ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 995/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 995/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 995/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 995 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 995/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυράκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2880/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4190/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/2/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη, από 24/2/2020 (αριθμ. εκθ.καταθ....2020) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 4190/2019 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας κατ'αντιμωλία των διαδίκων επί των συνεκδικασθεισών α) από 21.12.2015 με αριθμό κατάθεσης ...2015 και β ) από 22.1.2016 με αριθμό κατάθεσης ...2016 εφέσεων, κατά της 2880/2015 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την δεύτερη από αυτές, ενώ έκανε δεκτή τυπικά και κατ'ουσίαν την πρώτη από αυτές και, αφού εξαφάνισε την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή [με την οποία, ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία προέβη σε άκυρη καταγγελία του μεταξύ τους συναφθέντος ασφαλιστηρίου ζωής, ζήτησε, αφ' ενός μεν, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας για τους λόγους που αναφέρονται στην ιστορική της βάση, αφ' ετέρου δε, να αναγνωρισθεί ότι δεν έχει λυθεί αλλά παραμένει σε ισχύ το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ενώ, περαιτέρω, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη, για τις παραπάνω αιτίες, να του καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 18.000 €, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής] και αναγνώρισε ότι η καταγγελία, η οποία έλαβε χώρα με την υπ' αριθμ. ... συστημένη επιστολή της εναγομένης - και η οποία αφορά στην ασφαλιστική σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου - είναι άκυρη και ότι η παραπάνω ασφαλιστική σύμβαση παραμένει σε ισχύ, ως μηδέποτε λυθείσα και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

ΙΙ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε μετά τη δημοσίευσή της (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε το απαιτούμενο νόμιμο παράβολο (βλ. υπ'αριθμ. 32495918295004210093/2020 αναφερόμενο στην έκθεση αναίρεσης e-παράβολο - άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι έγιναν με αυτήν δεκτά, με βάση την εκτίμηση του αναφερόμενου σε αυτήν εν όλω αποδεικτικού υλικού, και, κατά το σκέλος τους που ενδιαφέρουν εν προκειμένω τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Στις 20.5.1993 ο ενάγων, ήδη, εκκαλών-εφεσίβλητος, σε ηλικία 49 ετών (γεν. 20.2.1944), συνήψε με την εναγομένη, ήδη, εφεσίβλητη-εκκαλούσα, δυνάμει του υπ' αριθμ. 388250 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, έναντι καταβολής ασφαλίστρου, ισόβια ασφάλεια ζωής, με ασφαλισμένο τον ίδιο και πρόσθετη κάλυψη ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης, όπως, επίσης, ασφάλεια για την περίπτωση θανάτου ή διαρκούς ανικανότητας αυτού. Ως ημερομηνία έναρξης ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης και καταβολής των ασφαλίστρων ορίστηκε η 7.5.1993. Το ασφάλιστρο συμφωνήθηκε, αρχικά, στο ποσό των 33.175 δραχμών (97,35 ευρώ) ανά τρίμηνο, καταβλητέο την πρώτη ημέρα κάθε τριμήνου, αρχής γενομένης από την πιο πάνω ημερομηνία, το, δε, έτος 2012, κατά το μήνα Μάιο, είχε ανέλθει αυτό, κατόπιν αναπροσαρμογών, στο ποσό των 214,25 ευρώ. Έως τότε, ο ενάγων, καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, ήτοι επί 19 έτη, κατέβαλε ανελλιπώς στην εναγομένη κάθε τρίμηνο τα συμφωνημένα ασφάλιστρα, μέσω του αρμοδίου για την είσπραξή τους εισπράκτορα της εναγομένης στην Ελευσίνα, όπου κατοικεί και βρίσκεται και η έδρα της επιχείρησής του. Ο εισπράκτορας, δε, ήταν εκείνος, που παραλάμβανε από την εναγομένη τα ειδοποιητήρια/αποδείξεις είσπραξης ασφαλίστρων και κατόπιν, εκείνος, που ειδοποιούσε τηλεφωνικά τον ενάγοντα ασφαλισμένο, προκειμένου ο τελευταίος να επιμεληθεί της καταβολής των ασφαλίστρων στον εισπράκτορα, ο οποίος και του χορηγούσε τη σχετική απόδειξη είσπραξης. Το σύστημα αυτό, το οποίο είχε καθιερώσει και ακολουθούσε η εναγομένη επί σειρά ετών, για την είσπραξη των ασφαλίστρων, είχε, βέβαια, ως πρακτική συνέπεια, σημαντικές καθυστερήσεις στην είσπραξή τους, επί δύο-τρεις ή ακόμη και περισσότερους μήνες από την αρχή της εκάστοτε συμφωνηθείσας περιόδου ασφάλισης. Έτσι, στην κρινόμενη περίπτωση, οι οφειλόμενες δόσεις των ασφαλίστρων κατέληγαν να εισπράττονται μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία καταβολής τους και αρκετές φορές και μετά την πάροδο της σχετικής περιόδου ασφάλισης, χωρίς ποτέ το γεγονός της καθυστερημένης είσπραξης να έχει ενεργοποιήσει τις διατάξεις περί καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, η, δε, αναφορά της μάρτυρός της, υπαλλήλου της, όλως αορίστως, ότι είχε προηγηθεί πολλάκις (χωρίς ωστόσο να αναφερθεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις) η καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης, της επίδικης σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 ν. 2496/1997, λόγω καθυστερημένης καταβολής των ασφαλίστρων, πλην, όμως, η επίδικη σύμβαση δεν οδηγήθηκε ποτέ μέχρι τώρα σε λύση της, καθόσον ο ενάγων έσπευδε, τότε, κάθε φορά, να καταβάλει την οφειλομένη δόση εντός της προβλεπομένης από την ως άνω διάταξη προθεσμίας του ενός μηνός, δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο. Περί τα τέλη του έτους 2011 - αρχές 2012, η εναγομένη αποφάσισε να καταργήσει τους εισπράκτορες, τους οποίους χρησιμοποιούσε μέχρι τότε και την είσπραξη των ασφαλίστρων μέσω αυτών, προκειμένου με αυτό τον τρόπο, μεταξύ άλλων, να περιορίσει τις καθυστερήσεις, που προκαλούνταν από την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος. Ωστόσο, καμία σχετική έγγραφη ενημέρωση του ενάγοντος δεν έλαβε χώρα περί της πρόθεσης αυτής της εναγομένης και κυρίως, ως προς το χρόνο έναρξης του νέου καθεστώτος πληρωμής των ασφαλίστρων. Η, δε, αναφορά της μάρτυρος της εναγομένης, ότι ο ενάγων ασφαλισμένος ενημερώθηκε σχετικά, όπως και οι λοιποί ασφαλισμένοι, μέσω του δικτύου των ασφαλιστικών συμβούλων/πρακτόρων της, προφορικώς, κρίνεται εντελώς αόριστη και μη πειστική, ενόψει, ιδίως, ότι δεν προσδιορίζεται από την εναγομένη (αλλά ούτε και από τη μάρτυρα), ποιος ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ασφαλιστικός σύμβουλος/πράκτοράς της, που είχε και την ευθύνη έγκαιρης προφορικής ενημέρωσης του ενάγοντος για την αλλαγή του τρόπου αποπληρωμής των ασφαλίστρων, με την πλήρη κατάργηση των εισπρακτόρων και της πρακτικής, που συνόδευε αυτό το καθεστώς, ούτε ποία ήταν (για τον ενάγοντα ή γενικώς) η εναρκτήρια, του νέου καθεστώτος, περίοδος ασφάλισης. Πάντως, δεν ήταν αυτή (εναρκτήρια περίοδος ασφάλισης), όπως αποδεικνύεται, η ασφαλιστική περίοδος από 7.2.2012 έως 7.5.2012, αφού τα ασφάλιστρα για τη συγκεκριμένη περίοδο εξοφλήθηκαν από τον ενάγοντα, ως συνήθως, στον εισπράκτορα της εναγομένης Κ. και δη, στις 18.5.2012. Με τον ίδιο τρόπο, τα ασφάλιστρα της προηγουμένης ασφαλιστικής περιόδου, από 7.11.2011 έως 7.2.2012, εξοφλήθηκαν από τον ενάγοντα στον ίδιο εισπράκτορα στις 23.2.2012 ... δηλαδή, με καθυστέρηση πλέον των τριών μηνών. Μάλιστα, η εναγομένη δεν επικαλείται ούτε γιαυτές τις περιπτώσεις καθυστέρησης αποπληρωμής των ασφαλίστρων ούτε και για προηγούμενες, ότι προχώρησε σε καταγγελία της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν.2496/1997. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι ο ενάγων, μέχρι τον προαναφερόμενο χρόνο, συνέχιζε, όπως και πριν, να καταβάλει τα οφειλόμενα ασφάλιστρα στην εναγομένη, μέσω του αρμοδίου εισπράκτορά της, ύστερα από ενημέρωση του τελευταίου, μετά την καθορισθείσα ημερομηνία καταβολής τους και δη, με καθυστέρηση, η οποία για κάποιες περιόδους έφτανε ή και ξεπερνούσε τους τρεις μήνες, χωρίς να έχει εξ αυτού του λόγου καταγγελθεί η επίδικη σύμβαση εκ μέρους της εναγομένης. Ωστόσο, στις 18.6.2012, ήτοι ένα μήνα μετά την πληρωμή από τον ενάγοντα της δόσης ασφαλίστρων της 7ης Φεβρουάριου 2012 στον εισπράκτορα της εναγομένης και ενώ, ο ενάγων, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, δεν είχε ενημερωθεί για την αλλαγή στον τρόπο είσπραξης των ασφαλίστρων ούτε είχε κληθεί από τον ως άνω εισπράκτορα να προσέλθει για την πληρωμή της επομένης δόσης, η τελευταία προέβη σε καταγγελία της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, λόγω μη καταβολής της δόσης των ασφαλίστρων της 7ης Μαΐου 2012, που αφορούν στην ασφαλιστική περίοδο από 7.5.2012 έως 7.8.2012, αποστέλλοντας την υπ' αριθμ. ... συστημένη επιστολή της. Για την εγκυρότητα της καταγγελίας διατυπωνόταν, σαφώς, στην εν λόγω επιστολή η βούληση της εναγομένης για τη λύση της σύμβασης, ενώ αναφερόταν, επίσης, ότι περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου θα επιφέρει μετά πάροδο ενός μηνός από την κοινοποίηση της επιστολής τη λύση της σύμβασης, περιείχε, δηλαδή, αυτή το αναγκαίο κατά το νόμο περιεχόμενο ..... Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η συστημένη αυτή επιστολή κατατέθηκε στα ΕΛ.ΤΑ στις 18.6.2012 και στη συνέχεια, παραδόθηκε στις 20.6.2012 στα χέρια της θυγατέρας του ενάγοντος, Χ. Μ., η οποία είχε λάβει από εκείνον προφορική εξουσιοδότηση να παραλαμβάνει τις συστημένες επιστολές, που αποστέλλονται μέσω των ΕΛ.ΤΑ. στα γραφεία της επιχείρησής του και απευθύνονται στον ίδιο, όπως εν προκειμένω. Τούτο προκύπτει από την προσκομιζομένη με επίκληση από τον ενάγοντα επιστολή της Προϊσταμένης του Τομέα Εξυπηρέτησης Πελατών των ΕΛ.ΤΑ, Α. Κ., με ημερομηνία 28.3.2013, (που απαντά σε δική του σχετική αίτηση), σύμφωνα με την οποία, ο ενάγων είχε χορηγήσει, προφορικά, στο διανομέα των ΕΛ.ΤΑ. της περιοχής του, που τον εξυπηρετούσε, την εξουσιοδότηση να παραδίδει τις συστημένες επιστολές, που αποστέλλονται μέσω των ΕΑ.ΤΑ. στην έδρα της επιχείρησής του και απευθύνονται στον ίδιο (όπως εν προκειμένω), στα πρόσωπα της οικογένειας του, αλλά και στους υπαλλήλους του γραφείου του, κρίνεται, δε, βέβαιο, κατά την κοινή πείρα και λογική, ότι τέτοια εξουσιοδότηση, με αντίστοιχο περιεχόμενο, είχε παρασχεθεί, προφορικά, από τον ενάγοντα και στα ίδια τα προαναφερόμενα πρόσωπα. Η, δε, παράδοση της έγγραφης καταγγελίας της εναγομένης από το διανομέα των ΕΛ.ΤΑ. στην εξουσιοδοτηθείσα, σύμφωνα με τα παραπάνω, θυγατέρα του ενάγοντος ικανοποιεί την απαίτηση του νόμου για περιέλευση της δήλωσης καταγγελίας στο χώρο εξουσίασης του ασφαλισμένου, κατά τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της από εκείνον. Άλλωστε, επικαλούμενος ο ενάγων το παραπάνω έγγραφο των ΕΛ.ΤΑ., που προσκομίζει, δεν αμφισβητεί την καθεαυτή παράδοση της επιστολής στα χέρια της θυγατέρας του, κατά την πιο πάνω ημερομηνία ούτε ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι η τελευταία, για κάποιο λόγο, δεν την παρέδωσε στον ίδιο. Τα αποτελέσματα της γενομένης καταγγελίας επήλθαν, στη συνέχεια, κατά το νόμο, μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της έγγραφης επιστολής και συγκεκριμένα - με δεδομένο ότι αυτή κοινοποιήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στις 20.6.2012 - με την παρέλευση ολόκληρης της 20ης Ιουλίου 2012 ... . Ο, δε, αγωγικός ισχυρισμός ότι η εναγομένη προχώρησε στη λύση της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, πρόωρα, πριν την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας από την πιο πάνω κοινοποίηση της έγγραφης καταγγελίας στις 20.6.2012 και συγκεκριμένα στις 17.7.2012, δεν επιβεβαιώνεται από το αποδεικτικό υλικό. 0 ενάγων, προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού του, επικαλείται το περιεχόμενο της απο 31.8.2012 απαντητικής επιστολής της εναγομένης προς αυτόν, επί της προηγηθείσας δικής του επιστολής διαμαρτυρίας, με ημερομηνία 10.8.2012, που αναφέρει επί λέξει: "Με τη συστημένη επιστολή που σας έστειλε η Εταιρεία μας την 15/06/2012, σας ενημερώσαμε ότι εκκρεμούσε η καταβολή ασφαλίστρων συνολικού ποσού 214,25 ευρώ. Με την ίδια ως άνω επιστολή σας καλέσαμε να καταβάλετε τα οφειλόμενα ασφάλιστρα μέχρι την 16/7/2012. Επειδή μέχρι την ως άνω ημερομηνία δεν έγινε ολοσχερής εξόφληση των ασφαλίστρων, βάσει των Γενικών Όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και του νόμου, έπαψε η ισχύς του". Λαμβανομένου, ωστόσο, υπόψη του περιεχομένου της έγγραφης καταγγελίας της εναγομένης, που έχει προηγηθεί, όπως αυτό (επί λέξει) προεκτέθηκε, κρίνεται ότι η αναφορά στην ως άνω απαντητική επιστολή, περί του ότι ο ενάγων κλήθηκε να καταβάλει τα ασφάλιστρα μέχρι τις 16.7.2012 και επειδή δεν τα κατέβαλε, λύθηκε έκτοτε η ασφαλιστική σύμβαση, δεν είναι ακριβής, αφού στην προηγηθείσα καταγγελία της εναγομένης δεν γίνεται λόγος (και δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να γίνεται λόγος] σε συγκεκριμένη ημερομηνία, εντός της οποίας έπρεπε να καταβληθεί η οφειλόμενη δόση ασφαλίστρων, αλλά επαναλαμβάνεται η ακριβής διατύπωση του νόμου, περί υποχρέωσης εξόφλησης της οφειλής "εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της συστημένης επιστολής, διαφορετικά η μη καταβολή αυτής εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος θα επιφέρει τη λύση της σύμβασης". Κατά συνέπεια, από μόνη της η αναφορά αυτή, την οποία επικαλείται ο ενάγων για να στηρίξει τον ισχυρισμό του, δεν αποδεικνύει ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προχώρησε στη λύση της επίδικης σύμβασης πρόωρα, δηλαδή, ήδη, από 17.7.2012. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι η αναφορά του μάρτυρα του ενάγοντος, υπαλλήλου του στην επιχείρηση παιδικών κατασκηνώσεων, που διατηρεί η οικογένειά του στην περιοχή της Κορίνθου, περί τυχαίας επίσκεψης του ενάγοντος στο υποκατάστημα της εναγομένης, στην Κόρινθο, στις 20.7.2012 και ανεπιτυχούς προσπάθειάς του να καταβάλει τα οφειλόμενα ασφάλιστρα λόγω, ήδη, επελθούσας, τότε, ακύρωσης της σύμβασης, δεν στηρίζεται σε προσωπική του αντίληψη (του μάρτυρα) αλλά σε όσα ο ίδιος ο ενάγων του έχει μεταφέρει και δεν κρίνεται πειστική, λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν επιβεβαιώνεται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο (ακόμη και η επιστολή διαμαρτυρίας, που απέστειλε στην εναγομένη ο ενάγων, με ημερομηνία 10.8.2012, δεν αναφέρεται σε προσπάθεια καταβολής των ασφαλίστρων εκείνη την ημερομηνία και αδυναμίας προς τούτο, λόγω "ακύρωσης" του συμβολαίου). Με βάση, επομένως, όλα τα προαναφερόμενα, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη νομίμως, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997, προέβη στην καταγγελία της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, λόγω της μη καταβολής από τον ενάγοντα της ληξιπρόθεσμης δόσης των ασφαλίστρων της 7ης Μαϊου 2012, με την προαναφερθείσα, υπ' αριθμ. ...2012, συστημένη επιστολή της, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης του πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα. Πλην, όμως, η γενομένη κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα καταγγελία της επίδικης σύμβασης ασφάλισης πάσχει ακυρότητας, διότι ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ). Πιο συγκεκριμένα, δε, η εναγομένη, με τη συμπεριφορά, που επέδειξε στο πλαίσιο της συναλλακτικής της σχέσης με τον ενάγοντα, εισπράττοντας από εκείνον, σταθερά και μόνιμα, επί 19 έτη, τα οφειλόμενα ασφάλιστρα με μεγάλη καθυστέρηση, που έφτανε ή και ξεπερνούσε τους τρεις μήνες και αφού προηγουμένως ειδοποιείτο ο ενάγων τηλεφωνικώς από τον εισπράκτορα της εταιρίας για να προσέλθει προς πληρωμή, χωρίς ποτέ, μέχρι την επίδικη περίπτωση, να προβεί η εναγομένη, λόγω της καθυστερημένης αυτής καταβολής, σε καταγγελία της σύμβασης, δημιούργησε ευλόγως στον ενάγοντα την πεποίθηση, ότι με αυτόν τον τρόπο θα εισπράττονται από την εναγομένη τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, κατά τη διάρκεια της σύμβασής του, δηλαδή, κατόπιν ειδοποίησής του από τον αρμόδιο εισπράκτορα της εταιρίας, και μετά την πάροδο της ορισθείσας με τη σύμβασή τους ημερομηνίας καταβολής της δόσης των ασφαλίστρων, χωρίς, εξ αυτού του λόγου, ακόμη και όταν η ειδοποίηση αυτή καθυστερούσε, και μάλιστα επί δύο ή και τρεις μήνες, να κινδυνεύει με καταγγελία της σύμβασής του από την εναγομένη. Ωστόσο, η τελευταία, αγνοώντας ότι με βάση τη δική της αυτή συμπεριφορά και τον τρόπο είσπραξης των ασφαλίστρων, που η ίδια είχε επιλέξει να ακολουθεί όλα αυτά τα χρόνια, είχε διαμορφωθεί η κατάσταση αυτή, η οποία διατηρείτο αναλλοίωτη επί 19 έτη, ενήργησε ως ακολούθως: Προχώρησε σε αλλαγή του τρόπου είσπραξης των ασφαλίστρων, καταργώντας τους εισπράκτορες, χωρίς να ενημερώσει τον ενάγοντα, σχετικά με αυτήν την αλλαγή, εγγράφως, με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, ή, με άλλον πρόσφορο τρόπο, ο οποίος να διασφαλίζει, ότι η σημαντική αυτή πληροφορία, με σαφή περιγραφή του νέου τρόπου που έπρεπε να ακολουθεί ο ασφαλισμένος, πλέον, για την πληρωμή των ασφαλίστρων και τις σημαντικές συνέπειες, τις οποίες θα έχει για εκείνον η μη αυστηρή τήρηση της ημερομηνίας πληρωμής τους, θα περιέλθει στον τελευταίο και δη, εγκαίρως, προσδιορίζοντας παράλληλα το χρόνο έναρξης του νέου τρόπου πληρωμής, ώστε να αποφύγει τον αιφνιδιασμό του ασφαλισμένου, παρέχοντας, έτσι, τη δυνατότητα στον τελευταίο να κατανοήσει, καταρχάς, τη σπουδαιότητα της αλλαγής αυτής και να ενεργήσει, κατά δεύτερον, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, με τρόπο ώστε να μην κινδυνεύσει να στερηθεί της ασφάλισής του. Αμέσως μετά, με τη μη εμπρόθεσμη πληρωμή εκ μέρους του ενάγοντος της πρώτης δόσης, που θα πληρωνόταν, πλέον, χωρίς τη μεσολάβηση του εισπράκτορα, όπως προηγουμένως, προχώρησε στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης, σπεύδοντας να αποστείλει την προεκτεθείσα συστημένη επιστολή της, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997, με συνέπεια, καταλαμβάνοντας εξ' απήνης τον ενάγοντα, που συνηθισμένος στην πρακτική, που είχε διαμορφωθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια, δεν έσπευσε να καταβάλει εμπρόθεσμα (εντός μηνός) τη δόση των ασφαλίστρων, να οδηγήσει την επίδικη σύμβαση ασφάλισης σε λύση, μετά την πάροδο των τριάντα ημέρων από την κοινοποίηση της επιστολής. Οι δυσμενείς συνέπειες, που έχει αυτή η εξέλιξη για τον ενάγοντα, λόγω της μη εμπρόθεσμης εκ μέρους του καταβολής μίας και μόνο δόσης ασφαλίστρων, ποσού 215 ευρώ, είναι σημαντικές, αν αναλογιστεί κανείς ότι επρόκειτο, όπως αποδεικνύεται, για ασφαλιστική σύμβαση με όρους ιδιαίτερα ευνοϊκούς τόσο ως προς το ύψος του καταβλητέου ασφαλίστρου όσο και ως προς τις ασφαλιστικές καλύψεις, που παρείχε, οι οποίοι δεν διατίθενται, πλέον, στην αγορά ασφαλίσεων και μάλιστα για άτομα της ηλικίας του ενάγοντος. 'Οφείλε, άρα, η εναγομένη, ενεργώντας, σύμφωνα με την καλή πίστη, ήτοι με την ευθύτητα και εντιμότητα, που αναμένεται να επιδεικνύει στις συναλλαγές κάθε έντιμος και εχέφρων συναλλασσόμενος, προτού προχωρήσει σε καταγγελία της σύμβασης, λόγω μη καταβολής οποιασδήποτε οφειλομένης δόσης ασφαλίστρων, να έχει ενημερώσει εγκαίρως, με σαφήνεια και με ασφάλεια τον ενάγοντα, σχετικά με την επικείμενη αλλαγή του τρόπου αποπληρωμής των ασφαλίστρων, σύμφωνα με τα παραπάνω αναλυτικά αναφερόμενα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα, επί τη βάσει των νέων δεδομένων, να ενεργήσει, κατά τρόπο, ώστε να μην κινδυνεύσει να στερηθεί της ασφάλισης του. Παραλείποντας, δε, η εναγομένη, να ενεργήσει κατά τον τρόπο αυτό, υπερέβη, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλει η καλή πίστη, καθιστώντας την άσκηση του δικαιώματος της, για την καταγγελία της σύμβασης, καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Ορθώς, κατά συνέπεια, έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση, οδηγήθηκε στο ίδιο συμπέρασμα, αναγνωρίζοντας, ακολούθως, ότι είναι, εξ αυτού του λόγου, άκυρη η γενομένη, κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα, καταγγελία της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης και ότι η σύμβαση αυτή παραμένει σε ισχύ, ως μηδέποτε λυθείσα, τα όσα, δε, αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη με τον μοναδικό λόγο της έφεσης της είναι αβάσιμα και απορριπτέα ...".
IV. Με τους λόγους αναιρέσεως (τους οποίους, με το υπόμνημά του, αναφέρει ως μόνο λόγο αναιρέσεως), ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), και αναφέρεται στους κανόνες δικαίου που περιέχονται στα άρθρα 6 παρ.2 Ν.2496/1997, 167 ΑΚ, 281 ΑΚ σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 174 ,288, 57, 59, 914 , 919, και 932 ΑΚ, καθώς και στους κανόνες που περιέχονται στις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 Ν. 2251/1994, αλλά εν τέλει, εξειδικεύει τον λόγο αναιρέσεως σε εσφαλμένη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ (ως Α'σκέλος) και σε εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ (ως Β'σκέλος). V. Από τις διατάξεις των άρθρ. 1 επ., 7, 27, 31 και 32 ν. 2496/1997, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρ. 189 επ. του ΕμπΝ και ο οποίος, κατά το άρθρο 33 § 4 αυτού, εφαρμόζεται και στις υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του ασφαλιστικές συμβάσεις, προκύπτει ότι, με τη σύμβαση της ασφάλισης, ο ασφαλιστής υποχρεούται αντί ασφαλίστρου να αποζημιώσει τις απώλειες ή ζημίες, οι οποίες ενδέχεται να συμβούν στον ασφαλιζόμενο από ορισμένα τυχαία ή ανωτέρας βίας περιστατικά ή ασθένειες, οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν, αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξή τους, κατά τη σύναψη της σύμβασης. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 § 7 του ως άνω νόμου, η ασφαλιστική αποζημίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι επέλθει η ζημία, προς κάλυψη της οποίας έχει συνομολογηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Ειδικότερα, στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται, είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας, που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (ΑΠ 342/2022, ΑΠ 1957/2013). Επίσης, κατά το άρθρο 6 § 1 του ιδίου νόμου, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές, ενώ κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει την σύμβαση. Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στο λήπτη της ασφάλισης, στον οποίο γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου, θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης. Από τη δεύτερη παράγραφο της διάταξης αυτής προκύπτει ότι εισάγεται διπλή υποχρέωση στον ασφαλιστή, ήτοι η καταγγελία της σύμβασης πρέπει να γίνει εγγράφως προς το λήπτη της ασφάλισης, αλλά, για να επέλθουν τα εκ του νόμου αποτελέσματα αυτής, πρέπει στο κείμενο να αναφέρονται οι συνέπειες της καθυστέρησης καταβολής ασφαλίστρου. Για τη λύση, δηλαδή, της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν αρκεί μόνον η δήλωση του ασφαλιστή περί ακύρωσης της σύμβασης, λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων, η οποία κοινοποιείται στον ασφαλισμένο, αλλά απαιτείται δήλωση περί καταγγελίας με την επισήμανση, ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά παρέλευση ενός μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης (ΑΠ 1502/2024). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 167 Α.Κ. προκύπτει ότι η καταγγελία για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βούλησης του συμβαλλόμενου μέρους, η δε δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα όχι απλώς από την εκδήλωσή της στον εξωτερικό κόσμο, ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίον απευθύνεται, αλλά από την παραλαβή της. Για να παραγάγει τα αποτελέσματά της, είναι αναγκαία η περιέλευσή της στον νόμιμο παραλήπτη, απαιτείται δε να περιέχεται σε έγγραφο, και μάλιστα συστημένο ή επί αποδείξει, καθώς ο τρόπος αυτός κοινοποίησης εξασφαλίζει τη δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίο και μόνον παραδίδεται (ΑΠ 1502/2024, ΑΠ 342/2022, ΑΠ 510/2009, ΑΠ 1951/2006). Η επιλογή από το νόμο του τρόπου αυτού επίδοσης οφείλεται στη σημαντική έννομη συνέπεια, που αναφέρεται στη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης και την έκτοτε διακοπή της ασφαλιστικής κάλυψης. Κατά συνέπεια, επί συστημένης ταχυδρομικής επιστολής, δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη, ειδικώς δε για τις συστημένες επιστολές απαιτείται όχι μόνο παράδοση γραπτής ειδοποίησης, αλλά και η πάροδος εύλογου χρόνου για την παραλαβή της, οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 342/2022, ΑΠ 1951/2006). Αν δεν γίνει η προσήκουσα γνωστοποίηση, δεν υφίσταται η καταγγελία, τυχόν δε αντίθετη συμφωνία, ότι με την απλή υπερημερία του ασφαλισμένου ως προς την καταβολή των ασφαλίστρων επέρχεται αυτοδικαίως λύση της σύμβασης, είναι άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 33 § 1 του άνω ν. 2496/1997, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαιοπραξία, που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος, είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών (Ολ.ΑΠ 14/2013, ΑΠ 342/2022, ΑΠ 1276/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1502/2024). Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ.ΑΠ 6/2016, ΑΠ 28/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.ΑΠ 10/2012, ΑΠ 1502/2024, ΑΠ 267/2021). Η ως άνω αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 6/2016). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτη και του δανειστή κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπληρώσεως της παροχής, κατά συνέπεια δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλομένη, σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη. Λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών νομοθετικών μεταβολών, που επήλθαν μετά την υπογραφή της συμβάσεως, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ' απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 28/2024, AΠ 1647/2018, ΑΠ 524/2008). VI. Στην προκειμένη περίπτωση, όπου, κατά τα ανωτέρω, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τα εξειδικευόμενα ως ανωτέρω (υπό Α'και Β) μόνο δύο σκέλη της, παρά την γενική αναφορά της και σε άλλες διατάξεις, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, έλαβε υπόψη της τις περιστάσεις και τις συνθήκες υπό τις οποίες κρίθηκε καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματός της για καταγγελία της συμβάσεως (άρθρο 6 παρ. 1 και 2 ν. 2496/1997), ανεξαρτήτως αν αυτή, κατ'αρχήν, κρίθηκε ως νόμιμη ενέργεια, λόγω της μη καταβολής από τον ενάγοντα της ληξιπρόθεσμης δόσης των ασφαλίστρων της 7ης Μαΐου 2012, με την υπ' αριθμ. ...2012 συστημένη επιστολή της, όπως κρίθηκε και με την πρωτοβάθμια και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα δε, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως προς την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος για καταγγελία της συμβάσεως από την εναγόμενη, διέλαβε: Ότι η εναγόμενη εισέπραττε από τον ενάγοντα τα οφειλόμενα ασφάλιστρα με μεγάλη καθυστέρηση, που έφτανε ή και ξεπερνούσε τους τρεις μήνες, επί 19 έτη - μέσω του εισπράκτορά της στην Ελευσίνα, ο οποίος ειδοποιούσε τηλεφωνικά τον ενάγοντα για να προσέλθει προς πληρωμή - και ότι αυτός (ενάγων) πάντα ανταποκρινόταν. Ότι ποτέ η εναγόμενη, μέχρι την επίδικη περίπτωση, δεν προέβη, λόγω της καθυστερημένης αυτής καταβολής, σε καταγγελία της σύμβασης και ότι η παραπάνω συναλλακτική συμπεριφορά της εναγόμενης δημιούργησε, ευλόγως, σε αυτόν την πεποίθηση ότι με αυτόν τον τρόπο θα συνεχιζόταν η είσπραξη των οφειλομένων ασφαλίστρων την εναγομένη τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, κατά τη διάρκεια της σύμβασής του, δηλαδή, κατόπιν ειδοποίησής του από τον αρμόδιο εισπράκτορα της εταιρίας, και μετά την πάροδο της ορισθείσας με τη σύμβασή του ημερομηνίας καταβολής της δόσης των ασφαλίστρων και ότι, με την καθυστέρηση δύο και τριών μηνών στην καταβολή του ασφαλίστρου, δεν κινδύνευε για καταγγελία της σύμβασής του από την εναγόμενη. Ότι η εναγόμενη, μετά από 19 έτη προχώρησε σε αλλαγή του τρόπου είσπραξης των ασφαλίστρων, καταργώντας τους εισπράκτορες, χωρίς να τον ενημερώσει, σχετικά με αυτήν την αλλαγή, εγγράφως με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, ή, με άλλον πρόσφορο τρόπο, ο οποίος να διασφαλίζει, ότι η σημαντική αυτή πληροφορία, με σαφή περιγραφή του νέου τρόπου που έπρεπε να ακολουθεί ο ασφαλισμένος, πλέον, για την πληρωμή των ασφαλίστρων και τις σημαντικές συνέπειες, τις οποίες θα έχει για αυτόν η μη αυστηρή τήρηση της ημερομηνίας πληρωμής του, ώστε να αποφύγει τον αιφνιδιασμό του, παρέχοντάς του, έτσι, τη δυνατότητα να κατανοήσει, καταρχάς, τη σπουδαιότητα της αλλαγής αυτής και να ενεργήσει κατά δεύτερον, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, με τρόπο ώστε να μην κινδυνεύσει να στερηθεί της ασφάλισής του. Ότι η εναγόμενη προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασης, αμέσως, μετά την μη εμπρόθεσμη καταβολή της πρώτης δόσης ασφαλίστρου που ακολούθησε την αλλαγή του τρόπου πληρωμής, δηλαδή της κατάργησης του εισπράκτορα και, ειδικότερα, προχώρησε η εναγόμενη στην καταγγελία, κατ'άρθρον 6 παρ. 2 ν. 2496/1997, λόγω καθυστέρησης μιας και μόνο δόσης ασφαλίστρων ποσού 215 ευρώ. Ότι η καταγγελία αυτή τον κατέλαβε εξ απήνης, καθώς συνηθισμένος στην πρακτική, που είχε διαμορφωθεί όλα αυτά τα προηγούμενα χρόνια, δεν έσπευσε να καταβάλει εμπρόθεσμα (εντός μηνός) τη δόση των ασφαλίστρων. Ότι οι δυσμενείς συνέπειες που έχει αυτή η εξέλιξη για αυτόν, λόγω της μη εμπρόθεσμης εκ μέρους του καταβολής μιας και μόνο μικρής δόσης ασφαλίστρων, ποσού 215 ευρώ, είναι σημαντικές, αν αναλογιστεί κανείς ότι επρόκειτο, όπως αποδεικνύεται, για ασφαλιστική σύμβαση με όρους ιδιαίτερα ευνοϊκούς, τόσο ως προς το ύψος του καταβλητέου ασφαλίστρου όσο και ως προς τις ασφαλιστικές καλύψεις που παρείχε, οι οποίοι δεν διατίθενται πλέον στην αγορά ασφαλίσεων και μάλιστα για άτομα της ηλικίας του (ενάγοντος). Τέλος, ότι η εναγόμενη όφειλε, ενεργώντας σύμφωνα με την καλή πίστη, ήτοι με την ευθύτητα και εντιμότητα, που αναμένεται να επιδεικνύει στις συναλλαγές κάθε έντιμος και εχέφρων συναλλασσόμενος, προτού προχωρήσει σε καταγγελία της σύμβασης, λόγω μη καταβολής οποιοσδήποτε οφειλόμενης δόσης ασφαλίστρων, να τον έχει ενημερώσει εγκαίρως, με σαφήνεια και με ασφάλεια σχετικά με την επικείμενη αλλαγή του τρόπου αποπληρωμής των ασφαλίστρων, σύμφωνα με τα παραπάνω αναλυτικά αναφερόμενα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα, επί τη βάσει των νέων δεδομένων, να ενεργήσει, κατά τρόπο, ώστε να μην κινδυνεύσει να στερηθεί της ασφάλισής του και ότι, παραλείποντας, η εναγόμενη, να ενεργήσει κατά τον τρόπο αυτό, υπερέβη, προφανώς τα όρια, που επιβάλλει η καλή πίστη, καθιστώντας την άσκηση του δικαιώματος της για την καταγγελία της σύμβασης καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (αναλυτικά περί αυτών στο 9ο φύλλο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), ενώ επί τη βάσει των εν όλω προαναφερομένων παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν και οι επαχθείς για αυτόν (ενάγοντα) συνέπειες από την αναφερόμενη συμπεριφορά της ενάγουσας σε συνάρτηση με την ηλικία του και τις συνθήκες της ασφαλιστικής αγοράς. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης για καταγγελία της συμβάσεως ασφαλίσεως. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως (κατά το Α'σκέλος του), με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, όμως, αβάσιμος είναι και κατά το υπό Β'σκέλος του (ως προς την εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ) ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, για τους παρακάτω λόγους: Η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, το οποίο καθόρισε το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 78/2020, 83/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015, 78/2020). Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 190/2021, ΑΠ 78/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως σαφώς προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ανεξαρτήτως της αναφοράς και του άρθρου 288 ΑΚ, σε συνάρτηση με το ότι κρίθηκε νόμιμη η αγωγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (6ο φύλλο αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), κατά τα λοιπά, δεν γίνεται καθόλου αναφορά στη διάταξη αυτή κατά την κρίση επί της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εναγομένης, αλλά μόνο στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, εφόσον αυτή η αναφορά (στο άρθρο 288 ΑΚ) δεν συνέχεται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αβασίμως προβάλλεται, με την ανωτέρω αιτίαση, πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού αιτήματός του, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/2/2020 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία " ... " για αναίρεση της 4190/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις5 Ιουνίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή