Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 987 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 987/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." [Α.Φ.Μ. ... Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών], η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ..., και τελεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, νομίμως εκπροσωπουμένης από τον εκκαθαριστή της, Σ. Μ. του Γ., Δικηγόρο Αθηνών και κάτοικο ως άνω, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Βασίλειο Κουλούρη και Γεώργιο Μεντή, που ανακάλεσαν την από 2-2-2024 κοινή δήλωσή τους για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Της υπό καθεστώς ειδικής διαχειρίσεως τελούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." [Α.Φ.Μ. ..., Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων], που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, επί της οδού ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Του Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, όπως αυτός εκπροσωπείται νομίμως από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους [Α.Φ.Μ. ...], το οποίο εκπροσωπήθηκε από: α) την Αγγελική Χειρδάρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 1-2-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και παραστάθηκε στο ακροατήριο, και, β) τη Νομική Σύμβουλο του ΝΣΚ Κωνσταντίνα Νασοπούλου, που κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2020 αγωγή και την από 4-2-2020 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2022 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιες του Ελληνικού Δημοσίου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Απαράδεκτη κηρύσσεται, επίσης, η συζήτηση όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου (ΟλΑΠ 13/2007, ΑΠ 94/2013, ΑΠ 98/2021, ΑΠ 416/2016, ΑΠ 242/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 5-10-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 29/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου κατά το άρθρο 242 ΚΠολΔ. Εφόσον, όμως, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι η συζήτηση της υπόθεσης επισπεύσθηκε με επιμέλειά της, ούτε προσκομίζεται αποδεικτικό επίδοσης προς αυτήν της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την εν λόγω πρώτη αναιρεσίβλητη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ "Η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά εκείνου του διαδίκου, έναντι του οποίου ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της απόφασης, δηλαδή κατά εκείνου έναντι του οποίου ηττήθηκε, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτού ως διαδίκου στον πρώτο βαθμό (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 666/2016). Εξάλλου, από τα άρθρα 68, 80, 88, 89, 277 αριθ. 4, 325, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο δικονομικός εγγυητής, ο οποίος προσεπικλήθηκε από διάδικο της κύριας δίκης (ενάγοντα ή εναγόμενο) και ενάγεται από αυτόν, με παρεμπίπτουσα αγωγή, για να τον αποζημιώσει στην περίπτωση που ηττηθεί στην κύρια δίκη, δεν γίνεται διάδικος σ' αυτήν (κύρια δίκη), αν δεν άσκησε παρέμβαση αλλά περιορίστηκε, απλώς, να αποκρούσει την προσεπίκληση και να αρνηθεί την εναντίον του παρεμπίπτουσα αγωγή, ούτε και δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία, κατ' άρθρο 76 ΚΠολΔ, μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν διαδίκου της κύριας δίκης. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, αν ο διάδικος, που άσκησε την προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, ηττηθεί στην δευτεροβάθμια δίκη και ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης, δεν δικαιούται να απευθύνει την αναίρεση αυτή και κατά του προσεπικαλουμένου, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να είναι αναιρεσίβλητος, εφόσον δεν άσκησε παραδεκτά πρόσθετη, υπέρ του προσεπικαλούντος διαδίκου, παρέμβαση στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη και, έτσι, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη αυτή (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 332/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτει ότι στην (κύρια) δίκη που ανοίχθηκε με την ένδικη από 02-02-2020 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, η πρώτη (ενάγουσα) με την από 4-2-2020 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση προσεπικάλεσε το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να παρέμβει στη δίκη, που ανοίχθηκε με την αγωγή της, ως δικονομικός της εγγυητής, ζητώντας επίσης να αναγνωρισθεί ότι αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) ευθύνεται σε αποζημίωσή της σε περίπτωση ήττας της στη δίκη. Το Ελληνικό Δημόσιο παραστάθηκε στη δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του αρνήθηκε την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή, χωρίς να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της προσεπικαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας. Το πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας με την 25/2021 απόφασή του παρέπεμψε την αγωγή και την ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση στο διαιτητικό δικαστήριο, η δε από 14-12-2021 έφεση που άσκησε κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα απορρίφθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 29/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Εφόσον, όμως, το προσεπικαλούμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας-αναιρεσείουσας στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη μεταξύ αυτής και της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, σύμφωνα με την αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, η αναιρεσείουσα, της οποίας η έφεση απορρίφθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ήδη άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δεν δικαιούτο να απευθύνει την αναίρεση κατ' αυτού (προσεπικαλούμενου δικονομικού εγγυητή), ο οποίος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προσώπων που ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ. Κατ` ακολουθίαν τούτων, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό του τελευταίου, που ερευνάται, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το βάσιμο αίτημα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ωστόσο θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 05-10-2022 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 29/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου