Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 994 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 994/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ψάρρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Τ. του Π., χήρας Ν. Π., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Δ. Π. του Νικολάου, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2020 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/10/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 536/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα υπ` αριθμ. ...2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, Β. Λ., προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με την επίδοση σε αυτήν αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μετά της υπ' αρ. πρωτ. 139/4-12-2023 βεβαίωσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, στην οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της αίτησης αυτής αναβλήθηκε από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 2-10-2023 στην παραπάνω δικάσιμο της 2-12-2024 και εγγράφηκε στο σχετικό πινάκιο. Ωστόσο, η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη στην τελευταία αυτή δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή η διάδικος παρούσα.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρ. 18/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την οποία, μετά την παραδοχή της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη έφεσης κατά της υπ' αρ. 10/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και την εν μέρει εξαφάνιση αυτής, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, που άσκησε η αναιρεσίβλητη ατομικά και ως έχουσα αποκλειστικά τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Δ. Π., με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Ν. Π., κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα, κατ' άρθρο 131ΑΚ, του υπ' αρ. ... ειδικού πληρεξουσίου, που υπέγραψε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων, Μ. Σ. ο Ν. Π., καθώς και των συμφωνιών για τη μεταβίβαση του ανήκοντος στον τελευταίο ιδανικού μεριδίου οχημάτων, που καταρτίστηκαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα δυνάμει του ως άνω άκυρου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, με την έννοια ότι αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που, κατά τον τρόπο αυτό, παραμορφώθηκε. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 630/2020). Δεν αποτελούν, όμως, έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι η γνωμοδότηση προσώπου που έχει ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 538/2021, ΑΠ 142/2020, ΑΠ 820/2020, ΑΠ 909/2020), ακόμη και αυτή που συντάχθηκε στο πλαίσιο άλλης δίκης (ΑΠ 1534/2017), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία (ΑΠ 538/2021, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 59/2019, ΑΠ1447/2017).
Με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωση : α) της από 23-3-2015 έκθεσης γραφολογικής εξέτασης της Λ. Α. - Α., Ειδικής Δικαστικής γραφολόγου, που διορίστηκε με την ΑΔ/18/2014 Διάταξη του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Αγρινίου στο πλαίσιο της κυρίας ανάκρισης που διενεργήθηκε για το αδίκημα της πλαστογραφίας του επίμαχου υπ' αρ. ... ειδικού πληρεξουσίου, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Ιωαννίνων, Μ. Σ.. Τούτο ειδικότερα διότι, αν και στο πόρισμα της έκθεσης αυτής αναφέρεται με σαφήνεια ότι οι υπογραφές του Ν. Π. στο προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο "αποτελούν γνήσιους σχηματισμούς, χαραγμένους από τον Νικόλαο Παππά. Τα εντοπιζόμενα σημεία γραφικής ασυνέπειας που παρατηρούνται δικαιολογούνται από την οφειλόμενη στην ασθένεια φυσική αδυναμία ενώ παράλληλα γεννούν υπόνοιες καθοδηγούμενης χάραξης, απλής όμως υποβοήθησης, καθότι είναι τόσα τα κοινά στοιχεία των υπό έλεγχο υπογραφών με τις δειγματικές υπογραφές του Ν. Π., ώστε να θεωρείται ότι έχει εξασκηθεί περιορισμένος έλεγχος και να αποκλείεται η πλήρης καθοδήγηση που προϋποθέτει τον πλήρη έλεγχο του καθοδηγουμένου από τον καθοδηγητή," το Εφετείο κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πορίσματος αυτού, με το να δεχθεί ότι η συνειδητότητα και η καλή οργανική κατάσταση του Ν. Π. κατά τον επίμαχο χρόνο αποκρούονται από την ως άνω έκθεση γραφολογικής εξέτασης, στην οποία η γραφολόγος χαρακτηρίζει τη διαθήκη του Ν. Π. πλαστή ενώ ως προς το επίμαχο πληρεξούσιο είναι επαμφοτερίζουσα, διότι αιτιολογεί τη διαφοροποίηση των υπογραφών του ασθενούς με το ότι τα εντοπιζόμενα σημεία γραφικής ασυνέπειας οφείλονται στην ασθένεια αλλά παράλληλα γεννούν και υπόνοιες καθοδηγούμενης χάραξης, απλής όμως υποβοήθησης, ώστε να θεωρείται ότι έχει εξασκηθεί περιορισμένος έλεγχος και να αποκλείεται η πλήρης καθοδήγηση που προϋποθέτει τον πλήρη έλεγχο του καθοδηγουμένου από τον καθοδηγητή, β) της από 2-4-2014 προανακριτικής ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Γ. Μ., θεράποντος ιατρού του αποβιώσαντος Ν. Π., που δόθηκε ενώπιον του πταισματοδίκη Ιωαννίνων στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας που έλαβε χώρα μετά την από 15-1-2014 μήνυση που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη. Τούτο ειδικότερα διότι, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αν και σε αυτή ο προαναφερόμενος ιατρός κατέθεσε ότι κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του (από 8-6-2009 έως 17-9-2009) ο Ν. Π. είχε φθίνουσα πορεία, άλλοτε είχε και άλλοτε δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, ότι κατά τις επισκέψεις του σε αυτόν άλλες φορές μπορούσε και συνεννοούνταν μαζί του, άλλες φορές όχι και ότι τα διαστήματα πνευματικής διαύγειας του άνω ασθενούς μίκραιναν, όσο εξελισσόταν η νόσος, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της μαρτυρικής αυτής κατάθεσης με το να δεχθεί ότι οι αναφερόμενες σε αυτή διαπιστώσεις του ιατρού Γ. Μ. περί περιοδικότητας της διαύγειας του ασθενούς στην επαφή του με το περιβάλλον, μειούμενης διαύγειας κατά την εξέλιξη της νόσου και δυσλειτουργίας προοδευτικά επιδεινούμενης, δεν σημαίνουν ότι μόνο κατά το τελευταίο διάστημα της ζωής του η εξέλιξη της νόσου είχε επιφέρει εγκεφαλική δυσλειτουργία, τη στιγμή που κατά το μήνα Ιούνιο είχε υποβληθεί σε επεμβατικές θεραπείες, με αποτέλεσμα λόγω της παραμόρφωσης του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων να καταλήξει στο εσφαλμένο πόρισμα ότι ο Ν. Π. στις 29-6-2009, που συντάχθηκε το ως άνω πληρεξούσιο, δεν είχε την ικανότητα συνείδησης των πράξεών του εξαιτίας της νόσου από την οποία έπασχε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, διότι, τόσο η προαναφερόμενη έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης όσο και η προανακριτική ένορκη εξέταση του ανωτέρω μάρτυρα, που δόθηκε στην ποινική διαδικασία, δεν συνιστούν έγγραφα, κατά την έννοια άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, ενώ περαιτέρω και οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αφορούν σε "διαγνωστικό λάθος", αλλά στην πραγματικότητα αναφέρονται σε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των ως άνω αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ορθό και συνεπώς, πρόκειται για αιτιάσεις που συνιστούν παράπονα αναγόμενα στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα και μη συντρεχούσης, εν προκειμένω, περίπτωσης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 18/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ