Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 981 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 981/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ", που εδρεύει στην Κασσανδρεία Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραμανλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στα Νέα Μουδανιά Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαυρουδή Μαύρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και 2039/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-1-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 β`, 309 εδ. 1, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, ή η κατ` άρθρο 503 παρ. 2 ΚΠολΔ εξηκονθήμερη προθεσμία, προκειμένου περί αγνώστου διαμονής ή διαμένοντος στο εξωτερικό ερημοδικασθέντος διαδίκου, από την τελευταία δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ. Και τούτο διότι η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα την δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 557 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντιθέτως δηλαδή προς την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΟλΑΠ 15/2001) και συνεπώς καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων (ΑΠ 741/2023, ΑΠ 692/2021, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017). Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή ερημοδικίας, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο η δίκη επί της ως άνω ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, έστω κι αν στο στάδιο αυτό επιδοθεί η απόφαση αυτή, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης.
Συνεπώς η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή, και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προς αναίρεση προθεσμία. Διότι κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του ΚΠολΔ, για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση (ΟλΑΠ 11/1998). Περαιτέρω, η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1104/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει επίσης από την επίδοση της απόφασης. Β. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 209 παρ. 1, 2 και 9 του Ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), 83 παρ. 1 του Ν. 2362/1995 (περί Δημόσιου Λογιστικού), και 17 παρ. 1 του Ν. 2539/1997 προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών συνάπτονται για λογαριασμό των δήμων και των κοινοτήτων απευθείας από τον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας, ακόμη και χωρίς διαγωνισμό, μόνον όταν η αξία τους δεν υπερβαίνει κατ` είδος σε ετήσια βάση το ποσό των 15.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, και από 11.8.2010 το ποσό των 20.000 ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, η σύμβαση έργου με απευθείας ανάθεση από το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας επιτρέπεται να συναφθεί μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων και επειγουσών περιπτώσεων, ειδικά αιτιολογημένων, και μόνο εφόσον υπάρχει εγγραφή στον προϋπολογισμό εξειδικευμένης πίστωσης προορισμένης για προμήθεια, εργασία ή μεταφορά, που κατονομάζεται ρητά στον προϋπολογισμό. Συμβάσεις, που συνάπτονται για λογαριασμό δήμων και κοινοτήτων από τους δημάρχους ή προέδρους τους, αντίστοιχα, κατά παράβαση των ανωτέρω, είναι άκυρες κατ' άρθρο 85 του Ν. 2362/1995 και δεν παράγουν έννομες συνέπειες και ειδικότερα υποχρεώσεις σε βάρος των ΟΤΑ. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 εδ. α' και β' και 908 εδ. α' του ΑΚ, κατά τα οποία "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", προκύπτουν τα ακόλουθα: Όταν εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση έργου, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή, η παροχή που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του, είτε αντιστρόφως ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της. Εάν υπάρχει αδυναμία αυτούσιας απόδοσης της παροχής, ο "αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση έργου, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες και κάτω από τις ίδιες περιστάσεις (ΑΠ 212/2023, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 100/2020). Ο ανωτέρω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης έργου που αφορά το Δημόσιο, καθώς και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), δεδομένου ότι δεν καθιερώνεται γι` αυτά εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 212/2023, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1260/2018, ΑΠ 1358/2015).
Συνεπώς, οι διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφαρμόζονται και στην περίπτωση δημόσιου έργου λόγω ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 212/2023, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 100/2020, ΑΠ 1102/2018). Στη προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία (... ΑΕ) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ-ΟΤΑ (ΔΗΜΟΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ), την από 20.2.2014 αγωγή της, με την οποία, επικαλούμενη προφορική σύμβαση έργου μεταξύ της ιδίας ως εργολάβου και του αντιδημάρχου-εκπροσώπου του παραπάνω Δήμου ως εργοδότη, με αντικείμενο την κατασκευή δικτύου ύδρευσης και υδατοδεξαμενής για τις ανάγκες των δημοτών της περιοχής, ζήτησε ως εργολαβικό της αντάλλαγμα με βάση τη σύμβαση και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εξ αιτίας της, ελλείψει εγγράφου τύπου, ακυρότητας της σύμβασης να της καταβληθεί το ποσό των 54.156 ευρώ, νομιμοτόκως. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 121/2019 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που κατέστη αμετάκλητη (σχετ. προσκ. με αριθμό ... πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής) με την οποία λόγω καθύλην αναρμοδιότητός του, δεδομένου ότι συνέτρεχε διαφορά από αδικαιολόγητο πλουτισμό, που προήλθε από εκτέλεση άκυρης σύμβασης δημοτικού έργου που απέβλεπε στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (αρθ. 77 παρ. 4,5 του ν. 3669/2008) το δικαστήριο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθύλην και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως αρμοδίου καθύλην δικαστηρίου, μετά την κατάργηση του άρθρου 64 παρ. 4 του ΕισΝΚΠολΔ, που προέβλεπε την συγκρότηση του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου (αρθρ. 26 ν. 4491/2017). Το παραπάνω δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε τη με αριθμό 2039/2021 απόφασή του, ερήμην του εναγομένου Δήμου Κασσάνδρας, κατά της οποίας ασκήθηκε η κρινόμενη από 28.1.2022 αίτηση αναίρεσης. Όπως αποδεικνύεται, η παραπάνω ερήμην του εναγομένου Δήμου Κασσάνδρας εκδοθείσα απόφαση, επιδόθηκε στον τελευταίο (ήδη αναιρεσείοντα) στις 5.1.2022 (σχετ. προσκ. με αριθμό ...2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, Κ. Μ.), χωρίς ο τελευταίος να ασκήσει κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ. Με βάση τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε ενώπιον του εκδόσαντος τη προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 1.2.2022, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 554, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ώστε είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Γ. Με το αρθρ. 13 του ν. 1418/1984 και ήδη αρθρ. 77 του ν.3669/2008 καθιερώθηκε εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου και ειδική διαδικασία για την επίλυση των διαφορών από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, δηλαδή έργου κατά την έννοια του αρθρ. 1 των νόμων αυτών, που εκτελείται από τους αναφερόμενους στο αρθρ. 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 φορείς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ). Η εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου και αντίστοιχα η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία καλύπτει και τις αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που γεννιούνται από την εκτέλεση δημόσιου έργου, όταν η σχετική σύμβαση είναι άκυρη, όπως συμβαίνει όταν η σύμβαση κατά παράβαση του αρθρ. 41 του ν.δ/τος 496/1974 "περί Κώδικος Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." καταρτίστηκε προφορικά, αφού και στην περίπτωση αυτή η αγωγή έχει ως ιστορική βάση για τον προσδιορισμό της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό την εκτέλεση του δημόσιου έργου και συντρέχει συνεπώς ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος. Έτσι ισχύει και η ρύθμιση της παραγράφου 6 του αρθρ. 77 του ν. 3669/2008, κατά την οποία αναίρεση κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 18/2023, ΑΠ 32/2021, ΑΠ 1392/2017, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1499/2009). Επομένως, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς άπαντα τα σκέλη του, από τους αριθμούς 14,18 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αφού στο πλαίσιο της παρούσας δίκης με αντικείμενο αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που συνδέονται με την εκτέλεση δημοσίου έργου στο πλαίσιο προφορικής και συνεπώς άκυρης σύμβασης, αποκλείονται, κατά τα προεκτεθέντα, τέτοιοι λόγοι, με τους οποίους μάλιστα επιχειρείται στη πραγματικότητα, να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης.
Δ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένως δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης τελεί, σύμφωνα με την άνω διάταξη υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 47 ΚΠολΔ, κατά την οποία "απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, το ίδιο δε ισχύει, και για τις αποφάσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου, σχετικά με τις υποθέσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του μονομελούς". Η τελευταία αυτή, εξάλλου, διάταξη, ως εκ του δικαιολογητικού λόγου της, που έγκειται στην έλλειψη ανάγκης δικαστικής προστασίας στην περίπτωση που η υπόθεση δικάστηκε από δικαστήριο, που είναι μεν αναρμόδιο, αλλά συγκεντρώνει κατά τεκμήριο περισσότερες εγγυήσεις ορθοκρισίας, εφαρμόζεται αναλόγως πέραν των αναφερομένων ρητώς στο άρθρο 47 ΚΠολΔ περιπτώσεων και σε κάθε άλλη περίπτωση που η υπόθεση δικάσθηκε από αναρμόδιο μεν καθ' ύλην πλην όμως ανώτερο δικαστήριο, δεδομένου ότι πρόκειται για αξιολογικώς όμοια, κατά τα ουσιώδη, κατάσταση προς αυτήν που ρητώς ρυθμίζεται (ΑΠ 637/2018, ΑΠ 935/2013, AΠ 344/2010). Επομένως, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που το Εφετείο, δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση σε πρώτο βαθμό, μετά τις αλλαγές που επέφεραν οι διατάξεις του ν. 4491/2017 και ενόψει της κατάργησης του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου, αλλά και λόγω της δεσμευτικότητας που παρήχθη ως προς την αρμοδιότητα του εκδόσαντος τη προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, λόγω της τελεσιδικίας της παραπάνω παραπεμπτικής απόφασης.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης αναρμοδίως καθύλην δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, ενώ αυτή υπήγετο στην καθύλην αρμοδιότητα του κατωτέρου, παραπέμψαντος την υπόθεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος Κασσάνδρας, λόγω της ήττας του (αρθ. 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, μειωμένων όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.1.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2039/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο Κασσάνδρας στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ