Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 985 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 985/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Π. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Β. Ξ. - Τ. του Φ., κατοίκου ... και 4) Κ. Β. (V.) του Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 2η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου και οι 1η, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από την αυτή πληρεξούσια δικηγόρο τους Πολυξένη Τσιτσώνη. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τσίγκρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8922/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 546/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-9-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η 2η των αναιρεσειόντων και πληρεξούσια των λοιπών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 28-9-2022 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 546/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, η οποία, κατ' άρθρο 44 του π.δ. 34/1995, εφαρμόζεται και επί των εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Η παροχή της χρήσης του μισθίου που οφείλεται από τη σύμβαση ενιαίου ακινήτου είναι αδιαίρετη, γιατί δεν επιδέχεται κατάτμηση. Αυτό έχει ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, ότι δεν επιτρέπεται η καταγγελία από τους συμβαλλόμενους της μίσθωσης για μέρος του μισθίου. Τα ανωτέρω προϋποθέτουν ότι το μίσθιο είναι αυτοτελές ακίνητο ή αποτελείται από περισσότερα αυτοτελή ακίνητα τα οποία συνενώθηκαν ή συμφωνήθηκε να συνενωθούν προκειμένου να εκμισθωθούν ως ενιαίο ακίνητο με την ίδια σύμβαση και έναντι ενιαίου, κατά κανόνα μισθώματος. (ΑΠ 1080/2024, ΑΠ 185/2021, ΑΠ 936/2010, ΑΠ 885/2006). Έτσι, επί περισσότερων συμμισθωτών δημιουργείται, λόγω του αδιαίρετου της χρήσης, ενοχή εις ολόκληρον. Η αποχώρηση από το μίσθιο κάποιου από τους συμμισθωτές δεν ωφελεί ούτε βλάπτει αυτόν που παραμένει ούτε επηρεάζει τη θέση του εκμισθωτή, ο οποίος εξακολουθεί να έχει την υποχρέωση να παράσχει ολόκληρη τη χρήση του μισθίου στους μισθωτές που απομένουν, ενώ οι παραμένοντες στο μίσθιο θα είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν ολόκληρο το συμφωνημένο μίσθωμα (ΑΠ 185/2021,ΑΠ 1863/2006). Περαιτέρω, στη μίσθωση πράγματος (άρθρο 574 Α.Κ.), αν το μίσθιο ανήκει κατά συγκυριότητα σε περισσότερα πρόσωπα, τότε μεταξύ των πολλών συνεκμισθωτών, σε σχέση προς τη ρύθμιση των εσωτερικών τους σχέσεων, η μίσθωση, διέπεται από τις διατάξεις περί κοινωνίας (άρθρα 785 επ. ΑΚ), οπότε για την εκμίσθωση του κοινού πράγματος σε τρίτον απαιτείται απόφαση όλων, ή της πλειοψηφίας των κοινωνών, υπολογιζομένης με βάση το μέγεθος των μερίδων, ή απόφαση του δικαστηρίου, ή του διορισμένου διαχειριστή (άρθρα 788-790 Α.Κ.). Ειδικότερα, η παραχώρηση της χρήσης του κοινού πράγματος αποτελεί πράξη διοίκησης-διαχείρισης (άρθρο 785 Α.Κ.) και όχι πράξη διάθεσης κατ'άρθρο 793 Α.Κ., (ΑΠ1468/2023, ΑΠ 605/2018). Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ, με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί για το κοινό αντικείμενο ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης. Η πλειοψηφία λαμβάνεται κατά το μέγεθος των μερίδων. Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη, η οποία τείνει στη διατήρηση η άρση των συνεπειών της μίσθωσης, όπως η παράταση, η ανανέωση - αναμίσθωση, ή η τροποποίηση της σύμβασης μίσθωσης, ή καταγγελία αυτής. Για τους αυτούς λόγους, αν το μίσθιο ανήκει κατά κυριότητα σε περισσότερους συγκύριους, η άσκηση αγωγής απόδοσης μισθίου κατά τρίτου μη συγκυρίου, συγκαταλέγεται στις πράξεις διοίκησης και διαχείρισης και ασκείται από όλους τους κοινωνούς - συνεκμισθωτές, ή από εκείνους που διαθέτουν την πλειοψηφία των μερίδων ή από το διορισμένο διαχειριστή κ.λπ., κατά τις περί κοινωνίας διατάξεις. Το αίτημα όμως θα είναι η απόδοση του μισθίου σε όλους τους συνεκμισθωτές - κοινωνούς ενάγοντες, κατ' άρθρο 495 ΑΚ, αφού τόσο η πλειοψηφία όσο και ο διαχειριστής αντιπροσωπεύουν όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και όσους μειοψήφησαν. Εξάλλου, λόγω του παραπάνω χαρακτήρα της ενοχής μερική απόδοση του μισθίου δεν νοείται. (ΑΠ 1468/2023, ΑΠ 605/2018, ΑΠ 1817/2006). Η απόφαση της πλειοψηφίας που λήφθηκε μέσα στα πλαίσια του άρθρου 789 ΑΚ δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των κοινωνών, αλλά ενέχει και εξουσία αντιπροσώπευσης και συνακόλουθα είναι έγκυρη και δεσμεύει όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφησαν (ΑΠ 1468/2023, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 635/2018, ΑΠ 302/2014, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 1259/2007). Τέλος, αν η μίσθωση περισσότερων μισθίων κριθεί ότι είναι ενιαία, όπως συμβαίνει όταν όλα τα μίσθια εκμισθώθηκαν αθρόα και ως σύνολο και καθένα από αυτά δεν μπορεί να αποχωριστεί από τα υπόλοιπα χωρίς να ζημιωθεί το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, η χρήση όλων είναι αδιαίρετη και μεταξύ των περισσότερων εκμισθωτών ή μισθωτών υπάρχει κοινωνία δικαιώματος. (ΑΠ1468/2023). Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, το δικαστήριο οφείλει να αρκεστεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης, ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση (ΑΠ 1468/2023, ΑΠ 152/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 1408/2021). Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγόμενου, η αγωγή είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 1408/2021, ΑΠ 656/2019). Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο, αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης (ΑΠ 1468/2023, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 1187/2021). Ενόψει της φύσης της νομιμοποίησης, ως διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης για κάθε αίτηση παροχής έννομης προστασίας, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος απόδειξης (ΑΠ 865/2022, ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 46/2020). Ποια πρόσωπα είναι οι κατά κανόνα φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται, όπως προεκτέθηκε, από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποίησης των διαδίκων, γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης, αλλά και τους φορείς της, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 25/2008, Ολ. ΑΠ 18/2005, ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 553/2020, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 587/2015, ΑΠ 585/2014). Αν όμως το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση των διαδίκων, σύμφωνα με το νόμο και η αγωγή είναι απορριπτέα εκ του λόγου τούτου ως απαράδεκτη, τότε ο λόγος αναίρεσης από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1408/2021, ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 112/2008). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 19/2017). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 του ΚΠολΔ), για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του ακόλουθα: "Την 1-5-2016, με έγγραφη μισθωτική σύμβαση, ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) μίσθωσε από τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών και ενάγοντος, Β. Ρ. Τ., Β.-Ξ. Τ., Κ. Β., όπως οι τρείς αυτοί εκπροσωπήθηκαν στην σύμβαση μίσθωσης από τον Φ. Ξ. (ήδη αναιρεσείοντες) και από Γ. Γ. (συνεκμισθωτή, μη διάδικο) ένα ακίνητο κυριότητας των εκμισθωτών, κείμενο στην οδό ... στην Θεσσαλονίκη, αποτελούμενο από ισόγειο κατάστημα εμβαδού 120 περίπου τ,μ, με έναν χώρο υγιεινής (WC) και ίσης έκτασης υπόγειο με αποθήκη, κάτω από το κλιμακοστάσιο. Το ακίνητο που μίσθωσε για να χρησιμοποιήσει ως εμπορικό κατάστημα, απαρτίζεται από δύο, ίσης έκτασης τμήματα, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους, αποτελούν ένα ενιαίο κατάστημα και από καμία επιφάνεια δεν διαχωρίζονται, ανήκουν το μεν ένα, που βρίσκεται αριστερά του προσβλέποντα την οικοδομή, από την πρόσοψή της, στον Γ. Γ., μη διάδικο, και το άλλο που βρίσκεται δεξιά, ανήκει κατ' ισομοιρία στους λοιπούς εκμισθωτές, στην θέση των οποίων, μετά την κατάρτιση της μίσθωσης, υπεισήλθαν με γονικές παροχές και καθολική διαδοχή, οι ενάγουσες και ο ενάγων. Το ενιαίο αυτό κατάστημα, αποτελούμενο κατά τα προαναφερόμενα, από δύο ίσης έκτασης αυτοτελή και διηρημένα καταστήματα, χωρίς ωστόσο ποτέ να διαχωριστούν από μεσοτοιχία, εκμίσθωσε με βάση την ως άνω έγγραφη συμφωνία, ως ένα ενιαίο χώρο ο εναγόμενος, έναντι μηνιαίου μισθώματος 1.200 ευρώ, το οποίο όφειλε να καταβάλλει τις πρώτες πέντε εργάσιμες ημέρες εκάστου μήνα, σε δύο τραπεζικούς λογαριασμούς των εκμισθωτών και συγκεκριμένα κατά το 50% σε τραπεζικό λογαριασμό του μη διαδίκου, εκμισθωτή Γ.. Γ. και το υπόλοιπο 50% σε τραπεζικό λογαριασμό των λοιπών εκμισθωτών και των, ήδη εναγόντων δικαιοδόχων τους. Η μίσθωση ορίστηκε τριετής, με λήξη την 30-4-2019, κατά την οποία, αν δεν υπήρχε νεότερη συμφωνία, ο μισθωτής όφειλε να εκκενώσει το μίσθιο και να το παραδώσει αμέσως στους εκμισθωτές. Την 30-4-2019, όταν έληξε η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης, οι ενάγοντες εκμισθωτές του ενός από τα δύο καταστήματα, που μισθώθηκαν ως ενιαίο όλο, ζήτησαν να τους αποδώσει ο εναγόμενος το δικό τους μερίδιο, το οποίο μεν είναι διαιρετό κατάστημα, πλην όμως εκμισθώθηκε κατά τα προαναφερόμενα ως ένα και μόνο ενιαίο κατάστημα, μαζί με το όμορο αυτοτελές, ίσης έκτασης κατάστημα, του επίσης εκμισθωτή, μη διαδίκου Γ.. Γ., και ο εναγόμενος αρνήθηκε να τους το αποδώσει. Κατόπιν τούτων, οι ως άνω εκμισθωτές, συγκοινωνοί στην μίσθωση κατά 50%, ζήτησαν με την ένδικη αγωγή την απόδοση του δικού τους καταστήματος, σαν να επρόκειτο για μία ξεχωριστή αυτοτελή μίσθωση, χωρίς να εκθέτουν, ούτε και να αποδεικνύουν, ότι είχαν την σύμφωνη γνώμη του συγκοινωνού τους, ιδιοκτήτη και συνεκμισθωτή κατά 50% του έτερου καταστήματος και χωρίς να διαθέτουν την πλειοψηφία στην κοινωνία, που είχαν ως συνεκμισθωτές, με τον Γ.. Γ.. Όπως δε προαναφέρθηκε, η μίσθωση αφορούσε ένα ενιαίο κατάστημα, το οποίο ουδέποτε διαχωρίστηκε στα δύο αυτοτελή από τα οποία αποτελούνταν, για τον λόγο δε αυτό, διαθέτει μία είσοδο, από την πλευρά του καταστήματος του συνεκμισθωτή, των εναγουσών-ενάγοντα, μία τουαλέτα και μία εσωτερική σκάλα, που οδηγεί στο ενιαίο επίσης υπόγειο, από την ίδια, προαναφερόμενη πλευρά. Κατόπιν τούτων, των αποδειχθέντων περιστατικών, οι τρείς πρώτες ενάγουσες και ο ενάγων, μην έχοντας την πλειοψηφία στην κοινωνία εκμίσθωσης του καταστήματος, δεν νομιμοποιούνται να ζητήσουν την απόδοσή του, έστω και του δικού τους διαιρετού τμήματος, δεδομένου ότι η μίσθωση, που επικαλέστηκαν με την αγωγή τους, δεν αφορούσε δύο διαιρετά καταστήματα, αλλά ένα και μόνο, ενιαίο κατάστημα, το οποίο μίσθωσαν στον εναγόμενο από κοινού με τον Γ.. Γ., στον εναγόμενο, το οποίο ως ενιαίο μίσθιο έκανε χρήση ο εναγόμενος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας. Το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στους ενάγοντες, το ήμισυ του μισθίου, που κατά κυριότητα ανήκει στους εδώ διάδικους εκμισθωτές, το οποίο μάλιστα αν διαχωριζόταν από το άλλο, δεν θα έχει ούτε δική του είσοδο, ούτε τουαλέτα, ούτε πρόσβαση στο υπόγειο του, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Πρέπει επομένως, αφού εξαφανιστεί, δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της έφεσης, η εκκαλουμένη, κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή, να απορριφθεί κατ' ουσίαν...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγόμενου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης. Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης αποδίδουν στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, (αληθώς μόνο από το αριθμό 1,σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη που προεκτέθηκε), που συνίστανται στο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 287, 574 επ., 608 και 785 επ, ΑΚ, και του άρθρου 13 ν. 4242/2014, απορρίπτοντας την αγωγή τους, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης. Το Εφετείο αναφορικά με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η επίδικη μίσθωση αφορούσε ένα ενιαίο κατάστημα και ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, έχοντας ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του μισθίου, δεν διέθεταν την πλειοψηφία στην κοινωνία εκμίσθωσης του επιδίκου καταστήματος, και ότι για το λόγο αυτό δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά να ζητήσουν με την αγωγή τους, την απόδοσή έστω μόνο του δικού τους διαιρετού τμήματος του μισθίου, δεδομένου ότι η μίσθωση, που επικαλέστηκαν με την αγωγή τους, δεν αφορούσε δυο διαιρετά καταστήματα, αλλά ένα και μόνο ενιαίο κατάστημα, το οποίο μίσθωσαν ως σύνολο από κοινού με τον έτερο (μη διάδικο) συνεκμισθωτή κατά ποσοστό 50% επί του επίδικου μισθίου, Γ..Γ., στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος είχε την χρήση του ως ενιαίο μίσθιο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 574 επ.,599,608 και 785 επ. ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον κατά τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες ήταν συνεκμισθωτές του επίδικου μισθίου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ποσοστά ο καθένας που πληρούσαν ποσοστό 50% στην κοινωνία εκμίσθωσης του επιδίκου καταστήματος, και μη έχοντας την σύμφωνη γνώμη του συγκοινωνού τους, ιδιοκτήτη και συνεκμισθωτή κατά 50% του έτερου καταστήματος και χωρίς να διαθέτουν την πλειοψηφία στην κοινωνία που είχαν ως συνεκμισθωτές, δεν νομιμοποιούνταν στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι δύνανται με την αγωγή τους να ζητήσουν την απόδοση μόνο του δικού τους καταστήματος, σαν να επρόκειτο για μια ξεχωριστή αυτοτελή μίσθωση, επικαλούμενοι ότι έληξε ο συμβατικός χρόνος της επίδικης μίσθωσης, είναι αβάσιμες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη που προεκτέθηκε, καθόσον το επίδικο κατάστημα εκμισθώθηκε με τη συμφωνία των μερών ως ενιαίο κατάστημα και η παροχή της χρήσης του μισθίου που οφείλεται από τη σύμβαση αυτή, ως ενιαίου ακινήτου είναι αδιαίρετη (ΑΠ 1080/2024, ΑΠ 185/2021) και λόγω του χαρακτήρα αυτού της ενοχής, μερική απόδοση του μισθίου δεν νοείται.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 659/2021, ΑΠ 816/2021, ΑΠ 320/2021, ΑΠ 685/2020, 367/20215). Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο και κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη τα εξής από αυτούς (αναιρεσείοντες) νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα: α) την με αρ. ... πράξη του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Ε.. Σ. " Διανομής προ πάσης ανεγέρσεως πολυκατοικίας κατά τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας" η οποία νομίμως μεταγράφηκε, β) την κάτοψη υπογείου και την κάτοψη ισογείου του πολιτικού μηχανικού Α. Π. θεωρημένη από την Διεύθυνση Πολεοδομίας, γ) την από ... Άδεια ανεγέρσεως οικοδομής με αριθμ. πρωτ. ... του Γραφείου Πολεοδομίας του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, από τα οποία προέκυψε η λειτουργική αυτοτέλεια του επιδίκου καταστήματος ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, το οποίο συνεκμισθώθηκε με όμορο ακίνητο. Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελής, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως ενεργητικά ανομιμοποίητη. Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όσα έγγραφα προσκομίζουν παραδεκτά για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα κατά την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης. Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 659/2021). Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο και κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή μη λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα, δεν έλαβε υπόψη προταθέντα πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία εάν λάμβανε υπόψη της θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, γιατί τα αποδεικτικά μέσα, όπως τα έγγραφα, δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του KΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 1182/2021). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενου, β) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ε) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 816/2022). Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση, τη πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και ειδικότερα, προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη παραμόρφωσε το περιεχόμενο των φωτογραφιών του μισθίου που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος διότι με αυτόν, δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του εν λόγω αποδεικτικού εγγράφου δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του, που δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ανέγνωσε και συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ` αυτό ή κυρίως σ` αυτό. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του πιο πάνω εγγράφου για τη συναγωγή, από το Εφετείο, αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, στη περίπτωση δε αυτή πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στη κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 1170/2022). Μετά από αυτά, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 28-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 546/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ