Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 975 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 975/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Φωτίου Βουλγαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ράδο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 891/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1848/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/3/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 1848/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της εκδοθείσας ερήμην του υπ' αριθμ. 891/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει (αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους που δεν είναι διάδικοι στη παρούσα δίκη) το ποσό των 509.560 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που αυτός υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/2014, ΑΠ 159/2004). Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/ 2021). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 69/2023, ΑΠ 258/ 2022, ΑΠ 2043/2022, ΑΠ 1373/2019). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει η προαναφερθείσα εξαιρετική περίπτωση, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Γενικότερα απαράδεκτος είναι ο λόγος που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1024/2023, ΑΠ 1964/2022, ΑΠ 859/2022, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 37/2020, ΑΠ 2180/ 2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος δεν συμμετείχε στην απάτη σε βάρος του και δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική συμπεριφορά για να πληρούνται οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής του ευθύνης προς αποζημίωση, εκτιμώντας εσφαλμένα το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα α) την ένορκη κατάθεση του προταθέντος από τον αναιρεσείοντα μάρτυρα Τ. Τ., που εξετάσθηκε ενώπιόν του και περιέχεται στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του δικαστηρίου, β) την απολογία του συνεναγόμενου του αναιρεσίβλητου Κ. Κ. (ενός εκ των λοιπών εναγόμενων που δεν είναι διάδικοι στη παρούσα δίκη), ενώπιον της Ανακρίτριας του 4ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και γ) την υπ' αριθ. 125/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, που εκδόθηκε επί της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας που άσκησε ο αναιρεσίβλητος εναντίον του Κ. Κ., από τα οποία προκύπτει η στενή σχέση του αναιρεσίβλητου με τον επί σειρά ετών φίλο και συνεργάτη του Κ. Κ. και η ηγετική του θέση στην εγκληματική οργάνωση που διέπραξε την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος του. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων.
ΙΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της έφεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1037/2010, ΑΠ 336/ 2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε με επίκληση και ειδικότερα: 1) την απολογία του Κ. Κ. (ενός εκ των εναγόμενων) ενώπιον της Ανακρίτριας του 4ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει η σχέση που τον συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο, αφού αναφέρει ότι συνεργαζόταν με αυτόν και ότι διατηρούσαν από κοινού μεσιτικό γραφείο και επιχείρηση με αντικείμενο οικοδομικές εργασίες και 2) την κατάθεση του μάρτυρα Π. Χ., που περιέχεται στα υπ' αριθ. 88/7-6-2013 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά κατά την εκδίκαση τριτανακοπής που άσκησε ο αναιρεσείων για την ακύρωση της άνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά (125/2011), από την οποία προκύπτει η σχέση που υπήρχε μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του Κ. Κ. και η μεταξύ τους συμπαιγνία για την έκδοση της απόφασης αυτής. Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθησαν υπόψη "η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντα Τ. Τ. του Χ., η οποία εκτιμάται κατά το λόγο γνώσης και τον βαθμό αξιοπιστίας αυτού, καθώς και όλα τα έγγραφα που με σαφή επίκληση νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λήφθηκαν όλα ανεξαιρέτως υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, τα οποία εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, μερικά από τα οποία (έγγραφα) θα μνημονευθούν κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε για την ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς και αφού γίνει υπόμνηση ότι όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα συνεκτιμήθηκαν" σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η περιεχόμενη στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε ορθά α) το γεγονός ότι ο εξετασθείς μάρτυρας Τ. Τ. ήταν παρών σε αρκετές συζητήσεις ως αυτήκοος μάρτυρας και ορισμένες πληροφορίες τις γνωρίζει από τον αναιρεσείοντα και β) την υπ' αριθμ. 125/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά που εκδόθηκε επί της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του φίλου και συνεργάτη του Κ. Κ., αναφέρεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο.
Συνεπώς, ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτός (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1848/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ