ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1004/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1004/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1004/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1004 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1004/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυξένη Γκαϊντατζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε."), ως νόμιμης διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8602/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3306/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/4/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1012/2023,ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 961/2017,ΑΠ 206/2017).Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ...2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Ν. Χ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο " ... ΑΕ". Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
2. Με την κρινόμενη από 5.4.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3306/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 10-12-2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθμ.8602/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας, την από 15-2-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει, νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 225.929,78 €, που αντιστοιχεί στους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας λόγω καθυστέρησης εξόφλησης από την αναιρεσίβλητη εκάστου τιμολογίου πώλησης ηλεκτρικής ενεργείας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552,553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 3. Κατά τις διατάξεις του άρθρ.94 παρ.1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρησή του με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ.1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ.2) και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3). Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε καταρχήν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές. Όμως επιτρέπει σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως όσων από τις διοικητικές διαφορές ουσίας δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια στα τελευταία, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο Γ), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 4/2017, 21/2009, 18/2009, 14/2007, 6/2007, ΑΠ 891/2018). Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, σύμβαση δεν έχει από τη φύση της διοικητικό χαρακτήρα, όταν σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού μόνο τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α' του Συντάγματος, που τελεί σε αρμονία με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω και εάν το τελευταίο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή προβλέπεται από τον νόμο η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα (Α.Ε.Δ. 4/2017, 8/1992, 45/1991, 10/1987, ΟλΣτΕ 1944/2021, ΑΠ 661/2023, ΑΠ 2043/2022). Περαιτέρω, μετά την τροποποίηση του νόμου 2773/1999 περί απελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τις διατάξεις του νόμου 3175/2003 θεσπίσθηκε το έτος 2005 ο Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ ΣΗΕ 2005), με τον οποίο υιοθετήθηκε ένα συγκεκριμένο σχήμα οργάνωσης και λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι αυτά της υποχρεωτικής χονδρεμπορικής αγοράς. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού δεν επιτρέπονται διμερή συμβόλαια μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά αντίθετα, το σύνολο των συναλλαγών διεξάγεται μέσω της χονδρεμπορικής αγοράς, όπου κεντρικός ρόλος αποδίδεται στον "Διαχειριστή του Συστήματος". Ως τέτοιος ορίσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "...." ή "...", η ίδρυση της οποίας προβλέφθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 2773/1999. Ο ΚΔΣ ΣΗΕ 2005 αντικαταστάθηκε από τους νέους Κώδικες που θεσπίσθηκαν το 2012, κατ' εξουσιοδότηση του νόμου 4001/2011, ήτοι τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος (ΚΔΣ) και τον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΣΗΕ), οι οποίοι εγκρίθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 3 και 120 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, με απόφαση της ανεξάρτητης αρχής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) και ισχύουν από 1.2.2012. Στο πλαίσιό τους, ο παραγωγός πωλεί το παραγόμενο αγαθό, ο δε προμηθευτής αγοράζει τούτο. Με τον τρόπο που είναι οργανωμένη, κατά το νομοθετικό πλαίσιο που αναλύθηκε ανωτέρω, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι παραγωγοί και οι προμηθευτές αυτής δεν συνάπτουν μεταξύ τους διμερείς συμβάσεις για την πώληση. Το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας προβλέπει ένα σύστημα υποχρεωτικής κατάρτισης, με προσχώρηση των παραγωγών και προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, μιας αναγκαστικής σύμβασης, η οποία ρυθμίζεται με τους κατωτέρω κανόνες, χωρίς να μπορούν να επιλέξουν τον αντισυμβαλλόμενό τους, ούτε να διαπραγματευθούν τους όρους της σύμβασης. Την οργάνωση της αγοράς διαχειρίζονται στα διάφορα στάδια αυτής, συγκεκριμένοι θεσμικοί φορείς, ένας από τους οποίους ήταν, υπό το ισχύον στην κρινόμενη υπόθεση νομικό καθεστώς, ο Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (... Α.Ε., πρώην ... Α.Ε.), ήδη μετονομασθείσα ως "... Α.Ε." με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", δηλαδή η αναιρεσίβλητη εταιρία. Σύμφωνα με την προβλεφθείσα οργάνωση της σχετικής αγοράς οι υποβάλλοντες προσφορές έγχυσης, δηλαδή ιδίως οι παραγωγοί, λαμβάνουν αμοιβή για την ενέργεια που εγχέουν στο Σύστημα και οι Εκπρόσωποι Φορτίου, δηλαδή ιδίως οι προμηθευτές, καταβάλλουν πληρωμές για την ενέργεια που απορροφούν από το Σύστημα. Οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνταν μέσω του Λειτουργού της Αγοράς, ήτοι της εταιρίας "... Α.Ε.", η οποία αποτελούσε τον εκ του νόμου αποκλειστικό εκκαθαριστή της αγοράς (άρθρο 118 ν. 4001/2011) και τον υποχρεωτικό ενδιάμεσο φορέα μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών. Εξάλλου ο νόμος 3468/2008, με τον οποίο τέθηκαν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι σύμφωνα με την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, συμπεριέλαβε στα άρθρα 9 επ., μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις σχετικά με την κατά προτεραιότητα ένταξη των σταθμών παραγωγής από ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) στο Σύστημα ή το Δίκτυο (άρθρο 9) καθώς και στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (άρθρο 10), τη σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρο 12) και την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ (άρθρο 13), καταργώντας τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 1-3, 36, 37, 38 και 39 του νόμου 2773/1999 (άρθρο 28 παρ. 1 περ. β', βλ. και άρθρο 27 παρ. 7). Ακολούθως, με τον νόμο 3851/2010, με τον οποίο επήλθαν ευρείας έκτασης τροποποιήσεις επιμέρους διατάξεων του νόμου 3468/2006, επιδιώχθηκε, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/28/ΕΚ, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σημασίας για την χώρα. Για τον σκοπό της εκπληρώσεως των διεθνών δεσμεύσεων και των συναφών ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας προς μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, κρίθηκε αναγκαία η μεταβολή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με τον νόμο δε αυτόν (3751/2010) καθορίσθηκαν οι εθνικοί στόχοι για τις ΑΠΕ μέχρι το 2020 και, περαιτέρω, τροποποιήθηκαν οι σχετικές με τις συμβάσεις πώλησης και με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ διατάξεις του ν. 3468/2006 (άρθρα 1 και 5 παρ. 1 και 2 ν. 3851/2010). Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3468/2006, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου 3851/2010: "1. Για την ένταξη σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. στο Σύστημα ή στο Δίκτυο, περιλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, ο Διαχειριστής του Συστήματος, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδέονται στο Σύστημα είτε απευθείας είτε μέσω του Δικτύου ή ο Διαχειριστής Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, εφόσον ο" εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, υποχρεούνται να συνάπτουν σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τον κάτοχο της άδειας παραγωγής της. 2. Η Σύμβαση Πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ισχύει για είκοσι (20) έτη και μπορεί να παρατείνεται, σύμφωνα με τους όρους της άδειας αυτής, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, εφόσον ισχύει η σχετική άδεια παραγωγής. ... 3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή και γνώμη της Ρ.Α.Ε., καθορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο και η διαδικασία κατάρτισης των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια". Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου έλαβε χώρα τροποποίηση των προβλέψεων του άρθρου 13 του ν. 3468/2006 σχετικά με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας. Περαιτέρω, με την εκδοθείσα κατ' εφαρμογήν της προμνησθείσης εξουσιοδοτικής διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προεκτεθέντα, εκδόθηκε η απόφαση Α.Υ/Φ1/οικ.17149/30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΦΕΚ Β' 1497). Με αυτήν καθορίσθηκαν (άρθρο 1) ο τύπος και το συνολικό περιεχόμενο των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που συνάπτονται μεταξύ του Διαχειριστή του Συστήματος (ήδη τότε ... ΑΕ) και των παραγωγών, οι οποίοι αξιοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμμετέχοντας στη συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής απόδοσης, και συνδέονται στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο της χώρας. Το άρθρο πρώτο του προτύπου συμβάσεως προβλέπει ότι η ... ΑΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ και αντίστοιχα ο παραγωγός να πωλεί την ενέργεια αυτή στη ... ΑΕ, ενώ το άρθρο δεύτερο προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να ενεργούν σύμφωνα με τις διατάξεις των οικείων κωδίκων διαχείρισης "καθώς επίσης και με το σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας". Το άρθρο έβδομο αναφέρεται στην τιμολόγηση ηλεκτρικής ενέργειας και ορίζει, εκτός των άλλων, τα εξής: "Ο Παραγωγός, ο σταθμός του οποίου συνδέεται στα δίκτυα χαμηλής, μέσης ή υψηλής τάσης και λειτουργεί παράλληλα με το διασυνδεδεμένο σύστημα, δικαιούται να λαμβάνει το τίμημα που αντιστοιχεί στο σύνολο της καθαρής παραγωγής ενέργειας που παραδίδει στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφάται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009 και το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010. καθώς και τη λοιπή νομοθεσία που διέπει την αγορά και πώληση ηλεκτρικής ενέργειας". Το άρθρο δωδέκατο, με τίτλο "Λογαριασμοί και Πληρωμές", προβλέπει περαιτέρω τα ακόλουθα: " Ο υπολογισμός του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχύθηκε στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφήθηκε από αυτό γίνεται από το ... σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, το Ν. 3468/2006, το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009, το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010 και τη λοιπή κείμενη νομοθεσία. Προς τούτο αποστέλλεται στον Παραγωγό σχετικό σημείωμα στο οποίο αναφέρονται και τυχόν χρέωση αέργου ισχύος και τυχόν απαιτήσεις του ... κατ' αυτού. Ο Παραγωγός βάσει του πιο πάνω σημειώματος εκδίδει τιμολόγιο, στο οποίο οι απαιτήσεις αυτές συμψηφίζονται με το τίμημα που ο ... πρέπει να καταβάλει στον Παραγωγό. Το τιμολόγιο του Παραγωγού αποστέλλεται στο ... για εξόφληση και είναι πληρωτέο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεσή του στο .... 2. Η εξόφληση του τιμολογίου του Παραγωγού γίνεται μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ακόμη και αν υπάρχουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά την ακρίβεια του λογαριασμού. Το συμβαλλόμενο μέρος που έχει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις τις γνωστοποιεί αμελλητί στο άλλο μέρος. Σε περίπτωση που τελικά διαπιστωθεί σφάλμα, το συμβαλλόμενο μέρος σε βάρος του οποίου προκύπτει διαφορά, οφείλει να την επιστρέφει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος έντοκα, με το νόμιμο τόκο της υπερημερίας από την ημέρα εξόφλησης των τιμολογίων, μέχρι την ημέρα επιστροφής της διαφοράς. 3. Σε περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης λογαριασμού ή τιμολογίου πέραν της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο ... οφείλει να πληρώσει στον Παραγωγό και τόκο υπερημερίας επί του οφειλομένου ποσού, από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη ειδοποίηση. 4. Η εκκαθάριση και οι πληρωμές θα γίνονται από το ... σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας". Εξάλλου, με το άρθρο 40 του νόμου 2773/1999 συνεστήθη ειδικός λογαριασμός, υπό την διαχείριση της ... ΑΕ και μετέπειτα, κατά το άρθρο 143 του νόμου 4001/2001, της ... ΑΕ, για την πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και συμπαραγωγή, με τις τιμές που, κατά τα προαναφερθέντα, ορίζονται με νόμο και δυνάμει των οποίων συνομολογούνται οι οικείες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας. Ειδικότερα, προβλέφθηκε ότι "1. Ο Διαχειριστής του Συστήματος και ο Διαχειριστής του Δικτύου ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους σύμφωνα με τα άρθρα 35, 36, 37, 38 και 39 μέσω ειδικού Λογαριασμού τον οποίο διαχειρίζεται ο Διαχειριστής του Συστήματος. 2. Ο Διαχειριστής του Συστήματος υποχρεούται να συστήσει το αργότερο μέχρι την 30ή Απριλίου 2001 τον ειδικό Λογαριασμό της προηγούμενης παραγράφου. 3. Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι κάτοχοι άδειας παραγωγής και προμήθειας του Συστήματος μέσω της διαδικασίας διευθέτησης των Αποκλίσεων Παραγωγής-Ζήτησης του άρθρου 20, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο Σύστημα από το Διαχειριστή του Συστήματος κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 35, 37 και 38. (β) Τα ποσά που καταβάλλει η Δ.Ε.Η. ως αποκλειστικός Προμηθευτής στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά... (γ)... Το Ειδικό Τέλος για τη Μείωση Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), που επιμερίζεται ομοιόμορφα για όλη την ελληνική επικράτεια σε κάθε Πελάτη, περιλαμβανομένων και των αυτοπαραγωγών, σύμφωνα με μεθοδολογία η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., και η οποία λαμβάνει υπόψη την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει ο κάθε Πελάτης και συντελεστές που διαφοροποιούν τον επιμερισμό κατά κατηγορία Πελατών, έτσι ώστε να προκύπτει χρέωση που εξισορροπεί τις οικονομικές συνέπειες μεταξύ των κατηγοριών Πελατών. Οι αριθμητικές τιμές των συντελεστών της ανωτέρω μεθοδολογίας προσδιορίζονται κάθε έτος με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από πρόταση της Ρ.Α.Ε., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ...". Ρύθμιση σχετικά με τον αυτό λογαριασμό περιέλαβε και το άρθρο 143 του νόμου 4001/2011, με το οποίο, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην κρινόμενη περίπτωση χρόνο, ορίσθηκαν τα εξής: "1. Η ... ΑΕ και η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους κατά τις διατάξεις της περίπτωσης θ' της παραγράφου 2 του άρθρου 118 και της περίπτωσης η' της παραγράφου 2 του άρθρου 129 αντίστοιχα, μέσω του ειδικού διαχειριστικού Λογαριασμού, όπως αυτός δημιουργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 40 του νόμου 2779/1999, τον οποίο διαχειρίζεται η ... ΑΕ. 2. Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του ημερήσιου ενεργειακού προγραμματισμού του άρθρου 120 και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων παραγωγής - ζήτησης κατά το άρθρο 105, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών κατά τα οριζόμενα στον ν. 3851/2010 (β) Τα ποσά που καταβάλλουν οι Προμηθευτές στα Μη Διασυνδεμένα Νησιά, μετά την λήψη διαφόρων νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων κατά τα έτη 2012 και 2013 για την αντιμετώπιση του ελλείμματος του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 (εφεξής: "Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ"), τα οποία οδήγησαν σε σημαντική μείωση του ρυθμού αύξησής του, όχι όμως και στον πλήρη μηδενισμό του (βλ. εισηγητική έκθεση του ν. 4254/2014). Με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ του εν λόγω νόμου 4254/2014 ("Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012 ...") θεσπίσθηκαν νέες ρυθμίσεις για την τιμολόγηση της παραγόμενης από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ηλεκτρικής ενέργειας, προς επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η αγορά των Α.Π.Ε. και είχαν οδηγήσει στην έλλειψη ρευστότητας και συνακόλουθα σε μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές προς τους παραγωγούς καθώς και η ρύθμιση θεμάτων τιμολόγησης ΙΗΘΥΑ. Οι βασικές αρχές σχεδιασμού των εισαχθεισών ρυθμίσεων συνοψίζονται ως εξής: Διασφάλιση ασφαλούς και φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας Αντιμετώπιση του συσσωρευμένου χρέους του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 Διασφάλιση της βιωσιμότητας του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού χωρίς την δημιουργία νέων ελλειμμάτων, σε μακροχρόνια βάση Προστασία των καταναλωτών από υπέρμετρες αυξήσεις στο Ειδικό Τέλος Εκπομπής Αερίων Ρύπων (Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ.) το οποίο, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, θα αυξηθεί σημαντικά- Συμμετοχή στα νέα μέτρα όλων των έργων και τεχνολογιών κατά το δυνατόν ανάλογα με τα περιθώρια απόδοσης των σχετικών επενδύσεων, παράγοντας στον οποίο αντικατοπτρίζεται και η συμμετοχή τους στην δημιουργία του ελλείμματος• Θέσπιση κριτηρίων με σκοπό την αξιολόγηση των αποδόσεων των επενδύσεων και της βιωσιμότητας αυτών .... Στο πλαίσιο αυτών των αναγκών και προτεραιοτήτων, με την υποπαράγραφο ΙΓ.1 της ως άνω παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 έγινε επανακαθορισμός (κατά κανόνα μείωση) των τιμών τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από λειτουργούντες σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, με έναρξη εφαρμογής των νέων τιμών την 1η Απριλίου 2014. Στην επόμενη υποπαράγραφο ΙΓ.3, η οποία φέρει τον τίτλο "Παροχή έκπτωσης", ορίζονται τα ακόλουθα (περ. 1): "1. Εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ... προβαίνουν στην έκδοση και παράδοση πιστωτικού τιμολογίου με βάση το Ειδικό Ενημερωτικό Σημείωμα που θα εκδώσουν ο ... για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και ο ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών. Οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ υποχρεούνται να εκδώσουν πιστωτικό τιμολόγιο κατά τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ) (ν. 4093/2012), με το οποίο παρέχουν έκπτωση επί της συνολικής αξίας της εγχεόμενης κατά το 2013 ενέργειας α) σε ποσοστό... 2. Μέχρι την έκδοση και παράδοση στο ... του πιστωτικού τιμολογίου που αναφέρεται στην περίπτωση αυτή, αναστέλλεται η υποχρέωση του ... για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και του ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, καταβολής τιμήματος για την ποσότητα ενέργειας που έχει παραδοθεί και δεν έχει εξοφληθεί.". Στην δε υποπαράγραφο ΙΓ.13 προβλέπεται ότι "η ισχύς των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις της". Με τον νεότερο νόμο 4425/2016, με τον οποίο επιχειρείται η αναδιοργάνωση της ελληνικής αγοράς ενέργειας, σε εφαρμογή της νομοθεσίας για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ιδίως των διατάξεων των αναφερόμενων στο άρθρο 4 αυτού Κανονισμών (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προβλέφθηκε ρητώς στο άρθρο 11 παρ. 1, υπό την αρχική του μορφή (πριν την κατάργησή του με τον ν. 4512/2018 και την αντικατάστασή του με νεότερες ρυθμίσεις), ότι πέραν των αρμοδιοτήτων οι οποίες προβλέπονται στους Κανονισμούς (ΕΚ) 714/2009 και (ΕΕ) 2015/1222, οι Διαχειριστές των Αγορών είναι αρμόδιοι για την Κάλυψη, την Εκκαθάριση και το Διακανονισμό των Συναλλαγών, βάσει των κανόνων λειτουργίας των Αγορών του άρθρου 8, όπως καθορίζονται στους επιμέρους Κώδικες. Οι αρμοδιότητες αυτές, που αφορούν, μεταξύ άλλων, και την κάλυψη των Συναλλαγών που διενεργούνται στις Αγορές, σε περίπτωση αδυναμίας των Συμμετεχόντων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις (περ. α), ενώ στην παράγραφο 6 εδ. β' του ίδιου άρθρου προβλεπόταν, με μεταβατική διάταξη, ότι μέχρι τη θέση σε ισχύ των αντίστοιχων Κωδίκων των Αγορών, οι ρυθμίσεις σχετικά με την Κάλυψη των Συναλλαγών καθορίζονται με απόφαση της ΡΑΕ μετά από σχετική εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή, ενώ και στην παράγραφο 2 του άρθρου 16 (μεταβατικές διατάξεις) υπό την αρχική του μορφή προβλεπόταν ότι ο Διαχειριστής του ΕΣΜΗΕ ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 11 μετά την εκκίνηση της Αγοράς Εξισορρόπησης και ότι η αρμοδιότητα της ανωτέρω περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 11 (δηλαδή η αρμοδιότητα κάλυψης) δεν αφορούσε ελλείμματα που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία της αγοράς που προβλέπεται στο ν, 4001/2011. Οι προπαρατιθέμενες νεότερες ρυθμίσεις αφορούν την εκ του νόμου πλέον προβλεπόμενη ευθύνη των διαχειριστών ειδικώς προς κάλυψη των συναλλαγών στην περίπτωση αδυναμίας των συμμετεχόντων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις μετά την εκκίνηση της Αγοράς Εξισορρόπησης, ευθύνη μη περιλαμβάνουσα τα ελλείματα από τη λειτουργία της αγοράς, η οποία προβλεπόταν στον νόμο 4001/2011 και η θεσπισθείσα αυτή με τον νόμο 4425/2016 ευθύνη του διαχειριστή συνεπάγεται πλέον υποχρέωση του να διαθέτει και εξ ιδίων του τα αναγκαία κεφάλαια προς κάλυψη των τυχόν ελλειμάτων του ειδικού λογαριασμού ΑΠΕ, αναβιβάζοντας τη θέση του από απλό διαχειριστή σε επιχειρηματία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτή η νεότερη ρητή ρύθμιση δεν αναιρεί αναδρομικώς την αναγόμενη σε προγενέστερο του νόμου 4425/2016 τυχόν ευθύνη του Διαχειριστή να καταβάλει στους παραγωγούς τα οφειλόμενα βάσει των δικών του εκκαθαριστικών πράξεων ποσά του αντιτίμου της παραχθείσας από τους τελευταίους και εγχυθείσας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία είχε αναλάβει με μεταξύ τους καταρτισθείσες συμβάσεις, εφόσον ο ανωτέρω διατιθέμενος προς κάλυψή τους Λογαριασμός ΑΠΕ αρκούσε για την πληρωμή τους ή, σε κάθε περίπτωση, κατά τον εκάστοτε χρόνο, κατά τον οποίο αυτός θα καθίστατο επαρκής προς τούτο. Εξάλλου με την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ στο Σύστημα Μεταφοράς ή στο Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας επιδιώκονται σκοποί δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενοι, μεταξύ άλλων, στην προστασία του περιβάλλοντος, την ενίσχυση της οικονομίας και την συμβολή στην βιώσιμη ανάπτυξη. Ως εργαλείο όμως για την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ στο Σύστημα ή το Δίκτυο ο νομοθέτης δεν επέλεξε την μονομερή εξουσιαστική πράξη διοικητικής αρχής ή διφυούς νομικού προσώπου, ενεργούντος ως φορέως δημόσιας εξουσίας, αλλά, όπως προσήκει σε καθεστώς μερικής έστω απελευθέρωσης της αγοράς, τη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του κατόχου της οικείας άδειας παραγωγής κα" της ... ΑΕ (ή της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, στην περίπτωση που οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών), η οποία χαρακτηρίζεται μάλιστα από τον νόμο ως "σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας" (άρθρο 12 παρ. 1 ν. 3468/2006). Το γεγονός ότι ουσιώδη στοιχεία της συναπτόμενης σχέσης, μεταξύ των οποίων και το τίμημα της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχέεται στην "δεξαμενή" της χονδρεμπορικής αγοράς, καθορίζονται, και πάλι για λόγους δημοσίου συμφέροντος, από τον νομοθέτη, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη περιστολή της συμβατικής ελευθερίας των εμπλεκομένων μερών, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της ως συμβατικής σχέσης, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις συνήθεις συμβάσεις προσχωρήσεως. Ανεξαρτήτως του ότι δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για σύμβαση πώλησης, όπως ρυθμίζεται από τα άρθρα 513 επ. Α.Κ., αλλά για άλλη σύμβαση, που περιλαμβάνει ειδικότερους όρους, ενόψει των χαρακτηριστικών και ιδίως της ιδιάζουσας θέσης της ... ΑΕ, η οποία ενεργεί κατά κύριο λόγο ως λειτουργός της αγοράς και όχι ως πραγματικός αγοραστής, δεν είναι ο πραγματικός χρήστης του προϊόντος ούτε καταβάλλει την αμοιβή στον παραγωγό από ιδίους πόρους, αλλά την αποδίδει μέσω του Ειδικού Λογαριασμού, η συναπτόμενη μεταξύ του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ και της ... ΑΕ σχέση αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΟλΣτΕ 1944/2021,ΑΠ 661/2023, ΑΠ 2043/2022, πρβλ και ΑΠ 560/2022). Κατά συνέπεια οι προερχόμενες από τη σύμβαση μεταξύ παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και της ... ΑΕ, η οποία δρα κατά την κατάρτισή τους ως αντισυμβαλλόμενος σε σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου (και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας) διαφορές λόγω της μη καταβολής ή μη εμπρόθεσμης καταβολής στον παραγωγό του, βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων νόμου, προσδιοριζόμενο και το οφειλόμενο στον παραγωγό αντίτιμο για την ηλεκτρική ενέργεια, η οποία εγχύθηκε από δικές του πηγές στο σύστημα προκαλούν διαφορές του ιδιωτικού δικαίου. Στοιχούμενος, άλλωστε, προς την αντίληψη αυτήν, ο κανονιστικός νομοθέτης όρισε, στο άρθρο εικοστό πρώτο της απόφασης ΑΥ/Φ1/οικ.17149/30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ότι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση ή την ερμηνεία των ως άνω συμβάσεων πώλησης (και επομένως και των διαφορών από τον προσδιορισμό του οφειλομένου αντιτίμου) είναι τα "πολιτικά Δικαστήρια των Αθηνών". Δεν ασκούν δε επιρροή, από την άποψη που ενδιαφέρει εν προκειμένω, οι σκοποί που θάλπονται με τις ως άνω διατάξεις της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 και συνδέονται με την ομαλή λειτουργία του Ειδικού Λογαριασμού των άρθρων 40 ν. 2773/1999 και 143 ν. 4001/2011, εφόσον η εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος εκ μέρους νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο, όπως στην προκειμένη περίπτωση η ... ΑΕ, δεν ασκεί δημόσια εξουσία, αλλά ενεργεί εντός των πλαισίων της συναλλακτικής δράσης του, επιτυγχανόμενης στην ανωτέρω περίπτωση με μέσα του ιδιωτικού δικαίου (ΟλΣτΕ 1944/2021, ΑΠ 661/2023, ΑΠ 2043/2022, πρβλ. ΣτΕ 2393/2017). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1666/2014, ΑΠ 1524/2013). Αν το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ έχει δικαιοδοσία για την εξέταση της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του, απορρίπτει την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, υποπίπτει στο σφάλμα της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου. Κατά συνέπεια, η εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής για έλλειψη δικαιοδοσίας ιδρύει τον ως άνω λόγο εκ του άρθρου 559 αρ.14 λόγο αναιρέσεως (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 661/2023, ΑΠ 441/2023, ΑΠ 462/2021,ΑΠ 1118/2020, ΑΠ 1272/2018, ΑΠ 576/2013).
4. Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, απορρίπτοντας την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκασή της, κρίνοντας ότι η ένδικη διαφορά απορρέει από διοικητικές συμβάσεις, ενώ είχε δικαιοδοσία προς εκδίκασή της διότι η ένδικη διαφορά απορρέει από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 15/2/2017 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής και πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και δη από αιολικό σταθμό, εγκατεστημένο στον Δήμο Κεφαλονιάς του νομού Κεφαλληνίας. Ότι σύναψε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." και ήδη η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", την υπ' αριθμ. 1059/27-1 1-2009 σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σε αυτή, έναντι του αναφερόμενου σε αυτή καθορισθέντος τιμήματος ανά κιλοβατώρα, σύμφωνα με το άρθρο 27 Α του Ν. 3734/2009 και το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010. Ότι, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε με το άρθρο 12 της εν λόγω σύμβασης, ο τρόπος πληρωμής τους, ο οποίος θα ελάμβανε χώρα μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεση στην εναγόμενη του σχετικού τιμολογίου, ενώ συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι θα οφείλεται τόκος υπερημερίας επί του οφειλόμενου ποσού από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη προειδοποίηση. Ότι αν και η εναγόμενη παρέλαβε ανεπιφύλακτα την παρασχεθείσα από τον ανωτέρω αιολικό σταθμό ηλεκτρική ενέργεια, σύμφωνα με τα σχετικά ενημερωτικά σημειώματα που εξέδωσε κι απέστειλε στην ενάγουσα και βάσει των οποίων η τελευταία εξέδωσε τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης από το μήνα Απρίλιο του έτους 2011 έως και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2015, όπως αυτά αναλυτικά περιγράφονται και επισυνάπτονται στην αγωγή, η εναγόμενη δεν τα εξόφλησε κατά την ως άνω δήλη μέρα πληρωμής (ήτοι 20 ημέρες από την κατάθεσή τους στην εναγομένη) αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο. Ότι συνεπεία των ανωτέρω η εναγομένη της οφείλει τόκους υπερημερίας με μόνη την παρέλευση της δήλης αυτής ημέρας εκάστου των αναφερομένων στην αγωγή τιμολογίων. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει νομιμότοκα το συνολικό ποσό των 225.929,78 €, που αντιστοιχεί στους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας λόγω καθυστέρησης εξόφλησης εκάστου τιμολογίου, από πώληση ηλεκτρικής ενεργείας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ'αριθ.8602/2019 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 3306/2021 απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι οι μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσες συμβάσεις πωλήσεως είναι διοικητικές και ότι δεν είχε δικαιοδοσία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με το προπαρατιθέμενο όμως περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον με αυτή ασκείται αξίωση πηγάζουσα από συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν καταρτιστεί, υπό το καθεστώς του ν.3468/2006 (αρθ.12 παρ.1), μεταξύ της ενάγουσας παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμη πηγή ενέργειας (ΑΠΕ) και της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας. Οι ένδικες συμβάσεις είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται σε αυτές το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Και ναι μεν με αυτές επιδιώκονται σκοποί δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενοι στην προστασία του περιβάλλοντος, την ενίσχυση της οικονομίας και της συμβολής στη βιώσιμη ανάπτυξη, όμως ο νομοθέτης ως εργαλείο για την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ στο σύστημα μεταφοράς της, δεν επέλεξε τη μονομερή εξουσιαστική πράξη διοικητικής αρχής, ή διφυούς νομικού προσώπου ενεργούντος ως φορέας δημόσιας εξουσίας, αλλά, όπως προσήκει μάλιστα σε καθεστώς μερικής έστω απελευθέρωσης της αγοράς, τη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του κατόχου της οικείας αδείας παραγωγής και της ... ΑΕ, η οποία ρητώς χαρακτηρίζεται, από το άρθρο 12 παρ.1 του ν.3468/2006, ως "σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας". Στοιχούμενος άλλωστε προς την αντίληψη αυτή ο κανονιστικός νομοθέτης όρισε, στο άρθρο εικοστό πρώτο της απόφασης ΑΥ/Φ1/οικ/17149/30-8-2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ότι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση ή ερμηνεία των ως άνω συμβάσεων πώλησης, όπως οι επίδικες, είναι τα πολιτικά δικαστήρια των Αθηνών. Μάλιστα, ακόμη και όταν η ... ΑΕ πρώην ... Α.Ε, στο πλαίσιο της ανωτέρω συμβατικής σχέσης, εκδώσει πράξεις για το οφειλόμενο στον παραγωγό τίμημα πωλήσεως και ανακύψει αμφισβήτησή τους, οι εν λόγω διαφορές, και αυτές, συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, οι επίδικες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις οποίες η εναγόμενη "... ΑΕ" πρώην "... Α.Ε." ενεργεί ως αντισυμβαλλομένη στα πλαίσια της συναλλακτικής δράσης της και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας, είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και η ένδικη διαφορά, για την καταβολή των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας λόγω καθυστερήσεως εξοφλήσεως των επίδικων τιμολογίων, είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, κατά τα προεκτεθέντα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Εφετείο απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό, μη συντρεχούσης περίπτωσης μείωσης των δικαστικών εξόδων, μολονότι η αναιρεσίβλητη απολαμβάνει των απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου, διότι η νομική της υπηρεσία δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ.3306/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή