Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 980 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 980/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ω. Μ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλεία Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά της αναιρεσείουσας παρεμβαίνουσας: εταιρείας με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και με διακριτικό τίτλο "QQUANT MASTER SERVICER Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωφό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2011 ανακοπή και τους από 23-12-2014 προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10450/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 629/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2021 αίτησή της και τους από 23-10-2024 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 57/2023, 536/2020). Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα, πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο της 15ης.5.2023, εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (25.11.2024), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτή, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από το ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης που προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα, με την από 10.2.2022 επ' αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Α.. Κ., και την κάτω από την αίτηση πράξη προσδιορισμού της αρχικής δικασίμου (15.5.2023- κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το οικείο πινάκιο, για την στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου της απολιπομένης αναιρεσίβλητης) και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, προκύπτει ότι η ένδικη αίτηση έχει επιδοθεί, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σε κάθε δε περίπτωση, αυτή θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία "QQUANT MASTER SERVICER AEΔΑΔΠ" κατά τα κάτωθι εκτεθησόμενα. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με την από 19.9.2011 ανακοπή της και τους από 23.12.2014 προσθέτους λόγους αυτής ζήτησε να ακυρωθεί η με αριθμό ...2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης μετά της από 22.7.2011 επιταγής προς πληρωμή, με την οποία επιτάχθηκε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 48.796,25 ευρώ (πλέον τόκων και εξόδων) νομιμοτόκως, στην αναιρεσίβλητη τράπεζα, το οποίο αποτελεί το κατάλοιπο του οριστικά κλεισθέντος στις 6.7.2009 λογαριασμού, τηρηθέντος για την εξυπηρέτηση του από 13.1.2006 τοκοχρεωλυτικού δανείου, την εμπρόθεσμη πληρωμή του οποίου εγγυήθηκε αλληλλεγγύως και εις ολόκληρον μετά του πιστούχου και ετέρου εγγυητού, η αναιρεσείουσα. Επί της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 10450/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία ακύρωσε την παραπάνω διαταγή πληρωμής, ενώ μετά την από 16.8.2017 έφεση της ηττηθείσας καθής η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, εκδόθηκε η με αριθμό 629/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (αναιρεσιβαλλομένη), η οποία, αφού εξαφάνισε τη με αριθμό 10450/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 19.9.2011 ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής, απέρριψε αυτούς στο σύνολό τους. Κατά της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης, ασκήθηκε η κρινόμενη από 21.10.2021 αίτηση αναίρεσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς αυτή παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 ως προς την έννοια της συζήτησης της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ και ισχύει από 1-1-2022, είναι και οι από 23.10.2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη και προσθέτως παρεμβαίνουσα (σχετ. προσκ. με αριθμούς ... Γ/23.10.2024 και ...Γ/23.10.2024 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Δ. Α..Κ.). Πρέπει, συνεπώς, η παραπάνω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της να συνεκδικασθούν, διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 497/2021, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 756/2024, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 736/2024, ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή, των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 756/2024, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 756/2924, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης" (ΑΠ 756/2024, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 362/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Μαρούσι Αττικής εταιρεία με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕΔΑΔΠ", που δραστηριοποιείται στη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 25.8.2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσίβλητη και την αναιρεσείουσα (σχετ. προσκ. με αριθμό ... Ε'/21.6.2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Σ.. Π. και με αριθμό .../25.6.2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Δ. Τ., αντιστοίχως) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "ASOPUS Limited Partnership (L.P.)", με έδρα το Delaware των ΗΠΑ, ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 225/12-4-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ B'/1391/24-4-2017), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη ETE AE, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 15.11.2019 σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος 10, αρ. 350, αρ.πρωτ. 316/15.11.2019) έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "ASOPUS LP" η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 14.11.2019 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, και του από 12.11.2019 περιορισμένου πληρεξουσίου εταιρείας διαχείρισης δανείων. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τη με αριθμό .../13.1.2006 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, που αυτή (ΕΤΕ ΑΕ) κατήρτισε με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο " ..." και της οποίας την τήρηση των όρων εγγυήθηκε η αναιρεσείουσα -καθής η πρόσθετη παρέμβαση, κατά των οποίων, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης, εκδόθηκε η ...2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η κάτωθι απογράφου εκτελεστού αυτής επιταγή προς πληρωμή, που προσβλήθηκαν με την ένδικη ανακοπή της αναιρεσείουσας. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατά τα άρθρα 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο προστασία καταναλωτών, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (OλΑΠ 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ` αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1463/2017).Σύμφωνα όμως με την παρ. 8 του άνω άρθρου (2) του ίδιου ν.2251/1994 ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της συμβάσεως, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητός του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 828/2018). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους (ΑΠ 1395/2021). Στην προστασία του ν. 2251/1994 υπάγονται όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του (ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 821/2024, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1463/2017). Εξ άλλου, για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγής (ΓΟΣ), πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου. Επομένως, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994 (ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1087/2019). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 851 ΑΚ "Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη", του άρθρου 855 "Ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη" (ένσταση διζήσεως) και του άρθρου 857 αριθ. 1 "Ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της διζήσεως 1. Αν παραιτήθηκε απ' αυτήν, και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης", σε συνδυασμό με τις αμέσως παραπάνω, συνάγεται, ότι η ύπαρξη όρου περιεχομένου σε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό μεταξύ Τράπεζας και εγγυητή, κατά τον οποίο ο συμβαλλόμενος εγγυητής δηλώνει ότι παραιτείται από το ευεργέτημα (ένσταση της διζήσεως) ευθυνόμενος αλληλεγγύως και για ολόκληρο το ποσόν ως αυτοφειλέτης, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 857 ΑΚ, και κατά συνέπεια, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου (ΑΠ 1087/2019). Ο ΓΟΣ που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν, ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889 % περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ'επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 821/2024, ΑΠ 633/2023, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005) . Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ' αριθμό 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α' 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάση των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης. Σημειώνεται ότι σε περίπτωση άσκησης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής με προβολή του σχετικού λόγου, η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει αυτού, επιφέρει, μόνο τη μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής και συγκεκριμένα, μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 753/1995). Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγόρευσης. Από τη γραμματική διατύπωση όμως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του, ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από τον ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου, πέραν του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, ενόψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από τον ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτόν. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ ` άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, (ΑΠ 368/2019) που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α'του ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 821/2024, ΑΠ 143/2024, ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ`ουσίαν (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1010/2020, ΑΠ 45/2016) . Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 109/2022, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 1392/2017, ΑΠ 701/2011).Στην προκείμενη περίπτωση, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο ανακοπής της και τον ταυτοσήμου περιεχομένου πέμπτο πρόσθετο λόγο αυτής (κατά το δεύτερο σκέλος αυτού) ζήτησε την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενη ότι με βάση καταχρηστικό και συνεπώς άκυρο όρο της δανειακής σύμβασης επιβαρύνθηκε παρανόμως με την εισφορά του ν. 128/1975, ο οποίος επί πλέον παρανόμως ανατοκίστηκε και κεφαλαιοποιήθηκε, με συνέπεια να επιβαρυνθεί ακύρως, εν μέρει, και δη με το ποσό των 86,70 ευρώ. Το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τον λόγο αυτό ανακοπής ως νόμω αβάσιμο, με τις αιτιολογίες ότι : (α) η μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και της πιστοδότριας τράπεζας, καθώς και ότι νομίμως το ποσό της υπόψη εισφοράς ανατοκίζετο και κεφαλαιοποιείτο μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, αφού αποτελούσε μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου και (β) ότι μόνον το γεγονός ότι ο όρος αυτός ήταν προδιατυπωμένος στην επίδικη σύμβαση και αποτελούσε αναγκαία για την πιστοδότρια τράπεζα συνθήκη, ώστε να προχωρήσει αυτή στην παροχή της ένδικης πίστωσης στην πιστούχο εταιρεία, δεν συνιστά άνευ ετέρου υπέρμετρη εκμετάλλευση της οικονομικής της θέσης και συνεπώς δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του ν. 128/1975 και αυτές των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 παρ. 2 περ. κζ' του ν. 2251/1994. Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Απαράδεκτος όμως, ως μη ιδρυόμενος είναι ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ`ουσίαν τον ως άνω λόγο της ανακοπής, αλλά τον απέρριψε ως μη νόμιμο και συνεπώς δεν διέλαβε ουσιαστικές παραδοχές συναφώς. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και τον ταυτοσήμου περιεχομένου δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο χωρίς καμία αιτιολογία απέρριψε ως μη νόμιμο τον λόγο ανακοπής σχετικά με την επικληθείσα καταχρηστικότητα του όρου της σύμβασης, βάσει του οποίου προβλεπόταν η δυνατότητα μονομερούς από την πιστοδότρια τράπεζα, καθορισμού και άνευ σπουδαίου λόγου μεταβολής του επιτοκίου της δανειακής σύμβασης. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι καθόσον το Εφετείο, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, δεν προέβη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και συνεπώς, ελλειπούσης της ελάσσονος πρότασης, δεν συντρέχει περίπτωση εντοπισμού του σφάλματος που ιδρύει την υπόψη πλημμέλεια. Από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Έτσι, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχονται, το παραδεκτό της άσκησης των εισαγωγικών της δίκης εγγράφων, αγωγών, ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) ενδίκων μέσων κλπ, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 343/2023, ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 1353/2022, ΑΠ 1206/2019). Στις διαδικαστικές προϋποθέσεις παροχής έννομης προστασίας που ελέγχονται από τον ανωτέρω λόγο ανήκει και το ορισμένο της αγωγής ή ανακοπής, όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του κανόνα δικαίου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου περιστατικά και κατ' ακολουθία, κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ή την ένσταση κλπ (ΑΠ 736/2019, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1247/2017). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση, μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007, ΟλΑΠ 8/1993), δηλαδή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (τις ουσιαστικές παραδοχές), εκτός εάν υφίσταται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της και ο Άρειος Πάγος αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011). Εσφαλμένο αιτιολογικό υφίσταται όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται η νομική αιτία, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου, που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού [νομικού] συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης, που ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 10/2007, ΟλΑΠ 32/2002, ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1317/2021 ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 911/2008). Σε περίπτωση εσφαλμένου αιτιολογικού, δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως, το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη, χωρίς αντικατάσταση των αιτιολογιών (ΟλΑΠ 8/1993, ΑΠ 1624/2008) και στο σκεπτικό παρατίθενται οι ορθές νομικές διατάξεις (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 736/2019).Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο αναίρεσής της αιτιάται εσφαλμένη απόρριψη ως αορίστου, του λόγου ανακοπής της με τον οποίο επικαλέστηκε ακυρότητα εξ αιτίας καταχρηστικότητας, του 10ου όρου της δανειακής σύμβασης με τον οποίο, αυτή συμβλήθηκε ως εγγυήτρια και εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση του δανείου, παραιτούμενη των δικαιωμάτων διζήσεως και ελευθερώσεως του Αστικού Κώδικα, επικαλούμενη ότι "...με την παραίτηση αυτή αποδυναμώνεται κάθε προστασία της απέναντι σε οποιαδήποτε υπαίτια ή ανυπαίτια αυθαιρεσία της αναιρεσίβλητης τράπεζας..". Επί του παραπάνω λόγου ανακοπής, η προσβαλλομένη διέλαβε τα εξής: "... Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και ως εκ τούτου απορριπτέος καθώς η ανακόπτουσα δεν συνδέει το περιεχόμενο του ως άνω όρου με συγκεκριμένη συμπεριφορά της καθής τράπεζας, η οποία να της προκάλεσε συγκεκριμένη βλάβη. Δεν επικαλείται δηλαδή, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να συνδέονται με το περιεχόμενο και την επικαλούμενη ακυρότητα του ως άνω όρου, και τα οποία να συνδέονται αιτιωδώς με την εις βάρος της έκδοση διαταγής πληρωμής, δηλαδή ότι συνέτρεξαν οι όροι απελευθερώσεώς της και με ποιόν συγκεκριμένο τρόπο. Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και ειδικότερα, κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα λόγω συνδρομής διαδικαστικού απαραδέκτου, που καθιστούσε άκυρη την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής. Τούτο διότι δεν απαιτείτο παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών προκειμένου να ελεγχθεί η καταχρηστικότητα ή μη του ανωτέρω όρου, λαμβανομένου υπόψη του ότι, ως αναλυτικά προεκτέθηκε, ο όρος περί παραιτήσεως του εγγυητή από τα δικαιώματα του Αστικού Κώδικα, που εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους της επίδικης σύμβασης, απηχεί κατά περιεχόμενο τις διατάξεις των άρθρων 855 και 863 του ΑΚ, ώστε δεν αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου σύμφωνα με την ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13 (σχετ. 13 σκέψη του Προοιμίου και το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας), κατά την οποία αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οι συμβατικές ρήτρες που απηχούν τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας. Ενόψει όμως, του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το εσφαλμένο αιτιολογικό της προσβαλλομένης, με το να κρίνει ότι ήταν απαράδεκτος ο παραπάνω λόγος ανακοπής λόγω αοριστίας και με το να απορρίψει αυτόν, ορθώς, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και κατέληξε σε ορθό διατακτικό, πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 εδ.α' ΚΠολΔ ο σχετικός από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ περίπτωση αντικατάστασης των αιτιολογιών, κατά τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν υφίσταται, αφού η αναιρεσείουσα δεν έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, καθόσον η κρίση για την απόρριψη στην προκειμένη περίπτωση του λόγου ανακοπής, αφού γίνεται και πάλι ως απαραδέκτου, δεν επιδρά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΟλΑΠ 32/2002, ΑΠ 1178/2006).
Με τον τρίτο λόγο ανακοπής, και τον τέταρτο πρόσθετο (λόγο ανακοπής) η ανακόπτουσα είχε ισχυρισθεί ότι στην επίδικη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου εμπεριέχεται όρος (2.03 όρος), ότι οι τόκοι θα υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, ότι ο όρος αυτός προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας και ότι εξ αιτίας του η οφειλή της επιβαρύνθηκε ακύρως, κατά το χρονικό διάστημα από 13.1.2006 έως 18.7.2009, κατά το συνολικό χρηματικό ποσό των 211,78 ευρώ. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής με τις ακόλουθες παραδοχές : "... Ο παραπάνω λόγος ερείδεται σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση, αφού με αυτόν γίνεται επίκληση παραβίασης εκ μέρους της καθής η αίτηση κανόνων της Κοινοτικής Οδηγίας 97/7/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με την ΚΥΑ 21-178/13.2.2001 που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ν. 2842/2000 περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ, οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) που προβλέπεται σε υφιστάμενες νομικές πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1103/1997 αντικαθίστανται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνεται υπόψη, ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών, προσαρμοζόμενο κατά τον λόγο 365 προς 360. Το ίδιο εφαρμόζεται ως προς τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων της Τράπεζας , κατόπιν της πράξης 14-2000 (ΦΕΚ Α' 43/00) του συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, κατά την οποία, το συνολικό ποσό της υποχρεωτικής κατάθεσης κάθε πιστωτικού ιδρύματος, θα τηρείται εντόκως... οι τόκοι λογίζονται με βάση το έτος 360 ημερών. Και ναι μεν με την ΚΥΑ ΦΙ-983/7.21-3-1991,άρθρο 14 εδ. δ' (ΦΕΚ Β'172/91) όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ. 3α της ΚΥΑ Ζ 1-17818/13. 2.9/3. 2001 (ΦΕΚ β'255/2001) οι οποίες εκδόθηκαν προς εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με την κοινοτική οδηγία 87/103/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 90/88/ΕΟΚ και τη σύσταση 489 της επιτροπής της ΕΕ, καθιερώνεται διάρκεια έτους 365 ημερών, 52 εβδομάδων και ίσων με αυτές 12 μηνών στην καταναλωτική πίστη, πλην όμως η ρύθμιση αυτή αφορά τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως στις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και κατόχου πιστωτικής κάρτας". Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προεκτεθείσες διατάξεις και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με συνέπεια να είναι βάσιμοι ο τέταρτος και πρώτος πρόσθετος (κατά το πρώτο σκέλος αυτού) λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται την παραπάνω πλημμέλεια. Τούτο διότι, η παράνομη και καταχρηστική χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών, κατ`εφαρμογή του ως άνω άκυρου ως καταχρηστικού ΓΟΣ της επίμαχης δανειακής σύμβασης, επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού επιφέροντας τη μερική ακύρωση της, με συνέπεια το ανεκκαθάριστο της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και την ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, κατά το μέρος που εξ αιτίας της ακυρότητας του άνω ΓΟΣ μειώνεται το ποσό της οφειλής της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος αυτού) με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ελλιπή αιτιολογία συναφώς προς την απόρριψη του παραπάνω λόγου ανακοπής (αρ. 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος αφού αυτός προϋποθέτει έρευνα του δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να μην ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, ως εν προκειμένω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς, και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 430/2002). Με τους ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν μη νομίμως ή απαραδέκτως (ΑΠ 531/2022, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 748/2020, ΑΠ 1275/2009). Δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε, και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 1293/2017, ΑΠ 431/2015), ακόμη και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 1650/2017). Εξ άλλου, από τα άρθρα 522, 535 παρ.1 και 536 παρ.1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου έφεσης την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ' ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Έτσι, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Τα αυτά ισχύουν, mutatis mutandis και όταν κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής με περισσότερους λόγους. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, το Εφετείο, εάν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, οφείλει να εξετάσει και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής που δεν είχαν εξετασθεί.
Συνεπώς, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιορισθεί στην έρευνα ενός μόνο λόγου και, κατά παραδοχή αυτού, ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, το δε εφετείο κρίνει εσφαλμένη την παραδοχή αυτού του λόγου κατά του οποίου στρέφονται και οι λόγοι έφεσης και εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, τότε αυτό (εφετείο) οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως όλους τους άλλους λόγους της ανακοπής, που δεν ερευνήθηκαν πρωτοδίκως και για τους οποίους δεν υπάρχει παράπονο στην έφεση ή αντέφεση, ούτε ειδικό αίτημα από τον ανακόπτοντα, κατ` εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι λόγοι αυτοί είχαν προβληθεί κατά τρόπον ορισμένο και παραδεκτό και ήσαν νόμιμοι, δηλαδή, ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τούτο διότι, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στους μη εξετασθέντες πρωτοδίκως λόγους της ανακοπής, εξαιτίας της επερχόμενης από το νόμο υποκατάστασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στη θέση του πρωτοβάθμιου, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η ανακοπή. Εάν δε το Εφετείο δεν εξετάσει τέτοιον λόγο της ανακοπής, που είχε δηλαδή προταθεί νομίμως, ως ανωτέρω, και δεν είχε εξετασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 886/2020, ΑΠ 959/2019, ΑΠ 225/2015, ΑΠ 1315/2014, ΑΠ 1556/2012 και πρβλ. ΑΠ 318/2021, ΑΠ 543/2019, ΑΠ 628/2001).Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη ανακοπή της, η οποία διαλαμβάνει τρείς (3) λόγους και τους εννέα (9) προσθέτους λόγους αυτής, η αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση της με αριθμό 19214/2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της κάτωθι αυτής επιταγής προς πληρωμή επικαλούμενη τα εξής: Με τον πρώτο λόγο ανακοπής και τον ταυτοσήμου περιεχομένου τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής, ότι υπήρξαν καταχρηστικοί και συνεπώς άκυροι (α) οι με αριθμούς 15.02 και 15.03 όροι της πιστωτικής σύμβασης, στην οποία αυτή συμβλήθηκε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη (εγγυήτρια), με βάση τους οποίους ο πιστούχος θα θεωρείτο ότι σιωπηρώς αναγνώριζε την οφειλή του, εφόσον δεν προέβαλε αντιρρήσεις εντός χρονικού διαστήματος 40 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του ενημερωτικού σημειώματος της πιστοδότριας τράπεζας σχετικά με το ύψος της οφειλής του και (β) ο με αριθμό 2.02 όρος της πιστωτικής σύμβασης, βάσει του οποίου συμφωνείτο το δικαίωμα της πιστοδότριας τράπεζας να προβαίνει σε μονομερή (χωρίς δηλαδή τη σύμπραξη του δανειζομένου) αναπροσαρμογή του βασικού (κυμαινόμενου) επιτοκίου του δανείου, με συνέπεια την επιβάρυνση του λογαριασμού της επίμαχης δανειακής σύμβασης κατά το ποσό των 1.107,22 ευρώ. Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής και τον ταυτοσήμου περιεχομένου έκτο πρόσθετο λόγο αυτής, ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής έπασχε από ακυρότητα, διότι η οφειλή της ανακόπτουσας επιβαρύνθηκε με την παράνομη μετακύλιση στον πιστούχο του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975, καθώς επίσης και με τον παράνομο ανατοκισμό του. Με τον τρίτο λόγο ανακοπής και τον ταυτοσήμου περιεχομένου τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής, ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε ακύρως για το ποσό των 211,78 ευρώ, εξ αιτίας της παράνομης και καταχρηστικής χρήσης του συστήματος των 360 ημερών, ως βάσης υπολογισμού των τόκων, δυνάμει του με αριθμό 2.03 όρου της δανειακής σύμβασης. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ανακοπής, ότι υπήρξε καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, διατυπωμένος σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 παρ. 2 περ. κζ' του ν. 2251/1994 ο όρος της επίμαχης σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο, τα εκδιδόμενα από την τράπεζα αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της τράπεζας αποτελούν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της πιστοδότριας τράπεζας, εξ αιτίας του περιορισμού, που έτσι υφίστανται τα αποδεικτικά μέσα του πιστούχου. Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής ότι συνέτρεχε διαδικαστικό απαράδεκτο για την έκδοση της υπόψη διαταγής πληρωμής, καθόσον στην αίτηση για την έκδοσή της, δεν εξειδικεύθηκαν τα κατ' ιδίαν κονδύλια που συναπάρτιζαν την τελική οφειλή (κεφάλαιο, τόκοι, έξοδα κλπ) ούτε εξ άλλου, γινόταν αναφορά στις μεταβολές του επιτοκίου που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια λειτουργίας της δανειακής σύμβασης. Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο ανακοπής ότι παρανόμως και καταχρηστικώς και συνεπώς, ακύρως, η ένδικη οφειλή του δανειζομένου, επιβαρύνθηκε κατά το ποσό των 471,18 ευρώ, που αφορά στο σύνολο κονδυλίων εξόδων, φόρων, τελών, και άλλων μορφών επιβαρύνσεων (όπως αυτά λεπτομερώς παρατίθενται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ανακοπής). Με τον έκτο πρόσθετο λόγο ανακοπής ότι παρανόμως και καταχρηστικώς, η ιδία ως εγγυήτρια στερείται των δικαιωμάτων και ευεργετημάτων που της παρέχονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, με συνέπεια την αποδυνάμωσή της από κάθε αυθαιρεσία της πιστοδότριας τράπεζας και τη διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εις βάρος της ιδίας ως εγγυήτριας. Με τον έβδομο πρόσθετο λόγο ότι είναι άκυρος ο όρος της επίδικης δανειακής σύμβασης που προβλέπει εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων του δανείου, δεδομένου ότι ο ανατοκισμός των τόκων δεν είναι επιτρεπτός σε συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ως εν προκειμένω, με αποτέλεσμα, η ένδικη οφειλή να έχει επιβαρυνθεί παρανόμως με το χρηματικό ποσό των 1.512,58 ευρώ (κατά τον διαλαμβανόμενο στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αριθμητικό υπολογισμό). Με τον όγδοο πρόσθετο λόγο της ανακοπής, ότι ως χρόνος της τοκογονίας ορίζεται η επομένη της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης (8.7.2009), αντί της ορθής ημεροχρονολογίας της 13ης.7.2009, λαμβανομένου υπόψη του ότι στις 13.7.2009 επιδόθηκε στην ίδια (ανακόπτουσα) η καταγγελία, η οποία ως απευθυντέα δήλωση παρήγαγε τα αποτελέσματά της, έκτοτε, δηλαδή από της περιελεύσεώς της στον προς ον απευθύνεται και όχι νωρίτερα. Τέλος, με τον ένατο και τελευταίο πρόσθετο λόγο ανακοπής, ότι η έκδοση της πληττόμενης διαταγής πληρωμής και της συμπροσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, είναι καταχρηστική διότι με βάση τελεσίδικες αποφάσεις που εκδόθηκαν επί άλλων ανακοπών της, ακυρώθηκαν άλλες (οι αναφερόμενες στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων) διαταγές πληρωμής που αφορούσαν οφειλές από άλλες πιστωτικές συμβάσεις, τις οποίες η ανακόπτουσα εγγυήθηκε, το δε συνολικό ποσό το οποίο είχε επιδικασθεί ακύρως κατ'αυτής, ύψους 43.150 ευρώ, η καθής η ανακοπή τραπεζική εταιρεία, συμψήφισε με την ένδικη οφειλή, ύψους 49.981,25 ευρώ, με την από 2.4.2012 εξώδικη δήλωσή της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τη με αριθμό 10450/2016 οριστική απόφασή του, ερεύνησε και έκανε δεκτό ως νόμιμο και ουσία βάσιμο τον δεύτερο λόγο ανακοπής και τον ταυτοσήμου περιεχομένου έκτο πρόσθετο λόγο αυτής, συναφώς προς τον ισχυρισμό της παράνομης μετακύλισης στον πιστούχο της εισφοράς του ν. 128/1975 και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής στο σύνολό της. Ακολούθως το επιληφθέν με την από 16.8.2017 έφεση της αναιρεσίβλητης τράπεζας, Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, έκανε δεκτό τον λόγο έφεσης με τον οποίο επλήττετο η παραπάνω παραδοχή της εκκαλουμένης, εξαφάνισε την τελευταία και απέρριψε τους λόγους αυτούς ανακοπής ως μη νομίμους. Μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προέβη στην έρευνα λοιπών λόγων ανακοπής, όχι όμως στην έρευνα των πρώτου, δευτέρου, πέμπτου, εβδόμου, ογδόου και ενάτου προσθέτων λόγων αυτής, όπως το περιεχόμενο αυτών προεκτέθηκε, οι οποίοι δεν είχαν ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε τους ερευνηθέντες λόγους και τελικώς την ανακοπή στο σύνολό της. Συναφώς προς το παραδεκτό και νόμιμο των παραλειφθέντων λόγων ανακοπής, λεκτέα τα εξής: (Α) Κατά το άρθρ. 623 του ΚΠολΔ, μπορεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 του Κώδικα αυτού, να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η απαίτηση, που μπορεί να αποδεικνύεται και από συνδυασμό περισσότερων τέτοιων εγγράφων, πρέπει κατά το άρθρ. 624 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων (ΑΠ 872/2017, ΑΠ 1349/2013). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να παρατίθεται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 346/2022, ΑΠ 1268/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007). Επομένως, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται τα επί μέρους κονδύλια χρεώσεων και πιστώσεων λογαριασμού που τυχόν τηρήθηκε, ούτε να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων (ΑΠ 1268/2022, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 999/2019). Εξ άλλου, το απόσπασμα των τηρουμένων από την τράπεζα βιβλίων δεν συνιστά έγγραφο κατά την έννοια των ΚΠολΔ 444 παρ. 1 και 448 παρ. 1, διότι δεν προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσο από τις ως άνω διατάξεις, ούτε από κάποια άλλη, επομένως δεν αποτελούν έγγραφα αποδεικτικά των απαιτήσεων του τηρούντος αυτά προσώπου κατά τρίτων, κατά την έννοια όμως των παραπάνω διατάξεων, επιτρέπεται, να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι τα εν λόγω αποσπάσματα θα αποτελούν πλήρη απόδειξη υπέρ του εκδότη τους. Συγκεκριμένα, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση δανείου ειδική συμφωνία, ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη. Αν επομένως υπάρχει έγκυρη σχετική δικονομικού χαρακτήρα συμφωνία, ότι η απαίτηση από δάνειο θα αποδεικνύεται πλήρως με απόσπασμα από τα βιβλία της τράπεζας, τότε το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση λογαριασμού δανείου από την αρχική χορήγησή του στον δανειολήπτη μέχρι και τη μεταφορά του ληξιπροθέσμου υπολοίπου σε οριστική καθυστέρηση, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Αν, αντίθετα με τα ανωτέρω δεν υπάρχει τέτοια δικονομική σύμβαση, τα αποσπάσματα αυτά στερούνται αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 2206/2009). Περαιτέρω, η συμφωνία περί πλασματικής αναγνώρισης είναι έγκυρη και δεν συγκαταλέγεται στις αυτοδίκαια καταχρηστικές ρήτρες του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2251/1994, καθόσον δεν αποτελεί συμφωνία περί ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλόμενους, η οποία θα ήταν άκυρη κατά το άρθρο 372 του ΑΚ, ούτε διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του πιστούχου, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αποκλείει το δικαίωμα ανταπόδειξης, αλλά απλώς περιορίζει την παρεχόμενη στον πιστούχο δυνατότητα να αμφισβητήσει το κατάλοιπο μέσα στην ως άνω εύλογη προθεσμία, με ισχυρισμούς ορισμένους, που ανάγονται στα κατ' ιδίαν κονδύλια και όχι με γενική αμφισβήτηση της ορθότητας τήρησης των λογαριασμών ή του καταλοίπου (ΑΠ 1268/2022, ΑΠ 248/2014, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 910/2010, ΑΠ 715/2009, ΑΠ 470/2006, ΑΠ 1458/2006, ΑΠ 1472/2004, ΑΠ 925/2002). Συνακόλουθα, οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι ανακοπής με τους οποίους γίνεται επίκληση ακυρότητας της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής με τις ανωτέρω αιτιάσεις είναι νόμω αβάσιμοι. (Β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 της 1969/8-8-1991 ΠΔΤΕ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1266/1982 (ΦΕΚ Α` 131/29-8-1991), "απαγορεύεται η είσπραξη προμήθειας στα δάνεια, των οποίων το επιτόκιο ορίζεται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα", ενώ κατά το κεφάλαιο ΣΤ` εδ. α` της 2501/31-10-2001 ΠΔΤΕ, που αντικατέστησε την ανωτέρω ΠΔΤΕ 1969/1991, δεν επιτρέπεται η είσπραξη οιασδήποτε προμήθειας στις πάσης φύσεως χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1331/2012). Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η είσπραξη α) προμήθειας οργάνωσης και διαχείρισης, προκειμένου περί κοινοπρακτικών δανείων, β) προμήθειας αδρανείας επί των μη αναληφθέντων ποσών πιστώσεων, ανεξάρτητα από τη μορφή χορήγησής τους. Στην έννοια των πάσης φύσεως προμηθειών του παρόντος κεφαλαίου, δεν εμπίπτουν οι αμοιβές για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπάνες και τα έξοδα υπέρ τρίτων (π.χ. συμβολαιογραφικά έξοδα εκτίμησης και ελέγχου τίτλων ακινήτου, εγγραφής υποθήκης κλπ). Εξάλλου, σύμφωνα με την πράξη 2501/2002 του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία άρχισε να ισχύει από 1.1.2003 και κατήργησε την προγενέστερη αυτής, με αριθμό 1969/1991 όμοια, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κάποια ελάχιστα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά, να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, ειδικότερα, δε, ως προς τις χορηγήσεις, το ύψος των αμοιβών για τυχόν παρεπόμενες ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπανών, καθώς και των εξόδων υπέρ τρίτων που εισπράττουν. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, ο σχετικός όρος μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση και κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ακυρότητα της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής για το λόγο ότι με βάση καταχρηστικό και παράνομο όρο της επίδικης δανειακής σύμβασης (13 όρο αυτής) επιβαρύνθηκε η ένδικη οφειλή με απαγορευμένα, ως αντίθετα στη διάταξη του άρθρου 1 της 1969/8-8-1991 ΠΔ/ΤΕ, έξοδα και προμήθεια ανοίγματος, του χρονικού διαστήματος από 16.1.2006 έως 29.4.2009, συνολικού ύψους 471,18 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι νόμω αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, δεν απαγορεύεται η επιβολή δαπανών για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, ήτοι εφάπαξ δαπάνες, προμήθειες και έξοδα υπέρ τρίτων, ο δε σχετικός όρος μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση και κατά τρόπο κεκαλυμμένο, περιστάσεις, όμως, που δεν επικαλείται η ανακόπτουσα ότι συντρέχουν εν προκειμένω. (Γ) Από το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 1083/1980, την υπ' αριθ. 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, το άρθρο 296 ΑΚ και τα άρθρα 110, 111 και 112 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι ο ανατοκισμός των οφειλόμενων σε τραπεζικούς ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς ληξιπρόθεσμων τόκων, δικαιοπρακτικών ή νομίμων, δεδουλευμένων ή μη, ακόμη δε και τέτοιων επί οριστικού καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να γίνει από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης χωρίς οποιονδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό, όχι όμως αυτοδικαίως ή με σχετική μονομερή δήλωση του δανειστή, αλλά με σχετική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (ΟλΑΠ 8 και 9/1998). Ωστόσο αλλαγές στην ως άνω ρύθμιση επέφερε ο ν. 2601/1998 που, σύμφωνα με το άρθρο 20 αυτού, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 15-4-1998 και στο άρθρο 12 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: Από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο, κατ` ελάχιστο όριο, είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων, είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του ΕισΝΑΚ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου (παρ. 1)( ΟλΑΠ 13/2006, ΑΠ 1148/2024, ΑΠ 915/2004, ΑΠ 1433/2003 ,ΑΠ 74/2002 , ΑΠ 1433/2003). Με τον έβδομο πρόσθετο λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα επικαλέστηκε ακυρότητα της υπόψη διαταγής πληρωμής κατά το ποσό των 1.512,58 ευρώ που αφορά συνολικούς τόκους με βάση εξάμηνο ανατοκισμό του χρονικού διαστήματος από 6.1.2006 έως 16.1.2009, ο οποίος συμφωνήθηκε με τον 8ο όρο της επίδικης σύμβασης, παρανόμως, δεδομένου ότι "ο ανατοκισμός των τόκων δεν είναι επιτρεπτός σε συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου". Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μη νόμιμος, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2601/1998 ρητώς ορίζεται, ότι σε εξάμηνο ανατοκισμό, εφόσον τούτο συμφωνηθεί (όπως κατά τα εκτιθέμενα συνέβη με την συνομολόγηση του ανωτέρω όρου) υπόκειται και το οριστικό κατάλοιπο του αλληλοχρέου λογαριασμού που συνοδεύει τη σύμβαση πίστωσης, όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, χωρίς σε κάθε περίπτωση να διαφοροποιείται η ρύθμιση αυτή στις περιπτώσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων που δεν εξυπηρετήθηκαν με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό). (Δ) Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος, κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 61/2024, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013). Με τον όγδοο λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της υπόψη διαταγής πληρωμής και της συμπροσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή για το λόγο ότι διατάσσεται να καταβάλει το χρηματικό ποσό των 48.796,25 ευρώ " ...νομιμοτόκως με το ισχύον εκάστοτε τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας και με ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων καθυστερήσεως, από 8.7.2009 και μέχρι την εξόφληση.." ενώ η επίδοση σ'αυτήν της καταγγελίας της επίδικης δανειακής σύμβασης έγινε αργότερα και συγκεκριμένα στις 13.7.2009, οπότε έκτοτε ξεκινά η υπερημερία της συναπτόμενη με την υποχρέωση καταβολής τόκων. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος εξ αιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι, δεν παρατίθεται συγκεκριμένο ποσό τόκων κατά το οποίο η επίδικη απαίτηση κατέστη ανεκκαθάριστη για το λόγο αυτό, λαμβανομένου υπόψη του ότι τυχόν ευδοκίμηση του λόγου, επάγεται μερική μόνον κατάλυση της οφειλής και ανάλογο αποτέλεσμα ως προς την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική ακύρωση της τελευταίας. (Ε) Με τον ένατο και τελευταίο πρόσθετο λόγο ανακοπής, η ανακόπτουσα επικαλείται καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της καθής η ανακοπή τραπεζικής εταιρείας, για το λόγο ότι η τελευταία επεδίωξε την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, ενώ είχε συμψηφίσει στις 2.4.2012 το χρηματικό ποσό των 43.150 ευρώ που αφορά σε τελεσιδίκως επιδικασθείσα υπέρ της (ανακόπτουσας) δικαστική δαπάνη από δίκες επί ανακοπών κατά άλλων διαταγών πληρωμής, με το ποσό των 49.981,25 ευρώ που η ίδια επιτάχθηκε να καταβάλει ως οφειλόμενο από την επίδικη δανειακή σύμβαση. Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι νόμω αβάσιμος καθόσον δεν παρίσταται καταχρηστική η συμπεριφορά της καθής η ανακοπή τραπεζικής εταιρείας να αιτηθεί την έκδοση διαταγή πληρωμής, υφισταμένου κατά τα εκτιθέμενα λειψάνου χρέους, σε κάθε δε περίπτωση, δεν θεμελιώνει ούτε νόμιμη ένσταση εξοφλήσεως, δεδομένου ότι αυτή προτείνεται νομίμως σε χρόνο προ της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής και όχι μεταγενεστέρως, ως ιστορείται εν προκειμένω.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω προεκτεθέντα, το Εφετείο όφειλε μεν να εξετάσει τους ανωτέρω λόγους της ανακοπής, που είχαν προβληθεί και δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, πλην όμως αυτοί δεν ήσαν παραδεκτοί ή νόμιμοι (κατά τις ανωτέρω διακρίσεις) και συνεπώς, δεν υπέπεσε στην προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβασίμως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο αναίρεσής της. Σημειώνεται ότι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη της έγγραφης δήλωσης συμψηφισμού της επίδικης οφειλής, στην οποία φέρεται να προέβη η αναιρεσίβλητη, προϋποθέτει την έρευνα του ενάτου προσθέτου λόγου ανακοπής, στην οποία δεν προέβη το Εφετείο ως προεκτέθηκε, και ο οποίος ελέγχθηκε ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά το μέρος που απορρίφθηκαν ο τρίτος κύριος και τέταρτος πρόσθετος λόγοι ανακοπής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Ακολούθως, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στην ίδια (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη και την αυτοτελώς υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 21.10.2021 αίτηση, τους από23-10-2024 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 629/2020 απόφασης του Μον/λούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και την από 25-8-2023 πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ υπέρ της αναιρεσίβλητης.
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 629/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το σκεπτικό.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτή παραβόλου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη και την αυτοτελώς υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα τη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ