ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 989/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 989/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 989/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 989 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 989/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Φαρσάλων" που εδρεύει στα Φάρσαλα, οδός ..., ΑΦΜ ..., νόμιμα εκπροσωπουμένου από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Βαλάκο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Σ. και της Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπανάκα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2021 αίτηση και τους από 10-8-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 18-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 48/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία έγινε δεκτή η από 17-12-2018 έφεση του αναιρεσίβλητου- ενάγοντος κατά της 125/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που απέρριψε την από 25-8-2015 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την ως άνω αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε τον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο κύριο του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 569 Κ. Πολ. Δ. "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει την συζήτηση.... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης. Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που κατά το άρθρο 568 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. ορίζεται αρμοδίως, δηλαδή η αρχική και όχι η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή ,σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ. Πολ. Δ., που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 286/2022, Α.Π. 324/2020, Α.Π.761/2020). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης τους οποίους κατέθεσε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 12-9-2023, συνταχθείσας της υπ' αριθμ. 121/2023 έκθεσης κατάθεσης, δηλαδή περισσότερες από 30 πλήρεις ημέρες πριν τις 18/10/2023, ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, χωρίς όμως και να την επιδώσει εντός της ίδιας προθεσμίας στον αναιρεσίβλητο, αφού ο αναιρεσείων ούτε επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης. Επομένως, όπως προαναφέρθηκε, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 70 Κ.Πολ.Δ. "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 247 του ΑΚ "Το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η αναγνωριστική αγωγή, με την οποία δεν διώκεται αξίωση, δεν υπόκειται σε παραγραφή αφού, κατ' άρθρο 247 ΑΚ, η παραγραφή αναφέρεται στις αξιώσεις. Αν όμως παραγράφηκε η αξίωση την οποία πρόκειται να προπαρασκευάσει η αγωγή αυτή, τότε λείπει το απαιτούμενο για την άσκησή της έννομο συμφέρον, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, και για το λόγο αυτό η αγωγή καθίσταται απορριπτέα (Α.Π.68/2021 (ΑΠ 180/2018,ΑΠ 1014/2017). Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 249, 251, 261, 263 και 277 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μία πράξη ή παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται και, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται μετά από είκοσι (20) έτη. Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Η εικοσαετής παραγραφή της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής ως αξίωσης που απορρέει από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας αρχίζει από την συνιστώσα την προσβολή του δικαιώματος, αμφισβήτηση αυτής (κυριότητας), από της οποίας γεννάται η αξίωση και είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, επέρχεται δε, προσμετρούμενου επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, υπέρ του καθολικού ή ειδικού διαδόχου, του χρόνου της επί του πράγματος νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 271 ΑΚ), με την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του επί μια εικοσαετία. Εξάλλου, εάν κατά τη διάρκεια της παραγραφής, η αξίωση μεταβιβασθεί με καθολική ή ειδική διαδοχή σε άλλο δικαιούχο, αυτή παραμένει η ίδια και δεν μεταβάλλεται ως προς την ουσία της. Η ίδια παραγραφή που είχε αρχίσει στο πρόσωπο του δικαιούχου, συνεχίζεται και στο πρόσωπο του νέου δικαιούχου. Δηλαδή στο χρόνο της παραγραφής υπολογίζεται και ο χρόνος που είχε περάσει πριν από τη μεταβίβαση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του K.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).
Με τη διάταξη του εδ.β αριθ. 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 48/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, για το ζήτημα της παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, τα ακόλουθα: " .......... Στην προκειμένη περίπτωση ο εφεσίβλητος, με τις προτάσεις που κατέθεσε νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επαναφέρει τους ισχυρισμούς που επικουρικά προέβαλε πρωτοδίκως με τις προτάσεις του προς κατάλυση της αγωγής, ήτοι α) ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον του ενάγοντος για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, εφόσον από τη μεταγραφή του υπ' αριθ. ... συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων, που έλαβε χώρα την 9-8-1988 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας και, ως εκ τούτου, έχει παραγραφεί η αξίωσή του για την αναγνώριση της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου με την άνω αγωγή και β)..... Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο πρώτος ισχυρισμός του εναγομένου, εκτιμώμενος ως καταλυτική της αγωγής ένσταση παραγραφής της προπαρασκευαζόμενης με την αγωγή αξίωσης του ενάγοντος, παραδεκτά κατ' άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. επαναφέρεται στο παρόν Δικαστήριο, και είναι νόμιμος..... Ωστόσο, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, πραγματικός χρόνος της αμφισβήτησης του δικαιώματος κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου και του ίδιου του ενάγοντος ως ειδικού διαδόχου του πρώτου και συνεπώς, αφετήριο γεγονός παραγραφής της σχετικής αξίωσης προς αναγνώριση του δικαιώματος αυτού δεν αποτελεί η σύνταξη και μεταγραφή του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων, που, άλλωστε, ουδόλως προέκυψε ότι τούτοι εγνώριζαν, αλλά αυτός της απόρριψης της αίτησης του ενάγοντος για έγκριση εργασίας μικρής κλίμακας στο εν λόγω οικόπεδο με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου του εναγομένου Δήμου. Έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση (και επίδοση) της κρινόμενης αγωγής, που έλαβε χώρα εντός του έτους 2015, δεν παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας και συνεπώς δεν έχει εκλείψει το έννομο συμφέρον του ενάγοντος περί αναγνώρισης της κυριότητάς του.". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 249, 250, 251, 261, 263 και 277 ΑΚ και 70 Κ.Πολ.Δ., στις οποίες στηριζόταν ένσταση περί ελλείψεως έννομου συμφέροντος για την άσκηση με την ένδικη αγωγή της αξιώσεως του ενάγοντος για αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου, λόγω παραγραφής της, που παραδεκτά προέβαλε ο αναιρεσείων-εναγόμενος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε σχετικά με το αφετήριο γεγονός της έναρξης της παραγραφής της σχετικής αξίωσης προς αναγνώριση του δικαιώματος αυτού, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, ήτοι ότι αφετήριο γεγονός της έναρξης της παραγραφής της σχετικής αξιώσεως προς αναγνώριση του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου αποτελεί ο πραγματικός χρόνος της αμφισβήτησης του δικαιώματος κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου και του ίδιου του ενάγοντος, δηλαδή αυτός της απόρριψης της αίτησης του ενάγοντος για έγκριση εργασίας μικρής κλίμακας στο εν λόγω οικόπεδο με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου του εναγομένου Δήμου (27-1-2015) χρόνο από τον οποίο κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεώς του για την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας του επί του επιδίκου ακινήτου και όχι η σύνταξη και μεταγραφή του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων, που, άλλωστε, ουδόλως προέκυψε ότι τούτοι (ενάγων και δικαιοπάροχός του) γνώριζαν. Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης, η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβάσεως των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. β` του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι αυτή παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την αρχή της δημοσιότητας, η οποία καθιερώνεται από τα άρθρα 1200 και 1339 Α.Κ. σύμφωνα με την οποία τα δημόσια εν γένει βιβλία του υποθηκοφυλακείου είναι στη διάθεση όποιου επιθυμεί να αντλήσει πληροφορίες για τις εμπράγματες σχέσεις που αφορούν ακίνητα και συνεπώς η μεταγραφή του ένδικου συμβολαίου ανταλλαγής του επιδίκου, αποτελεί, λόγω της αρχής της δημοσιότητας την έναρξη της εικοσαετούς παραγραφής Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ανεξαρτήτως του ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στους συγκεκριμένους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε, οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).
ΙV) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.48/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) πλην όμως θα επιβληθούν μειωμένα κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", σύμφωνα με τα οριζόμενα στον διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 18-5-2021 αίτηση και τους από 10-8-2023 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 48/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή