Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1005 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1005/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σοφό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/1973 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13135/1973 μη οριστική και 684/1976 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 7382/1977 του Εφετείου Αθηνών, την αναψηλάφηση της οποίας ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 26/7/2022 αίτησή της. Ακολούθως, εκδόθηκε η 622/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/10/2023 αίτησή της Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπό κρίση από 5-10-2023 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα 622/2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, η από 26-7-2022 αίτηση αναψηλάφησης της αναιρεσείουσας κατά της 7382/1977 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναψηλάφησης, επιτρέπεται αναψηλάφηση και αν ο διάδικος που τη ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανωτέρα βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικος του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναψηλαφήσεως, πρέπει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται σωρευτικώς, τα έγγραφα να είναι κρίσιμα, με την έννοια, ότι από αυτά προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη κατά τρόπον, ώστε να καθίσταται προφανές, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και έτσι θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση, εάν τα έγγραφα είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου (ΑΠ 1723/2023, ΑΠ 1884/2022, ΑΠ 25/2022, ΑΠ 721/2014, ΑΠ 474/2011). Επομένως, μπορεί να υπαχθούν στην άμεση εφαρμογή του άρθρου 544 αριθ.7 ΚΠολΔ έγγραφα τα οποία εκδόθηκαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως είναι η έκθεση εξέτασης DNA ως προς το ζήτημα της αναγνώρισης ή μη της πατρότητας τέκνου, η οποία έλαβε χώρα μεταγενέστερα, διότι κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναψηλάφησης απόφασης, η ανωτέρω επιστημονική μέθοδος δεν ήταν γνωστή, καθόσον στην περίπτωση αυτή συντρέχει ανώτερη βία που εξ αντικειμένου παρεμπόδιζε την έγκαιρη αξιοποίηση της νεότερης επιστημονικής μεθόδου (ΑΠ 905/2005,ΑΠ 1699/2002). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία αναψηλάφησης είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση του προβλεπομένου από το άρθρο 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ λόγου αναψηλάφησης, δηλ. της ανεύρεσης από το διάδικο μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης νέων κρισίμων εγγράφων (ΑΠ 101/2005). Με την προαναφερομένη, δηλαδή, διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδ. α' ΚΠολΔ καθιερώνεται καταχρηστική προθεσμία, τριών (3) ετών για την άσκηση της αναψηλάφησης, προς το σκοπό ασφαλείας των συναλλαγών, με τη θέση ακραίου χρονικού σημείου, ώστε το ένδικο αυτό μέσο να μη μπορεί να ασκηθεί μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Η προθεσμία αυτή αρχίζει, σε κάθε περίπτωση, από τη δημοσίευση της τελεσίδικης ή ανέκκλητης απόφασης. Η αναφορά στην ανωτέρω διάταξη (545 παρ. 5 ΚΠολΔ) "αν δεν επιδόθηκε η απόφαση" δεν σημαίνει ότι στην περίπτωση, που αυτή έχει επιδοθεί, θα ισχύσει χρόνος μεγαλύτερος της τριετίας από τη δημοσίευσή της (προσβαλλομένης) διότι, αφού ο νομοθέτης, για την ασφάλεια των συναλλαγών, όπως προαναφέρεται, καθιερώνει ως ανώτατο χρονικό σημείο την τριετία για τον διάδικο, στον οποίο δεν επιδόθηκε η απόφαση και ο οποίος, κατά τεκμήριο, αγνοεί το σε βάρος του περιεχόμενο της απόφασης, την οποία έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει με αναψηλάφηση, πολύ περισσότερο ισχύει το ακρότατο αυτό σημείο της τριετίας από τη δημοσίευσή της και για τον διάδικο, στον οποίο έχει αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) επιδοθεί. Και ναι μεν στο άρθρο 545 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 544 αρ. 7 η προθεσμία αναψηλάφησης αρχίζει από την ημέρα που εκείνος, ο οποίος ζητεί την αναψηλάφηση, έμαθε ότι υπάρχουν νέα κρίσιμα έγγραφα, πλην, όμως, ο χρόνος αυτός έναρξης της προθεσμίας στην περίπτωση αυτή, αφορά τη διαφοροποίηση της έναρξης της προθεσμίας στην περίπτωση που αυτή έχει αρχίσει με την επίδοση της απόφασης και όχι επί συμπλήρωσης τριετίας από την έκδοσή της (ΑΠ 236/2022,ΑΠ 112/2022,ΑΠ 2023/2017,ΑΠ 136/2016),αν και στην περίπτωση αυτή η συνηθισμένη βραχυχρόνια προθεσμία αναψηλάφησης κατ' άρθ. 545 παρ. 1 του ίδιου κώδικα είναι εξήντα ημερών, που αρχίζει, σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. ε' του ίδιου άρθρου, από την ημέρα γνώσεως των εγγράφων. Τέλος, η διάταξη αυτή του άρθρου 544 αριθμ. 7 ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς η παραβίασή της δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αυτόν του αριθμού 14 του ιδίου άρθρου (ΑΠ 25/2022, ΑΠ 820/2019,ΑΠ 1169/2017, ΑΠ 830/2014, ΑΠ 909/2011, ΑΠ 698/2009, ΑΠ 643/2009, ΑΠ 1264/2004). 3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, για το θέμα του εμπροθέσμου ή μη της αίτησης αναψηλάφησης, τα εξής: "Ο ήδη καθ' ού η αναψηλάφηση (αναιρεσίβλητος) άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της τότε συζύγου του, Φ. Σ., το γένος Κ. Π., ατομικά και ως ειδικής επιτρόπου του τότε ανήλικου αβάπτιστου τέκνου της γεννηθέντος στις 16-2-1973 (το οποίο τέκνο είναι η ήδη αιτούσα την αναψηλάφηση) (αναιρεσείουσα), την από 26-4-1973 και με αρ. έκ. κατάθ. δικογρ. 5847/7-6-1973 αγωγή περί αποκήρυξης τέκνου. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των προαναφερόμενων διαδίκων, η με αριθμό 13.135/1973 προδικαστική απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, που αφενός, υποχρέωσε τους διαδίκους να αποδείξουν με κάθε αποδεικτικό μέσο, ακόμη και με μάρτυρες τα οριζόμενα στην εν λόγω απόφαση πραγματικά περιστατικά και αφετέρου, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, επιμελεία του ενάγοντος, από τη διορισθείσα από τούτο αιματολόγο, Τ. Μ. - Γ.. Μετά δε, τη διεξαγωγή των παραπάνω αποδείξεων και τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ο ενάγων επανέφερε στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, με την από 17-6-1975 κλήση, την ανωτέρω αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των ανωτέρω διαδίκων, η υπ' αρ. 684/1976 απόφαση, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και κήρυξε μη γνήσιο τέκνο του ενάγοντος τη νυν αιτούσα. Κατά της τελευταίας απόφασης, η εναγομένη, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της, άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 17-5-1976 και με αρ. έκθ. κατάθ. δικογρ. 3826/19-5-1976 έφεση και τους από 27-1-1977 και με αρ. κατάθ. 90 πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των οποίων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 7382/1977 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (1ον Τακτικό Πολιτικό Τμήμα), η οποία δέχτηκε τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, αλλά τα απέρριψε κατ' ουσίαν. Την τελευταία αυτή απόφαση, η νυν αιτούσα προσέβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την από 26-7-2022 και με αρ. έκθ. κατάθ. δικογρ. 6057/4491/2022 αίτηση αναψηλάφησης, με την οποία ζητεί να εξαφανιστεί η ως άνω υπ' αριθ. 7382/1977 απόφαση, να ερευνηθεί η υπόθεση κατ' ουσίαν και με την έκδοση προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (δοθέντος ότι, σήμερα, τα ιατρικά δεδομένα έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς ως προς το είδος και τις επιστημονικές μεθόδους εξέτασης για τον έλεγχο της πατρότητας, σε σχέση με τα ισχύοντα τη δεκαετία του 1970, οπότε και διενεργήθηκε η αιματολογική εξέταση ληφθείσα υπόψη από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση), να διορισθεί πραγματογνώμονας ο οποίος να αναλάβει τη διενέργεια εξέτασης "DNA", προκειμένου να προσκομιστεί το νεότερο, κρίσιμο έγγραφο το οποίο απαιτείται κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, προς τον σκοπό να απορριφθεί η ως άνω από 26-4-1973 και με αρ. έκ. κατάθ. δικογρ. 5847/7-6-1973 αγωγή. Επίσης, στην ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι νέο στοιχείο, ικανό να ανατρέψει την προηγούμενη δικαστική κρίση, συνιστά, από μόνο του, το σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού για τη διενέργεια του "τεστ πατρότητας", που είχε συμφωνήσει να υποβληθεί, εκουσίως, ο καθ' ού η αίτηση. Όμως, η προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης, απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (ήτοι η με αριθμό 7382/1977 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), η οποία δεν έχει επιδοθεί - όπως αναφέρει η ίδια η αιτούσα στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναψηλάφησης - δημοσιεύθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1977, ενώ η αίτηση αναψηλάφησης, με βάση τον από το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ λόγο, ασκήθηκε με κατάθεσή της ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στις 27 Ιουλίου 2022, όπως προκύπτει από την κάτωθι της αίτησης αυτής ταυτόχρονη οικεία πράξη. Εφόσον, λοιπόν, από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και μέχρι την άσκηση της ένδικης αίτησης αναψηλάφησης είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας, πρέπει, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ασκηθείσα εκπρόθεσμα, ως απαράδεκτη". 4. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 539, 544 αρ.7,545 παρ.3ε και 4 ΚΠολΔ, δεχόμενο εσφαλμένα, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η τριετής προθεσμία, εντός της οποίας ασκείται η αίτηση αναψηλάφησης, αρχίζει από την ημέρα της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω μη επίδοσης αυτής και ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η προθεσμία αυτή στην περίπτωση του άρθρου 544 αρ.7 ΚΠολΔ, δεν αρχίζει αν δεν επιδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και έχει ως αφετηρία το χρονικό σημείο που εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση έμαθε ότι υπάρχουν νέα κρίσιμα έγγραφα και ότι, επομένως, η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης είναι εμπρόθεσμη διότι δεν της επιδόθηκε ποτέ η προσβαλλόμενη απόφαση μετά την ενηλικίωσή της, δεν είχε πρόσβαση στα έγγραφα της υπόθεσης και πρόσφατα έμαθε ότι υπάρχουν νέα κρίσιμα έγγραφα, όπως το από Ιούνιο του 2021 σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού για τη διενέργεια του "τεστ πατρότητας", που είχε συμφωνήσει να υποβληθεί, εκουσίως ο αναιρεσίβλητος και η από 10-11-2021 έκθεση εργαστηριακής γνωμοδότησης του Δρ.Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής Γ. Φ., επί της από 18-7-1974 πραγματογνωμοσύνης της ιατρού Τ.Μ.-Γ.. Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι διότι αφορούν τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 539, 544 αρ.7, 545 παρ.4 ΚΠολΔ των οποίων η παραβίαση ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Σύμφωνα δε με όσα προαναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης έχει ασκηθεί εκπροθέσμως, αφού από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που δεν επιδόθηκε, η οποία έλαβε χώρα στις 30-11-1977, οπότε άρχισε η τριετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναψηλάφησης για το λόγο του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, έως την κατάθεση του δικογράφου της αναψηλάφησης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, που έγινε στις 27-7-2022, είχε συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 545 παρ. 5α' του ΚΠολΔ για την άσκησή της τριετής καταχρηστική προθεσμία, το εκπρόθεσμο δε της ασκήσεώς της δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ως λόγος αναψηλαφήσεως προβάλλεται η εξεύρεση νέων κρίσιμων εγγράφων από την αναιρεσείουσα, των οποίων έλαβε γνώση αυτή, όπως διατείνεται εντός του έτους 2021, ήτοι μετά τη συμπλήρωση της τριετούς προθεσμίας προς άσκηση της αίτησης αναψηλάφησης. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αίτηση αναψηλαφήσεως ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ως εκ τούτου η περιεχόμενη στους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους σχετική αιτίαση είναι αβάσιμη. Τέλος, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ για την προστασία του δικαιώματος στην οικογένεια,είναι απαράδεκτος,διότι,ενόψει της μη κρίσης της υπόθεσης στην ουσία της, αλλά της απόρριψης της αίτησης αναψηλάφησης ως απαράδεκτης, δεν τίθεται θέμα προσβολής της άνω απόφασης με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
5. Κατόπιν τούτων πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 5-10-2023 αίτηση για αναίρεση της 622/2023 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ