Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 990 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 990/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. χήρας Σ. Ρ. το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., 2) Ά. Μ. συζύγου Ν. Π., το γένος Σ. Ρ., κατοίκου ..., 3) Α. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μαρκογιαννάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ρ. του Σ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουτσουράκη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2021 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-2-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Η κρινόμενη από 8-2-2022 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 43/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 9-11-2016 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, ζήτησαν επικαλούμενες έννομο συμφέρον, την αναγνώριση της ακυρότητας των υπ' αριθμ. ... δημόσιων διαθηκών του αποβιώσαντος στην Θεσσαλονίκη την 20-9-2016 Σ. Ρ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, που δημοσιεύτηκαν νόμιμα, με την τελευταία των οποίων ανακάλεσε την πρώτη, εγκατέστησε κληρονόμο του την εναγομένη και αποκλήρωσε τις ίδιες για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, επειδή πλανήθηκε από την εναγομένη, θυγατέρα της πρώτης και αδελφή των λοιπών, η οποία τις είχε αποκλείσει, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, να επισκέπτονται τον σύζυγο και πατέρα τους, αντίστοιχα, με προφανή σκοπό να πείσει τον τελευταίο ότι αυτές δεν ενδιαφέρονται για το πρόσωπο και την υγεία του, ώστε να τις αποκληρώσει, όπως και τελικά έκανε, και να αναγνωριστούν οι ίδιες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του άνω αποβιώσαντος, παράλληλα δε να αναγνωριστεί η κληρονομική αναξιότητα της εναγομένης, η οποία χρησιμοποιώντας πεπλανημένες δηλώσεις και απατηλά μέσα παρακίνησε τον θανόντα να τις αποκληρώσει, επικουρικά δε ζήτησαν να αναγνωριστούν νόμιμοι μεριδούχοι (κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου εκάστη) επί της κληρονομιαίας περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ' αριθ. 68/2017 οριστική απόφαση του, που απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι ενάγουσες άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης την από 14-2-2018 έφεση τους, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, με την εκδοθείσα, επίσης αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια διαδικασία, προαναφερθείσα (υπ' αριθμ. 43/2021) προσβαλλομένη απόφαση του.
ΙΙΙ) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1713 Α.Κ. ο κληρονομούμενος μπορεί με διαθήκη, χωρίς να εγκαταστήσει σ' αυτήν κληρονόμο, να αποκληρώσει από την εξ αδιαθέτου διαδοχή ορισμένο συγγενή του με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη νόμιμη μοίρα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1839 Α.Κ. ο διαθέτης μπορεί για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται στο νόμο, να στερήσει το μεριδούχο από τη νόμιμη μοίρα (αποκλήρωση). Η αποκλήρωση γίνεται με διάταξη τελευταίας βούλησης. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1829, 1840 και 1843 A.K. με σαφήνεια προκύπτει ότι ο κληρονομούμενος- διαθέτης, με διάταξη τελευταίας βούλησης, μπορεί να αποκληρώσει ρητά ή σιωπηρά κάποιον συγγενή του από την εξ αδιαθέτου διαδοχή εγκαθιστώντας άλλους κληρονόμους ή και χωρίς τέτοια εγκατάσταση (αποκλήρωση εν ευρεία έννοια), αλλά τέτοιος αποκλεισμός αναγκαίου κληρονόμου δεν στερεί αυτόν από τη νόμιμη μοίρα, εκτός αν η αποκλήρωση γίνεται για υφιστάμενο νόμιμο λόγο και αυτός αναφέρεται στην τελευταία διάταξη (αποκλήρωση με στενή έννοια), σε περίπτωση δε που δεν είναι νόμιμος ο λόγος της αποκλήρωσης ή είναι αναληθής ο αποκλεισμός ισχύει για την εξ αδιαθέτου διαδοχή και ο μεριδούχος λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, ενώ κατά το επιπλέον διατηρούνται οι διατάξεις της διαθήκης. Ο αποκληρούμενος όμως έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωση των εγκαταστάσεων στη διαθήκη των άλλων κληρονόμων, αν επικαλείται και αποδεικνύει ότι ο διαθέτης πιστεύοντας από πλάνη στην ύπαρξη ή την αλήθεια νόμιμου λόγου αποκλεισμού προέβη στις διατάξεις αυτής (διαθήκης) περί εγκαταστάσεως άλλων και αποκλήρωσης αυτού και ότι χωρίς την πλάνη δε θα προέβαινε σε αυτές. Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1783, 1784, 140, 141 Α.Κ. συνάγεται ότι για να είναι η διάταξη της διαθήκης ακυρώσιμη λόγω της πλάνης του διαθέτη περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησής του, πρέπει ο διαθέτης να προέβη στη σύνταξη της διαθήκης ορμώμενος από ορισμένα νομικά ή πραγματικά περιστατικά που μνημονεύονται σε αυτήν και ανάγονται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, χωρίς τα οποία ο διαθέτης δε θα διατύπωνε τη διάταξη. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 140-143 ΑΚ συνάγεται ότι σε αντίθεση με τις δικαιοπραξίες εν ζωή, η διάταξη της διαθήκης για να είναι ισχυρή πρέπει να είναι απαλλαγμένη από πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βούλησης. Παραγωγικό αίτιο της βούλησης είναι η πραγματική κατάσταση, που ανάγεται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, υπάρχει κατά την κατάρτιση της διαθήκης και επέδρασε στον προσδιορισμό της βούλησης. Όταν η πραγματική αυτή κατάσταση, που απαραίτητα πρέπει να μνημονεύεται στη διαθήκη δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και επί πλέον επέδρασε στη διαμόρφωση της τελευταίας διάταξης, επειδή ο διαθέτης αγνοούσε την αλήθεια ή είχε εσφαλμένη γνώση γι' αυτήν δημιουργείται λόγος ακύρωσής της. Αντίθετα αν τα αίτια που αναφέρονται στη διαθήκη είναι μεν ψευδή, αλλά ο διαθέτης γνώριζε την αλήθεια, δεν υπάρχει πλάνη στα παραγωγικά αίτια και τα σχετικά γεγονότα δεν έχουν επίδραση στο κύρος της διαθήκης. Πλέον συγκεκριμένα ο διαθέτης μπορεί, με την έννοια αυτή της αποκληρώσεως να στερήσει τον κατιόντα του από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας, για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 Α.Κ. λόγους, που αναφέρονται στη διαθήκη και υπάρχουν κατά τη σύνταξη αυτής. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του παραπάνω άρθρου 1840 αριθ. 3 Α.Κ., ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα του και αν αυτός "έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν απαιτείται να έχει καταδικασθεί ο κατιών από ποινικό δικαστήριο, πλην όμως το πολιτικό δικαστήριο, που ερευνά το λόγο της αποκλήρωσης, εξετάζει παρεμπιπτόντως αν συντρέχουν τα στοιχεία κακουργήματος ή πλημμελήματος με την έννοια που λαμβάνονται στο ποινικό δίκαιο. Το δικαστήριο κρίνει εάν το πλημμέλημα είναι "σοβαρό", με βάση την εκάστοτε κρατούσα ηθική και κοινωνική αντίληψη, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Έτσι, "σοβαρό" πλημμέλημα από πρόθεση ικανό να θεμελιώσει τον πιο πάνω λόγο αποκλήρωσης είναι, μεταξύ άλλων, η σκαιά ύβρις, η χειροδικία, η απειλή χειροδικίας κ.α. κατά του διαθέτη ή του συζύγου του. Εξάλλου, για να είναι έγκυρη η αποκλήρωση με την στενή έννοια, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) να γίνει με διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη) β) να υπάρχει βούληση του διαθέτη να στερήσει τον κατιόντα του από τη νόμιμη μοίρα του, η οποία μπορεί να έχει διατυπωθεί ρητά (με τον όρο "αποκληρώνω" ή άλλη παρεμφερή έκφραση, όπως π.χ. "στερώ από τη νόμιμη μοίρα") ενδέχεται, όμως, και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης γ) να συντρέχει λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1840 Α.Κ., των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς το διαθέτη και την οικογένεια του δ) να αναφέρεται ο λόγος αποκλήρωσης στη διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, ως προς το ποιον από τους προβλεπόμενους λόγους αποκλήρωσης εννοεί ο διαθέτης ε) να υφίσταται ο λόγος αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι το θάνατο του διαθέτη και στ) να μην έχει δοθεί συγγνώμη εκ μέρους του τελευταίου. Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει, όταν η αποκλήρωση έγινε χωρίς νόμιμο λόγο ή όταν ο λόγος της αποκλήρωσης που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός ή έγινε για λόγο, για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ισχύει ως αποκλεισμός του μεριδούχου από την εξ αδιαθέτου διαδοχή. Κατά συνέπεια, ο αποκληρωθείς λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, διότι κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου αυτής. Σε περίπτωση δε αποκλήρωσης, ο αποκληρωθείς μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της αβασιμότητας- αναλήθειας και ανυπαρξίας των αναφερομένων στη διαθήκη λόγων αποκλήρωσης και, επομένως, ακυρότητας της διάταξης περί αποκλήρωσης, με σκοπό την αναγνώριση περαιτέρω του κληρονομικού του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας (ΑΠ 766/2004). Εφόσον αναγνωρισθεί τελεσιδίκως η ακυρότητα αυτή ο μεριδούχος λαμβάνει αυτοδικαίως το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του επί της κληρονομιάς του διαθέτη ή το ελλείπον και όχι την εξ αδιαθέτου μερίδα του, αφού σκοπός του διαθέτη με την αποκλήρωση είναι να στερήσει στο νόμιμο μεριδούχο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του (Α.Π. 248/2023, Α.Π. 5/2019, 38/2016) . Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1842 Α.Κ. ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το σύζυγο του, αν κατά το χρόνο του θανάτου είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο, αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο διαθέτης για να έχει λόγο αποκλήρωσης του συζύγου του, πρέπει, κατά το χρόνο του θανάτου του, να είχε βάσιμο και ενεργό λόγο διαζυγίου που να ανάγεται σε υπαιτιότητα του τελευταίου, άσχετα αν είχε ασκήσει και σχετική αγωγή. Ενόψει των λόγων διαζυγίου που έχουν θεσπιστεί μετά την ισχύ του ν1329/1983 με το άρθρο 1439 Α.Κ., ως λόγος διαζυγίου που δικαιολογεί ήδη την αποκλήρωση κατά το πιο πάνω άρθρο 1842 Α.Κ., είναι μόνο ο ισχυρός κλονισμός του γάμου "από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου" κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ., όπως και οι περιπτώσεις που ο κλονισμός του γάμου τεκμαίρεται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Κατά το άρθρο 1843 Α.Κ. ο λόγος της αποκλήρωσης πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σ' αυτή, χωρίς ο νόμος ν' αξιώνει την λεπτομερή αναγραφή των γεγονότων, αλλά αρκεί η έκθεση περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν σε συγκεκριμένο λόγο αποκλήρωσης, ενώ εκείνος που επικαλείται την αποκλήρωση οφείλει να αποδείξει το λόγο της (Α.Π. 1790/2009, ΑΠ 865/2006). Έτσι, σε περίπτωση που ο αποκληρωθείς (σύζυγος, γονέας ή κατιών) εγείρει αγωγή, επικαλούμενος την ανυπαρξία ή την αναλήθεια του λόγου της αποκλήρωσής του, ο εναγόμενος, δηλαδή εκείνος που ωφελείται από τη διαθήκη που περιέχει τη διάταξη για την αποκλήρωση, οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη ή την αλήθεια του λόγου της αποκλήρωσης (ΑΠ 1281/1993). Τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 1860, 1 του άρθρου 1862 και 1863 Α.Κ. ανάξιος να κληρονομήσει είναι εκείνος που από πρόθεση εμπόδισε παράνομα τον κληρονομούμενο να συντάξει ή να ανακαλέσει διαθήκη ως και εκείνος που με απάτη παρακίνησε ή παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη με απειλή ανάγκασε τον κληρονομούμενο να συντάξει ή να αλλάξει διαθήκη. Η αναξιότητα κηρύσσεται με δικαστική απόφαση. Την σχετική αγωγή έχει δικαίωμα να εγείρει όποιος έχει έννομο συμφέρον από τον παραμερισμό του ανάξιου. Γενομένης τελεσίδικης της απόφασης που κηρύσσει την αναξιότητα η επαγωγή προς τον ανάξιο θεωρείται σαν να μην έχει γίνει. Η κληρονομιά επάγεται σ' εκείνον που θα είχε σειρά να κληθεί, αν ο ανάξιος δεν ζούσε κατά την επαγωγή. Η επαγωγή θεωρείται ότι έγινε κατά τον θάνατο του κληρονομούμενου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 του K.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας" ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία". Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 322/2022, 1366/2021, 491/2019). Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Ο Σ. Ρ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών διαδίκων, απεβίωσε στις 20-9-2016 στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 69 ετών, καθόσον έπασχε από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια υπό αιμοκάθαρση (3 φορές εβδομαδιαίως) ήδη από το έτος 2002, λόγω της οποίας είχε υποστεί τον ακρωτηριασμό δύο δακτύλων στο δεξιό κάτω συνέχεια κνημιαίο ακρωτηριασμό στο δεξιό κάτω άκρο από το έτος 2013, υποφέροντας επιπλέον μεταξύ των άλλων από αποφρακτική αρτηριοπάθεια και υπέρταση. Στις 14-6-2016, εισήχθη εκτάκτως λόγω οξέως θωρακικού άλγους στο Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνης, όπου υποβλήθηκε σε έκτακτη αιμοκάθαρση, ωστόσο λόγω της αιμοδυναμικής αστάθειας που παρουσίασε, διακομίστηκε και εισήχθη επειγόντως στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου (ΠΑΓΝΗ) στις 15-6-2016. Την ίδια μέρα η εναγομένη, ταξίδευε ακτοπλοϊκώς από τη Θεσσαλονίκη, όπου κατοικεί και εργάζεται από το έτος 2015, ώστε να είναι δίπλα στην κόρη της Ε., που σπουδάζει εκεί, στην Κρήτη, όπου ερχόταν στο πλαίσιο της εργασίας της ως πωλήτρια της ... για 15 ημέρες. Για την εισαγωγή του πατέρα της στη ΜΕΘ του ΠΑΓΝΗ ενημερώθηκε τηλεφωνικά στις 15-6-2016 αφενός από την κόρη της Μ., αφετέρου από την τρίτη των εναγουσών, ενώ ταξίδευε ήδη. Αποβιβαζόμενη στα Χανιά το πρωί της 15-6-2016 έσπευσε άμεσα οδικώς στο Ηράκλειο όπου και παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του πατέρα της στο ΠΑΓΝΗ, ήτοι μέχρι τις 28-6-2016, οπότε έλαβε εξιτήριο και μεταφέρθηκε πλέον στη Νεφρολογική Κλινική (ΝΦΚ) του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνης (ΓΝΡ), από όπου έλαβε, κατόπιν της βελτίωσης της υγείας του, εξιτήριο στις 8-7-2016, και επέστρεψε με ασθενοφόρο στην οικία του στο χωριό ... Ρεθύμνου. Στις 11-7- 2016 κατά την τακτική αιμοκάθαρση, στην οποία υποβαλλόταν στη Μονάδα Αιμοκάθαρσης του ΓΝΡ, εμφάνισε πυρετό, λόγω του οποίου αποφασίστηκε προληπτικά από τους θεράποντες ιατρούς του η επανεισαγωγή του στη ΝΦΚ του ΓΝΡ, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 18-7-2016. Στις 18-7-2016 μεταφέρθηκε ξανά από το ΓΝΡ στο ΠΑΓΝΗ και εισήχθη για την αντιμετώπιση θρόμβωσης του αρτηριοφλεβικού μοσχεύματος του στην Αγγειοχειρουργική Μονάδα του ΠΑΓΝΗ, από την οποία επέστρεψε αιμοδυναμικά σταθερός στο ΓΝΡ την επόμενη ημέρα όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι τις 4-8-2016, οπότε έλαβε πλέον εξιτήριο με βελτιωμένη την κατάσταση της υγείας του και το απόγευμα της ίδιας ημέρας ταξίδεψε αεροπορικώς με τη σύμφωνη γνώμη των θεραπόντων ιατρών του και με τη συνοδεία του παθολόγου ιατρού του Ι. Κ. για τη Θεσσαλονίκη μαζί με την εναγομένη, η οποία ήταν υποχρεωμένη να επιστρέψει λόγω της εργασίας της. Στη Θεσσαλονίκη ο Σ. Ρ. νοσηλεύτηκε από τις 5-8-2016 μέχρι τις 26-8-2016 στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιπποκράτειο, από το οποίο έλαβε εξιτήριο σε βελτιωμένη κατάσταση και μεταφέρθηκε πλέον σύμφωνα με τις οδηγίες των θεραπόντων ιατρών του από τις 26-8-2016 στο Κέντρο Αποθεραπείας & Αποκατάστασης Αναγέννηση στη Νέα Ραιδεστό Θεσσαλονίκης, ώστε να υποβληθεί λόγω των κατακλίσεων του και της σωματικής επιβάρυνσής του σε φυσιοθεραπεία και κινησιοθεραπεία για την αποκατάσταση της κινητικότητάς του (βλ. την υπ.αρ.35114/26-8-2016 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιπποκράτειου Θεσσαλονίκης). Τελικά ο Σ. Ρ. απεβίωσε στις 20- 9-2016 λόγω καρδιοαναπνευστικής ανακοπής εξαιτίας της νεφρικής ανεπάρκειας και της πολυαγγειοπάθειας, από τις οποίες έπασχε. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του και ειδικότερα στις 15-7-2016, ο ίδιος συνέταξε την υπ' αριθμ.... δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Β. Π., που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. ...2016 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία κατέλειπε την κληρονομιαία περιουσία του στις τρεις κόρες του, στη δε σύζυγό του κατέλειπε μόνο το αυτοκίνητό του. Ακολούθως, στις 21-7-2016, η συμβολαιογράφος Ρεθύμνης Β. Π. επικοινώνησε κατ' εντολή του με το κατάστημα της ... στην Καλλιθέα Ρεθύμνου, για να πληροφορηθεί τον αριθμό του λογαριασμού της προθεσμιακής κατάθεσης ποσού 51.000 ευρώ, που διατηρούσε ο τελευταίος από κοινού με τις δύο πρώτες ενάγουσες, ώστε να τον αναφέρει σε πληρεξούσιο, που συνέτασσε. Ωστόσο έλαβε έκπληκτη την απάντηση από τον διευθυντή του παραπάνω καταστήματος ότι η ως άνω προθεσμιακή κατάθεση δεν υφίσταται πλέον, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε τον Σ. Ρ., ο οποίος εξεπλάγη δυσάρεστα, καθώς κατάλαβε ότι τα παραπάνω συγγενικά του πρόσωπα είχαν ιδιοποιηθεί παράνομα και εν αγνοία του τα χρήματά του. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να επικοινωνήσει με κάποια από αυτές και όταν τελικά η εναγομένη, που είχε πληροφορηθεί το γεγονός, επικοινώνησε με την τρίτη ενάγουσα (αδελφή της), η τελευταία της απάντησε ότι τα λεφτά τα έχει η ίδια και δεν πρόκειται να του τα δώσει. Μετά από αυτό το γεγονός ο Σ. Ρ. απογοητεύτηκε από τη συμπεριφορά των οικείων του και συνέταξε εκ νέου την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2016 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης, το περιεχόμενο της οποίας συνοπτικά είχε ως εξής: "Εγκαθιστώ γενική και αποκλειστική και μοναδική κληρονόμο μου τη θυγατέρα μου Ε. Ρ. ... αποκλείοντας ρητά και ανεπιφύλακτα από την κληρονομιαία περιουσία μου και αποκληρώνοντας την σύζυγό μου Μ. ... και τις δύο θυγατέρες μου: α) Α. Ρ. ... και β) Ά. - Μ... Ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου και διάταξη σε διαθήκη, που έρχεται σε αντίθεση με την παρούσα βούλησή μου και διαθήκη και με τις οποίες όριζα κληρονόμους μου την σύζυγό μου και τις δύο αυτές κόρες μου Αθηνά και Ά. - Μ.., για τους εξής νόμιμους, βάσιμους και αληθείς λόγους: Γιατί παρά το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια ήμουν δίπλα τους και τις στήριζα με όλες μου τις δυνάμεις ψυχικά και οικονομικά, αυτές παρά το γεγονός ότι είμαι ασθενής και ανάπηρος, δεν ενδιαφέρθηκαν για μένα, δεν μου προσέφεραν την παραμικρή βοήθεια, στοργή και αγάπη, όπως αντιθέτως έκανε η κόρη μου Ε. Ρ., και παρά τις συνεχείς εκκλήσεις να τις δω και να μιλήσω μαζί τους, διέκοψαν κάθε επικοινωνία μαζί μου και δεν δεχόντουσαν ούτε να απαντήσουν στα τηλέφωνα τα δικά μου και της αδελφής μου. Αντιθέτως, η κόρη μου Α. Ρ., αν και έπαθα κρίση δύσπνοιας αποφάσισε να συνεχίσει τη διασκέδασή της, που είχε προγραμματίσει και ήρθε να με επισκεφθεί όχι γιατί ενδιαφερόταν για μένα ή για την υγεία μου, αλλά για να καταστρέψει μπροστά μου την κάρτα ανάληψης χρημάτων από την οποία μπορούσα να τραβήξω χρήματα. Εξαφάνισαν τα χρήματά μου που όλη τη ζωή μου αποταμίευα για τις δύσκολες ώρες της αρρώστιας μου και τα οποία τα είχα στην τράπεζα, κάνοντάς μου ξεκάθαρο ότι το μόνο, που τις ενδιαφέρει είναι τα χρήματα. Επίσης ανακαλώ λόγω αχαριστίας για τους λόγους, που ήδη ανέφερα, οποιαδήποτε γονική παροχή ή δωρεά πραγματοποίησα προς αυτές, είτε κινητού, είτε ακινήτου και εγκαθιστώ ακόμη και σε αυτά μοναδική μου κληρονόμο της θυγατέρα μου Ε. Ρ., που είναι δίπλα μου στην ασθένειά μου και με στηρίζει. Στην περίπτωση, που αυτή αποβιώσει πριν από εμένα εγκαθιστώ κληρονόμους μου τα δύο τέκνα της θυγατέρας μου Ε.". Σημειώνεται ότι πριν τη σύνταξη της ως άνω διαθήκης, η συμβολαιογράφος Ρεθύμνης Β. Π., ζήτησε ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση της Συντονίστριας Διευθύντριας της Ψυχιατρικής Κλινικής του ΓΝΡ Ε. Β., η οποία χορήγησε την με χρονολογία 14-7-2016 ιατρική βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία ο Σ. Ρ., "Δεν εμφανίζει διαταραχές στην μνήμη, στον προσανατολισμό σε χώρο και χρόνο. Δεν ελέγχονται διαταραχές στη σκέψη και στη βούληση. Δεν έχει διαταραχή στην κρίση. Είναι απόλυτα ικανός για σύναψη δικαιοπραξιών, για σύνταξη διαθήκης και γενικά εγγράφων με νομική ισχύ". Την προηγούμενη δε ημέρα της σύνταξης της ως άνω διαθήκης, ο Σ. Ρ. συνέταξε την από 22-7-2016 εξώδικη διαμαρτυρία-όχλησή του, η οποία κοινοποιήθηκε στις ενάγουσες στις 25-7-2016 (βλ. τις υπ' αριθμ. 8070, 8071 και 8072/25-7-2016 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου Μαρίας Βαμβακά) με το εξής περιεχόμενο "Όπως καλά γνωρίζετε με τις α' και β' από εσάς διατηρούσαμε προθεσμιακό λογαριασμό (κλειστό λογαριασμό) στην τράπεζα ..., ποσού 51.000 ευρώ, χρήματα, που προέρχονται από δικές μου και μόνο αποταμιεύσεις. Η δε χρήση των ονομάτων σας στον λογαριασμό αυτό, έγινε, αποκλειστικά και μόνο για λόγους ασφαλείας και καλής πίστης, καθ' ότι αντιμετωπίζω σοβαρό πρόβλημα υγείας (είμαι νεφροπαθής και με ένα πόδι), που με εμποδίζουν στις καθημερινές μου δραστηριότητες και συναλλαγές ... Στις 21-7-2016 ... αποφάσισα να εξουσιοδοτήσω τρίτο πρόσωπο για τη διαχείριση των λογαριασμών μου. Προκειμένου να ενημερωθώ για τα στοιχεία του προθεσμιακού μου λογαριασμού, στον οποίο φερόμαστε συνδικαιούχοι εγώ και οι πρώτες δύο από εσάς, επικοινώνησε η συμβολαιογράφος μου, κατόπιν εντολής μου, με τον ως άνω αναφερόμενο Διευθυντή της Τράπεζας, ο οποίος της ανέφερε ότι δεν υφίσταται πλέον προθεσμιακός λογαριασμός στο όνομά μου και δεν θα χρειαστεί η σύνταξη πληρεξουσίου! ... Στη συνέχεια η κόρη μου Ε. Ρ. σε σχετική επαφή, που είχε με την γ' από εσάς (Αθηνά), ζήτησε εξηγήσεις για τις παραπάνω ενέργειες και να μου επιστραφεί το ως άνω ποσό, λόγω άμεσης οικονομικής ανάγκης, όμως εκείνη απάντησε χαρακτηριστικά ότι "να του πεις ότι τα λεφτά τα έχω εγώ και δεν πρόκειται να του τα δώσω". Επειδή όλα τα παραπάνω αποτελούν δόλιες εκ μέρους σας ενέργειες, που με θλίβουν και με καταρρακώνουν αφάνταστα, εκμεταλλευόμενες την κατάστασή μου, λόγω των σοβαρών προβλημάτων, που αντιμετωπίζω, και διαπράττοντας έτσι σε βάρος μου αδικοπραξία και ποινικά κολάσιμες πράξεις. Επειδή σύμφωνα με τα παραπάνω δικαιούμαι να ζητήσω, όπως α. με ενημερώσετε για την κίνηση του προθεσμιακού λογαριασμού μου (που και πότε μεταφέρθηκε το ποσό των 51.000 ευρώ και σε ποια ονόματα), προσκομίζοντας μου παράλληλα και όλα τα σχετικά παραστατικά και β. μου επιστραφεί το ως άνω ποσό.
Για τους λόγους αυτούς και με τη ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μου. ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΑΙ εντονότατα για την παραπάνω άδικη και παράνομη συμπεριφορά σας, σας ΚΑΛΩ, όπως εντός 5 ημερών από την λήψη του παρόντος, όπως α. με ενημερώσετε για την κίνηση του προθεσμιακού λογαριασμού μου (που και πότε μεταφέρθηκε το ποσό των 51.000 ευρώ και σε ποια ονόματα), προσκομίζοντάς μου παράλληλα και όλα τα σχετικά παραστατικά και β. μου επιστραφεί το ως άνω ποσό, άλλως σε περίπτωση παρόδου απράκτου της ως άνω προθεσμίας ΔΗΛΩΝΩ ότι θα προβώ σε κάθε νόμιμη ενέργεια ενώπιον των αρμόδιων αστικών και ποινικών δικαστηρίων, στρεφόμενος εναντίον σας και κατά παντός υπευθύνου για τυχόν ενέργειες και παραλείψεις σας, προκειμένου να διασφαλίσω τα νόμιμα δικαιώματά μου ... ". Ακολούθως με την από 28-7-2016 εξώδικη διαμαρτυρία και όχλησή του προς τις ενάγουσες, ο Σ. Ρ. δήλωνε ότι "Ως γνωρίζετε αντιμετωπίζω σωρεία προβλημάτων υγείας και ειδικά κάνω τακτικές αιμοκαθάρσεις και έχω κομμένο πόδι ωστόσο καμία από τις τρεις σας δεν μου έχετε συμπαρασταθεί, αντιθέτως με έχετε εγκαταλείψει στο νοσοκομείο Ρεθύμνου, χωρίς να ενδιαφέρεστε για την πορεία της υγείας μου, και συγκεκριμένα αν λαμβάνω τη σχετική θεραπευτική αγωγή, αν έχω τα απαραίτητα ρούχα ή χρήματα για να αντιμετωπίσω τις στοιχειώδεις καθημερινές μου ανάγκες και το κυριότερο, αντί να μου συμπαρασταθείτε και να με περιθάλψετε, όπως εγώ αντιθέτως έπραττα όλα αυτά τα χρόνια προς εσάς, μου έχετε επιδείξει πρωτοφανή σκληρότητα και αδιαφορία. Φροντίσατε δε ώστε πλέον να μην έχω πρόσβαση σε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, που διατηρούσα στην τράπεζα και αποτελούσαν οικονομίες, που συγκέντρωνα ολόκληρη τη ζωή μου. Η δε Α. Ρ. και ενώ εκδήλωνα σοβαρότατη κρίση δύσπνοιας με εγκατέλειψε στο νοσοκομείο, για να πάει για μπάνιο στον Πλακιά. Η ίδια δε τις επόμενες ημέρες, εισήλθε στο θάλαμό μου και κατέστρεψε την κάρτα ανάληψης χρημάτων, που διατηρούσα, ώστε να μην μπορώ στο εξής να προβαίνω σε αναλήψεις. Στη συνέχεια βίωσα αυτό, που κανείς οικογενειάρχης, άρρωστος άνθρωπος δεν θα ήθελε να βιώσει και μάλιστα από τα τρία πιο αγαπημένα του πρόσωπα. Την επόμενη φορά, που η δεύτερη από εσάς, Α. Ρ., ήρθε στο θάλαμο, που νοσηλευόμουν, και μετά τις εκκλήσεις μου να μου επιστρέψουν αυτή, η μητέρα της και η αδελφή της τα χρήματά μου, γιατί τα χρειαζόμουν για να κάνω επέμβαση, μου απαντήσατε - παρουσία της αδελφής μου και της άλλης κόρης μου Ε. Ρ., ότι δεν θα μου τα επιστρέφετε, γιατί έτσι κι αλλιώς πρόκειται να πεθάνω, και στη συνέχεια η αδελφή μου σας ακολούθησε στο διάδρομο την ώρα, που είχατε εισέλθει στο δωμάτιο με τους ιατρούς, και που θέλατε να σας δουν ότι δήθεν ενδιαφερόσασταν για την πορεία της υγείας μου. Αμέσως η αδελφή μου, καταλαβαίνοντας τις προθέσεις σας, ενημέρωσε τους θεράποντες ιατρούς, τι μου είχατε πει δευτερόλεπτα πριν μέσα στο θάλαμο της νοσηλείας μου και με πόση σκληρότητα μου είχατε φερθεί. Η δε πρώτη και τρίτη από εσάς και συγκεκριμένα η σύζυγός μου Μ.. Ρ. και η κόρη μου Ά. Μ... Ρ.. δεν ήρθατε ποτέ να με επισκεφτείτε, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας μου, ούτε απαντήσατε ποτέ σε κάποιο σχετικό τηλεφώνημά μου ή της αδελφής μου, όπως άλλωστε μου είχε δηλώσει η σύζυγός μου ρητά ότι "δεν θα ασχοληθείτε άλλο μαζί μου" στην οικία μου στην .... Αντιθέτως προτιμήσατε να αδιαφορήσετε πλήρως για μένα, κάνοντάς μου με αυτό τον τρόπο σαφές ότι δεν θέλετε να έχετε καμία επαφή μαζί μου". Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε επίσης ότι πρώτη ενάγουσα είχε εκτοπίσει τον προαναφερόμενο σύζυγό της από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, που αποτελούσε την οικογενειακή στέγη τους στην ... στο ισόγειο της ίδιας οικίας, όπου διέθετε ένα υπνοδωμάτιο και αποθήκη, ενώ η τουαλέτα ήταν εξωτερική. Ειδικότερα, από τις αρχές του έτους 2015 μέχρι και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Σ. Ρ. είχε προσλάβει ως οικιακή βοηθό την Α. Ι., υπήκοο Βουλγαρίας, η οποία τον φρόντιζε (βλ. την ένορκη βεβαίωση της ιδίας ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου). Αντιθέτως, η πρώτη ενάγουσα ούτε φρόντιζε τον σύζυγό της, ούτε τον επισκέφθηκε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, ούτε επικοινωνούσε έστω τηλεφωνικώς μαζί του. Ο ισχυρισμός της πρώτης ενάγουσας ότι λόγω των προβλημάτων υγείας που είχε δεν μπορούσε να μεταβεί στο νοσοκομείο, δεν αποδείχθηκε βάσιμος ούτε αναιρεί τα ως άνω αποδειχθέντα, αφού σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να δείξει το ενδιαφέρον της τηλεφωνώντας στον ασθενή σύζυγό της ή - τουλάχιστον φροντίζοντάς τον κατά τα χρονικά διαστήματα που δε νοσηλευόταν, φιλοξενώντας τον στην οικογενειακή στέγη και όχι αποπέμποντάς τον από αυτή. Εξάλλου, όταν ο Σ. Ρ. επέστρεψε από το ΓΝΡ στην ... στις 8-7-2016 με το ασθενοφόρο, η πρώτη ενάγουσα αντί να τον υποδεχτεί σαν σύζυγος, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της, παραπονέθηκε για την επιστροφή του, φώναξε ενώπιον του στην αδελφή του Ά. Ρ. (η οποία τον είχε συνοδεύσει με το ασθενοφόρο) "τι μου τον φέρατε;", δεν προσφέρθηκε να τον δεχτεί πάνω στον πρώτο όροφο, αν και υπήρχε το ασανσέρ, που εξυπηρετούσε και την ίδια, και υπέδειξε ψυχρά στο πλήρωμα του ασθενοφόρου να βάλουν τον σύζυγό της στο ισόγειο, όπου τον είχε εκτοπίσει κατά τα τελευταία έτη. Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο Σ. Ρ. βρίσκονταν σε διάσταση με την ενάγουσα σύζυγό του τα τελευταία χρόνια πριν το θάνατό του, αφού διαβίωναν σε χωριστές οικίες, χωρίς να διατηρούν οποιαδήποτε φυσική ή ψυχική επαφή μεταξύ τους. Η προαναφερόμενη διάστασή τους, η οποία εκδηλώθηκε με την φυσική και ψυχική αποξένωσή τους, με την πρόθεση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, εξακολούθησε συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης αλλά και μέχρι τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, επομένως, τεκμαίρεται αμάχητα ότι οι μεταξύ τους σχέσεις είχαν κλονισθεί τόσο ισχυρά, ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους να καταστεί βάσιμα, αφόρητη για τον κληρονομούμενο. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο κληρονομούμενος αποκλήρωσε νόμιμα την ενάγουσα σύζυγό του, αφού κατά το χρόνο του θανάτου του είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου, έχοντας βάσιμο προς τούτο λόγο, αναγόμενο σε υπαιτιότητα της συζύγου του (άρθρα 1842 και 1439 Α.Κ. Περαιτέρω, αναφορικά με τη δεύτερη ενάγουσα Ά.-Μ... Ρ.., αποδείχθηκε ότι δεν επισκέφθηκε ποτέ τον πατέρα της κατά τη διάρκεια της ως άνω νοσηλείας του, ούτε καν στο Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου, δεν του τηλεφωνούσε ούτε απαντούσε στα τηλεφωνήματά του, παρά το γεγονός ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο επισκεπτόταν το γυναικολογικό τμήμα του ίδιου νοσοκομείου, καθώς ήταν έγκυος. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι λόγω της εγκυμοσύνης της απαγορεύτηκε η είσοδός της σε νοσοκομεία προς αποφυγή μετάδοσης ασθενειών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, δεδομένου ότι εάν ήθελε να δει τον πατέρα της θα μπορούσε να τον επισκεφτεί λαμβάνοντας πρόσθετα μέτρα προστασίας (π.χ. φορώντας προστατευτική μάσκα) ή τουλάχιστον να του τηλεφωνεί τακτικά προκειμένου να ενημερωθεί για την υγεία του και να του δώσει κουράγιο. Επίσης, αν και η δεύτερη ενάγουσα κατοικεί μόνιμα στην ... σε κοντινή με την πατρική της οικία απόσταση, δεν επισκέφτηκε τον πατέρα της κατά το χρονικό διάστημα από τις 8-7-2016 μέχρι το πρωί της 11ης-7-2016, κατά το οποίο βρισκόταν στην οικία του, ενώ δεν πήγε ούτε στην κηδεία του πατέρα της. Επιπλέον, η δεύτερη ενάγουσα, συνδικαιούχος, όπως προαναφέρθηκε, της ως άνω προθεσμιακής κατάθεσης του πατέρα της, ποσού 51.000 ευρώ ιδιοποιήθηκε τουλάχιστον ένα μέρος του ποσού αυτού, διαπράττοντας το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε βάρος του (άρθρο 375 ΠΚ), πράγμα το οποίο αναφέρει και ο ίδιος ο πατέρας της στην διαθήκη του. Όσον αφορά την τρίτη ενάγουσα Α. Ρ., κατά το χρονικό διάστημα από 15-6-2016 μέχρι την 4-8-2016, που νοσηλευόταν ο πατέρας της στο ΠΑΓΝΗ και το ΓΝΡ, τον επισκέφθηκε κάποιες φορές, ωστόσο δεν πρόσφερε στον πατέρα της οποιαδήποτε βοήθεια, ήταν αδιάφορη και απρόθυμη, ασχολούμενη ως επί το πλείστον με το κινητό τηλέφωνό της. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι όταν την Κυριακή 3-7-2016 ο πατέρας της εμφάνισε κρίση δύσπνοιας, εκείνη του είπε ότι έχει προγραμματίσει εκδρομή στην παραλία του Πλακιά και έφυγε για να συνεχίσει το πρόγραμμά της. Το γεγονός αυτό εξάλλου αναφέρει και ο ίδιος ο Σ. Ρ. στην επίδικη διαθήκη. Επιπλέον, όταν ο ίδιος ο πατέρας της της ζήτησε αυτοπροσώπως (κατόπιν της επανεισαγωγής του στο ΓΝΡ στις 11-7-2016) την κάρτα ανάληψης μετρητών του υπ' αρ.... λογαριασμού καταθέσεων του στην Τράπεζα ..., ώστε να αναλαμβάνει μέσω της εναγομένης και της αδελφής του Ά. Ρ. χρήματα για τις ανάγκες του, θύμωσε και κατέστρεψε ενώπιον του την παραπάνω κάρτα, διαπράττοντας το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφου (άρθρο 222-δ ΠΚ). Όταν δε ο πατέρας της ανακάλυψε πλέον ότι οι ενάγουσες είχαν ιδιοποιηθεί παράνομα τα χρήματα της προθεσμιακής κατάθεσής του στην Τράπεζα ... και τους ζητούσε να του επιστρέψουν τα χρήματα η τρίτη ενάγουσα πήγε στο ΓΝΡ να τον επισκεφτεί και του απάντησε θρασύτατα ότι δεν πρόκειται να του επιστρέψουν τα χρήματά του και ότι δεν χρειάζεται χρήματα, γιατί θα πεθάνει, και όταν ο πατέρας της είπε ειρωνικά και θυμωμένα "τότε νεκροφίλησέ με" εκείνη θρασύτατα τον φίλησε στο μέτωπο και έφυγε (βλ. την ένορκη βεβαίωση της Ά. Ρ. αδελφής του Σ. Ρ., που ήταν παρούσα στο συμβάν). Το γεγονός δε ότι η τρίτη ενάγουσα επισκέφθηκε τον πατέρα της στο κέντρο αποκατάστασης στη Θεσσαλονίκη όπου νοσηλευόταν στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2016, ουδόλως αναιρεί τα ως άνω αποδειχθέντα. Τα παραπάνω περιστατικά επιβεβαιώνονται ιδίως από τις προσκομιζόμενες από την εναγόμενη ένορκες βεβαιώσεις. Συγκεκριμένα, η αδελφή του θανόντος Ά. Ρ. βεβαίωσε ενόρκως ότι "... Λίγες μέρες αργότερα, αφού γύρισε από το Ηράκλειο, που είχε μεταφερθεί, έμαθε μέσω της συμβολαιογράφου του ότι η Μ., η Αθηνά και η Ά.Μ. του είχαν πάρει όλα του τα χρήματα από την Τράπεζα. Θύμωσε και στεναχωρήθηκε πολύ και τις έπαιρνε τηλέφωνο, αλλά δεν απαντούσαν. Πήρε τηλέφωνο και τη Β. και της είπε το νέο. Η Β. κατάφερε να βρει τελικά στο τηλέφωνο την Αθηνά, που είπε ότι τα λεφτά τα έχει εκείνη, αλλά δεν πρόκειται να του τα δώσει. Μετά από αυτά ο αδελφός μου, που τα χε τετρακόσια, φώναξε ξανά τη συμβολαιογράφο στο νοσοκομείο και φώναξε και τη δικηγόρο του και έλεγε ότι δεν θα το αφήσει έτσι.. ". Η έτερη αδελφή του θανόντος Ε. Ρ. βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον της παραπάνω συμβολαιογράφου Χανίων " ... Και σαν να μην έφταναν αυτά ανακάλυψε ότι του είχαν πάρει και τα λεφτά του από την Τράπεζα. Η στεναχώρια του ήταν τεράστια και τους τα ζητούσε πίσω. Έπαιρνε τηλέφωνο και τον αδελφό μας το Γ. και του έλεγε μπροστά μου πήγαινε, να τους πεις να μου τα δώσουν και εκείνος του απαντούσε ότι δεν θέλει να ανακατευτεί. Η Μ., η Αθηνά και η Ά.Μ. δεν σεβάστηκαν ούτε την αρρώστια του. ούτε την ανάγκη του. Εκείνος τις είχε εμπιστευτεί και αυτές πρόδωσαν την εμπιστοσύνη του. Τον πίκραναν πολύ. Και ήρθε η Αθηνά στο νοσοκομείο και όταν τη ρώτησε για τα λεφτά του, αυτή του απάντησε ότι δεν του τα δίνει και δεν τα έχει ανάγκη γιατί θα πεθάνει. και ο αδελφός μου της απάντησε, αφού θα πεθάνω να με νεκροφιλήσεις, και εκείνη τον φίλησε ... ". Η ανηψιά του θανόντος Ν. Μ., βεβαίωσε ενόρκως ότι: " ... Την επόμενη φορά, που επισκέφτηκα τον θείο μου, ήταν στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου στα τέλη Ιουλίου και ήταν πάρα πολύ θυμωμένος και στεναχωρημένος με την Αθηνά, την Άννα-Μ. και τη σύζυγό του Μ. γιατί όπως μου είπε ο ίδιος και δάκρυζε, του είχαν πάρει τα λεφτά του από την τράπεζα. Από τη θεία μου την Άννα και τη Βαγγελιώ έμαθα στη συνέχεια ότι η Αθηνά αφού έλαβε το εξώδικο, που τους έστειλε ο πατέρας της και τους ζητούσε πίσω τα χρήματά του, εμφανίστηκε στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου και του είπε θρασύτατα ότι δεν πρόκειται να του επιστρέφει τα χρήματά του και ότι δεν χρειάζεται χρήματα, γιατί θα πεθάνει ... ". Τα ως άνω αποδειχθέντα ουδόλως αναιρούνται από τις προσκομιζόμενες από τις ενάγουσες ένορκες βεβαιώσεις, δεδομένου ότι οι μάρτυρες Ε. Μ. (αδελφός της πρώτης ενάγουσας) ο Ν. Σ. (τέως σύζυγος της τρίτης ενάγουσας) και ο Μ. Τ. (κουνιάδος του Γεωργίου Ρεϊζάκη, αδελφού του θανόντος και Πρόεδρος του Δ.Δ. ...ς) δεν επισκέφτηκαν ποτέ τον Σ. Ρ. σε οποιοδήποτε στάδιο της νοσηλείας του, δεν είχαν καν οποιαδήποτε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του και δεν έχουν άμεση γνώση της αλήθειας, αντιθέτως όσα καταθέτουν τα έχουν πληροφορηθεί από τις ίδιες τις ενάγουσες και δεν περιγράφουν οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό, που να έλαβε χώρα ενώπιον τους.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα ...... κατά το χρόνο σύνταξης της δεύτερης δημόσιας διαθήκης του, υφίστατο ο ανωτέρω λόγος αποκληρώσεως της συζύγου του, αναγόμενος σε της, όπως προαναφέρθηκε, όσο και των δυο θυγατέρων του, οι οποίες, όπως επίσης προαναφέρθηκε, έγιναν υπαίτιες σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση σε βάρος του, ο οποίος (λόγος) αναφέρεται ρητώς στην επίδικη διαθήκη και είναι ουσιαστικά βάσιμος. Σε καμία δε περίπτωση δεν είναι αποτέλεσμα πλάνης του διαθέτη, όπως παντελώς αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγουσες, δεδομένου ότι αυτός έπασχε μόνο από σωματικές ασθένειες (νεφρική ανεπάρκεια, πολυαγγειοπάθεια και είχε ακρωτηριασμένο πόδι) και όχι από κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή, είχε δε απόλυτη συνείδηση των πράξεών του, καθόσον γνώριζε απολύτως την ουσία και το περιεχόμενο τόσο της πρώτης διαθήκης που συνέταξε, όσο και της δεύτερης, με την οποία αποκλήρωσε τις ενάγουσες και είχε την ικανότητα να συλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων αμφοτέρων των διαθηκών του. Άλλωστε, από κανένα ιατρικό έγγραφο δεν αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης ήταν ευάλωτος και επιρρεπής σε απειλές και εκβιασμούς, με κλονισμένο ψυχισμό και έντονη συναισθηματική ανασφάλεια, ώστε να καθίσταται ευάλωτος σε τυχόν απειλές, άβουλο όργανο στα χέρια της εναγομένης και υποχείριό της, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγουσες. Πιο συγκεκριμένα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη από κοινού με την αδελφή του διαθέτη Ά. Ρ., υπέβαλαν στον τελευταίο τις διατάξεις της τελευταίας βούλησής του, ούτε ότι εμπόδισαν με οποιονδήποτε τρόπο τις ενάγουσες να επισκέπτονται τον διαθέτη, ούτε επίσης ότι τον παραπλάνησε με ψευδείς δηλώσεις της ότι δήθεν οι ενάγουσες δεν ενδιαφέρονται γι' αυτόν. Αντιθέτως, αποδείχθηκε πλήρως ότι ο διαθέτης, έχοντας πλήρη συνείδηση των πραττομένων του, έχοντας απογοητευτεί και πικραθεί από τις προπεριγραφόμενες συμπεριφορές των εναγουσών, ήθελε να τις αποκληρώσει, ενώ η επίδικη δημόσια διαθήκη του εκφράζει την αληθή βούληση του διαθέτη και αποτελεί το επισφράγισμα της βαθιάς αγάπης και εμπιστοσύνης, την οποία έτρεφε για την εναγόμενη κόρη του, η οποία στάθηκε δίπλα του τους τελευταίους δύσκολους μήνες της ζωής του, εμφορούμενος από αληθινά και βαθιά συναισθήματα πατρικής αγάπης προς την εναγομένη, συντάχθηκε δε από πραγματικά ελεύθερη βούληση και δίχως κανενός είδους επηρεασμού ή απειλής εκ μέρους της εναγομένης. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είναι ανάξια να κληρονομήσει τον πατέρα της, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγουσες. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κόρη του διαθέτη, ήταν η μόνη που ενδιαφερόταν για τη νοσηλεία του και την εξέλιξη της υγείας του, ήταν σε επαφή με τα διάφορα τμήματα του κέντρου αποκατάστασης στη Θεσσαλονίκη, ήταν απόλυτα συνεργάσιμη και δεν δημιούργησε κανένα θέμα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του (βλ. την ένορκη εξέταση της μάρτυρα Α. Β., Προέδρου του κέντρου αποκατάστασης (Αναγέννηση) στη Θεσσαλονίκη). Εξάλλου, από την ένορκη βεβαίωση του Ν. Κ., που νοσηλευόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον Σ. Ρ. στο παραπάνω κέντρο αποθεραπείας, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής η εναγομένη επισκεπτόταν καθημερινά τον πατέρα της, του έφερνε τα αγαπημένα του φαγητά και του κρατούσε συντροφιά, καθώς και ότι ο θανών είχε κινητό τηλέφωνο όπως και σταθερό στο δωμάτιο που νοσηλευόταν, στα οποία όμως δεν τον κάλεσαν ποτέ οι ενάγουσες. Επιπλέον, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ανάγκασε με οποιονδήποτε τρόπο τον πατέρα της να αλλάξει την πρώτη ως άνω διαθήκη του και να αποκληρώσει τις ενάγουσες. Κατόπιν όλων των προαναφερομένων, αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας Σ. Ρ. είχε βάσιμο λόγο να αποκληρώσει τόσο τη σύζυγό του όσο και τις ενάγουσες κόρες του, αντιθέτως δε, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, επίσης κόρη του, παρακίνησε παράνομα και αντίθετα με τα χρηστά ήθη τον ως άνω κληρονομούμενο πατέρα της να συντάξει την επίδικη διαθήκη, ώστε να καθίσταται ανάξια να τον κληρονομήσει. Κατ' ακουλουθίαν όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά συνολικά εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών - εναγουσών, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση η οποία απέρριψε ως ουσία αβάσιμους τόσο τους στηρίζοντες την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, ισχυρισμούς περί ακυρότητας των επίμαχων δημόσιων διαθηκών, με τη δεύτερη των οποίων ο διαθέτης συγγενής τους εγκατέστησε αποκλειστική κληρονόμο του την αναιρεσίβλητη- εναγομένη θυγατέρα του και αποκλήρωσε αυτές για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, επειδή ο προαναφερθείς διαθέτης πλανήθηκε από την αναιρεσίβλητη, θυγατέρα της πρώτης και αδελφή των λοιπών εξ αυτών (αναιρεσειουσών) , που τις είχε αποκλείσει να επισκέπτονται τον ως άνω κληρονομούμενο, με προφανή σκοπό να τον πείσει ότι αυτές δεν ενδιαφέρονται για το πρόσωπο και την υγεία του, ώστε να τις αποκληρώσει, όπως και τελικά έπραξε και περί κληρονομικής αναξιότητας της ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία χρησιμοποιώντας πεπλανημένες δηλώσεις και απατηλά μέσα παρακίνησε τον θανόντα να τις αποκληρώσει, όσο και τους ισχυρισμούς που θεμελίωναν την επικουρική βάση αυτής ότι δηλαδή τυγχάνουν νόμιμοι μεριδούχοι στην κληρονομία που κατέλειπε ο ρηθείς διαθέτης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, καθώς δεν συνέτρεχε ουδείς νόμιμος λόγος αποκλήρωσής τους, ούτε αναφέρεται τέτοιος λόγος στις επίμαχες διαθήκες. Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι ο διαθέτης Σ. Ρ., σύζυγος της πρώτης αναιρεσείουσας και πατέρας των λοιπών, καθώς και της ήδη αναιρεσίβλητης, που απεβίωσε στις 20-9-2016 στη Θεσσαλονίκη, λόγω καρδιοαναπνευστικής ανακοπής εξαιτίας της νεφρικής ανεπάρκειας και πολυααγγειοπάθειας, από τις οποίες έπασχε, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Γενικό Νοσοκομείου Ρεθύμνου στις 15-7-2016 συνέταξε την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Β. Π., που δημοσιεύτηκε νόμιμα, με την οποία κατέλειπε την κληρονομιαία περιουσία του όπως σε αυτήν αναφέρεται, ενώ την 23-7-2016 και πάλι κατά τη διάρκεια νοσηλείας του στο άνω νοσοκομείο συνέταξε εκ νέου την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το αναφερόμενο σε αυτήν περιεχόμενο και με την οποία εγκατέστησε μοναδική του κληρονόμο την αναιρεσίβλητη θυγατέρα του, αποκληρώνοντας ρητά τις αναιρεσείουσες, σύζυγο και θυγατέρες του αντίστοιχα για τους επίσης ρητά αναφερόμενους σε αυτήν λόγους και συγκεκριμένα για τους λόγους ότι παρά το γεγονός ότι ήταν ασθενής και ανάπηρος, δεν ενδιαφέρθηκαν γι' αυτόν, δεν του προσέφεραν την παραμικρή βοήθεια, στοργή και αγάπη και παρά τις συνεχείς εκκλήσεις του να τις δει και να μιλήσει μαζί τους, διέκοψαν κάθε επικοινωνία μαζί του και δεν δεχόντουσαν να απαντήσουν στα τηλέφωνα τα δικά του και της αδελφής του, ότι η κόρη του Αθηνά (Τρίτη αναιρεσείουσα) αν και έπαθε κρίση δύσπνοιας αποφάσισε να συνεχίσει τη διασκέδασή της που είχε προγραμματίσει, ότι τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο όχι από ενδιαφέρον για τον ίδιο και την υγεία του, αλλά για να καταστρέψει μπροστά του την κάρτα ανάληψης χρημάτων από την οποία μπορούσε να τραβήξει χρήματα, ότι εξαφάνισαν τα χρήματά του, που είχε αποταμιεύσει για τις δύσκολες ώρες της αρρώστιας του και τα οποία είχε στην τράπεζα, κάνοντάς του ξεκάθαρο ότι το μόνο που τις ενδιαφέρει είναι τα χρήματα, ότι κατά το χρόνο σύνταξης των ένδικων διαθηκών σύμφωνα με τη σχετική από 14-7-2016 ιατρική βεβαίωση της συντονίστριας διευθύντριας της Ψυχιατρικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου Ε. Β., που ζήτησε και έλαβε η συντάξασα τη δημόσια διαθήκη συμβολαιογράφος, ο άνω διαθέτης δεν εμφάνιζε διαταραχές στη μνήμη, στον προσανατολισμό σε χώρο και χρόνο, δεν είχε διαταραχές στη σκέψη στη βούληση και στην κρίση και ήταν απόλυτα ικανός για σύνταξη διαθήκης και γενικά εγγράφων με νομική ισχύ, ότι οι άνω λόγοι αποκλήρωσης των αναιρεσειουσών, που αναφέρονται στη δεύτερη διαθήκη αλλά και στις από 22-7-2016 και 28-7-2016 εξώδικες διαμαρτυρίες του ως άνω διαθέτη που κοινοποιήθηκαν νόμιμα σε αυτές, με τις οποίες διαμαρτυρόμενος εντονότατα για την άδικη και παράνομη συμπεριφορά τους τις καλούσε να τον ενημερώσουν για την κίνηση του προθεσμιακού λογαριασμού του (που και πότε μεταφέρθηκε το ποσό των 51.000 ευρώ και σε ποια ονόματα) προσκομίζοντάς του παράλληλα και όλα τα σχετικά περιστατικά και να του επιστραφεί το ως άνω ποσό αποδείχθηκαν ως αληθείς και ειδικότερα ότι α) η πρώτη αναιρεσείουσα δεν φρόντιζε τον διαθέτη σύζυγό της, δεν τον επισκέφθηκε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, ούτε επικοινωνούσε έστω τηλεφωνικώς μαζί του, αλλά αντίθετα τον είχε εκτοπίσει από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, που αποτελούσε την οικογενειακή στέγη τους στην ... Ρεθύμνου, στο ισόγειο της ίδιας οικίας όπου διέθετε ένα υπνοδωμάτιο, αποθήκη και εξωτερική τουαλέτα, τον οποίο φρόντιζε από τις αρχές του 2015 μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η προσληφθείσα από τον ίδιο αναφερόμενη οικιακή βοηθός, όταν αυτός επέστρεψε από το ΓΝΡ στην ... την 8-7-2016 με ασθενοφόρο εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της, παραπονέθηκε για την επιστροφή του, δεν προσφέρθηκε να τον δεχτεί στον πρώτο όροφο, αν και υπήρχε ασανσέρ, που εξυπηρετούσε την ίδια και υπέδειξε ψυχρά στο πλήρωμα του ασθενοφόρου τη μεταφορά του συζύγου της στο ισόγειο, όπου τον είχε εκτοπίσει κατά τα τελευταία έτη, ότι τα τελευταία χρόνια προ του θανάτου του ο διαθέτης βρισκόταν σε διάσταση με την πρώτη αναιρεσείουσα σύζυγό του, διαβιώνοντες σε χωριστές οικίες, χωρίς να διατηρούν οποιαδήποτε φυσική ή ψυχική επαφή μεταξύ τους, με την πρόθεση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, που εξακολούθησε συνεχώς και αδιαλλείπτως μέχρι τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης αλλά και μέχρι του θανάτου του και επομένως τεκμαίρεται αμάχητα ότι οι μεταξύ τους σχέσεις είχαν κλονιστεί τόσο ισχυρά, ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους να καταστεί αφόρητη για τον κληρονομούμενο και συνεπώς η κληρονομούμενος αποκλήρωσε νόμιμα την άνω σύζυγό του, αφού κατά το χρόνο του θανάτου του είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου, έχοντας βάσιμο προς τούτο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα της συζύγου του, β) η δεύτερη αναιρεσείουσα θυγατέρα του διαθέτη, δεν επισκέφθηκε ποτέ τον πατέρα της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, δεν του τηλεφωνούσε, ούτε απαντούσε στα τηλεφωνήματά του, δεν επισκέφθηκε τον πατέρα της κατά το χρονικό διάστημα από τις 8-7-2016 έως 11-7-2016, που βρισκόταν στην οικία του στην ..., αν και κατοικεί σε κοντινή απόσταση με την πατρική της οικία στον ίδιο τόπο, δεν πήγε στην κηδεία του, ενώ ως συνδικαιούχος με τον πατέρα της και την τρίτη αναιρεσείουσα σε προθεσμιακή κατάθεση ποσού 51.000 ευρώ ιδιοποιήθηκε τουλάχιστον ένα μέρος του ποσού αυτού, διαπράττοντας το αδίκημα (πλημμέλημα) της υπεξαίρεσης σε βάρος του (άρθρο 375 Π.Κ.) και γ) η τρίτη αναιρεσείουσα θυγατέρα του διαθέτη τον επισκέφθηκε μεν κάποιες φορές κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο, ωστόσο δεν του πρόσφερε οποιαδήποτε βοήθεια, ήταν αδιάφορη και απρόθυμη, την 3-7-2026 που ο πατέρας της εμφάνισε κρίση δύσπνοιας έφυγε από το νοσοκομείο για να συνεχίσει το πρόγραμμά της (εκδρομή στη παραλία του Πλακιά), όταν της ζήτησε ο πατέρας της την 11-7-2016 στο ΓΝΡ την κάρτα ανάληψης μετρητών της ..., ώστε να αναλαμβάνει χρήματα για τις ανάγκες του μέσω της αναιρεσίβλητης και της αδελφής του, θύμωσε και κατέστρεψε ενώπιον του την παραπάνω κάρτα, διαπράττοντας εκτός από το αδίκημα της υπεξαίρεσης (375 Π.Κ.) και το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφου (222- δ Π.Κ.), όταν ο πατέρας της ανακάλυψε ότι είχαν ιδιοποιηθεί τα χρήματα της προθεσμιακής κατάθεσής του στην τράπεζα ... και τους ζητούσε τα χρήματα, εκείνη πήγε στο ΓΝΡ να τον επισκεφθεί και του απάντησε ότι δεν πρόκειται να του τα επιστρέψει καθώς δεν τα χρειάζεται αφού θα πεθάνει και συνεπώς κατά το χρόνο σύνταξης της δεύτερης δημόσιας διαθήκης του άνω κληρονομούμενου υφίστατο οι ως άνω λόγοι αποκληρώσεως τόσο της συζύγου του αναγόμενοι σε υπαιτιότητά της, όσο και των θυγατέρων του, οι οποίες έγιναν υπαίτιες σοβαρού πλημμελήματος σε βάρος του, λόγοι που ρητά αναφέρονται στην επίδικη διαθήκη. Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι οι διατάξεις των επίδικων δημόσιων διαθηκών δεν ήταν αποτέλεσμα πλάνης του διαθέτη, δεδομένου ότι αυτός έπασχε μόνο από σωματικές ασθένειες (νεφρική ανεπάρκεια, πολυαγγειοπάθεια και είχε ακρωτηριασμένο πόδι) και όχι από κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή, είχε δε απόλυτη συνείδηση των πράξεών του, καθόσον γνώριζε απολύτως την ουσία και το περιεχόμενο τόσο της πρώτης διαθήκης που συνέταξε, όσο και της δεύτερης, με την οποία αποκλήρωσε τις αναιρεσείουσες και είχε την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων αμφοτέρων των διαθηκών του, ο διαθέτης δεν ήταν ευάλωτος και επιρρεπής σε απειλές και εκβιασμούς, με κλονισμένο ψυχισμό και έντονη συναισθηματική ανασφάλεια, ώστε να καθίσταται ευάλωτος σε τυχόν απειλές, άβουλο όργανο στα χέρια της αναιρεσίβλητης και υποχείριό της, η εναγομένη από κοινού με την αδελφή του διαθέτη Ά. Ρ. δεν παρακίνησε παράνομα και αντίθετα με τα χρηστά ήθη τον κληρονομούμενο πατέρα της να συντάξει την επίμαχη δεύτερη δημόσια διαθήκη, με το ρηθέν περιεχόμενο, ούτε εμπόδισε με οποιονδήποτε τρόπο τις αναιρεσείουσες να επισκέπτονται τον διαθέτη, ούτε τον παραπλάνησε με ψευδείς δηλώσεις της ότι δήθεν αυτές (αναιρεσείουσες) δεν ενδιαφέρονται γι' αυτόν, αλλά αντίθετα ότι ο διαθέτης, έχοντας πλήρη συνείδηση των πραττομένων του, έχοντας απογοητευτεί και πικραθεί από τις προπεριγραφόμενες συμπεριφορές των αναιρεσειουσών, ήθελε να τις αποκληρώσει, ενώ η επίδικη δημόσια διαθήκη του (δεύτερη) εκφράζει την αληθή βούληση του διαθέτη και αποτελεί το επισφράγισμα της βαθιάς αγάπης και εμπιστοσύνης, την οποία έτρεφε για την αναιρεσίβλητη θυγατέρα του, η οποία στάθηκε δίπλα του τους τελευταίους δύσκολους μήνες της ζωής του, εμφορούμενος από αληθινά και βαθιά συναισθήματα πατρικής αγάπης προς αυτήν, συντάχθηκε δε από πραγματικά ελεύθερη βούληση και δίχως κανενός είδους επηρεασμού ή απειλής εκ μέρους της και τέλος ότι η τελευταία δεν είναι ανάξια να κληρονομήσει τον πατέρα της, καθώς ήταν η μόνη που ενδιαφερόταν για τη νοσηλεία του και την εξέλιξη της υγείας του, ήταν σε επαφή με τα διάφορα τμήματα του κέντρου αποκατάστασης στη Θεσσαλονίκη, ήταν απόλυτα συνεργάσιμη και δεν δημιούργησε κανένα θέμα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, τον επισκεπτόταν καθημερινά, του έφερνε τα αγαπημένα του φαγητά και του κρατούσε συντροφιά, και δεν ανάγκασε με οποιονδήποτε τρόπο τον πατέρα της να αλλάξει την πρώτη ως άνω διαθήκη του και να αποκληρώσει τις αναιρεσείουσες. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με το πρώτο μέρος των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης με τους οποίους αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και ιδία των άρθρων 1719, 1782, 1784, 1860, 1839, 1840, 1842, 1843 και 1439 ΑΚ, συνισταμένης στο ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, απέρριψε τόσο την κύρια βάση της αγωγής τους περί ακυρότητας (λόγω πλάνης) των ένδικων διαθηκών και κληρονομικής αναξιότητας της αναιρεσίβλητης όσο και την επικουρική της βάση για αναγνώριση τους ως νομίμων μεριδούχων επί της κληρονομίας του αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα δεχθέν ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης των επίμαχων δημόσιων διαθηκών δεν βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, ότι τις αποκλήρωσε με διατάξεις τελευταίας βουλήσεως μη επηρεασθείς και εξαπατηθείς από την αναιρεσίβλητη, η οποία δεν τον έπεισε να καταρτίσει τις προσβαλλόμενες διαθήκες, ότι η τελευταία δεν τυγχάνει ανάξια να κληρονομήσει τον άνω διαθέτη και ότι συνέτρεχαν οι αναφερόμενοι στην δεύτερη των επίμαχων διαθηκών λόγοι αποκλήρωσής τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ούτε παραβίασε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της, διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων επί όλων των ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητημάτων και δη της εγκυρότητας των άνω διαθηκών, της βασιμότητας των με ρητή διάταξη τελευταίας βουλήσεως λόγων αποκλήρωσης των αναιρεσειουσών (εν ευρεία και στενή εννοία) και της μη αναξιότητας της αναιρεσείουσας να κληρονομήσει τον διαθέτη πατέρα της. Επομένως οι διαλαμβανόμενες στο δεύτερο μέρος των πρώτου και δεύτερου αναιρετικών λόγων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αντίθετες αιτιάσεις περί ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως (559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ) είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των άνω πλημμελειών, πλήττουν αποκλειστικά την ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής (559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης. Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ 807/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 76/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψιν της και δεν εξέτασε α) τον αγωγικό ισχυρισμό τους και τον νομίμως προβληθέντα με τις προτάσεις τους ισχυρισμό προς συμπλήρωσή του, ότι οι σοβαρές σωματικές ασθένειες του διαθέτη, σε συνδυασμό με τον ακρωτηριασμό του ενός ποδιού του και η νοσηλεία του κατά τη διάρκεια των αιμοκαθάρσεων και λόγω της θρόμβωσης προκάλεσαν έλλειψη συνείδησης των πράξεων και διανοητική διαταραχή του που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης και ανικανότητα σύνταξης διαθήκης και ότι αυτός λίγο πριν τη σύνταξη των επίδικων διαθηκών εμφάνισε αγχώδη κατάθλιψη με απελπισία, ευχές θανάτου και έντονη αμφιθυμία, με συνέπεια να βρίσκεται σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη βούληση και τον κατέστησε ανίκανο να συντάξει διαθήκη και αιμοδυναμική αστάθεια, υποστηριζόμενη με νοραδρεναλίνη, η οποία επηρεάζει τη βούληση και τη σκέψη του ασθενούς σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην έχει συνείδηση των πράξεών του και β) τον αγωγικό ισχυρισμό τους περί μη συνδρομής λόγων αποκλήρωσής τους που προέβαλαν και ως λόγο εφέσεως. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και, τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την έφεση και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική της βάση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1 εδ.β, 346 και 453 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και απ' αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμού" έχει όμως εφαρμογή και για επίκληση αποδεικτικών μέσων για την ταυτότητα του νομικού λόγου (Α.Π.410/2024). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 γ ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 23/2008, Ολ.Α.Π. 2/2008 Α.Π.242/2023 ΑΠ 1208/2019, 779/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 11 β' και γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουσες ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, α) έλαβε υπόψη του προσκομισθέν και μη επικληθέν από την αναιρεσίβλητη αποδεικτικό μέσο και δη την από 28-7-2016 εξώδικη δήλωση προς απόδειξη των λόγων αποκλήρωσης, την οποία η τελευταία δεν είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις της στο Εφετείο και β) δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισαν μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη 1) το αντίγραφο της με χρονολογία 27-5-2011 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος συζύγου και πατρός τους, 2) το αντίγραφο της από Μαίου 2012 όμοιας ιδιόγραφης διαθήκης του ιδίου αποβιώσαντος, 3) το αντίγραφο της υπ'αριθμ. πρωτ. 1372/18-12-2013 ιατρικής βεβαίωσης του αγγειοχειρουργού του ΠΑ.Γ.Ν.Η. Θ. Κ., 4) το αντίγραφο της υπ' αριθμ. 1206/15-3-2016 απόδειξης λιανικής πώλησης- δελτίο αποστολής της "... Ε.Π.Ε." αγοράς δύο συσκευών διευκόλυνσης ακοής, 5) το αντίγραφο του από 25-11-2013 ενημερωτικού σημειώματος της ιατρού νεφρολόγου του Γ.Ν.Ρ. Ε. Ν., 6) το αντίγραφο του από ... πιστοποιητικού του ιατρού-ειδικού παθολόγου Σ. Α., 7) το αντίγραφο της από 14-1-2015 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής ΙΚΑ- ΕΤΑΜ Ρεθύμνης, 7α) αντίγραφο της από 10-9-2016 βεβαίωσης ταρίχευσης της ιατροδικαστή Θεσσαλονίκης Ε. Ζ. 8) το αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων του Αστυνομικού Τμήματος Ρεθύμνης της 28-7-2016, 9) το αντίγραφο της πρώτης σελίδας του βιβλιαρίου καταθέσεων του υπ' αριθμ. 6453-138350-106 λογαριασμού της ..., 10) το αντίγραφο κίνησης του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού επί της ..., 11) το από 20-2-2017 ιατρικό ιστορικό του Σ. Ρ., που αποτελεί συνημμένο στο υπ' αριθμ. ... έγγραφο- ιατρικό φάκελο του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνης και τα υπόλοιπα έγγραφα του ιατρικού φακέλου, ήτοι α) τα από 7-2-2017 πιστοποιητικά νοσηλείας του αποβιώσαντος, β) οκτώ (8) εξιτήρια του Γ.Ν.Ρ., γ) το από 16-7-2016 ενημερωτικό σημείωμα της ιατρού νεφρολόγου Γ. Π., δ) το από 16-7-2016 ενημερωτικό σημείωμα της ίδιας ως άνω ιατρού, ε) το από 29-7-2016 ενημερωτικό σημείωμα της ίδιας ως άνω ιατρού, στ) τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων του αποβιώσαντος, ζ) τα ιατρικά σημειώματα και τις γνωματεύσεις των ιατρών του Γ.Ν.Ρ., Η) το από 4-8-2016 ενημερωτικό σημείωμα της ιατρού νεφρολόγου Γ. Π., θ) τα διαγράμματα και τις καρτέλες παρακολούθησης του ασθενούς συζύγου και πατρός τους στο Γ.Ν.Ρ., ι) δύο ιατρικά ενημερωτικά σημειώματα της Κλινικής Νεφρολογίας του ΠΑΓΝΗ και κ) εξετάσεις και χειρόγραφες σημειώσεις των ιατρών του Νοσοκομείου Ρεθύμνης, έγγραφα από τα οποία αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί τους για ανικανότητα σύνταξης διαθήκης εκ μέρους του διαθέτη, ότι δεν έχουν τελέσει το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης με την ιδιοποίηση χρημάτων από τους κοινούς λογαριασμούς στην τράπεζα ... και η αναξιότητα της αναιρεσίβλητης να κληρονομήσει τον διαθέτη πατέρα της. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού από τις από 14-5-2021 προσκομιζόμενες προτάσεις που η αναιρεσίβλητη υπέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες ως διαδικαστικά έγγραφα παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη στις σελίδες 94 και 96 των προτάσεων αυτών αναφέρει ότι "Προσκομίζω και επικαλούμαι.......10α-γ)Την εξώδικη διαμαρτυρία και όχληση του πατέρα μου κατά των αντιδίκων με χρονολογία 28-7-2016 (εις τριπλούν)". Επιπλέον τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ρητή μνεία, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από τις αναιρεσείουσες, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του. Επομένως και οι ερευνώμενοι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι .
Συνακόλουθα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 43/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και να καταδικασθούν, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, οι αναιρεσείουσες , λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-2-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 43/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ