ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 988/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 988/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 988/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 988 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 988/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Δ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ)", ΑΦΜ ... ΔΟΥ Π. Φαλήρου, που εδρεύει στην Αθήνα οδός ... - Άλιμος και εκπροσωπείται νόμιμα, (ως καθολικού διαδόχου του αρχικού εναγόμενου - και ήδη καταργηθέντος- ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας - Ο.Ε.Κ", βάσει των άρθρων 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 και 4 παρ. 1 της υπ' αριθ. 7/28-2-20212 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου - ΦΕΚ 39/29-2-2012, τεύχος Α'), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Πασσίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Βασιλική Παπαλόη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 5-4-2013 ανακοίνωση-δίκης προσεπίκληση του ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 21-1-2014 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20941/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 10502/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 1927/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-1-2021 αίτησή του, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση στη δικάσιμο 1-2-2023, οπότε αναβλήθηκε για να συζητηθεί στην σημερινή δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον τα αναιρεσίβλητα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις με αριθμούς ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Τ., προκύπτει ότι με εντολή του Μ. Ι., πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 20-1-2021 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 01-02-2023 και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο πρώτο και δεύτερο αναιρεσίβλητο αντίστοιχα. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο αναιρεσείων παραστάθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (7-2-2024). Όπως, όμως, προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, ούτε κατατέθηκε δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω μετ' αναβολή δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του.
Με την κρινόμενη από 20-01-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1927/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: ο αναιρεσείων άσκησε κατά του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας - Ο.Ε.Κ., την από 26-02-2010 αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι έχει καταστεί κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ενός ακινήτου εμβαδού 3.008,00 τ.μ., μαζί με το επ' αυτού κτίσμα εμβαδού 400 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται επί της οδού ..., της περιοχής ... Θεσσαλονίκης. Ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της περιοχής και τις πρώτες εγγραφές του κτηματολογίου, η ως άνω έκταση συνενώθηκε αυθαίρετα με όμορη ιδιοκτησία του Δημοσίου, καθώς και με αιγιαλό και καταχωρήθηκε με το αναφερόμενο ΚΑΕΚ, συνολικής έκτασης 6.708 τ.μ. Με αυτά τα δεδομένα ζήτησε με την αγωγή να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ώστε να αποσπασθεί το επίδικο ακίνητο και να δημιουργηθεί ένα νέο ΚΑΕΚ, που θα αφορά το ακίνητο αυτό. Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ως άνω αγωγή, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ο.Α.Ε.Δ., ως καθολικός διάδοχος του αρχικού εναγομένου οργανισμού (Ο.Ε.Κ.), άσκησε την από 05-04-2013 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση και οι προσεπικαλούμενοι, αφενός μεν το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, αφετέρου δε ο Δήμος Καλαμαριάς άσκησαν τις από 21-01-2014 και 27-01-2014 πρόσθετες υπέρ του εναγομένου παρεμβάσεις τους, αντίστοιχα. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 20941/2014 απόφασή του, έκρινε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης και για το λόγο αυτό την παρέπεμψε στο αρμόδιο καθ' ύλην Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Το τελευταίο αυτό δικαστήριο, με την 10502/2016 οριστική του απόφαση, θεώρησε κατ' αρχήν ως μη ασκηθείσα την πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Καλαμαριάς, λόγω παραίτησης του εν λόγω Δήμου από το δικόγραφο της παρέμβασής του, συνεκδικάζοντας δε περαιτέρω τα ανωτέρω δικόγραφα, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την ίδια απόφασή του, το δικαστήριο επέβαλε χρηματική ποινή ποσού 2.500 ευρώ σε βάρος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ και τον καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου ποσού 20.754 ευρώ, καθώς και στα δικαστικά έξοδα του προσθέτως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου ποσού 10.377 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο αναιρεσείων άσκησε την από 01-12-2018 έφεση και το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη 1927/2020 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση,0 κατά το κεφάλαιό της περί δικαστικών εξόδων και ως το προς το κεφάλαιό της περί επιβολής χρηματικής ποινής, απέρριψε κατά τα λοιπά την έφεση. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης. Επομένως "πράγματα" κατά την έννοια αυτή νοούνται και οι βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1702/2022, ΑΠ 104/2019, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 2028/2009). Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολ 12/1991, ΑΠ 432/2022, ΑΠ 1293/2017), ακόμη και αν η απόρριψη έγινε σιωπηρά, γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 684/2019 ΑΠ 1650/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι με την αγωγή του εξέθετε ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής το ακίνητό του, το οποίο απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς ως τμήμα του με ΚΑΕΚ ... ακινήτου συνολικής έκτασης 6.708 τ.μ. με ιδιοκτήτη το πρώτο αναιρεσίβλητο. Ότι ζήτησε με την αγωγή του να αναγνωριστεί αφενός η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητό του και αφετέρου να διαταχθεί η διόρθωση της παραπάνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής με την απόσπαση του τμήματος αυτού της ιδιοκτησίας του από την έκταση που καταλαμβάνει το ακίνητο με το ανωτέρω ΚΑΕΚ και τη δημιουργία νέου ΚΑΕΚ για το επίδικο και την αναγραφή του ιδίου ως αποκλειστικά κυρίου αυτού. Ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ ερεύνησε το πρώτο αίτημα της αγωγής για την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, δεν ερεύνησε καθόλου το δεύτερο αίτημα της αγωγής ως προς τη διόρθωση της παραπάνω ανακριβούς εγγραφής, αφού ουδέν διέλαβε και δη αν το επίδικο ακίνητο συμπεριλαμβάνεται ή όχι στις εκτάσεις των ακινήτων ιδιοκτησίας του εναγομένου-πρώτου αναιρεσιβλήτου, παρά τον αγωγικό ισχυρισμό του ότι το επίδικο δεν έχει καμία σχέση με τα ακίνητα ιδιοκτησίας του τελευταίου. Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 β' του ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και όπως αυτές θα εκτεθούν στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος-αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση, απορρίπτοντας την αγωγή του αναιρεσείοντος. Κατόπιν αυτού το Εφετείο δεν είχε λόγο να ασχοληθεί και με το δεύτερο αίτημα της αγωγής σχετικά με τη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής που ζήτησε ο αναιρεσείων, καθώς το δεύτερο αυτό αίτημα προϋπέθετε την αποδοχή από το Εφετείο του πρώτου αιτήματος, την αναγνώριση δηλαδή της κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο. Με άλλα λόγια είναι αυτονόητο ότι το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά το δεύτερο αίτημα της αγωγής για τη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής ως αυτόθροη συνέπεια της απόρριψης του πρώτου αιτήματος. Εξ άλλου, βάση της ένδικης αγωγής, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, ήταν η κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία και όχι η έλλειψη κυριότητας του εναγομένου επί του επιδίκου ακινήτου, το δε Εφετείο έλαβε υπόψη τη βάση της αγωγής και απέρριψε την αγωγή, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο. Μετά δε την παραδοχή αυτή, το Εφετείο δεν είχε λόγο να ασχοληθεί περαιτέρω με την κυριότητα του εναγομένου στο επίδικο ακίνητο. Επομένως, και σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, δεν ιδρύεται εν προκειμένω ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 β' ΚΠολΔ και συνεπώς ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 856/2018). Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μια εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Εξάλλου κατ` άρθρο 974 του ιδίου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού, αν ασκεί την εξουσία με διάνοια κυρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η νομή συγκροτείται από δυο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το βουλητικό (animus domini). Και το μεν πρώτο εκδηλώνεται με υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε animus εξωτερικεύεται με τη σταθερώς φανερή μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Κατά κανόνα αμφότερα τα στοιχεία αυτά συνυπάρχουν και προσπορίζουν στο νομέα χρησιδεσποτεία, αν όμως λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή ως απλή φυσική εξουσία που συνήθως ασκείται στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση κλπ). Περί της συνδρομής δε ή όχι των ανωτέρω στοιχείων κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 1033/2022, ΑΠ 26/2015, ΑΠ 114/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 24/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα των αναιρετικών λόγων μέρος της, έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα εδαφικό τμήμα εμβαδού'3.008 τ.μ., κείμενο στην περιοχή ... Δήμου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, όπως αυτό εμφαίνεται στο υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α από Φεβρουάριο 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Κ., το οποίο κατά τη κτηματογράφηση της περιοχής καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς ως τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ ..., συνολικής εκτάσεως 6.708 τ.μ., με φερόμενο ιδιοκτήτη στο άνω ΚΑΕΚ τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, δυνάμει α) του υπ' αριθ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Κ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τ. 440, α/α 119), β) της υπ' αριθ. 45084/1965 απόφασης - παραχωρητηρίου του Υπουργού Οικονομικών, που νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τ. 413, α/α 304) και γ) της υπ' αριθ. 17573/8369/1966 απόφασης απαλλοτρίωσης του Υπουργού Εργασίας. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι η άνω κτηματολογική εγγραφή, που εμφανίζει κύριο της έκτασης το καθολικό δικαιοπάροχο του εναγομένου και ήδη πρώτο εφεσίβλητο νπδδ, είναι ανακριβής, διότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν περιλαμβάνεται στις εκτάσεις που απέκτησε ο Ο.Ε.Κ. δυνάμει των ως άνω πράξεων και χρήζει διόρθωσης, καθόσον ο ίδιος (ενάγων) είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Συγκεκριμένα, ότι ο Γ. Κ. απέκτησε την κατοχή του ως άνω εδαφικού τμήματος με άτυπη δωρεά, το έτος 1950 από τον πατέρα του, Δ. Κ., αυτός δε στις 20-5-1978 το μεταβίβασε με άτυπη πώληση στον ίδιο (ενάγοντα), ο οποίος έκτοτε το νέμεται και το κατέχει διανοία κυρίου, ασκώντας διακοτοχικές πράξεις και ειδικότερα, λειτουργώντας στο εντός αυτού κείμενο κτίσμα ξενοδοχείο έως το έτος 1983 και από το έτος 1984 το εστιατόριο - ψαροταβέρνα "...", χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν στην ενάσκηση των δικαιωμάτων του. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ουδέποτε υπήρξε νομέας του επιδίκου ακινήτου, αφού δεν κατείχε τούτο διανοία κυρίου. Στον ενάγοντα περιήλθε η κατοχή του επιδίκου μετά το θάνατο του Γ. Κ., η οποία (κατοχή) συνεχίζεται έως και σήμερα, χωρίς όμως αυτή να συνοδεύεται και από διάνοια κυρίου και άρα ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το εναγόμενο νπδδ υπ' αριθ. πρωτ. 12054/21-12-1984 αίτηση - καταγγελία προς τον ΟΕΚ του Π. Κ., ανηψιού του φερόμενου ως δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Γ. Κ., από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι ο Γ. Κ. δεν νεμόταν, αλλά κατείχε δυνάμει μίσθωσης την έκταση, εντός της οποίας βρίσκεται το κέντρο "...", έως το θάνατό του την 1-2-1984, ενώ κατόπιν αυτού οι κληρονόμοι του το εγκατέλειψαν και ο ενάγων, ο οποίος ήταν υπάλληλος του Γ. Κ., άρχισε να λειτουργεί κέντρο διασκέδασης στο χώρο αυτό, ο δε ως άνω συγγενής του αποβιώσαντος μισθωτή προφανώς προέβη στην καταγγελία του προκειμένου οι κληρονόμοι να αποφύγουν προστριβές με τον ΟΕΚ από τη συνεχιζόμενη χρήση της ιδιοκτησίας του τελευταίου. Ο Π. Κ. είχε ιδία αντίληψη σχετικά με τη διάνοια του θείου του ως προς το επίδικο ακίνητο, ως ανηψιός του τελευταίου και είναι πρόσωπο άσχετο με την παρούσα διαφορά, δεν προσδοκά όφελος από την έκβαση της δίκης, η δε δήλωσή του έλαβε χώρα σε ανύποπτο χρόνο και μάλιστα εντός ολίγων ετών από την κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος το έτος 1978 μεταβίβαση της νομής στον ίδιο από τον Γ. Κ.. Ακόμη περισσότερο η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδίως από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το εναγόμενο νπδδ υπ' αριθ. πρωτ. 10232/11-11-1985 αίτηση του ενάγοντος προς τον ΟΕΚ, από την οποία προκύπτει ότι ο ενάγων αναγνωρίζει ότι το επίδικο ακίνητο, ήτοι το εδαφικό τμήμα όπου λειτουργεί το κέντρο "..." επί της οδού ... κατά τον ενάγοντα, ανήκει στον εναγόμενο Οργανισμό (ΟΕΚ) και ήταν στην κατοχή του Γ. Κ. από δεκαετίας και πλέον έως το θάνατό του περίπου δύο έτη πριν την υποβολή της αίτησης με την οποία αιτείται να του χορηγηθεί σχετική βεβαίωση ότι, όπως ο ίδιος ...κτηριστικά αναφέρει, "το ακίνητο (οικόπεδο και κτίσμα - παράπηγμα) ανήκει και είναι ιδιοκτησίας σας", προκειμένου να την χρησιμοποιήσει για να λάβει άδεια λειτουργίας της επιχείρησης. Ο ενάγων με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανακάλεσε την άνω εξώδικη ομολογία του, ισχυριζόμενος ότι υπέγραψε την εν λόγω αίτηση λόγω πλάνης και χωρίς να έχει κατανοήσει το περιεχόμενο αυτής δεδομένου ότι είναι αγράμματος και δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής του αλλά της εξουσιαστικής εις βάρος του θέσης του αντιδίκου ΟΕΚ, πλην όμως ο άνω ισχυρισμός του, του οποίου αυτός φέρει το βάρος απόδειξης, δεν αποδεικνύεται αληθής και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός από το Δικαστήριο, δεδομένου μάλιστα πως πρόκειται για έναν έμπειρο περί το επιχειρείν και στη ζωή άνθρωπο, το δε περιεχόμενο της άνω δήλωσής του δεν επιδέχεται αμφισβήτηση λόγω πλάνης και μη κατανόησης του περιεχομένου της. Περαιτέρω, τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ενάγοντα έγγραφα, ήτοι η υπ' αριθ. ... οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και το από 10-8-1984 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, ουδόλως αποδεικνύουν οτιδήποτε σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου. Η μεν οικοδομική άδεια, αν και δυσανάγνωστη, παρέχει σε τρία πρόσωπα, ένα εκ των οποίων ήταν ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του ενάγοντος Γ. Κ., την άδεια να ανεγείρουν εντός του επιδίκου το κέντρο "...", το δε έγγραφο της Πολεοδομίας αναφέρει απλώς ότι τα κτίρια του κέντρου οικοδομήθηκαν με βάση την άδεια αυτή, πλην όμως τα έγγραφα αυτά δεν είναι πρόσφορα προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, δεδομένου ότι η κυριότητα επί του οικοπέδου δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση οικοδομικής άδειας στο όνομα κάποιου, αλλά αρκεί η συναίνεση του κυρίου, ενώ παλαιότεραα και ειδικότερα τη δεκαετία του 1950, οπότε εκδόθηκε η εν λόγω άδεια, ο έλεγχος περί της συναίνεσης ήταν άτυπος, ελλιπής και σε πολλές περιπτώσεις ανύπαρκτος. Επίσης, ουδέν επιπλέον στοιχείο εισφέρουν στην απόδειξη των ισχυρισμών του τα προσκομιζόμενα παραδεκτώς το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ έγγραφα, ήτοι το από 2-10-2019 έγγραφο του Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων ΠΕ Θεσσαλονίκης περί υπαγωγής του επιδίκου κτίσματος στις διατάξεις του ν. 4495/2017 περί τακτοποιήσεως αυθαιρέτων και η υπ' αριθ. ... δήλωση ένταξης στο ν. 4495/2017 με αριθ. πρωτ. 856771 "Τακτοποίηση επέκτασης στο κατάστημα - στέγαστρο και καπνοδόχος" επί της οδού ..., με αιτούντα τον ίδιο τον ενάγοντα, που υποβλήθηκε από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Αντώνιο Ράλλη κατ' εντολή του ενάγοντος. Την αγωνιώδη προσπάθεια του ενάγοντος να αποκτήσει τίτλο κυριότητας ενόψει της κτηματογράφησης της περιοχής μαρτυρά και το γεγονός ότι κατόπιν της υπ' αριθ. καταθ. ...2000 αγωγής του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά του Α. Κ., εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4924/2001 απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την αγωγή του και τον αναγνώρισε κύριο του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς όμως το Δικαστήριο, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου, να εκφέρει ουσιαστική κρίση επί της υπόθεσης. Μάλιστα, ο ενάγων δεν ανακοίνωσε την εν λόγω δίκη στον ΟΕΚ, για τον οποίο γνώριζε ότι προέβαλε δικαιώματα στο ακίνητο κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στη δική του (ενάγοντος) αίτηση, και έστρεψε την αγωγή του κατά προσώπου που δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε σχέση με το επίδικο. Από όλα όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι ο ενάγων κατέχει το επίδικο ακίνητο αλλά όχι με διάνοια κυρίου, αναγνωρίζοντας την κυριότητα του ΟΕΚ και με την ανοχή του τελευταίου και συνεπώς δεν κατέστη κύριος του επιδίκου εδαφικού τμήματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, απορριπτομένης συνεπώς της ένδικης αγωγής, ενώ δεν υφίσταται ανάγκη διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, καθόσον ο ενάγων δεν στηρίζει το δικαίωμά του σε συμβόλαια (παράγωγο τρόπο), αλλά σε έκτακτη χρησικτησία (πρωτότυπο τρόπο)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και ειδικότερα με τις παραδοχές του ότι ο Γ. Κ., από τον οποίο, όπως ισχυρίστηκε ο ενάγων-αναιρεσείων με την αγωγή του, αγόρασε άτυπα το επίδικο ακίνητο, κατείχε το ακίνητο αυτό δυνάμει σύμβασης μίσθωσης και ότι μετά το θάνατο του Γ. Κ. το έτος 1984, ο ενάγων, ο οποίος ήταν υπάλληλος του Γ. Κ., άρχισε να λειτουργεί κέντρο διασκέδασης στο ακίνητο, αναγνωρίζοντας παράλληλα την κυριότητα του εναγομένου οργανισμού στο επίδικο, όπως δέχθηκε ο ίδιος με την αναφερόμενη αίτησή του προς τον εναγόμενο, ότι συνέχισε να κατέχει το επίδικο ακίνητο με την ανοχή του εναγομένου και ότι, τέλος, ενόψει των ανωτέρω, ο ενάγων κατείχε το επίδικο ακίνητο χωρίς διάνοια κυρίου, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτό από το Εφετείο ότι ο ενάγων δεν υπήρξε νομέας του ακινήτου και ότι, επομένως, δεν κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε με την αγωγή του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι δε περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που περιλαμβάνονται στον ίδιο λόγο είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον ο αναιρεσείων, με το πρόσχημα της αυτής ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου περί πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, είναι αυτοί που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση, δηλαδή, των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους, ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από την ίδια ως άνω διάταξη σε περίπτωση παραβίασης δικονομικών κανόνων, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 562/2019). Τέτοιος δε δικονομικός κανόνας είναι και η διάταξη του άρθρου 368 ΚΠολΔ, που προβλέπει τη δυνατότητα ή και την υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης με τις εκεί προβλεπόμενες προϋποθέσεις (ΑΠ 31/2011, ΑΠ 1089/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Η έννοια του όρου "πράγματα" της διάταξης αυτής είναι ίδια, όπως και στο λόγο με αριθμό 8 του ως άνω άρθρου (ΑΠ 1266/2017) και επομένως πράγματα κατά τη διάταξη αυτή θεωρούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένστασης ή αντένστασης. Ιδρύεται δε ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο ορισμένου αυτοτελούς ισχυρισμού, χωρίς να έχει προσαχθεί κανένα αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 886/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι, ενώ ζήτησε με την έφεσή του τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το κρίσιμο τεχνικό ζήτημα οριοθέτησης του επιδίκου ακινήτου και των ιδιοκτησιών του εναγομένου και ειδικότερα αν το επίδικο συμπεριλαμβάνεται ή όχι στις εκτάσεις των ακινήτων ιδιοκτησίας του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο απέρριψε το αίτημά του αυτό με την αιτιολογία ότι "δεν υφίσταται ανάγκη διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, καθόσον ο ενάγων δεν στηρίζει το δικαίωμά του σε συμβόλαιο (παράγωγο τρόπο) αλλά σε έκτακτη χρησικτησία (πρωτότυπο τρόπο)". Ότι με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ενώ δέχθηκε εμμέσως ότι εν προκειμένω απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, απέρριψε παρά το νόμο το αίτημά του για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ενώ υποχρεούταν να τη διατάξει, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' εκτίμηση και του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, γιατί παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με την εσφαλμένη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 368 ΚΠολΔ, ενώ υπέπεσε και στην πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ιδίου Κώδικα, καθόσον το Εφετείο έκρινε επί της ουσίας τεχνικών ζητημάτων χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη. Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρετική αυτή πλημμέλεια προϋποθέτει, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, παράβαση κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 368 ΚΠολΔ. Τέτοιο δε κανόνα ουσιαστικού δικαίου προϋποθέτει και η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 630/2019) και επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και από τον αριθμό αυτό. Περαιτέρω, ο ίδιος τρίτος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον τα τεχνικά ζητήματα, ως προς την ουσία των οποίων έκρινε το Εφετείο χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αυτοτελή, δηλαδή, πραγματικό ισχυρισμό, ώστε να ιδρυθεί εν προκειμένω η από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη την από 29-10-2014 τεχνική έκθεση του μηχανικού-τοπογράφου Γ. Κ., που συντάχθηκε με επιμέλεια του ιδίου (αναιρεσείοντα) και η οποία προσκομίστηκε με επίκληση κατά τη δευτεροβάθμια δίκη. Ότι η τεχνική αυτή έκθεση αναφέρει ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται εν όλω ή εν μέρει με τα ακίνητα ιδιοκτησίας του εναγομένου ΟΕΚ, όπως αυτά περιγράφονται στους προσκομιζόμενους τίτλους ιδιοκτησίας του. Ότι για το αποδεικτικό αυτό έγγραφο δεν γίνεται καμία μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε το Εφετείο το συνεκτίμησε με άλλα αποδεικτικά μέσα, παρά τη την ιδιάζουσα αποδεικτική του αξία. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το γεγονός ότι ο αναιρεσείων κατείχε το επίδικο ακίνητο με την ανοχή του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, χωρίς διάνοια κυρίου, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε η νομή του αναιρεσείοντος στο ακίνητο αυτό και ακολούθως να απορρίψει την αγωγή, που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ' αριθ. 20941/2014 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος την αποδεικτική του δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ομολογία του διαδίκου, γραπτή ή προφορική, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί η σαφής παραδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, η οποία πρέπει να γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς γεγονότος. Η δικαστική ομολογία απευθύνεται στο το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση ή στον εντεταλμένο δικαστή και αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, ενώ εξώδικη είναι η ομολογία, που γίνεται εκτός του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή και εκτιμάται ελεύθερα (ΑΠ 336/2022, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 441/2018, ΑΠ 265/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 354 ΚΠολΔ, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ανάκληση της ομολογίας, δικαστικής ή εξώδικης, επιφέρει την αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού ο ανακαλέσας είναι πλέον υποχρεωμένος να αποδείξει ότι η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η απόδειξη αυτή γίνεται με βάση μόνο τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ενόψει της υποχρέωσης του ανακαλούντος προς προαπόδειξη (ΑΠ 265/2017, ΑΠ 319/2015). Μετά την ανάκληση της ομολογίας, δηλαδή την απόδειξη ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παύει να αποτελεί απόδειξη κατά του διαδίκου που προέβη σ' αυτή και, κατ' ακολουθίαν, να είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, επερχόμενης ανατροπής των δικονομικών συνεπειών της (ΑΠ 81/2022, 319/2015, ΑΠ 81/2015, ΑΠ 1176/2009, ΑΠ 1414/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι εφόσον το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την ανάκληση της ομολογίας του, χωρίς σαφώς να δεχθεί ότι η εξώδικη ομολογία του ανταποκρίνεται στην αλήθεια, απαραδέκτως έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία του ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, παρά την προβαλλόμενη ανάκλησή της και έτσι δεν έλαβε υπόψη τον περί ανακλήσεως της ομολογίας ισχυρισμό του. Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει (ανακληθείσα ομολογία) και παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί ανάκλησης της εξώδικης ομολογίας του, υποπίπτοντας έτσι στις παραβάσεις του άρθρου 559 αρ. 11 α' και 8 ΚΠολΔ. Όπως, όμως, προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ανάκλησης της εξώδικης ομολογίας του και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο με την ειδικότερη παραδοχή ότι "...πλην όμως ο άνω ισχυρισμός του, του οποίου αυτός φέρει το βάρος απόδειξης, δεν αποδεικνύεται αληθής και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός από το Δικαστήριο, δεδομένου μάλιστα πως πρόκειται για έναν έμπειρο περί το επιχειρείν και στη ζωή άνθρωπο, το δε περιεχόμενο της άνω δήλωσής του δεν επιδέχεται αμφισβήτηση λόγω πλάνης και μη κατανόησης του περιεχομένου της". Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Όσον αφορά δε την από τον αριθμό 11 α' του ίδιου άρθρου επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Τούτο διότι, μετά την παραδοχή του Εφετείου ότι η ανάκληση της εξώδικης ομολογίας δεν αποδείχθηκε βάσιμη, καθώς, όπως δέχθηκε, η εξώδικη ομολογία του αναιρεσείοντος δεν ήταν προϊόν πλάνης, όπως αυτός ισχυρίστηκε, ήταν πλέον επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο η εξώδικη ομολογία του και μπορούσε να τη λάβει υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα επιδικαστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 3 Ν. 4144/2013, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 και με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-01-2021 αίτηση του Ι. Μ. για αναίρεση της 1927/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τον καθένα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

<< Επιστροφή