό, καθώς και της περίληψης αυτής.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος σύμφωνα με τη σκέψη που προηγείται, δεδομένου ότι με την μη προβολή του συγκεκριμένου λόγου ανακοπής, δεν δημιουργήθηκε (χωριστό) κεφάλαιο δίκης το οποίο να ήταν δυνατό να μεταβιβαστεί στο παρόν δικαστήριο". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με την μείζονα σκέψη που προαναφέρθηκε, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο τον λόγο έφεσης και συναφώς τον λόγο ανακοπής, που προβλήθηκε για πρώτη φορά με αυτόν, διότι, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενο της ανακοπής(το οποίο δεν αντικρούει ούτε η αναιρεσείουσα) τέτοιος λόγος, δεν προτάθηκε με αυτήν ούτε με δικόγραφο προσθέτων λόγων ανακοπής και συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τον προβληθέντα για πρώτη φορά με την έφεση ανωτέρω λόγο ανακοπής και σύμφωνα με το νόμο το Εφετείο τον απέρριψε ως απαράδεκτο και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος γιατί οι ανωτέρω επικαλούμενες διατάξεις, που φέρονται να παραβιάστηκαν, δεν είναι ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου και συνεπώς από την παραβίασή τους δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, που προϋποθέτει παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, αλλά και γιατί σε κάθε περίπτωση στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις επικαλούμενες στον λόγο αυτό διατάξεις. Τέλος και τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ανωτέρω λόγο έφεσης και συναφώς και τον λόγο ανακοπής, που προβλήθηκε με αυτόν και δεν τον ερεύνησε κατ' ουσίαν, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 28-8-2023 αίτηση της υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας με τη επωνυμία "Ε. Π. και Σια Ε.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 133/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ