Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 976 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 976/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. & Σ. Ο..Ε.., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την νόμιμη εκπρόσωπό της Κ. Κ. του Χ. η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αφροδίτης Μακεδόνα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ...ς η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αφροδίτης Μακεδόνα και κατέθεσε προτάσεις, 3) Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ...ς, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αφροδίτη Μακεδόνα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Αστικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κοσμίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 18/11/2014 ανταγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12/3/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 65/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τις αναιρεσείουσες έφεση κατά της υπ' αρ. 37/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, που αφενός είχε δεχθεί την από 15-11-2012 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες, ομόρρυθμη εταιρεία και ομόρρυθμες εταίρους της, να του καταβάλουν, εκάστη εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 131.398,42 ευρώ, πλέον τόκων, που αντιστοιχεί στο συνολικό τίμημα των περιγραφομένων σε αυτή διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως και αφετέρου είχε απορρίψει την από 18-11-2014 ανταγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). A. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 835/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, με τη σύμβαση πωλήσεως ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πωλήσεως και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά αγοραστή εμπορευμάτων προς καταβολή του τιμήματος, πρέπει να περιέχει τη σύμβαση και το χρόνο καταρτίσεώς της, τα πωληθέντα είδη κατά είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας, καθώς και τη συνολική τιμή των πωληθέντων και παραδοθέντων πραγμάτων. Μόνο τα στοιχεία αυτά αρκεί να προσδιορίζονται και, εφόσον δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής, πάσχει αυτή αοριστίας, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, και απορρίπτεται (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 818/2017).
B. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 279/2019).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή του τιμήματος των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι στο δικόγραφό της δεν εξειδικεύονται τα πωληθέντα εμπορεύματα, κατά είδος ποσότητα, τιμή μονάδος και συνολική αξία, δεν αναφέρεται ποιό πρόσωπο, πού και πότε τα παρέλαβε και πώς αυτό δεσμεύει την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία, ως αγοράστρια, ποιά είναι η συμφωνηθείσα δήλη ημέρα πληρωμής κάθε τιμολογίου, καθώς και εάν τα εκδοθέντα τιμολόγια έχουν υπογραφεί από την πρώτη αναιρεσείουσα και δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό που προέβαλαν με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους, με τον οποίο παραπονούνταν για τη μη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως αόριστης, της αγωγής. Από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι o ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε ότι με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας, κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2012 έως 3-9-2012, πώλησε και παρέδωσε στην τελευταία τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο, κατ` είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος φαρμακευτικά προϊόντα, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια πωλήσεως, που ενσωματώνονται στην αγωγή, αντί συνολικού τιμήματος 128.644,39 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ και της εκπτώσεως που είχε συμφωνηθεί, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 31-7-2012, εφόσον η αξία των τιμολογίων εξοφλούνταν εντός μηνός από της εκδόσεως εκάστου. Ότι, επειδή τα παραπάνω τιμολόγια δεν εξοφλήθηκαν στο συμφωνηθέντα ως άνω χρόνο, το τίμημα των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως ανήλθε, χωρίς την έκπτωση, στο συνολικό ποσό των 131.398,42 ευρώ, το οποίο οι εναγόμενες αρνούνται να του καταβάλουν. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν η πρώτη εναγομένη εταιρεία, ως αγοράστρια, και οι λοιπές εναγόμενες, ως ομόρρυθμες εταίροι της, να του καταβάλουν, εκάστη εις ολόκληρον, το προαναφερόμενο ποσό, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου να ζητήσει από τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες να του καταβάλουν το τίμημα των μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσείουσας καταρτισθεισών συμβάσεων πωλήσεως. Ειδικότερα, ρητά διαλαμβάνονται στην αγωγή η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως μεταξύ των άνω διαδίκων, ο χρόνος καταρτίσεώς τους, τα πωληθέντα με κάθε σύμβαση είδη κατά είδος, ποσότητα, τιμή μονάδος, καθώς και η συνολική τιμή τους, χωρίς να είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής αυτής, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, να παρατίθενται στο δικόγραφό της και τα λοιπά επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεση που άσκησαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες, στην οποία υποστήριζαν τα αντίθετα, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Γ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα. Περαιτέρω, κατά μεν την παρ.1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ, "Τo δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Από τις παραπάνω διατάξεις του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν απαντήσει σε αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 274/2014, ΑΠ 1186/2010).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν απάντησε στο λόγο εφέσεως με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξετάζοντας την ανταγωγή της, παρέλειψε να διατάξει τη διενέργεια της αιτηθείσας πραγματογνωμοσύνης για την αποτίμηση της πραγματικής αξίας της συνεταιριστικής της μερίδας. Ο λόγος αυτός είναι σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα, απαράδεκτος, αφού δεν γίνεται επίκληση στην αίτηση ούτε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή του Εφετείου ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για την αντίληψη του ανωτέρω ζητήματος. Δ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του N.1667/1986 περί "αστικών συνεταιρισμών και άλλων διατάξεων" ο αστικός συνεταιρισμός είναι εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητες αγροτικής οικονομίας, αποβλέπει ιδίως με τη συνεργασία των μελών του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους γενικά μέσα σε μία κοινή επιχείρηση". Η περιουσία του αστικού συνεταιρισμού αποτελείται από το χρηματικό ποσό το οποίο συγκεντρώνεται από τις εισφορές των συνεταίρων, και αυξομειώνεται αναλογικά με την αυξομείωση του αριθμού τους. Ο νεοεισερχόμενος συνεταίρος, καταβάλλοντας την εισφορά του, συμβάλλει στην αύξηση της περιουσίας αυτής, και ο εξερχόμενος, με την ανάληψη της μερίδας του, στην αντίστοιχη μείωσή της. Εκτός από την τακτική ή βασική εισφορά των συνεταίρων του άρθρου 4 παρ.3 εδ. δ` και ε` του N. 1667/1986 και την έκτακτη ή συμπληρωματική εισφορά του άρθρου 11 παρ.1 του N.1667/1986 και ειδικά μόνο για τους αστικούς συνεταιρισμούς, προβλέπεται ιδιαίτερη εισφορά, που αφορά τους νεοεισερχόμενους συνεταίρους. Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 εδ.α` και β` του N. 1667/1986, κάθε νέος συνεταίρος υποχρεούται να καταβάλει, εκτός από το ποσό της μερίδας του και εισφορά ανάλογη προς την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσης, η οποία φέρεται σε ειδικό αποθεματικό. Η ρύθμιση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η αρχική περιουσία του συνεταιρισμού, όπως διαμορφώθηκε με τις εισφορές των αρχικών συνεταίρων, αναπροσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λόγω της συμβολής των συνεταίρων. Έτσι, κρίθηκε σκόπιμο και ο νεοεισερχόμενος συνεταίρος να καλύπτει με την εισφορά του την πραγματική αξία της συμμετοχής του στο συνεταιρισμό. Η προαναφερόμενη υποχρέωση του νεοεισερχόμενου συνεταίρου να καταβάλει εισφορά ανάλογη προς την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού εκφράζει τη βούληση του νομοθέτη να επιφέρει εξίσωση στην συμβολή των συνεταίρων και, κατ` επέκταση, ισότητα αυτών απέναντι στον συνεταιρισμό, η οποία αποτελεί θεμελιώδες συνεταιριστικό δικαίωμα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ.1 N. 1667/1986 "Ο συνεταίρος που πέθανε διαγράφεται στο τέλος της χρήσης. Έως τότε οι κληρονόμοι του υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού. Σε περίπτωση που οι κληρονόμοι δεν αποκτούν την ιδιότητα του συνεταίρου, τους αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που είχε εισφέρει ο κληρονομούμενος υπολογιζομένης της αξίας της σε πραγματικούς όρους". Ενώ κατ` άρθρο 10 παρ.2 ιδίου ως άνω νόμου, η συνεταιριστική συμμετοχή καταργείται για όλους τους συνεταίρους με τη λύση του συνεταιρισμού και, συγκεκριμένα, με το τέλος της εκκαθαρίσεώς του, κατά την οποία (εκκαθάριση) διεκπεραιώνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις, εισπράττονται οι απαιτήσεις, ρευστοποιείται η περιουσία και πληρώνονται τα χρέη του συνεταιρισμού. Το δε υπόλοιπο διανέμεται στους συνεταίρους ανάλογα με τις μερίδες τους, εκτός εάν ορίζει διαφορετικά το καταστατικό. Η συνεταιριστική συμμετοχή μπορεί, όμως, να λυθεί και στη διάρκεια της παραγωγικής λειτουργίας του συνεταιρισμού, μεμονωμένα για κάποιο συνεταίρο, λόγω θανάτου, αποκλεισμού ή οικειοθελούς αποχωρήσεώς του. Ειδικότερα κατ` άρθρ. 2 παρ.7 και 9 του ως άνω νόμου (1667/1986), όπως η παρ.9 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 76 παρ.1 του Ν. 4583/2018 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του, που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις (3) μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης". "Στο συνεταίρο που αποχωρεί αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις (3) μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία έγινε η αποχώρηση". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως όταν ο νόμος αναφέρεται στην συνεταιριστική μερίδα, που εισέφερε ο αποχωρών συνεταίρος, εννοεί την πραγματική αξία αυτής με βάση την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσεως. Αυτό συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν.1667/1986, σε συνδυασμό με τις βασικές αρχές λειτουργίας του συνεταιρισμού. Αν ο αποχωρών συνεταίρος δεν είχε δικαίωμα να λάβει την πραγματική αξία της συνεταιριστικής του μερίδας, θα είχε άνιση μεταχείριση σε σχέση, τόσο με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος συνεταίρου (άρθρο 4 παρ.1 εδ. δ` του Ν.1667/1986), όσο και με το συνεταίρο που μετέχει στη διανομή της περιουσίας του συνεταιρισμού κατά τη λύση του (άρθρο 10 παρ.2 του Ν.1667/1986), οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, λαμβάνουν την πραγματική συνεταιριστική μερίδα, ενώ μια τέτοιου είδους μεταχείριση, δεν συμβαδίζει με την αρχή της ισότητας, που κατεξοχήν χαρακτηρίζει την εταιρία αυτή. Προς αντίθετη κρίση δεν αρκεί το γεγονός ότι με την αποχώρηση του συνεταίρου και τη λήψη απ` αυτόν της πραγματικής αξίας της μερίδας του, είναι δυνατό να δημιουργηθούν λειτουργικά και οικονομικά προβλήματα στο συνεταιρισμό, γιατί στερείται αυτός ένα ποσό, που μπορεί να είναι σημαντικό, όταν μάλιστα, η αποχώρηση παίρνει μαζικό χαρακτήρα, και συνεπάγεται την αθρόα και σε μεγάλη κλίμακα επιστροφή μερίδων. Τούτο διότι η αποφυγή των παραπάνω προβλημάτων έχει ρυθμιστεί νομοθετικά με το άρθρο 2 παρ.7 του Ν.1667/1986 (ΑΠ 201/2023, ΑΠ 1397/2010). Ε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021).
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ.9 του Ν.1667/1986 απορρίπτοντας την ανταγωγή της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει την ονομαστική αξία της συνεταιριστικής της μερίδας, ύψους 26.000 ευρώ, καθώς και τα μη διανεμηθέντα προς αυτή κέρδη των προηγούμενων ετών, ύψους 89.137,88 ευρώ. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: "..... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρεία ως μέλος του εφεσιβλήτου συνεταιρισμού αποχώρησε από τον τελευταίο νόμιμα το έτος 2012. Κατά το χρόνο αποχώρησής της είχε αξίωση έναντι του τελευταίου για την απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής της μερίδας, η οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη αντιστοιχεί την πραγματική αξία αυτής με βάση την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσης του και όχι στην ονομαστική αξία της, όπως την καθόρισε η εκκαλούσα με την ανταγωγή της κάνοντας αναγωγή στους ισολογισμούς προηγούμενων ετών. Επιπλέον από τους προσκομιζόμενους ισολογισμούς, αποδεικνύεται ότι κατά τα έτη 2006 έως 2008 ο εφεσίβλητος συνεταιρισμός, μετά τη δημιουργία τακτικών και έκτακτων αποθεματικών, διένειμε μέρισμα στους συνεταίρους και η εκκαλούσα έλαβε για το έτος 2006 το ποσό των 3.319,19 ευρώ , για το έτος 2007 το ποσό των 4.607,36 ευρώ και για το έτος 2008 το ποσό των 5.777,32 ευρώ. Έτσι δεδομένου η απόδοση μερισμάτων δεν ανάγεται στη συνολική κερδοφορία του συνεταιρισμού αλλά στο ποσό που απομένει μετά τη δημιουργία των παραπάνω αποθεματικών (τακτικών, έκτακτων και ειδικών), η εκκαλούσα έχει λάβει το σύνολο των αξιώσεών της από τον εφεσίβλητο για τα παραπάνω έτη...... Ενόψει των παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ανταγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι της από 14-6-2016 (......) έφεσης ως αβάσιμοι ως και η παραπάνω έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ.9 του Ν.1667/1986, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού εν προκειμένω δεν ήταν εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω υπό στοιχείο Δ μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία ήταν μέλος του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού, κατά το έτος 2012 που αποχώρησε από αυτόν δικαιούτο να λάβει την πραγματική αξία της συνεταιριστικής της μερίδας, με βάση την καθαρή περιουσία του αναιρεσίβλητου, όπως αυτή προέκυπτε από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσεως και όχι την ονομαστική αξία αυτής, την οποία και μόνο προσδιορίζει στην ένδικη ανταγωγή της και αποδεικνύει, με συνέπεια την κατ' ουσίαν απόρριψη του σχετικού αιτήματος της ανταγωγής λόγω μη προσδιορισμού και μη αποδείξεως της πραγματικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας της πρώτης αναιρεσείουσας κατά το χρόνο αποχωρήσεώς της από τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τις λοιπές αιτιάσεις της πρώτης αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον ίδιο παραπάνω λόγο, ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, ότι η αναλογία που αυτή δικαιούται από τα κέρδη των επίδικων ετών που εμφάνισε ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός της έχει διανεμηθεί, υπό την επίφαση της πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. ΣΤ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 ν. Ν1667/1986 περί αστικών συνεταιρισμών, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, "απόφαση της γενικής συνέλευσης αντίθετη στο νόμο ή στο καταστατικό είναι άκυρη. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο, αν εγείρει σχετική αγωγή ένα μέλος που δε συμφώνησε ή οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται όταν περάσει ένας μήνας από τότε που πάρθηκε η απόφαση. Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αγωγή για την ακύρωση αποφάσεως γενικής συνελεύσεως αστικού συνεταιρισμού νομιμοποιούνται να ασκήσουν τόσο οι εταίροι όσο και τρίτοι. Οι τελευταίοι νομιμοποιούνται τότε μόνον όταν επικαλούνται και αποδεικνύουν κάποιο έννομο συμφέρον, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν οι συνέπειες της αποφάσεως επενεργούν στην περιουσία τους και δικαιολογούν την εναντίωσή τους σ` αυτήν. Το έννομο συμφέρον του συνεταίρου τεκμαίρεται, ωστόσο ο νόμος θέτει ως αρνητική προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματός του ότι δεν συμφώνησε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Αυτό σημαίνει ότι παρέστη στη γενική συνέλευση και δεν εναντιώθηκε στη ληφθείσα απόφαση. Η παραπάνω ακυρότητα της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως κηρύσσεται από το δικαστήριο μόνο ύστερα από αυτοτελή αγωγή, που έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και πρέπει να ασκηθεί μέσα σε σύντομη αποκλειστική προθεσμία. Αντίθετα, δεν μπορεί να προβληθεί ούτε κατ` ένσταση ούτε παρεμπιπτόντως (ΑΠ 1339/2014, ΑΠ 408/2004).
Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 174, 281, 288 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα τον ισχυρισμό της περί ακυρότητας των αποφάσεων της Γενικής Συνελεύσεως του αναιρεσίβλητου, με τις οποίες αποφασίστηκε η μη διανομή κερδών στα μέλη του για τα μεταγενέστερα του 2008 έτη, λόγω αντιθέσεώς τους στις διατάξεις του Ν. 1667/1986 και της φορολογικής νομοθεσίας. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα : "...Επιπλέον αποδεικνύεται ότι για τα μεταγενέστερα έτη αποφασιζόταν ομόφωνα από τη γενική συνέλευση του εφεσίβλητου με τη συμμετοχή της εκκαλούσας, η μη διανομή κερδών και η δημιουργία έκτακτου αποθεματικού. Έτσι η επικαλούμενη από την εκκαλούσα ακυρότητα των παραπάνω αποφάσεων, στις οποίες η ίδια συμφωνούσε με τη συμμετοχή της στις γενικές συνελεύσεις και την θετική της ψήφο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον και η ίδια δεν θα νομιμοποιούνταν στην άσκηση σχετικής αγωγής για την ακύρωσή τους (των αποφάσεων δυνάμει των οποίων δεν θα διανεμόταν μέρισμα στους συνεταίρους)...". . Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 281, 288 ΑΚ, αφού δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η αναιρεσείουσα συμμετείχε στις Γενικές Συνελεύσεις του αναιρεσίβλητου και ψήφιζε θετικά για τη μη διανομή των κερδών και τη δημιουργία έκτακτου αποθεματικού για τα έτη μετά το 2008 και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να προσβάλλει ως άκυρες τις αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως, στις οποίες δεν εναντιώθηκε. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ζ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021). Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1409/2015, ΑΠ 6/2012, ΑΠ 1320/2011).
Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα νομίμως από αυτές από Ιουλίου 2014 έκθεση εκτιμήσεως του Π. Β., Ορκωτού Ελεγκτή - Λογιστή, από την οποία αποδεικνύεται ότι τα ποσά που έλαβε η πρώτη αναιρεσείουσα ως αναλογία της επί των κερδών του αναιρεσιβλήτου ήταν πολύ λιγότερα από εκείνα που αυτή πραγματικά δικαιούταν.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων και " ...όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση αυτού. Επομένως, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι περιεχόμενες στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα από τις αναιρεσείουσες ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα, τα οποία δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, καθιστούν τον λόγο αυτό απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 65/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ