Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1009 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1009/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Ρ. του Α., κατοίκου ..., και 2.Ε. Δ. του Σ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... (...) ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6609/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1183/2019 μη οριστική και 389/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-2-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυνάμενη να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του ίδιου Κώδικα και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός. Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραίτησης από την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου δύναται να συντρέχει και όταν ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου. Η αποδοχή της απόφασης επάγεται, ως δικονομική έννομη συνέπεια, την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 922/2019). Στις αμέσως παραπάνω περιπτώσεις ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου προβάλλεται με την ποινή της απόρριψής του ως απαραδέκτου, με τις προτάσεις αυτού (αναιρεσιβλήτου), οι οποίες πρέπει να κατατεθούν μέσα στην οριζομένη από το άρθρο 570 ΚΠολΔ προθεσμία και ειδικότερα 20 ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, ανεξαρτήτως αν αυτή έλαβε χώρα κατά την αρχικώς ορισθείσα είτε σε μεταγενέστερη δικάσιμο (ΑΠ 394/2021, ΑΠ 1279/2021, ΑΠ 1253/2017, ΑΠ 1435/1988) και ερευνάται από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με το άρθρο 577 ΚΠολΔ, πριν από την εξέταση του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 1279/2021, ΑΠ 314/2018, ΑΠ 1253/2017). Με την από 15-2-2022 και με αριθμό κατάθεσης ...2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 389/21-2-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών α) την από 22-8-2018 και με αριθμό κατάθεσης ...2018 έφεση του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος και β) την από 9-8-2018 και με αριθμό κατάθεσης 18305/3152/9-8-2018 έφεση του δευτέρου ενάγοντος και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 6.609/7-9-2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επίσης είχε δικάσει αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία την από 7-3-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...2016 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, και είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία τις ως άνω εφέσεις των εναγόντων. Η αναιρεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που κατέθεσε κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ την 8-2-2023, προβάλλει τον περί απαραδέκτου της ασκηθείσας αναίρεσης ισχυρισμό, λόγω σιωπηρής αποδοχής από τους αναιρεσείοντες της αναιρεσιβαλλόμενης 389/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και εντεύθεν παραίτησης αυτών από το δικαίωμα άσκησης της ένδικης υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, πριν από την άσκηση αυτής, επικουρικά δε λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής άλλως επειδή το σχετικό δικαίωμα των αναιρεσειόντων αποδυναμώθηκε. Ειδικότερα η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό της αυτό, εκθέτει ότι οι αναιρεσείοντες με την από 7-3-2016 με αριθμό κατάθεσης ...2016 ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι ότι οι υπ' αυτής από 5-2-2016 καταγγελίες των συμβάσεών τους εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, είναι άκυρες γιατί υπέβαλλε εναντίον τους προσχηματικά έγκληση για συκοφαντική δυσφήμηση που αυτοί τέλεσαν σε βάρος της, γνωρίζοντας την αναλήθεια των ισχυρισμών της και επί πλέον γιατί παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν λήφθηκαν ηπιότερα πειθαρχικά μέτρα που προβλέπονται από τον κανονισμό της, ζήτησαν α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους στις θέσεις που κατείχαν μέχρι την απόλυσή τους με απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ για καθένα απ' αυτούς για κάθε ημέρα άρνησής της προς αυτό και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη και κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού να τους καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την απόλυσή τους μέχρι την 20-7-2016 τα αναφερόμενα ειδικότερα στον καθένα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 6609/7-9-2016 πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τους ως αβάσιμη κατ' ουσία. Ότι κατά της απόφασης αυτής άσκησαν τις από 22-8-2018 και 9-8-2018 αντιστοίχως προαναφερθείσες εφέσεις, δικάσιμος των οποίων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ορίστηκε η 11-2-2019. Ότι ακολούθως και ενώ επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε την 14-5-2019 η με αριθμό 1183/14-5-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ανεστάλη η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της ασκηθείσας σε βάρος των υπευθύνων της αναιρεσίβλητης ποινικής δίωξης για το αδίκημα της απιστίας κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με υπερβαίνουσα το ποσό των 30.000 ευρώ περιουσιακή ζημία, την 12-11-2019 εκδόθηκε η με αριθμό 6312/12-11-2019 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν αθώοι της αποδοθείσας σ' αυτούς κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφήμησης Α.Ε. από κοινού, κατόπιν της σε βάρος τους από 27-8-2015 μήνυσης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης επί της οποίας στηρίχθηκε και η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Ότι οι αναιρεσείοντες με την από 20-1-2020 εξώδικη δήλωση τους που κοινοποίησαν στην αναιρεσίβλητη την 22-1-2020, της δήλωσαν ότι κατόπιν της αθώωσής τους προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και την καλούσαν συγχρόνως εντός τριών ημερών να τους επαναπασχολήσει. Ότι παρελθούσας της προθεσμίας των τριών ημερών, και ενώ δεν είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση επί των ως άνω εφέσεων που συζητήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 2-12-2019, οι αναιρεσείοντες άσκησαν σε βάρος της την από 4-2-2020 με αριθμό κατάθεσης ...2020 αγωγή τους, την οποία επέδωσαν την 6-2-2020 και με την οποία, επικαλούμενοι τα αυτά, όπως και στην προαναφερθείσα πρώτη αγωγή τους πραγματικά περιστατικά και επί πλέον ότι ήδη είχαν κηρυχθεί αμετάκλητα αθώοι της κατηγορίας για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης Α.Ε από κοινού και ότι η αναιρεσίβλητη, αν και έλαβε γνώση της αθώωσής τους και οι ίδιοι της κοινοποίησαν την από 20-1-2020 εξώδικη δήλωση τους, με την οποία της γνωστοποιούσαν την αθώωσή τους και ζητούσαν να τους επαναποσχολήσει στις θέσεις που κατείχαν πριν την άκυρη απόλυσή τους, αυτή, αφενός μεν δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της αυτή, αφετέρου δε δεν τους κατέβαλε, όπως είχε υποχρέωση, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 5-2-2016 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, με απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα παράλειψης συμμόρφωσής της με την υποχρέωσή της να τους απασχολεί πραγματικά στην ίδια θέση, με τους ίδιους όρους και συνθήκες, όπως και πριν την απόλυσή τους και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 12-11-2019 μέχρι την 12-11-2020, με το νόμιμο τόκο. Ότι η αναιρεσίβλητη, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης την 21-2-2020, κατέβαλε στους αναιρεσείοντες την 19-6-2020 την νόμιμη αποζημίωση απόλυσής τους. Ότι στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2020 εξώδικη δήλωσή τους, που της επιδόθηκε την 17-7-2020, δήλωσαν τα ακόλουθα: " ΣΑΣ ΔΗΛΩΝΟΥΜΕ - ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΟΥΜΕ ΜΕ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ: Ότι συνεχίζουμε να μην αποδεχόμαστε την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας μας και να τη θεωρούμε άκυρη για τους λόγους και νομικές αιτίες που αναλυτικότερα έχουμε εκθέσει στην από 4-2-2020 αγωγή μας ενώπιον του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ΓΑΚ ... και ΕΑΚ ...) και όσα θα προσθέσουμε κατά τη συζήτησή της.(...). Ότι, σε κάθε περίπτωση, λαμβάνουμε την αποζημίωση με επιφύλαξη, αφού συνεχίζουμε να θεωρούμε άκυρη την απόλυσή μας, ενώ και η τώρα καταβολή αποζημίωσης δεν έγινε ούτε αμέσως, ούτε εντός του ευλόγου χρόνου, όπως επιτάσσει ο νόμος και η νομολογία των δικαστηρίων, και μάλιστα ενόσω σας οχλήσαμε αρχικά με εξώδικη δήλωσή μας στις 22.1.2020.(...) ". Ότι από την εξώδικη αυτή δήλωση των αναιρεσειόντων συνάγεται ότι αυτοί, εμμένοντες στη βάση της από 4-2-2020 αγωγής τους, ότι δηλαδή αναβίωσε η εργασιακή τους σχέση επειδή δεν τους κατέβαλε η αναιρεσίβλητη εντός ευλόγου χρόνου από την κοινοποίηση της ποινικής αθωωτικής απόφασης την αποζημίωση απόλυσης που δικαιούνταν μετά την αθώωσή τους, αποδέχθηκαν σιωπηρά την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση που απέρριψε την από 7-3-2016 (αρχική) αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους λόγω καταχρηστικότητας αυτής. Ότι στη συνέχεια κατά τη συζήτηση της από 4-2-2020 (δεύτερης) αγωγής των αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στη δικάσιμο της 28-9-2020, ο πρώτος ενάγων-αναιρεσείων Ε. Ρ. παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής του αυτής, ενώ, ως προς το δεύτερο ενάγοντα-αναιρεσείοντα Ε. Δ., το Δικαστήριο με την 1594/2021 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και επιδίκασε υπέρ αυτού μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 23-1-2020 και μετά, κρίνοντας ότι είχε αναβιώσει η εργασιακή του σχέση με την αναιρεσίβλητη, λόγω μη καταβολής υπ' αυτής εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος της αποζημίωσης απόλυσης που δικαιούνταν. Ότι ο δεύτερος αναιρεσείων με τις από 8-3-2021 και 29-4-2021 διαδοχικές εξώδικες δηλώσεις του προς την αναιρεσίβλητη, υπογραφόμενες από τον ίδιο και την πληρεξούσια δικηγόρο του, ζήτησε να του καταβληθούν οι αποδοχές υπερημερίας, που του είχαν επιδικαστεί και να τον επαναπασχολήσει, ισχυριζόμενος και πάλι ότι είχε αναβιώσει η μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Ότι τελικά με την 881/28-4-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή η έφεσή της αναιρεσίβλητης, που είχε ασκήσει κατά της με αρ. 1594/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και απορρίφθηκε η από 4-2-2020 αγωγή του ως αβάσιμη κατ' ουσία. Ότι, τελικά, από τα προαναφερθέντα δικόγραφα και τις εξώδικες δηλώσεις των αναιρεσειόντων, είναι φανερό ότι οι αναιρεσείοντες αποδέχθηκαν σιωπηρά την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση και συνεπώς κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αναίρεσης, είχαν ήδη σιωπηρά παραιτηθεί από το δικαίωμα προσβολής αυτής με αίτηση αναίρεσης. Επικουρικά δε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστικώς ασκηθείσα, καθόσον καθόλο το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης την 21-2-2020, μέχρι την κατάθεση αυτής την 18-2-2022 και την επίδοσή της την 19-9-2022, οι αναιρεσείοντες με τις προαναφερθείσες ενέργειές τους και τις εξώδικες δηλώσεις τους επί ικανό χρονικό διάστημα της δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι εμμένοντας στη θέση τους περί δήθεν αναβίωσης των εργασιακών τους συμβάσεων, λόγω μη καταβολής εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την ποινική αθώωση τους της δικαιούμενης αποζημίωσης απόλυσής τους, δεν επρόκειτο να ασκήσουν αίτηση αναίρεσης κατά της ήδη προσβαλλόμενης απόφασης, άλλως επειδή αποδυναμώθηκε το σχετικό δικαίωμά τους. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις παραπάνω ενέργειες των αναιρεσειόντων, δεν προέκυψε σαφής βούληση αυτών περί αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, δεν προέκυψε ότι η άσκηση της από 4-2-2020 με αριθμό κατάθεσης ...2020 (δεύτερης) αγωγής τους, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ενέχει σιωπηρή αποδοχή της προσβαλλόμενης με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω εφέσεις τους κατά της πρωτόδικης με αριθμό 6.609/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσία την από 7-3-2016 με αριθμό κατάθεσης ...2016 (πρώτη) αγωγή τους. Τούτο δε διότι με αμφότερες τις ως άνω αγωγές ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της από 5-2-2016 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων-αναιρεσειόντων, καθώς και επιδίκαση μισθών υπερημερίας για διαφορετικό για την κάθε μία χρονικό διάστημα και για διαφορετική αιτία. Ειδικότερα δε με τη δεύτερη από 4-2-2020 αγωγή τους οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τη διαδικαστική πορεία και το περιεχόμενο της πρώτης από 7-3-2016 αγωγής τους, το γεγονός ότι κηρύχθηκαν αθώοι της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση Α.Ε από κοινού και ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε ότι είχαν κηρυχθεί αθώοι για την πράξη αυτή και οι ίδιοι είχαν ζητήσει την επαναπρόσληψή τους, η αναιρεσίβλητη δεν τους κατέβαλε τη δικαιούμενη αποζημίωση απόλυσης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 5-2-2016 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και η καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 12-11-2019 μέχρι 12-11-2020, δηλαδή μεταγενέστερο του αιτηθέντος με την ως άνω πρώτη αγωγή τους, η οποία άλλωστε αφορούσε θεμελίωση του δικαιώματός των σε διαφορετική ιστορική βάση. Εξάλλου, από την από 7-7-2020 εξώδικη δήλωση των αναιρεσειόντων, την οποία επέδωσαν στην αναιρεσίβλητη την 17-7-2020, προκύπτει ότι αυτοί διατύπωσαν, κατά τη λήψη της αποζημίωσης απόλυσης, ρητή επιφύλαξη συνεχίζοντας να θεωρούν άκυρη την απόλυσή τους, εκδηλώνοντας έτσι ρητά την πρόθεσή τους να μην αποδεχθούν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, υπό τα ανωτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση παραίτησης των αναιρεσειόντων από το δικαίωμα άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατόπιν αυτών ο αντίθετος ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός περί απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης λόγω καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικονομικού δικαιώματος, άλλως λόγω αποδυνάμωσης αυτού, είναι απαράδεκτος, καθότι η άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων ή δυνατοτήτων δεν υπόκεινται στην κατ` άρθρ. 281 ΑΚ απαγόρευση άσκησής τους, διότι το άρθρο αυτό αναφέρεται στα δικαιώματα που στηρίζονται στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 604/2018, ΑΠ 639/2012). Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης διετούς προθεσμίας, καθόσον δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 499 σε συνδυασμό με το άρθρο 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την προαναφερθείσα αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες είχαν εκθέσει ότι προσλήφθηκαν από την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία και ήδη εφεσίβλητη (εφεξής εναγομένη) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 6-10-2003 ο πρώτος και την 1-2-2005 ο δεύτερος και ότι έκτοτε απασχολήθηκαν από αυτήν ως ανώτερα διευθυντικά στελέχη, έναντι των αναφερόμενων συμβατικών αποδοχών , έως την 5-2-2016, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε, χωρίς αποζημίωση, τις συμβάσεις εργασίας τους , επικαλούμενη προσχηματικά την υποβολή έγκλησης που είχε υποβάλει προηγουμένως σε βάρος τους για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης ανωνύμου εταιρίας, που δήθεν τέλεσαν εις βάρος της με βάση την από 28-5-2015 αναφορά τους προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης και την Επιτροπή Ελέγχου , στην οποία, στο πλαίσιο του κατά ειδικότερα νομίμου καθήκοντος τους, προέβησαν σε καταγγελίες πράξεων και παραλείψεων οργάνων και στελεχών της εναγομένης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Ότι οι ως άνω καταγγελίες των συμβάσεών τους είναι άκυρες από τη στιγμή της άσκησής τους, διότι η εναγομένη προέβη στην εναντίον τους έγκληση εν γνώσει της αθωότητάς τους και δη ενώ γνώριζε ότι οι κατηγορίες που τους απέδιδε με την προαναφερθείσα έγκληση ήταν ψευδείς και ότι αυτοί, στην από 28-5-2015 αναφορά τους που αποτέλεσε την αφορμή για την υποβολή της έγκλησης, αναφέρθηκαν στην αλήθεια, ενώ η εναγόμενη με δόλο υπέβαλε την έγκληση γνωρίζοντας την αναλήθεια των ισχυρισμών της ότι δήθεν τέλεσαν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, άλλως, σε κάθε περίπτωση, και ανεξάρτητα από τη βασιμότητα της αποδιδόμενης κατηγορίας, διότι η έγκληση ήταν προσχηματική, ενώ στην πραγματικότητα πίσω απ' αυτήν υποκρύπτονταν λόγοι εκδίκησης, κακότητας, μίσους και εχθρότητας κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Ότι οι καταγγελίες είναι άκυρες και επιπλέον διότι έγιναν κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αφού στην προκειμένη περίπτωση ήταν δυνατόν να ληφθούν σε βάρος τους ηπιότερα πειθαρχικά μέτρα προβλεπόμενα από τον κανονισμό εργασίας της εργοδότριάς τους, αφετέρου δε διότι δεν τους καταβλήθηκε η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης. Με βάση τα περιστατικά αυτά και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού των αγωγικών τους αιτημάτων, καθώς και μερικής τροπής τους από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, ζήτησαν οι ενάγοντες , κυρίως με βάση τις συμβάσεις εργασίας τους και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεών τους και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους στις θέσεις που κατείχαν έως την απόλυσή τους με απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ για καθένα απ' αυτούς για κάθε ημέρα άρνησής της προς τούτο. Ζήτησαν επίσης να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει, για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από την απόλυσή τους έως την 20-7-2016, στον μεν πρώτο το ποσό των 28.875,02 ευρώ, στον δε δεύτερο το ποσό των 26.289,54 ευρώ, με τον νόμιμο από τότε που έκαστο επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ έκαστος ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν συνεπεία της παράνομης και καταχρηστικής απόλυσής τους, δια καταψηφιστικού αιτήματος κατά το ποσό των 20.000 ευρώ και δια αναγνωριστικού κατά το υπολειπόμενο ποσό, με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό 6.609/7-9-2016 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Ακολούθως, επί των ασκηθεισών εκ μέρους των εναγόντων εφέσεων, εκδόθηκε αρχικά η με αρ. 1.183/2019 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού κρίθηκαν τυπικά δεκτές οι εν λόγω εφέσεις, ανεστάλη η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της ποινικής δίκης που ανοίχθηκε κατόπιν της άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος υπευθύνων της εναγομένης-εκκαλούσας για απιστία σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με περιουσιακή ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 30.000 ευρώ, πράξη που εφέροντο ότι τέλεσαν σε βάρος της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης, και στη συνέχεια, μετά την έκδοση του με αριθμό 266/2019 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω εφέσεις των εναγόντων ως αβάσιμες κατ' ουσία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η (άτακτη) καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1343/2021, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1889/2017). Η καταγγελία όμως της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν είναι καταχρηστική, όταν αυτή οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, που προήλθε από την αντισυμβατική συμπεριφορά του τελευταίου ή την πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή προς τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους του ή προς τους συναλλασσόμενους με την επιχείρηση του εργοδότη, καθόσον στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει την εργασιακή σχέση (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 1683/2012) . Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Δύναται ο εργοδότης να καταγγείλει την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι' αξιόποινον πράξιν, διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ' αυτού κατηγορία δι` αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος", με την παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Υπάλληλος απαλλαγείς διά βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως των ως άνω κατηγοριών, δικαιούται να ζητήσει την κατά το άρθρον 3 αποζημίωσιν", ενώ με το άρθρο 7 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι "Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ' αυτών μηνύσεως, συμφώνως προς τα υπό της παρ.1 του άρθρου 5 του ν. 2112/1920 ή της παρ.1 του άρθρου 6 του β.δ της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζόμενα. Εάν, όμως, επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, αι διατάξεις του παρόντος έχουσι εφαρμογήν και επ` αυτού από της εις τον εργοδότην κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση και χωρίς καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αν κατά του υπαλλήλου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη, η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μήνυσης ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία. Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Εάν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ' αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της σύμβασης. Και μόνο εάν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή της αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής απόφασης, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης. Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του Ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ, εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (ΑΠ 843/2023, ΑΠ 801/2022, ΑΠ 1301/2022, ΑΠ 1750/2022, ΑΠ 893/2021, ΑΠ 725/2020, ΑΠ 1340/2018, ΑΠ 930/2017, ΑΠ 444/2016). Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν υποβολής σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016, ΑΠ 601/2013, ΑΠ 904/2012). Εξάλλου με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...... 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο". Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7 παρ. 1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται στην παρ. 3 της ίδιας διάταξης οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου. Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξης και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας. Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, στην περίπτωση όμως που αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής-δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Αθωωτική δε ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής". Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης. Η άσκηση όμως αστικής αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση αξιώσεων είτε ενδοσυμβατικής είτε εξωσυμβατικής φύσης ή την αναγνώριση δικαιώματος προβλεπομένου από το νόμο (όπως εν προκειμένω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας χωρίς την καταβολή αποζημίωσης), η οποία άλλωστε εκδικάζεται με διαφορετική διαδικασία και επί της οποίας εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες απόδειξης σε σχέση με την ποινική δίκη, ενώ απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποίθησης για την παραδοχή της, δεν παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας του εναγομένου στην περίπτωση που έχει ήδη εκδοθεί απαλλακτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου επί κατηγορίας που συναρτάται άμεσα με τις ως άνω αστικής φύσης αξιώσεις ή δικαιώματα ή που στηρίζεται στα ίδια κατά βάση πραγματικά περιστατικά. Ούτε η διαφορετική κρίση του πολιτικού δικαστηρίου ισοδυναμεί με διατύπωση μιας άλλης επί πλέον ποινικής κατηγορίας σε βάρος του εναγομένου μετά την αθώωσή του και συνακόλουθα δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem. Kαι τούτο διότι η επιδίκαση των πιο πάνω αστικής φύσης αξιώσεων ή η αναγνώριση του δικαιώματος με την απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη επί της απαγγελθείσας σε βάρος του κατηγορίας, σκοπός της πολιτικής δίκης είναι η επιδίκαση της οφειλομένης από τον υπόχρεο εναγόμενο στο δικαιούχο ενάγοντα και προβλεπομένης από το νόμο παροχής (ενδοσυμβατικού ή εξωσυμβατικού χαρακτήρα) ή η αναγνώριση του σχετικού δικαιώματος. Επομένως, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για την επιδίκαση της αιτουμένης παροχής είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem. Η αστική διαδικασία δεν συνιστά επομένως προέκταση ή παρακολούθημα της ποινικής διαδικασίας. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο από την ΕΣΔΑ (άρθρο 6 παρ. 1), τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαικής Ένωσης (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του έχοντος αστικές αξιώσεις ή δικαιώματα δικαιούχου-ενάγοντος και αποδίδει στο πρόσωπο του υποχρέου-εναγομένου που τέλεσε την αδικοπραξία ή παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε στις περιπτώσεις αυτές κάθε αστική ευθύνη του τελευταίου, παρόλο που κατά νόμο δεν απαιτείται ως προϋπόθεση της αστικής ευθύνης αυτού η προηγούμενη βεβαίωση της ενοχής του τελευταίου. Όμως τo πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη. Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, προκειμένου να κριθεί εάν αυτές θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου ούτως ώστε να υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ. ΑΠ 4/2020, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 1519/2021, Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 10.12.2020 (αριθμ. προσφ. 44101/13) Ηλίας Παπαγεωργίου κατά Ελλάδας, περίλ. σε ΝοΒ 69, 199). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε ( ΟλΑΠ 2/2019). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006). Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011). Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1314/2022, ΑΠ 367/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Η εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία εδρεύει στην Αθήνα και αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα που διατηρεί δίκτυο καταστημάτων σε όλη την Ελλάδα. Ο εκ των εναγόντων Ε. Ρ. είναι πτυχιούχος της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών (οικονομικό τμήμα) του ... Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ΡgD στην χρηματοοικονομική πολιτική του University .... Έχει εργασθεί στην ... Τράπεζα, στην Τράπεζα ... - Τράπεζα ... και στην εναγομένη. Παράλληλα με την απόφαση Φ ...2007 του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ορίστηκε στη τιμητική θέση του άμισθου αναπληρωτή προέδρου του ... (....), θέση την οποία κατείχε μέχρι την ένταξη του παραπάνω αναφερόμενου Ταμείου, την 3-4-2008, στο τότε συσταθέν βάσει του Νόμου 3655/2008 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα (Τ.Ε.Α.Ι.Τ.). Ο εκ των εναγόντων Ε. Δ.ς είναι πτυχιούχος ΒΒΑ στο επιστημονικό πεδίο "money and banking" του πανεπιστημίου ... της ... USA και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου ΜΒΑ στο επιστημονικό πεδίο "finance" από το ίδιο πανεπιστήμιο. Έχει εργασθεί, στην Τράπεζα ..., στην ... ΒanΚ και στην εναγομένη. Η τελευταία προσέλαβε τους ενάγοντες με έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, τον μεν πρώτο, Ε. Ρ., την 6-10-2003, τον δε δεύτερο, Ε. Δ., την 1-2-2005, προκειμένου να απασχοληθούν ως τραπεζικοί υπάλληλοι. Από την πρόσληψή τους οι ενάγοντες τοποθετήθηκαν σε διάφορες θέσεις, ενώ από το 2011 και μετέπειτα ο πρώτος εξ αυτών κατείχε τη θέση του Διευθυντή ανάπτυξης και νέων συνεργασιών στη Διεύθυνση δικτύου Βορείου Ελλάδος και ο δεύτερος τη θέση του Συμβούλου Διεύθυνσης δικτύου Βορείου Ελλάδος, με τόπο εργασίας τους τη Θεσσαλονίκη. Οι παραπάνω αναφερόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου, καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του προσωπικού με τη συμπλήρωση συγκεκριμένου ορίου ηλικίας, (......). Μετά όμως την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων ίσχυσε η υπ' αριθμ. 6/28.2.2012 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 και ισχύει, κατά το άρθρο 6 αυτής, από 14-2-2012 προβλέποντας στην παρ. 1 του άρθρου 5 τα εξής: "Από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2112/1920, όπως ισχύει (...........). Συνακόλουθα, οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας τράπηκαν από την 14η-2-2012, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης και δη αναδρομικά, σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στην εναγομένη υπέβαλαν, είτε από κοινού είτε ο καθένας ξεχωριστά, κατά το χρονικό διάστημα από την 31-8-2009 μέχρι την 20-2-2011, μεταξύ άλλων και τις ακόλουθες αναφορές προς τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης : 1) Την 31-8-2009 ο Ε. Ρ. υπέβαλε ηλεκτρονικά αναφορά προς την Περιφερειακή Διευθύντρια Βορείου Ελλάδος Επιχειρηματικής Τραπεζικής της εφεσίβλητης Ν. Μ., κοινοποιούμενη στο Διευθυντή του Επιχειρηματικού Κέντρου Θέρμης Θεσσαλονίκης Χ. Λ., με τίτλο "Προβλήματα Ε.Κ. Θέρμης 875" και αντικείμενο, ανάμεσα στα άλλα, τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το. κατάστημα Θέρμης με υπέγγυες επιταγές και θέματα δικαστικής διαχείρισής τους με την υπόμνηση ότι τηρούσε προσωπικό αρχείο (εκτός του φακέλου του κάθε πελάτη) για τις επιταγές που ήλεγχε για τον λόγο μήπως "εκ παραδρομής απολεσθεί " το έγγραφο με την υπογραφή του που περιείχε και τους λόγους απόρριψης κάποιας επιταγής διαπιστώνοντας πως επιταγές που ο ίδιος είχε απορρίψει εμφανίζονταν καταχωρημένες στο χαρτοφυλάκιο του πελάτη και προβληματιζόμενος για το γεγονός ότι οι παραλείψεις συνέβαιναν σε πελάτες με αδυναμία ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις τους, στους οποίους μάλιστα δεν αποτυπωνόταν ορθά η οικονομική τους θέση ή παραλείπονταν δεδομένα τους. Παρόλα αυτά όμως δεν αναφερόταν ο ενάγων αυτός σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αντίθετα δε επαινούσε τις προσπάθειες του διευθυντή του καταστήματος Θέρμης Χ. Λ., (προσπάθειες του), σε επαφή πάντα με τα υπερκείμενα κλιμάκια, να δίδει λύσεις συμβιβαστικές προς όφελος της Τράπεζας αλλά και τις αξιέπαινες προσπάθειες του ίδιου του προσωπικού του καταστήματος. 2) Την 11-7-2010 ο Ε. Ρ. υπέβαλε ηλεκτρονικά αναφορά προς τον άνω Διευθυντή του Επιχειρηματικού Κέντρου Θέρμης Θεσσαλονίκης με τίτλο "... ΑΒΕΕ - ..." και αντικείμενο σχετικό με τη χρηματοδότηση της ως άνω πιστούχου εταιρίας με χορήγηση δανείου μισθοδοσίας με εγγύηση 70% του Ελληνικού Δημοσίου , με τη σοβαρή πιθανότητα, κατά την άποψή του, να καταστεί ανίσχυρη η εγγύηση, την οποία επεφύλαξε το Ελληνικό Δημόσιο και με την ανάγκη λήψης υπόψη των επιφυλάξεων της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών (ΔΝΥ) για λήψη περαιτέρω εξασφαλίσεων, ακόμη και με ενέχυρο εμπορευμάτων και συνοδευτικό επ' αυτών ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με διαδικασία όμως ιδιαίτερα δυσχερή όσον αφορά τον έλεγχο και την αξία των εμπορευμάτων και με την ανάγκη έγκρισης, σε κάθε περίπτωση, της εκταμίευσης της αιτούμενης χρηματοδότησης από τη Διεύθυνση Πίστης της εναγομένης. 3). Την 13-8-2010 ο Ε. Ρ. υπέβαλε μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφορά προς τον Γενικό Διευθυντή της εναγομένης και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ι. Ι. και τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Πίστης της εναγομένης Α. Ζ. με τίτλο "Χρηματοδότηση (1.200.000 + 700.000) της εταιρίας με δ.τ. ... ΑΕ" και αντικείμενο σχετικό με τη γνωστοποίηση δυσμενών στοιχείων των ενδιαφερομένων για την εν λόγω χρηματοδότηση από το κατάστημα Θέρμης της ως άνω Ανώνυμης Εταιρίας και δη λόγω δυσμενών στοιχείων αναφορικά με τη συναλλακτική συμπεριφορά των νομικών προσώπων, στα οποία συμμετείχαν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της απούσας τη χρηματοδότηση εταιρίας, επισυνάπτοντας και σχετικά ηλεκτρονικά αρχεία. 4). Την 3-2-2011 ο Ε. Δ.ς υπέβαλε μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφορά προς την Περιφερειακή Διευθύντρια Βορείου Ελλάδος Επιχειρηματικής Τραπεζικής της εναγομένης Ν. Μ., τον Γενικό Διευθυντή αυτής και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ι. Ι. και τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Πίστης της εφεσίβλητης Α. Ζ. με τίτλο "...". Η εν λόγω αναφορά είχε ως αντικείμενο τους κινδύνους για τη χρηματοδότηση της πιστούχου εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ενόψει του ότι βρέθηκε πρόγραμμα πλειστηριασμού σε βάρος του εγγυητή και επεστράφησαν απλήρωτες επιταγές του, αλλά και την αμφισβήτηση της σκοπιμότητας της χρηματοδότησης του ιδιώτη Π. Δ.υ για την κτήση ακινήτου, το οποίο αποτελούσε εργολαβικό αντάλλαγμα της οφειλέτριας της εναγομένης "..." και ιδιοκτησίας φυσικού προσώπου, ο οποίος έφερε την ιδιότητα του εγγυητή της παραπάνω παρατιθέμενης οφειλέτριας της εναγόμενης, αλλά και τη χορήγηση καρνέ επιταγών σε φυσικά πρόσωπα και, συγκεκριμένα, στις νεαρής ηλικίας Η. Κ. και Ζ. Π. και στην υπερήλικη (ογδόντα ετών κατ' αυτόν) Σ. Χ., χρηματοδοτήσεις για τις οποίες λάμβανε την απάντηση ότι γίνονταν κατόπιν επιθυμίας ανωτάτων στελεχών της εναγομένης τράπεζας. Η παραπάνω αναφορά οδήγησε στη διενέργεια ελέγχου, μετά από σχετική εντολή της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της εναγομένης, από τον τότε Εσωτερικό Ελεγκτή της τελευταίας Σ. Δ., η οποία έφερε τον τίτλο "ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΘΕΡΜΗΣ - 875". Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού εξετάστηκαν οι εμπλεκόμενοι στις ως άνω υποθέσεις και κυρίως ο Διευθυντής του επιχειρηματικού καταστήματος Θέρμης αλλά και οι ενάγοντες οι οποίο απάντησαν σε εξατομικευμένα ερωτηματολόγια που τους εγχείρισε ο ως άνω Εσωτερικός Ελεγκτής και προκύπτουν αυτά από το υπ' αριθ. 174/ΕΕ 647/6-4-2011 πόρισμα που συνέταξε ο τελευταίος και θα γίνει λόγος περί αυτού παρακάτω. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι οι ενάγοντες στις απαντήσεις τους ρητά σημείωσαν ότι δεν υπέπεσε στην αντίληψή τους αλλά ούτε και οι ίδιοι πιστεύουν ότι οποιοδήποτε στέλεχος της εναγομένης παρενέβη υπέρ κάποιου πελάτη στις σχετικές χρηματοδοτήσεις, ο δε Ε. Δ.ς δήλωνε και την άμεση γνώση του για την ακεραιότητα και επαγγελματισμό ενός εκ των επικεφαλής της τράπεζας και των συνεργατών του, στρεφόμενος κυρίως μόνο κατά του Διευθυντή του καταστήματος κ. Λ. και για παραλείψεις αυτού στις χρηματοδοτήσεις, χωρίς όμως να του αποδίδει ευθύνη για απιστία και εν γνώσει προσβολή της περιουσίας της τράπεζας προς όφελος τρίτων, ενώ ο Ε.. Ρ. δήλωνε ότι γνωρίζει το αποδεδειγμένο κύρος, την αξιοπρέπεια και τον επαγγελματισμό των ανωτάτων οργάνων και στελεχών της διοίκησης, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει περίπτωση παρέμβασης για κανένα πελάτη προς προνομιακή αυτού μεταχείριση με καταστρατήγηση εγκρίσεων και απόκρυψη δεδομένων. (.....). Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι συμπληρωματικές εξηγήσεις του Ε. Ρ. δόθηκαν και στις 20-2-2011, με σχετικό έγγραφο ηλεκτρονικής αλληλογραφίας προς τον Σ. Δ., όπου αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες πλέον παρατυπίες του Εσωτερικού Κανονισμού της εναγομένης και των διαδικασιών χορηγήσεων σχετικά με τους πιστούχους της εναγομένης "... Α.Ε.", "... Ε.Π.Ε.", "...", "... Α.Ε.", ... Ε.Π.Ε.", "... Α.Ε.", Γ. Τ., Π. Λ., "... Ε.Ε.", "... ΑΒΕΕ - ..." και "... Ε.Π.Ε.". Οι παρατυπίες αυτές αφορούσαν είτε στη μη ορθή , είτε στην ελλιπή αναγραφή των δυσμενών στοιχείων των προς δανειοδότηση πελατών προς τα εγκριτικά όργανα της εναγόμενης, αλλά και στην άποψή του να μην προβούν σε εκταμίευση προς την εταιρεία ... ΑΒΕΕ χωρίς την έγκριση της διεύθυνσης πίστης συντασσόμενος ο Ε. Ρ. με τις απόψεις της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών (ΔΝΥ) κατά τα αναφερόμενα άλλωστε από τον ίδιο στο προαναφερθέν από 11-7- 2010 έγγραφό του. Μάλιστα στο προαναφερθέν από 20-2-2011 σχετικό έγγραφό του παρουσιάζει μόνο ως υποψία του το γεγονός κάποιοι από το κατάστημα της Θέρμης να έχουν ως στόχο, με τη μη ορθή καταγραφή, να παραπλανήσουν την τράπεζα, πλην όμως, αυτό αποτελεί μόνο υπόθεσή του την οποία διατηρεί μόνο για τον εαυτό του χωρίς σε καμία περίπτωση να μπορεί να ισχυρισθεί ότι έχουν ευθύνη για τις εν λόγω παραλείψεις οι χειριστές της κάθε υπόθεσης ή ο Διευθυντής Λ. γνωρίζοντας τις δυσκολίες που υφίστανται , τον χρόνο, την προσοχή, τη διάθεση και τον κόπο που απαιτείται ώστε να γίνονται σωστά οι διαδικασίες, ο έλεγχος και η πληροφόρηση έχοντας την απόλυτη βεβαιότητα ότι κανένα από τα ανώτατα στελέχη της τράπεζας δεν πρόκειται να ζητήσει ποτέ από τον Διευθυντή να επιδείξει προς οποιοδήποτε πελάτη προνομιακή μεταχείριση καταστρατηγώντας εγκρίσεις ή αποκρύπτοντας δεδομένα. Κατάληξη του ως άνω ελέγχου ήταν η σύνταξη του με αριθμό ...2011 Πορίσματος-Σημειώματος Ειδικού Ελέγχου στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της εναγομένης βάσει του οποίου-σε συσχετισμό άλλωστε και με τις δηλώσεις των ίδιων των εναγόντων περί της απόλυτης βεβαιότητάς τους περί μη παρέμβασης ανώτατων στελεχών προς προνομιακή μεταχείριση πελατών και μη εκφοράς πεποίθησής τους περί παραπλάνησης της τράπεζας και ευθύνης χειρισμού της κάθε υπόθεσης από τους υπαλλήλους της εναγομένης ή τον Διευθυντή του καταστήματος διότι είχαν καλή γνώση των δυσκολιών που υφίσταντο, του χρόνου, της προσοχής, της διάθεσης και του κόπου που απαιτείτο ώστε να γίνονται σωστά οι διαδικασίες - δεν προέκυψε ότι έλαβαν χώρα μη προβλεπόμενες παρεμβάσεις οργάνων της Διοίκησης ή παραλείψεις των υπευθύνων στη διαδικασία αξιολόγησης και υποβολής και έγκρισης πιστοδοτικών αιτημάτων, αναφορικά δε με τη χορήγηση καρνέ επιταγών στα προαναφερθέντα πρόσωπα δεν προέκυψαν αξιοσημείωτες παραβάσεις. Κατά τη διάρκεια της διενέργειας του ως άνω ελέγχου, έξι ημέρες μετά την υποβολή της προαναφερθείσας από 20-2-2011 έγγραφης απάντησης - αναφοράς του Ε. Ρ. προς τον Εσωτερικό Ελεγκτή Σ. Δ., έλαβε χώρα ένα περιστατικό, το οποίο αξιολογήθηκε ως πειθαρχικό παράπτωμα και κίνησε την πειθαρχική διαδικασία σε βάρος των εναγόντων καθώς και στην επιβολή πειθαρχικών ποινών σε βάρος τους. Ειδικότερα, στις 26-2-2011, ημέρα Σάββατο και περί ώρα 12:20 μ.μ. , από τα γραφεία της Περιφερειακής Διεύθυνσης Βορείου Ελλάδας (ΠΕ.ΔΙ.ΒΕ) της εναγόμενης, όπου τότε ο Ε.. Δ. υπηρετούσε ως Αναπληρωτής Περιφερειακός Διευθυντής Β. Ελλάδας, και συγκεκριμένα από το υπηρεσιακό τηλέφωνο με αριθμό κλήσης ... πραγματοποιήθηκε κλήση προς το υπηρεσιακό τηλέφωνο της υπαλλήλου της εναγομένης, Κ. Μ., η οποία τότε ήταν Διευθύντρια του Καταστήματος Πυλαίας Θεσσαλονίκης. Στο εν λόγω τηλεφώνημα συνομίλησαν με την προαναφερθείσα και οι δύο ενάγοντες ισχυριζόμενοι ότι δήθεν εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στα γραφεία της ... ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της εναγόμενης Γ.. Μ., ο οποίος ήταν πολύ ενοχλημένος με μία υπόθεση, για την οποία διενεργείτο εσωτερικός έλεγχος από την ανωτέρω Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, και αφορούσε περιστατικό που συνέβη στο κατάστημα Νέων Διαβατών κατά την περίοδο που υπηρετούσε εκεί η προαναφερθείσα υπάλληλος, το οποίο (περιστατικό) αφορούσε παράπονα του πελάτη της εναγομένης Κ.. Ζ. για εσφαλμένους χειρισμούς και αντικανονικές ενέργειες από υπαλλήλους του Καταστήματος Διαβατών Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια έλαβε το τηλέφωνο ο παρουσιαζόμενος ως Γ.. Μ. και σε αυστηρό ύφος επέπληξε την Μ. για την εν λόγω υπόθεση, ενώ σε ερώτησή της, εάν ήθελε να προσέλθει και η ίδια στην ... να δώσει οποιαδήποτε διευκρίνιση, ο εμφανιζόμενος ως Γ., Μ. της απήντησε ότι "...Θα δούμε..." και της έκλεισε το τηλέφωνο. Λίγη ώρα μετά ο υπάλληλος της εναγόμενης, Σ. Σ., ο οποίος βρέθηκε στον ίδιο χώρο και ήταν αυτός που προσποιήθηκε τον Γ.. Μ., τηλεφώνησε στην Μ. και της επιβεβαίωσε τη δήθεν παρουσία του προαναφερθέντος Γ.. Μ. καθώς και ότι ο τελευταίος ήταν εκνευρισμένος και φώναζε, της είπε δε ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Ενόψει και της προαναφερθείσας έρευνας στο παραπάνω κατάστημα κατά τη διάρκεια που υπηρετούσε εκεί η Μ. , το γεγονός αυτό την ανησύχησε ιδιαίτερα και για τον λόγο αυτόν επικοινώνησε με τον εσωτερικό ελεγκτή Σ. Δ., που ήλεγχε και την υπόθεση Ζ. και τον ενημέρωσε για το προαναφερθέν συμβάν. Ο ελεγκτής αυτός όμως την διαβεβαίωσε ότι ο Γ.. Μ. ήταν αδύνατον να βρίσκεται στην ... την ημέρα και ώρα που αυτή δέχθηκε το παραπάνω τηλεφώνημα, καθόσον βρισκόταν ασθενής στην οικία του στην Αθήνα. Η ως άνω πιστεύοντας ότι το προαναφερθέν συμβάν δεν ήταν αθώο αλλά στόχευε να την πιέσει ενόψει της εκκρεμούσας έρευνας της παραπάνω υπόθεσης, κατήγγειλε το περιστατικό αυτό την ίδια ημέρα με το από 26-2-2011 και ώρα 13:41 σχετικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τον Γενικό Διευθυντή της εναγομένης I.. Ι.. Το ίδιο περιστατικό ανέφερε και δύο ημέρες μετά με την από 28-2-2011 καταγγελία της και προς τον Εσωτερικό Ελεγκτή της εναγομένης Σ. Δ. . Με αφορμή την εν λόγω καταγγελία διενεργήθηκε έλεγχος από τον ως άνω ελεγκτή και στα πλαίσια του εν λόγω ελέγχου οι ενάγοντες αλλά και ο Σ. Σ. αρνήθηκαν ότι έλαβαν χώρα τα καταγγελλόμενα, αρνούμενοι ακόμη κα την ταυτόχρονη παρουσία τους στην ... την ημέρα του συμβάντος, παρουσιάζοντας δηλαδή τη συνάδελφό τους να ψεύδεται επί κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Πλην όμως μετά την παρέλευση δεκατριών ημερών αποδείχθηκε από σχετικές καταγραφές του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του χώρου όπου έλαβε χώρα το καταγγελλόμενο περιστατικό η παρουσία των προαναφερθέντων προσώπων καθώς και οι κινήσεις τους. Τούτο αποτέλεσε την αφορμή οι ενάγοντες να αποδεχθούν το περιστατικό ισχυριζόμενοι ότι επρόκειτο για ένα ατυχές συμβάν αστεϊσμού στα πλαίσια των καλών σχέσεων των ενδιαφερομένων τόσο σε επαγγελματικό όσον και σε προσωπικό επίπεδο, ενώ δήλωσαν ότι δεν είχαν σκοπό να εκφοβίσουν την Μ., αλλά και ούτε να επηρεάσουν τη στάση και τις θέσεις της κατά την εξέτασή της στο προαναφερθέν ζήτημα του διενεργούμενου ελέγχου της υπόθεσης του πελάτη Ζ.. Για την υπόθεση αυτή, που ερευνήθηκε περισσότερο για την περίπτωση διαπίστωσης μήπως η συμπεριφορά των εναγόντων στόχευε στην άσκηση πίεσης στην καταγγέλλουσα ενόψει του διενεργούμενου ελέγχου, ο ως άνω ελεγκτής συνέταξε το με αριθ. ...2011 πόρισμα, δυνάμει του οποίου καταλογίσθηκε ευθύνη και στους τρεις εμπλεκόμενους, γιατί παραβίασαν τον Κώδικα Ηθικής Συμπεριφοράς και Δεοντολογίας και τον Κανονισμό Εργασίας Προσωπικού της εναγομένης με τη μνεία ότι επρόκειτο για μία επικίνδυνη ενέργεια που προσέβαλε το κύρος της εναγομένης προερχόμενη από έμπειρα διευθυντικά της στελέχη με χρήση υπηρεσιακού χώρου και μέσων που το αρνούνταν πεισματικά για δέκα τρεις ημέρες, γεγονός που prima facie καταδείκνυε ότι επρόκειτο για συμβάν που στόχευε σε άσκηση ψυχολογικής πίεσης προς την καταγγέλλουσα ενόψει του διενεργούμενου ελέγχου και όχι περί αστείου μεταξύ φίλων, αφού σε αυτή την περίπτωση η καταγγέλλουσα δεν θα είχε λόγους να προχωρήσει στην καταγγελία του ούτε οι δράστες θα το αρνούνταν για το τόσο μεγάλο διάστημα. Η εν λόγω υπόθεση οδηγήθηκε στην πειθαρχική διαδικασία με κλήση των εναγόντων στις 4-10- 2011 προκειμένου να υποβάλλουν τη γραπτή απολογία τους σχετικά με την κατηγορία που τους αποδιδόταν. Στις 4-10-2011,ο Ε.. Δ. και την επόμενη, δηλαδή στις 5-10-2011, ο Ε. Ρ., υπέβαλαν έγγραφο αίτημα να λάβουν τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, κάνοντας χρήση του δικαιώματος, το οποίο προβλέπει ο Κανονισμός Εργασίας Προσωπικού Τράπεζας ... στο άρθρο 27 κεφάλαιο Α παρ. 1 εδ. η', σύμφωνα με το οποίο "προ της υποβολής της απολογίας, ο εγκαλούμενος δικαιούται να λάβει γνώση των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου που τον αφορούν" και να τους χορηγηθεί προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, προκειμένου να υποβάλουν την έγγραφη απολογία τους. Είναι πρόδηλο ότι τα εν λόγω στοιχεία αποτελούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι δύο προαναφερθείσες καταγγελίες της Μ. και το πόρισμα του εσωτερικού ελεγκτή. Στις 10-10-2011 η Διεύθυνση Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης απάντησε με τα με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφά της, επισυνάπτοντας συνημμένο το απόσπασμα του πορίσματος της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, στο οποίο αναφέρονταν τα σημεία του πορίσματος που τους αφορούσαν και τους χορηγούσε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την παραλαβή του αποσπάσματος για την υποβολή της έγγραφης απολογίας τους. Το εν λόγω απόσπασμα μεταξύ άλλων περιελάμβανε στο ιστορικό του τα πραγματικά περιστατικά όπως αυτά τους αποδίδονταν με βάση τις προαναφερθείσες καταγγελίες της Μ. αλλά και τις εξηγήσεις τους στον Εσωτερική Ελεγκτή και στην κατακλείδα του περιελάμβανε τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα του ελέγχοντος για τις ευθύνες των διωκομένων. Πράγματι, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, δεν τους χορηγήθηκαν οι καταγγελίες (αρχική και συμπληρωματική) της Κ. Μ. , πλην όμως τα περιστατικά αυτών προέκυπταν από το πόρισμα που έλαβαν και για τον λόγο αυτόν δεν τους ήταν αδύνατον να υποβάλλουν εγγράφως τις απολογίες τους έστω και εάν στις 11-10-2011 υπέβαλαν έγγραφα αιτήματα προς τη Διεύθυνση Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού ο μεν Ε. Ρ. να λάβει "επικυρωμένο έγγραφο κάθε πρόσθετου εγγράφου, βάσει του οποίου κατηγορείται και στο οποίο αναφέρεται το όνομά του" και ο Ε. Δ. αντίγραφα των αναφορών της Μ. , αιτήματα που απορρίφθηκαν εγγράφως από τη Διεύθυνση Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού στις 12-10-2011, με την αιτιολογία ότι τα ζητηθέντα από αυτούς στοιχεία αποτελούν έγγραφα εσωτερικής εμπιστευτικής αλληλογραφίας στελεχών της Τράπεζας και είναι μη ανακοινώσιμα. Παρόλα αυτά, όμως, οι ενάγοντες και ο Σ. Σ., στις 20-10-2011, υπέβαλαν τις έγγραφες απολογίες τους και η υπόθεση οδηγήθηκε στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγομένης, το οποίο συγκροτήθηκε στις 24-11-2011 προκειμένου να συζητήσει για τα πειθαρχικά παραπτώματα που καταλογίστηκαν στους προαναφερθέντες με το με αριθμό ...2011 Πόρισμα - Σημείωμα Ειδικού Ελέγχου της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου. Μέλη του εν λόγω συμβουλίου ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και ανώτερα στελέχη της και δη ο Α. Π., μέλος του Δ.Σ. της εναγόμενης και Πρόεδρος του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, ο Ε. Δ., Γενικός Διευθυντής Διαχείρισης Κινδύνων - Οικονομικών και Λειτουργικής Στήριξης, ο Μ. Α., Διευθυντής της Διεύθυνσης Δικτύου ..., ο Λ. Μ. (απλώς συνονόματος της Μ.), Διευθυντής Πιστοδοτήσεων, ο Α. Χ., Διευθυντής της Διεύθυνσης Διαχείρισης Διαθεσίμων, ο Θ. Τ., Διευθυντής της Διεύθυνσης Διασφάλισης Ποιότητας Υπηρεσιών Ομίλου, ορισθείς από την επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων της Τράπεζας, ήτοι από τον Σύλλογο Υπαλλήλων Τράπεζας ... (ΣΥΤΑ), η Ε. Β., Διευθύντρια της Διεύθυνσης Πίστης Μεσαίων και Μεγάλων Επιχειρήσεων, ορισθείσα από την επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων της Τράπεζας, ήτοι από τον Σύλλογο Υπαλλήλων Τράπεζας ... (ΣΥΤΑ), ο Η. Α., Διευθυντής Ανθρωπίνου Δυναμικού της Τράπεζας που παρέστη κατά την συνεδρίαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ως Εισηγητής και άνευ δικαιώματος ψήφου (παρέστη και κατά την συνεδρίαση του Ανώτερου Αναθεωρητικού Πειθαρχικού Συμβουλίου), η Μ. Β., δικηγόρος και Διευθύντρια της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της Τράπεζας, η οποία παρέστη κατά τη συνεδρίαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την υποβοήθηση του έργου του Συμβουλίου από νομικής πλευράς και άνευ δικαιώματος ψήφου (παρέστη και κατά την συνεδρίαση του Ανώτερου Αναθεωρητικού Πειθαρχικού Συμβουλίου), ο Ι. Π., Αναπληρωτής Διευθυντής της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Τράπεζας, που παρέστη ως Γ ραμματέας του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Κατά τη συνεδρίαση του παραπάνω συλλογικού οργάνου της εναγομένης οι ενάγοντες και ο προαναφερθείς συνάδελφός τους παραστάθηκαν με τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο Αθηνών Δ. Κ., υπέβαλαν σειρά στοιχείων και αρνήθηκαν την κατηγορία, ισχυριζόμενοι ότι επρόκειτο για ένα απλό περιστατικό αστεϊσμού μεταξύ φίλων και όχι συμμετοχή σε σχεδιασμένο συμβάν τηλεφωνικού εκφοβισμού της λειτουργού της Τράπεζας κ. Μ.. Η τελευταία εξετάστηκε κατά τη συζήτηση, δηλώνοντας ότι δεν είχε καταλάβει ότι το σχετικό περιστατικό αφορούσε αστεϊσμό, διότι εάν το είχε καταλάβει δεν είχε θα είχε αντιδράσει με τον τρόπο που αντέδρασε , δεν εξετάστηκε όμως η εν λόγω μάρτυρας, κατά την κυριαρχικά ανέλεγκτη κρίση του εν λόγω συμβουλίου, κατ' αντιπαράσταση προς τους ενάγοντες όπως οι τελευταίοι ζήτησαν με τον δικηγόρο τους, ο οποίος επίσης δήλωσε ότι εάν και ζήτησαν να λάβουν πλήρη αντίγραφο του πειθαρχικού φακέλου δεν τους χορηγήθηκε από τον εν λόγω φάκελο το έγγραφο της καταγγελίας της Μ. (επομένως κατ' αντιδιαδστολή τους χορηγήθηκαν όλα τα υπόλοιπα). Παρά τις εξηγήσεις των διωκομένων και τους ισχυρισμούς τους ότι το επεισόδιο αφορούσε μόνο αστεϊσμό μεταξύ φίλων, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο επέβαλε στους διωκόμενους, κατά πλειοψηφία, την ποινή της προσωρινής παύσης για χρονικό διάστημα μιας (1) εβδομάδας με στέρηση αποδοχών για τον καθένα τους, ενώ ο Κ.. Μ. ψήφισε για την επιβολή της βαρύτερης ποινής της προσωρινής παύσης για χρονικό διάστημα ενός μήνα με στέρηση αποδοχών και άλλα δύο μέλη (Τ. και Β.), έχοντας την άποψη ότι επρόκειτο για ατυχές συμβάν, ψήφισαν για την επιβολή της ποινής της προφορικής επίπληξης. Η ως άνω ποινή τους ανακοινώθηκε προφορικά την ίδια ημέρα της συνεδρίασης και εγγράφως στις 28-12-2011 υπενθυμίζοντάς τους ότι έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν αίτηση αναθεώρησης εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της απόφασης. Πράγματι οι ενάγοντες (και ο Σ. Σ.), στις 5-1-2012, άσκησαν ενώπιον του Ανώτερου Αναθεωρητικού Πειθαρχικού Συμβουλίου αίτηση για την αναθεώρηση της από 24-11-2011 απόφασης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την οποία ζήτησαν την εξαφάνισή της, άλλως τη μεταρρύθμιση και τροποποίησή της. Το ως άνω όργανο συγκροτήθηκε από μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και ανώτερους υπαλλήλους της και δη τον Α. Ζ., Αντιπρόεδρο του Δ.Σ. ως Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου, τον Γ. Τ., μέλος του Δ.Σ. ως Εισηγητή του Πειθαρχικού Συμβουλίου, τον Α. Α., μέλος του Δ.Σ., την Ε. Δ., μέλος του Δ.Σ., τον Α. Σ., Πρόεδρο του Συλλόγου Υπαλλήλων της εναγομένης και μέλος του Δ.Σ., τον Ε. Π., Γενικό Γραμματέα του Συλλόγου Υπαλλήλων της εναγομένης, ενώ παρόντες και χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν ο Β. Χ., δικηγόρος και Νομικός Σύμβουλος. Το παραπάνω όργανο συνεδρίασε στις 2-3-2012 και οι ενάγοντες (και ο Σ. Σ.) παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο Αθηνών Δ. Κ., ο οποίος ζήτησε και έλαβε κατά τη συνεδρίαση τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης που δεν είχαν έως τότε χορηγηθεί στους ενάγοντες. Οι τελευταίοι επανέφεραν τους ισχυρισμούς τους ότι επρόκειτο για ένα περιστατικό αστεϊσμού μεταξύ προσώπων που είχαν φιλικές σχέσεις, το οποίο διαστρεβλώθηκε και εμφανίστηκε ως προσπάθεια ψυχολογικής πίεσης σε Διευθυντή Καταστήματος που υπηρετούσε σε χαμηλότερη έναντι αυτών θέση. Το Ανώτερο Αναθεωρητικό Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα να απορρίψει το σύνολο των ισχυρισμών τους και να επικυρώσει την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου και την ποινή της προσωρινής παύσης για χρονικό διάστημα μιας (1) εβδομάδας με στέρηση αποδοχών για τον καθένα, δεχόμενο την εισήγηση του Εισηγητή Γ. Τ. που μεταξύ άλλων εισηγήθηκε και να απορριφθούν οι ισχυρισμοί των προσφευγόντων ότι δεν τους παραδόθηκε η καταγγελία της Μ. και ότι το αρχικό ερωτηματολόγιο του επιθεωρητή δεν τους γνωστοποίησε την υπόθεση για την οποία εξεταζόταν, αφού είχε τίτλο "εξέταση για την υπόθεση Ζ.", με την αιτιολογία ότι οι καταγγελίες ήταν σε γνώση τους, αφού βρίσκονταν ως παράρτημα του ερωτηματολογίου που τους υποβλήθηκε, σε κάθε δε περίπτωση τα καταγγελλόμενα ήταν μέρος του πορίσματος και της κλήσης προς απολογίας από τα οποία έλαβαν γνώση, όσον δε αφορά το ερωτηματολόγιο σε κάθε περίπτωση άσχετα ποιος ήταν ο τίτλος του, υποχρέωσή τους ήταν να καταθέσουν την αλήθεια . Οι ενάγοντες στη συνέχεια στις 14-3-2012 και 15-3-2012 υπέβαλλαν εκ νέου έγγραφο αίτημα με αντικείμενο τη χορήγηση των πρακτικών της συνεδρίασης του Ανώτερου Αναθεωρητικού Πειθαρχικού Συμβουλίου (συνεδρίαση 2-3-2012) και αντιγράφων των καταγγελιών της Μ., τα οποία δεν τους είχαν χορηγηθεί πριν τις συζητήσεις των υποθέσεών τους στα ως άνω πειθαρχικά συμβούλια, αν και όπως προαναφέρθηκε εν τέλει και σε κάθε περίπτωση έλαβαν γνώση αυτών και δη των μεν πραγματικών περιστατικών των καταγγελιών από το απόσπασμα του πορίσματος του εσωτερικού ελέγχου και επιπλέον ο Δ. από το ερωτηματολόγιο και την κλήση σε απολογία, των δε πρακτικών του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου έλαβαν γνώση κατά τη συζήτηση στο Ανώτερο Πειθαρχικό Συμβούλιο όταν τους παραδόθηκαν από τον Πρόεδρό του. Στο σημείο αυτό πρέπει ιδιαίτερα να σημειωθεί ότι παρά τους ισχυρισμούς των εναγόντων για φαλκίδευση των δικαιωμάτων τους στα πλαίσια της ως άνω πειθαρχικής διαδικασίας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αναθεωρητικού Συμβουλίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων, παριστάμενος μαζί με αυτούς, ευχαρίστησε τα μέλη του Ανώτερου Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη διαδικασία την οποία μάλιστα χαρακτήρισε εξαιρετικά δημοκρατική. Στις 12-4-2012 ανακοινώθηκε στους ενάγοντες και εγγράφως και, ειδικότερα, στον Ε. Ρ. με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...2012 έγγραφο και στον Εμ. Δεκάριστο με το με αριθμό ...2012 έγγραφο του Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης Η. Α., η απόφαση του Ανώτερου Αναθεωρητικού Πειθαρχικού Συμβουλίου, ενώ στην ανακοίνωση αυτή επισυνάφθηκαν αντίγραφο των πρακτικών της πειθαρχικής διαδικασίας της 2-3-2012 και το πρώτον αντίγραφα των καταγγελιών της Κ. Μ.. Ακολούθως, στις 10-5- 2012, οι ενάγοντες υπέβαλαν προσφυγές κατά της παραπάνω απόφασης στο Τριτοβάθμιο Διατραπεζικό Πειθαρχικό Συμβούλιο, με τις οποίες ζητούσαν την εξαφάνιση και κατάργηση της παραπάνω απόφασης του Ανώτερου Αναθεωρητικού Πειθαρχικού Συμβουλίου της εναγομένης , προσφυγές που δεν συζητήθηκαν ακόμη ενώπιον του ως άνω συλλογικού οργάνου. Στη συνέχεια οι ενάγοντες συνέχισαν την τακτική της υποβολής συνεχών αναφορών στα αρμόδια όργανα της εναγομένης. Ειδικότερα και σε συνέχεια των προαναφερθέντων αναφορών τους : 5). Στις 9-3-2012 ο Ε.. Δ. υπέβαλε μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφορά προς τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Δικτύου Βορείου Ελλάδος Π. Χ. με τίτλο "Συμβάν με κ. Δ. στα γραφεία της Δ/νσης Δικτύου" και αντικείμενο την "αναίτια φραστική και σωματική επίθεση" (μη εξειδικευόμενη κατά τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά της) που δέχτηκε στα γραφεία της Διεύθυνσης Δικτύου Βορείου Ελλάδος από τον πλέον Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου Σ. Δ. "παρουσία συναδέλφων (Κ., Μ., Χ.)". 6) Στις 7-1-2013 ο Ε. Ρ. υπέβαλε αναφορά προς τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Δικτύου Βορείου Ελλάδος Π. Χ., τον Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης Βορείου Ελλάδος Μ. Γ., κοινοποιούμενη στον Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου Σ. Δ. με τίτλο "Φωτογράφιση εντός υπηρεσιακού χώρου από τον Επιθεωρητή κ. Σ. Δ." και αντικείμενο την αυθαίρετη και "χωρίς τη συναίνεση" του συναδέλφου του φωτογράφισή του σε υπηρεσιακό χώρο από τον Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου Σ. Δ. και αίτημα τη σύσταση προς το παραπάνω αναφερόμενο πρόσωπο για την παράλειψη νέας φωτογράφισης του ιδίου στο μέλλον "εντός υπηρεσιακών χώρων, εάν δεν του έχει χορηγηθεί η σχετική οδηγία από την Τράπεζα". 7). Στις 21-1-2013 οι ενάγοντες υπέβαλαν τις όμοιες κατά περιεχόμενο Εμπιστευτικές Αναφορές προς την Επιτροπή Ελέγχου ως αρμόδιας για την αξιολόγηση του έργου της εσωτερικής επιθεώρησης (κοινοποιηθείσες και στον Διευθυντή της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου Γ. Μ.), με τις οποίες ανέφεραν ότι υπήρξαν αποδέκτες πληροφοριών και δεδομένων που αξιολόγησαν ότι βλάπτουν την εναγομένη και δη αναφερόμενοι στις προαναφερόμενες προηγούμενες αναφορές τους του χρονικού διαστήματος από 31-8- 2009 και την 20-2-2011 (κυρίως παραλείψεις του διευθυντού του επιχειρηματικού κέντρου Θέρμης), για τις οποίες σημείωναν επιπλέον ότι δεν ήταν σε θέση και ούτε έπρεπε να γνωρίζουν ποια ήταν η εξέλιξη ως προς αυτές και δη αγνοούσαν αν είχε συνταχθεί πόρισμα ως προς αυτές από τον Εσωτερικό Ελεγκτή Σ. Δ., δήλωναν ότι το πλησιόχρονο των εν λόγω αναφορών με την καταγγελία της Μ., που ήταν η αφορμή της πειθαρχικής δίωξης τους, ενδεχομένως να είχε σχέση με τις καταγγελίες αυτές και πάντως αντιλήφθηκαν ότι ο επιθεωρητής Δ. (που ανέλαβε τον εσωτερικό έλεγχο τόσο των δικών τους καταγγελιών όσο και αυτών της Μ.) δεν τήρησε τη στάση που η θέση του και οι βασικές αρχές της αμεροληψίας και της αντικειμενικότητας επιβάλλουν, παραπονούμενοι τόσο για τις εναντίον τους προσωπικές επιθέσεις του όσο και για ειδικότερα αναφερόμενα σφάλματα του εν λόγω επιθεωρητή κατά την πειθαρχική σε βάρος τους διαδικασία, που οδήγησαν στην επαγγελματική και ηθική απαξίωσή τους και στην απώλεια της αξιοπιστίας τους, θέτοντας υπόψη της επιτροπής ελέγχου τα παραπάνω αναφερόμενα γεγονότα προκειμένου να προληφθούν καταστάσεις, να αποκαθίσταται δικαιοσύνη , να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της τράπεζας και να προστατεύονται απολύτως η διοίκηση και οι μέτοχοι παρακαλώντας για τις δικές τους ενέργειες και με την απαραίτητη υπόμνηση ότι είναι στη διάθεσή τους για κάθε επιπρόσθετη διευκρίνηση, καθώς και παροχή στοιχείων με τη σημείωση ότι και πάλι δεν στρέφονταν κατά των οργάνων διοίκησης της εναγομένης παρά μόνο κατά του επιθεωρητή Δ., που ήταν ο ελεγκτής τόσο των καταγγελιών των εναγόντων όσο και της καταγγελίας της Μ., ο έλεγχος του οποίου οδήγησε μόνο στην πειθαρχική παραπομπή των εναγόντων με την απόρριψη των δικών τους καταγγελιών. 8) Στις 5- 7-2013 υπέβαλαν τις όμοιες κατά περιεχόμενο Εμπιστευτικές Αναφορές στην Επιτροπή Ελέγχου, με τις οποίες αναφέρανε ότι επιθυμούσανε, σε συνέχεια της από 21 ίανουαρίου 2013 Εμπιστευτικής Αναφοράς τους, να παραστούν αυτοπροσώπως στην Επιτροπή προκειμένου, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να της παρουσιάσουν αναλυτικά και να προσκομίσουν τα έγγραφα στοιχεία εκείνα, τα οποία τεκμηριώνουν κάθε σημείο της προηγούμενης εμπιστευτικής αναφοράς τους, που αφορούσε, μεταξύ άλλων, και στη βλάβη της Τράπεζας, της Διοίκησης και των μετόχων της, από πράξεις ή παραλείψεις λειτουργών της. Σε απάντηση των παραπάνω υπό στοιχείων 7 και 8 εμπιστευτικών αναφορών των εναγόντων, η εναγομένη απέστειλε στους τελευταίους τις από 11-7-2013 έγγραφες απαντήσεις, δηλώνοντάς τους ότι σχετικά με τις από 21-1-2013 Εμπιστευτικές Αναφορές τους, η αρμόδια Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση της 28-3-2013, εξέτασε αναλυτικά τα αναφερόμενα σε αυτές, σε συνδυασμό με τα Πορίσματα Ελέγχων της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου και τις εξηγήσεις των αρμόδιων Στελεχών της και δεν διαπίστωσε ότι οι καταγγελίες τους είναι βάσιμες. Επιπλέον τους επισήμανε ότι κύριο θέμα τών καταγγελιών τους αφορούσε την πειθαρχική τους υπόθεση , η οποία βέβαια κρίθηκε τελεσίδικα από το αρμόδιο όργανο της Τράπεζας (Πειθαρχικό Συμβούλιο) και επομένως το θέμα αυτό θεωρεί ότι έχει εξαντληθεί. Πάντως η Επιτροπή Ελέγχου τους γνωστοποιούσε ότι όσον αφορά τις από 5-7-2013 αναφορές τους για προσκόμιση από αυτούς των έγγραφων στοιχείων που κατά την άποψη τους τεκμηρίωναν τις αναφορές τους, θα μπορούσαν τυχόν (μόνο) πρόσθετα στοιχεία να τα υποβάλουν στην Επιτροπή, η οποία θα τα αξιολογούσε. 9) Σε ανταπόκριση προς την παραπάνω αναφερόμενη από 11-7-2013 έγγραφη προτροπή της Επιτροπής Ελέγχου να της υποβάλουν τυχόν πρόσθετα στοιχεία, οι ενάγοντες υπέβαλαν τις από 2-8-2013 εμπιστευτικές αναφορές τους, στις οποίες αναφέρονταν και πάλι για τη γνωστοποίηση στοιχείων και δεδομένων τα οποία ο ίδιοι αξιολόγησαν ότι στοιχειοθετούν βλάβη της τράπεζας για τα οποία ουδέποτε ο εσωτερικός έλεγχος (αναφερόμενοι στον επιθεωρητή Δ.) τους ζήτησε παραμικρή διευκρίνιση ή στοιχείο , η δε επιτροπή ουδέποτε τους κάλεσε να εισφέρουν στοιχεία ή έγγραφα, εάν δε για τον έλεγχο που διενήργησε ο επιθεωρητής Δ. υπάρχουν αρνητικά πορίσματα, γεγονός που οι ίδιοι αγνοούν, τότε είτε ο έλεγχος ήταν ανεπαρκής με ευθύνη του επιθεωρητή είτε πρόκειται για προσπάθεια συγκάλυψης της αλήθειας. Συγκεκριμένα, οι αναφορές τους αφορούσαν τις ίδιες υποθέσεις που και στο παρελθόν κατήγγειλαν με τα ίδια κατά βάση στοιχεία. Πλέον ειδικότερα ο μεν Ε.. Ρ. αναφέρθηκε σε στοιχεία (κυρίως δικά του έγγραφα, υπομνήματα και μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ανήγαγε σε αποδεικτικά στοιχεία πλήρους κατά την άποψή του απόδειξης) για υποθέσεις των προηγούμενων καταγγελιών του που αφορούσαν κυρίως σε παραλείψεις του Διευθυντή του επιχειρηματικού καταστήματος Θέρμης κ. Λ. και δη 1) στη χρηματοδότηση της υπόθεσης ... ΑΕ, στην οποία η εκταμίευση για ανακατασκευή του κτιρίου δεν έγινε σύμφωνα με την έγκριση της διοίκησης, τα κεφάλαια δεν οδηγήθηκαν στην ανακατασκευή, η δανειολήπτρια εταιρεία ενεφάνιζε δυσμενή στοιχεία, 2) στην υπόθεση Τ. που δεν τηρήθηκε το προαπαιτούμενο για τη χρηματοδότηση του καλώς έχειν από τη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών για την υπόθεση του πλασματικού ενεχύρου και της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου κατά τα όσα ανέφερε και στην από 20-2-2011 αναφορά του (να μην γίνει εκταμίευση χωρίς την έγκριση της Διεύθυνσης Πίστης) , μετά δε τη χρηματοδότηση η εταιρεία ενεφάνισε δυσμενή στοιχεία και το δάνειο δεν εξοφλήθηκε και μεταφέρθηκε σε λογαριασμό καθυστέρησης με υπόλοιπο 430.000 ευρώ, 3) στην υπόθεση της εταιρείας Π. που εμφάνιζε δυσμενή στοιχεία και παρόλα αυτά χορηγήθηκε μπλοκ επιταγών σε μέλος του ΔΣ, 4) στην υπόθεση Κ. κατά την οποία χορηγήθηκε μπλοκ επιταγών στη 19 χρονη Κ. ενώ ο πατέρας της εμφάνιζε δυσμενή στοιχεία και 5) στην υπόθεση της αυθαίρετης φωτογράφισής του από το Δ.. Ο μεν Ε.. Δ. αναφέρθηκε σε στοιχεία (κυρίως δικά του έγγραφα, υπομνήματα και μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου) για υποθέσεις των προηγούμενων καταγγελιών του που αφορούσαν κυρίως σε παραλείψεις του διευθυντή του επιχειρηματικού καταστήματος Θέρμης κ. Λ. και δη 1) στη χρηματοδότηση του Π. Δ.υ που απέκτησε με δάνειο από την τράπεζα ακίνητο ελεύθερο βαρών, ιδιοκτησίας μέχρι τότε ενεχομένου στη χρηματοδότηση της οφειλέτριας της τράπεζας κοινοπραξίας Μ. Η. Ζ. (η οποία παρουσίασε προβλήματα στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών της), με αποτέλεσμα να απομειωθεί σημαντικά η περιουσία και εντεύθεν η φερεγγυότητα του ενεχόμενου στην οφειλή, η δε διαδικασία δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί, εάν τα ανωτέρω στοιχεία γίνονταν γνωστά στα αρμόδια για την έγκριση όργανα της τράπεζας, 2) στην υπόθεση Χ. στην οποία χορηγήθηκε μπλοκ επιταγών σε συνταξιούχο χωρίς ... δραστηριότητα για να κάμει χρήση ο υιός της που είχε δυσμενή στοιχεία, 3) στην υπόθεση Ρ. Κ. στην οποία αποκρύπτονταν δυσμενή στοιχεία στις εισηγήσεις προς τη διοίκηση της τράπεζας για τη λήψη της χρηματοδότησης, 4) στην υπόθεση Π. και Κ. (κατά τα προαναφερθέντα) και 5) στην υπόθεση της εναντίον του φραστικής επίθεσης από τον Δ., υποθέσεις που κατά την άποψή τους δεν έτυχαν ενδελεχούς ελέγχου από όργανα της τράπεζας, άποψη που έρχεται, κατά τα λεγόμενά τους σε αντίθεση με την άποψη άλλων στελεχών εμπλεκομένων στις εν λόγω υποθέσεις που αντιλαμβάνονται την τράπεζα, όπου υπηρετούν, ως ιδιοκτησία τους και εν τέλει παρακαλώντας για τις νόμιμες ενέργειες της επιτροπής για τη διενέργεια ελέγχου. Μετά την υποβολή των παραπάνω Εμπιστευτικών αναφορών, στις 24-9-2013, ο Ε. Ρ. κλήθηκε από την Εσωτερική Ελεγκτή Α. Δ., να προσκομίσει το από 11-7-2010 έγγραφό του με το οποίο εξέφραζε τις αντιρρήσεις του για τη χρηματοδότηση της ... ΑΒΕΕ και το οποίο είχε παραδώσει στον Διευθυντή του καταστήματος κ. Λ. , το οποίο και πράγματι ο ενάγων αυτός υπέβαλε αυθημερόν. Ενόψει των προαναφερθέντων αναφορών και των παραπόνων των εναγόντων ως προς τον ελεγκτή Δ. η εναγομένη προκάλεσε τη διενέργεια νέου ελέγχου, η οποία έφερε τον τίτλο "ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ "ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΗΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ", από τους Εσωτερικούς Ελεγκτές της τελευταίας Μ. Κ., Ε. Α. και Α. Δ., έλεγχος που αφορούσε τους καταθετικούς πελάτες Σ. Χ., Ζ. Π.., Η. Κ.. και Ε. Χ. και τους χορηγητικούς πελάτες Π. Δ., "... Α.Ε.", Γ. Τ., "... Α.Ε.", "... Ε.Π.Ε.", "... Α.Ε.", "... ΑΒΕΕ - ...", ... Ε.Π.Ε.", "... Ε.Ε.", "... Α.Ε." και Π. Λ., ενώ ανασύρθηκαν από το αρχείο της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου οι αναφορές των εναγόντων που είχαν γίνει σε προγενέστερους χρόνους για τους παραπάνω πελάτες. Ο έλεγχος αυτός ολοκληρώθηκε με την υποβολή της με αριθμό ...2013 Έκθεσης Ελέγχου στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της εναγομένης , η οποία την κοινοποίησε στον Πρόεδρο και Εντεταλμένο Σύμβουλο του Διοικητικού Συμβουλίου και στην Επιτροπή Ελέγχου. Από τον έλεγχο αυτό δεν προέκυψαν στοιχεία που να καταδεικνύουν επιδίωξη στοιχειοθέτησης βλάβης της τράπεζας, αλλά και στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι οι εμπλεκόμενοι στις ως άνω χρηματοδοτήσεις αντιλαμβάνονταν την τράπεζα όπου υπηρετούσαν ως ιδιοκτησία τους. Αντίθετα προέκυψαν ως προς τους καταθετικούς πελάτες παραβάσεις του κανονισμού καταθέσεων και εσωτερικών εγκυκλίων λόγω λαθών και τυπικών παραλείψεων όπως χορήγηση καρνέ επιταγών χωρίς την είσπραξη προμήθειας 30 ευρώ ανά καρνέ, μη διατήρηση του συνόλου των δικαιολογητικών πιστοποίησης των ταυτοτήτων των συναλλασσόμενων, των υπογραφών τους σε όλα τα έντυπα, μη θεωρήσεις του συνόλου των καρτελιδίων των λογαριασμών ταμιευτηρίου, τη μη θεώρηση των χορηγήσεων των καρνέ των επιταγών από τους εξουσιοδοτημένους λειτουργούς με δικαίωμα υπογραφής, στους οποίους μάλιστα περιλαμβανόταν και ο ενάγων Ε.. Ρ.. Αποτέλεσμα του ελέγχου ήταν να γίνουν συστάσεις για πιστή τήρηση των κανονισμών και εγκυκλίων και λοιπών οδηγιών προς το επιχειρηματικό κέντρο Θέρμης προς αποφυγή και μηδενισμό κάθε κινδύνου για την τράπεζα, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα λάθη και παραλείψεις και να ενισχύεται και να καθίσταται επαρκές το εσωτερικό περιβάλλον ελέγχου του επιχειρηματικού κέντρου. Όσο δε αφορά τους χορηγητικούς πελάτες προέκυψαν τα ακόλουθα : Για την υπόθεση ... ... προέκυψε ότι στις 20-8-2010 υπογράφηκε η σύμβαση παροχής κυμαινόμενης ασφάλειας της χορηγούμενης μισθοδοτικής δανειοδότησης χωρίς προηγουμένως να ληφθεί έγκριση και ενημέρωση από τα αρμόδια εγκριτικά κλιμάκια και από την 25η Διεύθυνση όπως ανέφερε κατ' επανάληψη στις επιστολές της η Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών (ήταν και αίτημα και στοιχείο των καταγγελιών του Ε. Ρ.) πλην όμως ο ενάγων, Ε.. Ρ., αν και ήταν παρών στις 23-8-2010 όταν το επιχειρηματικό κέντρο Θέρμης εισηγήθηκε την παράταση ισχύος της χορηγούμενης έγκρισης, δεν την υπέγραψε όπως όφειλε παρότι ο κανονισμός πιστοδοτήσεων προέβλεπε ότι οι εισηγήσεις πρέπει να υπογράφονται από τον αναπληρωτή διευθυντή κέντρου επιχειρηματικής τραπεζικής (Λ.), αλλά και τον διευθυντή επιχειρηματικών σχέσεων (ήτοι του ενάγοντα Ε.. Ρ.), σε περίπτωση δε διαφωνίας απαιτείτο καταγραφή αυτής και ενημέρωση εγκριτικών οργάνων, όπως έπραξε ομοίως ο ίδιος ο ενάγων και κατά την εκταμίευση του δανείου στις 30-8-2010, ενέργειες στις οποίες δεν προέβη ο τελευταίος αν και είχε εντοπίσει τους κινδύνους και είχε ενημερώσει σχετικά τον Διευθυντή, πλην όμως δεν παρενέβη ως όφειλε στη διαδικασία χρηματοδότησης εκφράζοντας τις αντιρρήσεις του και ενημερώνοντας τα υπερκείμενα κλιμάκια. Εν τέλει ο έλεγχος διαπίστωνε ότι ευσταθούσαν μεν οι ισχυρισμοί του Ε.. Ρ. για το ότι δεν ενημερώθηκαν τα εγκριτικά κλιμάκια, διαπιστώθηκαν όμως και δικές του παραλείψεις που καθιστούσαν εν τελεί αβάσιμους τους ισχυρισμούς για παραλείψεις που καταδείκνυαν επιδίωξη στοιχειοθέτησης βλάβης της τράπεζας, αλλά και ότι οι εμπλεκόμενοι στις ως άνω χρηματοδοτήσεις αντιλαμβάνονταν την τράπεζα όπου υπηρετούσαν ως ιδιοκτησία τους. Όσον αφορά την υπόθεση Ρ. Κ. δεν προέκυψε ότι οι ισχυρισμοί του Ε.. Δ. ευσταθούν, πλην όμως προέκυψε ότι οι ισχυρισμοί του Ε.. Ρ. ότι δεν γινόταν πλήρης καταγραφή των δυσμενών στοιχείων στις εισηγήσεις ευσταθούν μεν, όμως, στις επόμενες εισηγήσεις που υπέγραψε και ο ίδιος ο Ε.. Ρ., μέχρι και στις 16-3-2011 που αποχώρησε από το κατάστημα Θέρμης, και πάλι δεν γινόταν πλήρης καταγραφή των δυσμενών στοιχείων, ήτοι δεν επρόκειτο για παραλείψεις που καταδείκνυαν επιδίωξη στοιχειοθέτησης βλάβης της τράπεζας αλλά και ότι οι εμπλεκόμενοι στις ως άνω χρηματοδοτήσεις αντιλαμβάνονταν την τράπεζα όπου υπηρετούσαν ως ιδιοκτησία τους. Όσον αφορά την υπόθεση ..., προέκυψε ότι το επιχειρηματικό κέντρο Θέρμης τήρησε επακριβώς τις εγκρίσεις των εκταμιεύσεων και η οφειλή 1.665.806,9 ευρώ εξασφαλίστηκε με προσημειώσεις ακινήτων αξίας 1.666.400 ευρώ (πλέον προσωπικών εγγυήσεων και εκχωρήσεων μισθωμάτων), με αποτέλεσμα οι καταγγελίες να μην ευσταθούν πλην του γεγονότος, όμως, ότι δεν έγινε ανακατασκευή του κτιρίου στην οποία προοριζόταν μέρος του δανείου και ως προς το σημείο αυτό ευσταθούν οι ισχυρισμοί των καταγγελιών του Ε. . Ρ. όχι όμως και αυτών που αναφέρονται στην επιδίωξη στοιχειοθέτησης βλάβης της τράπεζας, αλλά και ότι οι εμπλεκόμενοι στις ως άνω χρηματοδοτήσεις αντιλαμβάνονταν την τράπεζα όπου υπηρετούσαν ως ιδιοκτησία τους. Όσον αφορά την υπόθεση Δημαρχόπουλου Παναγιώτη ο ισχυρισμός του Ε.. Ρ. δεν προέκυψε ότι ευσταθεί, δεδομένου ότι το επιχειρηματικό κέντρο τήρησε επακριβώς τους όρους της έγκρισης, σε όλες δε τις εισηγήσεις του ανέφερε ότι η ως άνω χορήγηση αποτελεί προσέλκυση του Η. Ζ., χορηγητικού πελάτη της τράπεζας με την κοινοπραξία και χωρίς η έγκριση της 18-4-2011 να θέτει όρο το προϊόν του δανείου να οδηγηθεί σε πίστωση λογαριασμού της κοινοπραξίας, πέραν του γεγονότος ότι το ακίνητο ήταν ελεύθερο βαρών και η χρηματοδότηση του στεγαστικού δανείου εξυπηρετείτο ακόμη και κατά τον έλεγχο κανονικά, με αποτέλεσμα ουδόλως να ευσταθούν οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην επιδίωξη στοιχειοθέτησης βλάβης της τράπεζας αλλά και ότι οι εμπλεκόμενοι στις ως άνω χρηματοδοτήσεις αντιλαμβάνονταν την τράπεζα όπου υπηρετούσαν ως ιδιοκτησία τους. Όσον αφορά δε τις λοιπές υποθέσεις δεν προέκυψαν ότι ευσταθούν οι ισχυρισμοί των εναγόντων πλην σε μερικές προέκυψαν ότι ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί τους σε απλές τυπικές παραβάσεις, ήτοι δεν προέκυπταν εν τελεί οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονταν στην επιδίωξη στοιχειοθέτησης βλάβης της τράπεζας αλλά και ότι οι εμπλεκόμενοι στις ως άνω χρηματοδοτήσεις αντιλαμβάνονταν την τράπεζα όπου υπηρετούσαν ως ιδιοκτησία τους. Ακόμη ο έλεγχος αυτός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι δεν ενημερώθηκαν δεν ευσταθούν, αφού σύμφωνα με τη διαδικασία ενημέρωσης επί των πορισμάτων των τακτικών ελέγχων του εσωτερικού ελέγχου τα πορίσματα απευθύνονται και στο κατάστημα που ελέγχεται αλλά και στις αρμόδιες διευθύνσεις της τράπεζας, πέραν του γεγονότος ότι, όπως και οι ίδιοι οι ενάγοντες σημειώνουν στις από 21-1-2013 Εμπιστευτικές Αναφορές προς την Επιτροπή Ελέγχου, δεν ήταν σε θέση και ούτε έπρεπε να γνωρίζουν ποια ήταν η εξέλιξη και τα πορίσματα των ελέγχων. Και μετά την απόρριψη των ως άνω αναφορών των εναγόντων συνεχίστηκε η υποβολή και νέων αναφορών για τα ίδια πάλι θέματα και δη 10). Στις 3-12-2013 οι ενάγοντες υπέβαλαν Εμπιστευτικές Αναφορές στην Επιτροπή Ελέγχου, στις οποίες αναφέρονταν και πάλι στα ίδια πραγματικά περιστατικά των προηγούμενων από 21-1-2013, 5-7-2013 και 2-8- 2013 εμπιστευτικών αναφορών τους, δηλώνοντας μεταξύ άλλων ότι, εφόσον κληθούν, είναι στη διάθεση της επιτροπής να προσκομίσουν όποιο αποδεικτικό στοιχείο τους ζητηθεί. Αν όμως ήταν ειλικρινής η πρόθεσή τους, μπορούσαν ,εάν πράγματι κατείχαν τέτοια στοιχεία, να τα προσκομίσουν μαζί με τις εν λόγω αναφορές τους καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο είχαν, διαφορετικά βέβαια από αυτά που έως τότε είχαν υποβάλει. Ακόμη στις ως άνω αναφορές τους δήλωναν ότι, αν και οι αναφορές και οι καταγγελίες τους ήταν επώνυμες, δεν τους γνωστοποιήθηκε εάν οι αρμόδιες υπηρεσίες της τράπεζας είχαν προχωρήσει σε εξαγωγή πορίσματος, σ' αντίθεση όμως με το γεγονός ,όπως προαναφέρθηκε, ότι οι ίδιοι δήλωναν ότι έλαβαν γνώση της από 11-7-2013 έγγραφης απάντησης της Επιτροπής Ελέγχου για το ότι οι καταγγελίες τους ήταν αβάσιμες, αβασιμότητα στην οποία κατέληξε η επιτροπή αφού έλαβε υπόψη της τα Πορίσματα Ελέγχων της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου και τις εξηγήσεις των αρμόδιων Στελεχών της. Εξάλλου οι ενάγοντες είχαν ενημερωθεί και για το πόρισμα του επιθεωρητή Δ., σε κάθε δε περίπτωση οι ίδιοι σε προγενέστερη αναφορά τους δήλωναν (στις από 21-1-2013 Εμπιστευτικές Αναφορές προς την Επιτροπή Ελέγχου) ότι δεν ήταν σε θέση και ούτε έπρεπε να γνωρίζουν ποιά ήταν η εξέλιξη και τα πορίσματα των ελέγχων. Εν τέλει με τις εν λόγω αναφορές τους ζητούσαν αντίγραφα των επίμαχων τμημάτων των ηλεκτρονικών συστημάτων της τράπεζας (DVR) όπου, κατά τους ισχυρισμούς τους, ήταν καταγεγραμμένες οι προαναφερθείσες αντισυναδελφικές συμπεριφορές του Δ. εναντίον τους για να τις χρησιμοποιήσουν για δικαστική χρήση, χωρίς όμως να δηλώνουν ότι ήδη προέβησαν σε άσκηση μήνυσης εναντίον του. 11) Στις 13-12-2013 οι ενάγοντες υπέβαλαν Εμπιστευτικές Αναφορές απευθυνόμενες προς τη διεύθυνση ανάπτυξης, κοινοποιούμενες και στην Επιτροπή Ελέγχου, στις οποίες αναφέρονταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά των από 21-1-2013 Αναφορών προς την Επιτροπή Ελέγχου και σε παραλείψεις του Εσωτερικού Ελεγκτή Σ. Δ.. δηλώνοντας ότι το πλησιόχρονο των εν λόγω αναφορών τους με την καταγγελία της Μ., που ήταν η αφορμή της πειθαρχικής δίωξης τους, ενδεχομένως να είχε σχέση με τις καταγγελίες αυτές και πάντως αντιλήφθηκαν ότι ο επιθεωρητής Δ. (που ανέλαβε τον εσωτερικό έλεγχο τόσο των δικών τους καταγγελιών όσο και αυτών της Μ.) δεν τήρησε τη στάση που η θέση του και οι βασικές αρχές της αμεροληψίας και της αντικειμενικότητας επιβάλλουν. Ακόμη με τις εν λόγω αναφορές τους παραπονέθηκαν τόσο για τις εναντίον τους προσωπικές επιθέσεις του ως άνω επιθεωρητή όσο και για ειδικότερα αναφερόμενα σφάλματά του κατά την πειθαρχική σε βάρος τους διαδικασία που οδήγησαν στην επαγγελματική και ηθική απαξίωσή τους και στην απώλεια της αξιοπιστίας τους, δηλώνοντας δε και πάλι παραλείψεις που εχώρησαν ενώπιον της ως άνω πειθαρχικής διαδικασίας (πχ μη λήψη της καταγγελίας της Μ., αρχικής και συμπληρωματικής). Δήλωναν δε ότι έθεταν υπόψη της επιτροπής ελέγχου τα παραπάνω αναφερόμενα γεγονότα προκειμένου να προληφθούν καταστάσεις, να αποκαθίσταται δικαιοσύνη, να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της τράπεζας και να προστατεύονται απολύτως η διοίκηση και οι μέτοχοι. Εν τέλει παρακαλούσαν να τους γνωρίσει εγγράφως η εναγομένη, εκδίδοντας σχετική βεβαίωση για χρήση ενώπιον του Τριτοβάθμιου Διατραπεζικού Συμβουλίου, αλλά και για δικαστική χρήση, εάν, μετά την πάροδο τριών ετών, έχει ασκηθεί Πειθαρχική Δίωξη σε βάρος τους για την υπόθεση Ζ., εάν συνυπηρέτησαν ποτέ στο Κατάστημα Διαβατών και εάν κατά το παρελθόν υπήρξε επικεφαλής στο Κατάστημα Διαβατών η κ. Μ. ,καθώς και πλήρη και επικυρωμένα αντίγραφα του αποδεικτικού υλικού που περιλαμβανόταν στο φάκελο του Πορίσματος, το οποίο έλαβε υπόψη του κατά τη σύνταξή του ο τότε Εσωτερικός Ελεγκτής της εναγομένης και αφορούσε στην υπόθεση της κ. Μ. με αναλυτική παράθεση των συγκεκριμένων εγγράφων, επικυρωμένα αντίγραφα των οποίων ζητούσαν και τέλος να τους γνωστοποιήσει εάν οι αρμόδιες Υπηρεσίες Ελέγχου της εναγομένης είχαν προχωρήσει στη διενέργεια ελέγχου και την εξαγωγή πορίσματος αναφορικά με τις από 9-3-2012 και 7-1-2013 έγγραφες καταγγελίες τους σχετικά με την προαναφερθείσα σε βάρος τους συμπεριφορά του Σ. Δ... Πλην όμως, όπως πολύ καλά γνώριζαν οι ενάγοντες και τα θέματα αυτά είχαν απαντηθεί από την επιτροπή ελέγχου στις 11-7-2013, η οποία για την αρνητική απάντησή της έλαβε υπόψη της τόσο τα πορίσματα όσο και τις εξηγήσεις των στελεχών της, το θέμα της πειθαρχικής διαδικασίας είχε πλέον περατωθεί και κατά τα προαναφερθέντα οι ενάγοντες είχαν λάβει τα κρίσιμα έγγραφα. Πάντως σε κάθε περίπτωση η Διεύθυνση εσωτερικού ελέγχου λαμβάνοντας υπόψη των παραπάνω αναφορών τους και πάλι προχώρησε σε απάντηση των αιτημάτων τους με την από 9-1-2014 Έγγραφη Επιστολή της, με την οποία τους καλούσε να της αποστείλουν όποιο συμπληρωματικό ή νέο στοιχείο είχαν στη διάθεσή τους ή οτιδήποτε άλλο κατά την κρίση τους θα ήταν χρήσιμο (σκέψεις, σχόλια, κ.α.) στο έργο που επιτελεί μέχρι στις 23-1-2014, δηλώνοντας τέλος ότι σε κάθε περίπτωση ανέμενε απαντητική επιστολή, έστω και αρνητική, ακόμη και στην περίπτωση που δεν είχαν να δηλώσουν κάτι νέο ή να προσθέσουν κάτι πέραν των όσων πολλάκις έως τότε είχαν αναφέρει. 12) Στη συνέχεια οι ενάγοντες, σε ανταπόκριση προς την από 9-1-2014 έγγραφη κλήση της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, υπέβαλαν τις από 23 και 24-1-2014 Εμπιστευτικές Αναφορές - Απαντήσεις τους δηλώνοντας ότι λόγω του γενικού χαρακτήρα, τον οποίο εμφάνιζε η από 9-1-2014 έγγραφη κλήση της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν ποια ήταν τα στοιχεία, πέραν των ήδη κατατεθειμένων, τα οποία επιθυμούσε να της αποστείλουν, αν και τούτο ήταν θέμα δικής τους ευθύνης εάν είχαν οποιαδήποτε πρόσθετα στοιχεία να τα προσκομίσουν, ενώ δήλωναν ότι με τις προηγούμενες πολυσέλιδες αναφορές τους από τις 31-8-2009, στις οποίες εκ νέου παρέπεμπαν, είχαν ήδη αναδείξει τα στοιχεία εκείνα που κατά τη γνώμη τους ανέδυαν οσμή κακοδιαχείρισης ή παραβατικής συμπεριφοράς λειτουργών (υπονοώντας συμπεριφορές λειτουργών στο κατάστημα Θέρμης και του εσωτερικού επιθεωρητή Δ.). Ακόμη καθιστούσαν σαφές ότι η συσχέτιση των στοιχείων των φακέλων που τηρούνται στα καταστήματα, για τις υπό έρευνα υποθέσεις, και των πράξεων και εγκριτικών αποφάσεων της Διοίκησης για κάθε υπόθεση ήταν δυνατόν, κατ' αυτούς, να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα για παράνομες ή παράτυπες πράξεις και παραλείψεις στελεχών, για λειτουργούς που έλαβαν αποφάσεις αντίθετα με τις εγκριτικές πράξεις, που παραπλάνησαν στελέχη για να λάβουν τη συναίνεση ή την υπογραφή τους, που άσκησαν τα καθήκοντά τους μεροληπτικά, που παρέλειψαν να προβούν σε ελέγχους που επιβάλλεται από την τραπεζική πρακτική, προκειμένου να ωφεληθούν τρίτοι κλπ. Εν τελεί δήλωναν ότι ήταν αυτονόητη η επιθυμία τους να συμβάλουν στο έργο της Επιτροπής, διαπιστώνοντας όμως κατά τη δική τους αντίληψη ότι όντως επιχειρείται μία συντονισμένη ουσιαστική και επιμελής προσπάθεια διαφύλαξης της περιουσίας της τράπεζας και αποκατάστασης δικαιοσύνης , ευελπιστώντας στη συνέχισή της . 13) Ακόμη ο Ε.. Δ. στις 5-2-2014 υπέβαλε νέα αναφορά με θέμα τη συνεχιζόμενη παραβατική συμπεριφορά του πρώην Επιθεωρητή κ. Σ. Δ., δηλώνοντας ότι παρότι η τράπεζα είχε λύσει τη σύμβαση εργασίας με τον εν λόγω Επιθεωρητή από τις 16-12-2013, ο τελευταίος συνέχιζε να ευρίσκεται στους χώρους των γραφείων Διοίκησης της τράπεζας στην Βόρειο Ελλάδα (γραφεία Εθνικής Αντιστάσεως 15). Εν τέλει οι ενάγοντες στις 28-5-2015 υπέβαλαν την με αυτή ημερομηνία Εμπιστευτική αναφορά - επιστολή με τίτλο "Βλάβη της περιουσίας της Τράπεζας - Φαινόμενα διαφθοράς και τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις από στελέχη της- Αίτημα άμεσης ανόρθωσης της βλάβης, την οποία επέφεραν άκυρες και παράνομες πράξεις, τις οποίες τέλεσαν Όργανα της Τράπεζας". Η εν λόγω Εμπιστευτική αναφορά απευθυνόταν στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης Ι. Γ., στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης Α. Α., στα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου που ήταν ο Α. Π., ο Ν. Μ. και ο Π. Κ., καθώς και στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, το οποίο απαρτιζόταν από τον παραπάνω αναφερόμενο Πρόεδρό του Ι. Γ., τον Αντιπρόεδρό του και μη εκτελεστικό μέλος του Α. Σ., τον παραπάνω αναφερόμενο Διευθύνοντα Σύμβουλο και εκτελεστικό μέλος του Α. Α., το εκτελεστικό μέλος του Ι. Ι., το μη εκτελεστικό μέλος του Α. Σ., το μη εκτελεστικό μέλος του Α. Π., το ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος του Η. Π., το μη εκτελεστικό μέλος του Π. Κ., το ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος του Δ. Β., το ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος του Ν. Μ., το μη εκτελεστικό μέλος του Ι. Γ. και το πρόσθετο μη εκτελεστικό μέλος του και εκπρόσωπο του Δημοσίου Σ. Γ. Κ.. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι την αναφορά αυτή υπέβαλαν σε εκτέλεση της από 9-1-2014 επιστολής της επιτροπής ελέγχου της εναγομένης, με την οποία τους καλούσε να της αποστείλουν όποιο συμπληρωματικό ή νέο στοιχείο είχαν στη διάθεσή τους ή οτιδήποτε άλλο κατά την κρίση τους θα ήταν χρήσιμο (σκέψεις, σχόλια, κ.α.) καθώς και ότι την επιστολή αυτή παρέλαβε ο ίδιος ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, έλαβε δε αυτή αριθμό πρωτοκόλλου 685/28-5-2015, καθώς και από την Επιτροπή Ελέγχου ... 2015 και τούτο προκειμένου να θεμελιώσουν ισχυρισμό περί μη τέλεσης του αδικήματος συκοφαντικής δυσφήμισης (αφού για τη στοιχειοθέτηση αυτού απαιτείται η διάδοση ισχυρισμού ενώπιον τρίτου , τρίτος όμως δεν είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, αφού αυτοί ως εκπρόσωποι του νομικού προσώπου ταυτίζονται με το τελευταίο) αλλά και γνώσης του γεγονότος αυτού από την εναγομένη, και άρα για στοιχειοθέτηση, εξ αρχής γνώσης, της εναγομένης περί ψευδούς απόδοσης της κατηγορίας σ' αυτούς και εν τέλει για εξ αρχής, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους κατά τα όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η αναφορά αυτή κατατέθηκε από τους ίδιους τους ενάγοντες απευθείας μόνο στα χέρια του Διευθύνοντος Σύμβουλου, όπως το πρώτον αυτοί ισχυρίστηκαν με τις εφέσεις τους, αλλά αντίθετα αποδεικνύεται ότι η αναφορά αυτή κατατέθηκε απ' αυτούς και σε τρίτο πρόσωπο και δη στην ιδιαιτέρα γραμματέα προϊστάμενη και της γραμματείας του Διευθύνοντος Συμβούλου και επομένως γνώση του περιεχομένου αυτής έλαβαν όχι μόνο τα προαναφερόμενα πρόσωπα που εκπροσωπούσαν την εναγομένη, αλλά και τρίτοι και δη τόσο τα μέλη της επιτροπής ελέγχου που δεν εκπροσωπούν κατά τον νόμο την εναγομένη όσο και η γραμματέας του γραφείου του διευθύνοντος συμβούλου που πρωτοκόλλησε το εν λόγω έγγραφο, αλλά ακόμη και οι λοιποί υπάλληλοι στους οποίους διένειμε η ως άνω γραμματέας το έγγραφο αυτό, ώστε το τελευταίο να καταλήξει στα χέρα των παραπάνω προσώπων και ιδίως των μελών της επιτροπής ελέγχου που ήταν τρίτοι σε σχέση με την εναγομένη. Τούτο προκύπτει σαφώς και από τα ιστορούμενα σε ανύποπτο χρόνο από τους ίδιους τους ενάγοντες, οι οποίοι διαψεύδοντας τον ισχυρισμό τους ότι η αναφορά κατατέθηκε απευθείας μόνο στα χέρια του Διευθύνοντος Συμβούλου, ιστορούσαν στην αγωγή τους ότι την πρωτοκόλληση έκαμε η ιδιαίτερα γραμματέας του ως άνω συμβούλου κυρία Ρ.. Επίσης η αναφορά αυτή ουδόλως σχετίζεται με την από 9-1-2014 επιστολή της επιτροπής ελέγχου, αφού με την τελευταία αυτή επιστολή τους καλούσε η ως άνω επιτροπή να υποβάλλουν οποιοδήποτε πρόσθετο στοιχείο, κρίση ή εκτίμηση, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας που τους γνωστοποιήθηκε σαφώς και ορισμένως και δη μέχρι την 23-1-2014, όμως η ως άνω αναφορά υποβλήθηκε μετά ένα έτος, τέσσερις μήνες και πέντε ημέρες μετά τη λήξη της ως άνω καταληκτικής ημερομηνίας, γεγονός που καταδεικνύει αβίαστα τη μη συσχέτιση της από 9-1-2014 επιστολής με την προαναφερθείσα από 28-5-2015 εμπιστευτική αναφορά των εναγόντων. Στην ως άνω αναφορά, που είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη (περιέχει 146 σελίδες), γίνεται καταρχήν εκτενής και πάλι μνεία στις προηγηθείσες με τις προαναφερόμενες καταγγελίες αναφορές των εναγόντων. Μάλιστα η εξιστόρηση των σχετικών περιστατικών γίνεται κατά βάση διά της αυτούσιας παράθεσης εκτεταμένων περικοπών από τις πολυάριθμες προηγηθείσες αναφορές τους προς τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της εναγομένης από το έτος 2009 σε υποθέσεις πελατών της τελευταίας, σχετιζόμενες κυρίως με τις δανειοδοτήσεις σε χορηγητικούς πελάτες και χορηγήσεις μπλοκ επιταγών σε καταθετικούς πελάτες που προαναφέρθηκαν, ο χειρισμός των οποίων από τα αρμόδια στελέχη της καταδεικνύει, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην εν λόγω αναφορά, κακοδιαχείριση σε βάρος της εναγόμενης με πρόθεση συγκάλυψης των οργάνων της, με συνέπεια την πρόκληση σε αυτήν πολύ μεγάλης περιουσιακής ζημίας. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, οι ενάγοντες αναφέρονται στις καταγγελίες πράξεων υπεξαγωγής εγγράφων με αναφορά στο από 11-7-2010 έγγραφο ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Ε.. Ρ., το οποίο ο ίδιος αναγάγει σε πλήρη απόδειξη των ισχυρισμών του και αναντικατάστατο αποδεικτικό στοιχείο για την τέλεση αξιοποίνων πράξεων όσον αφορά την περίπτωση της δανειοδότησης της εταιρείας ... ΑΒΕΕ-..., της αναίτιας σωματικής επίθεσης και παράνομης φωτογράφισής τους από τον επιθεωρητή εσωτερικού ελέγχου κ Δ., πράξεων οι καταγραφές των οποίων από τα συστήματα εσωτερικής καταγραφής της τράπεζας δεν τους χορηγήθηκαν, πράξεις και παραλείψεις που συγκαλύφθηκαν και αποσιωπήθηκαν στα πορίσματα του παραπάνω επιθεωρητή , ο οποίος ήταν εμπαθής εναντίον τους από το παρελθόν και όμως η τράπεζα τον περιέλαβε με την εμπιστοσύνη της και του ανέθεσε την έρευνα της καταγγελίας της Μ. όπου τέλεσε σοβαρές παραλείψεις και παραβάσεις ώστε να μην δύναται αρχικά να καταλάβουν ποιος ο λόγος της έρευνας και που στόχευαν οι ερωτήσεις προσπαθώντας να τους εξαπατήσει ότι δήθεν εξετάζει άλλη υπόθεση, αξιόποινες παραλείψεις του οποίου στόχευαν να τους καταστήσουν αναξιόπιστους για τις καταγγελλόμενες απ' αυτούς πράξεις με σκοπό συγκάλυψης αυτών, παραλείψεις και σκοποί που ήταν γνωστοί τόσο στα πειθαρχικά συμβούλια όσο και στους εποπτεύοντες - ανώτερα όργανα της εναγόμενης, που ασπάσθηκαν καθ' ολοκληρία το ψευδές περιεχόμενό τους με σκοπό την συγκάλυψη, απόκρυψη και αποσιώπηση των καταγγελλόμενων παράνομων πράξεων διαφθοράς , απάτης, απιστίας κλπ σε βάρος της περιουσίας της τράπεζας. Ακόμη αναφέρουν ότι επί της από 21-1-2013 καταγγελίας τους τα μέλη της επιτροπής ελέγχου με την από 11-7-2013 απόφασή τους συγκάλυψαν και απέκρυψαν τις παράνομες πράξεις σε βάρος της περιουσίας της τράπεζας που αυτοί κατήγγειλαν καθώς και το ότι οι επιθεωρητές (ιδίως ο Δ.) εξαπάτησαν την τράπεζα με την έκδοση του υπ' αριθ. ...2011 πορίσματος, που αφορούσε τις καταγγελίες τους από 31-8-2009 έως 20-2-2011 και ιδίως επί της υπόθεσης της δανειοδότησης της εταιρείας ... ΑΒΕΕ - .... Ότι το ίδιο έγινε και επί της από 2-8-2013 καταγγελίας τους που αφορούσε την υπόθεση ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ Μ. Ζ., ότι οι επιθεωρητές και οι συνεργάτες τους δρούσαν είτε υπό τις οδηγίες είτε υπό τη γνώση και ανοχή ανωτάτων οργάνων και προσώπων, ενταγμένων όλων σε συγκροτημένη δομή προκειμένου να βλάψουν την περιουσία της τράπεζας, ότι οι εποπτεύοντες και παραλήπτες των πορισμάτων των επιθεωρητών και ιδίως του πορίσματος υπ' αριθ. ...2013 (ιδίως όσον αφορά την προαναφερθείσα υπόθεση ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ Μ. Ζ.) ασπάσθηκαν τα πορίσματα, που ήταν αντίθετα με τις καταγγελίες του ενάγοντος Ε.. Δ. χωρίς να του ζητήσουν διευκρινίσεις ή να τον ενημερώσουν, βλάπτοντας με γνώση συγκάλυψης την περιουσία της τράπεζας, το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση δανειοδότησης της εταιρείας ... ΑΕ, ότι η απόρριψη των καταγγελιών τους με την από 11-7-2013 απόφαση της επιτροπής ελέγχου και η άρνηση χορήγησης των βιντεοσκοπήσεων των αξιοποίνων συμπεριφορών του επιθεωρητή Δ. γινόταν με σκοπό συγκάλυψης υπαιτίων αξιοποίνων πράξεων που κατήγγειλαν και έβλαπταν την περιουσία της εναγομένης συναρτώμενη με την αναίρεση της αξιοπιστίας τους και της βασιμότητας των καταγγελιών τους , οι δε επιθεωρητές ήταν βέβαιο πως είτε είχαν λάβει διαβεβαιώσεις από ανωτέρους τους ότι ουδείς επρόκειτο να εξετάσει τις εν λόγω βιντεοσκοπήσεις, ότι υπήρξε ανοχή και παράλειψη των υπευθύνων οργάνων της τράπεζας για την άσκηση αξιώσεων ανόρθωσης περιουσιακής βλάβης της λόγω των παρανομιών που τελέστηκαν και καταγγέλθηκαν από αυτούς με συνεχείς καταγγελίες, ότι υφίστατο, στη βάση σχεδίου και όχι ευκαιριακά, ροπή του επιθεωρητή Δ. να διαστρεβλώνει τα γεγονότα, να χρησιμοποιεί ανορθόδοξα μέσα στα πορίσματά του, τα οποία αν και κατέκριναν ως ψευδή και ανυπόστατα στη διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού, στο Δευτεροβάθμιο και Ανώτερο Αναθεωρητικό πειθαρχικά συμβούλια, παρόλα αυτά τόσο ο Πρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης I.. Γ. όσο και τα μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων της εναγομένης, που έλαβαν γνώση των αιτιάσεών τους, δεν ζήτησαν την παραπέρα διευκρίνιση και έρευνα των αιτιάσεών τους, που είναι βάσιμες αφού δεν τους ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη και επομένως προκύπτει αδιαφορία των προσώπων του 6μελούς ΔΣ και ανώτερων στελεχών των μελών των πειθαρχικών Συμβουλίων ,με σκοπό την συγκάλυψη. Ακόμη αναφέρουν ότι τα μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων πλαστογράφησαν τα πρακτικά στη διαδικασία ιδίως του Ανώτερου Πειθαρχικού Συμβουλίου, όπου δεν αποτυπώθηκαν πλήρως οι ισχυρισμοί του Ε.. Ρ., με σκοπό να γίνει δεκτό το πόρισμα του Δ., διέπραξαν κακοδικία γιατί δεν επέτρεψαν τον Ε.. Ρ. να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του και να ασκήσει θεμελιώδη δικαιώματά του και γιατί έλαβαν υπόψη τους τα ψευδή έγγραφα της καταγγελίας της Μ., που χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να απαξιωθούν οι καταγγελίες τους για τις παράνομες πράξεις που λάμβαναν χώρα ως προς τις χρηματοδοτήσεις και να επιτευχθεί η συγκάλυψή τους και η βλάβη της τράπεζας προς όφελος τρίτων, για τον ίδιο δε λόγο έλαβαν υπόψη τα ερωτηματολόγια του επιθεωρητή Δ. καθώς και τα πορίσματα του τελευταίου. Ότι δεν επανέλαβαν άκυρες πράξεις της πειθαρχικής διαδικασίας παρά έλαβαν υπόψη τους τα προαναφερθέντα παράνομα αποδεικτικά μέσα, ότι συμμετείχε στη συνεδρίαση ο κ Μ. χωρίς να ερευνηθεί ποια η σχέση του με την καταγγέλλουσα κ Μ., δεν επέτρεψαν σ' αυτούς και τον δικηγόρο τους να εξετάσουν και οι ίδιοι τη Μ., σε αντιπαράσταση μ' αυτούς, ούτε καν ανέγνωσαν τα πρακτικά που περιείχαν τις καταθέσεις της, ότι δεν τους χορήγησε το Ανώτερο πειθαρχικό συμβούλιο τα πρακτικά της συζήτησης της πρωτοβάθμιας δίκης και τα δύο δε πειθαρχικά συμβούλια το έγγραφο της καταγγελίας της Μ. (αρχικής και συμπληρωματικής) με σκοπό να μην προβούν στην ανταπόδειξη του περιεχομένου του και σε απόδειξη μίας μεθοδευμένης σκευωρίας σε βάρος τους και σε βάρος της περιουσίας της τράπεζας, ότι βεβαίωσαν ότι τηρήθηκε ενώπιον τους η διαδικασία που ορίζουν οι νόμοι και οι κανονισμοί της τράπεζας, ότι πλαστογράφησαν τα εν λόγω πρακτικά σε καίρια σημεία τους που αναφέρουν ειδικότερα στην αναφορά τους, και όλα αυτά με σχέδιο οργανωμένο και σκοπό να εκθέσουν σε δίωξη και τιμωρία και να καταδικάσουν αθώους, επειδή τόλμησαν να διαφυλάξουν την περιουσία της τράπεζας και άρα με σκοπό να συγκαλύψουν και να παρασιωπήσουν την τέλεση αξιοποίνων πράξεων σε βάρος της περιουσίας της, λόγους για τους οποίους προσέβαλαν με την εν λόγω αναφορά τα πρακτικά για πλαστογραφία και ζήτησαν την εξαίρεση κάθε προσώπου που θα συμμετέχει στη διαδικασία έρευνας της πλαστογραφίας και το οποίο συμμετείχε στη λήψη της απόφασης στα ως άνω συμβούλια. Εν κατακλείδι σημείωναν ότι τα αρμόδια όργανα της εναγομένης παραβίασαν την αρχή της ακρόασης, της κατ' αντιμωλίαν εξέτασης, την αρχή της ισότητας των όπλων, κονιορτοποίησαν το Σύνταγμα, τους νόμους και τους κανονισμούς της εναγομένης, καταδίκασαν αθώους επειδή τόλμησαν να καταγγείλουν την περιουσιακή βλάβη της τελευταίας και θεωρούν ότι οι αξιόποινες πράξεις που εδώ και καιρό κατήγγειλαν χρήζουν άμεσης δικαστικής διερεύνησης. Στο αιτητικό δε, της παραπάνω αναφοράς τους, προσβάλλοντας για πλαστότητα τα πρακτικά των πειθαρχικών συμβουλίων, ζητούσαν τα εξής : "Προσβάλλουμε για πλαστότητα τα πρακτικά των πειθαρχικών συμβουλίων της 24-11-2011 Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο 1ου βαθμού και της 2-3-2012 Ανώτερο Αναθεωρητικό Πειθαρχικό Συμβούλιο 2ου βαθμού, Αιτούμεθα την άμεση ακύρωση/ επανάληψη/ αναψηλάφιση (κατά τις διατάξεις των άρθρων 176, 525, 528, 529, 530 ΚΠΔ και 138, 170, 171, 175, 3 54, 360, 365, 502, 510, 511 ΚΠΔ) κάθε πράξης και απόφασης των πειθαρχικών συμβουλίων τα οποία διέπραξαν κακοδικία στις 24-11-2011 το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο 1ου βαθμού και στις 2-3-2012 το Ανώτερο Αναθεωρητικό Πειθαρχικό Συμβούλιο 2ου βαθμού, Αιτούμεθα την άμεση εφαρμογή των νόμων και του κανονισμού, Αιτούμεθα την άμεση ανόρθωση και αποκατάσταση κάθε βλάβης την οποία σε πολλαπλά επίπεδα μας έχουν επιφέρει παράνομες πράξεις τις οποίες τέλεσαν όργανα της τράπεζας". Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στη συνέχεια και εντός της νόμιμης τρίμηνης προθεσμίας μετά την υποβολή της ως άνω αναφοράς τους, η εναγόμενη υπέβαλε την από 27-8-2015 έγκληση σε βάρος των εναγόντων, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, για το αδίκημα της δυσφήμισης ανωνύμου εταιρίας, που τιμωρείται κατ' άρθρον 364 ΠΚ, φερόμενο ως τελεσθέν σε βάρος της δια μέσω της ως άνω αναφοράς τους, η οποία περιήλθε σε γνώση, πέραν βεβαίως των αποδεκτών της, τουλάχιστον της ιδιαιτέρας γραμματέα του Διευθύνοντος Συμβούλου που την παρέλαβε και την πρωτοκόλλησε. Σε συνέχεια δε της ως άνω έγκλησής της και συγκεκριμένα την 5-2-2016 η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως, άνευ αποζημίωσης, τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, επικαλούμενη ως λόγο καταγγελίας τη σε βάρος τους υποβολή έγκλησης για πράξη που τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος και στα πλαίσια της υπηρεσίας τους. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγομένη προέβη στην εναντίον τους έγκληση εν γνώσει της αθωότητάς τους και δη ενώ γνώριζε ότι οι κατηγορίες που τους απέδιδε με την προαναφερθείσα έγκληση ήταν ψευδείς και ότι αυτοί, στην από 28-5- 2015 αναφορά τους, που αποτέλεσε την αφορμή για την υποβολή της έγκλησης, αναφέρθηκαν στην αλήθεια, ενώ η εναγομένη με δόλο να καταγγείλει μερικούς μήνες αργότερα τις συμβάσεις τους, υπέβαλε την έγκληση γνωρίζοντας την αναλήθεια των ισχυρισμών της ότι δήθεν τέλεσαν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί ουδόλως αποδεικνύονται βάσιμοι. Ειδικότερα αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι κανένα αρμόδιο όργανο της εναγομένης δεν στέρησε από τους ενάγοντες το δικαίωμα να υποβάλλουν οποιοδήποτε πρόσθετο στοιχείο είχαν για τις καταγγελλόμενες απ' αυτούς υποθέσεις και να αναφέρουν τις οποιεσδήποτε διευκρινήσεις ήθελαν και τούτο αβίαστα αποδεικνύεται από τον μεγάλο και υπερβολικό αριθμό των αναφορών που οι ενάγοντες υπέβαλαν εκθέτοντας τους ισχυρισμούς τους, στις οποίες, εάν πραγματικά ήθελαν, μπορούσαν να αναφέρουν οποιοσδήποτε διευκρινίσεις ήθελαν, ενώ, εάν πράγματι ήταν ειλικρινής η πρόθεσή τους, μπορούσαν, εάν πράγματι κατείχαν πρόσθετα στοιχεία, να τα προσκομίσουν. Όσον δε αφορά τους ισχυρισμούς τους ότι δεν γνώριζαν την τύχη των αναφορών τους και ιδίως ως προς το πόρισμα του επιθεωρητή Δ., οι τελευταίοι δεν αποδεικνύονται βάσιμοι, αφού όπως προαναφέρθηκε η επιτροπή ελέγχου της εναγομένης, στις 11-7-2013, τους απάντησε ότι οι καταγγελίες τους με βάση τα πορίσματα επί των ερευνών των καταγγελιών αυτών, τις εξηγήσεις των στελεχών και τις πειθαρχικές αποφάσεις των συμβουλίων κρίθηκαν αβάσιμες κι επομένως οι ενάγοντες είχαν πλήρη γνώση του γεγονότος της απόρριψης των καταγγελιών τους καθώς και ότι πριν αυτήν προηγείται έλεγχος, που ως γνωστόν σ' αυτούς, ως έμπειρων στελεχών, καταλήγει σε σύνταξη πορίσματος. Ακόμη οι ενάγοντες είχαν ενημερωθεί κατά τα προαναφερθέντα και για τις αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων αρμοδίως. Άλλωστε το υπ' αριθ. ...2011 πόρισμα του επιθεωρητή Δ. είχε κοινοποιηθεί και στις υπηρεσίες των εναγόντων και ήταν σε γνώση και αυτού και όλα αυτά πέραν του γεγονότος ότι, σε κάθε περίπτωση, όπως και οι ίδιοι οι ενάγοντες σε ανύποπτο χρόνο ομολογούσαν στις αναφορές τους, δεν ήταν σε θέση και δεν είχαν δικαίωμα ενημέρωσης για τους εσωτερικούς ελέγχους που διενεργούσε η εναγόμενη, ήτοι ελέγχους που αφορούσαν εσωτερικά ζητήματα της υπηρεσίας της και για τους οποίους μόνο δικαίωμα και όχι υποχρέωση ενημέρωσης είχε η εναγομένη. Ούτε υπεξαγωγή του από 11-7-2010 εγγράφου του ενάγοντος Ε.. Ρ., ούτε αδικαιολόγητη απόρριψη των καταγγελιών τους κατά του επιθεωρητή Δ. όσον αφορά την καταγγελλόμενη αναίτια φραστική επίθεση και φωτογράφηση τους, υπεξαγωγή και απόρριψη με σκοπό συγκάλυψης, όπως ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες, αποδείχθηκε, το οποίο μάλιστα έγγραφο ο τελευταίος ανήγαγε σε έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο πλήρους απόδειξης μη επιδεχόμενο ανταπόδειξης των ισχυρισμών του περί δήθεν τέλεσης αξιοποίνων πράξεων κατά τη χρηματοδότηση της εταιρείας ... ΑΕΒΕ από τα όργανα της εναγομένης. Και τούτο, ως προς το τελευταίο, αβίαστα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εάν η εναγομένη με τα όργανά της είχε σκοπό να συγκαλύψει τις καταγγελλόμενες, από τον Ε.. Ρ., με το εν λόγω έγγραφο πράξεις χρηματοδότησης, τότε δεν υπήρχε λόγος η αρμόδια υπάλληλος της διεύθυνσης εσωτερικού ελέγχου Α. Δ., με το από 24-9- 2013 έγγραφό της, να ζητεί από τον εν λόγω καταγγέλλοντα την υποβολή του εν λόγω εγγράφου. Επί πλέον οι ενάγοντες εάν πραγματικά υπέστησαν τις καταγγελλόμενες πράξεις προσβολής από τον επιθεωρητή Δ. θα έπρεπε για να δικαιολογήσουν τον ισχυρισμό και το αίτημά τους για παροχή των μαγνητοσκοπήσεων, να υποβάλλουν αρμοδίως μήνυση, στην οποία να αναφέρουν τα πρόσωπα που ήταν παρόντα κατά τα επεισόδια, ώστε να εξετάζονταν αρμοδίως και ενόρκως από τις προανακριτικές αρχές τα κατονομαζόμενα παριστάμενα πρόσωπα όποτε και μόνο θα νομιμοποιείτο η εναγομένη να προβεί στην παραχώρηση των καταγραφών από τα συστήματα επιτήρησης, που περιείχαν και τα προσωπικά δεδομένα τρίτων, στις ίδιες τις προανακριτικές αρχές και όχι στους ενάγοντες (βλ. άρθρο 9 της υπ' αριθ. 1/2011 οδηγίας της αρχής προστασίας προσωπικών δεδομένων), γεγονός που καταδεικνύει αβίαστα την αβασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού των εναγόντων. Διότι εάν πράγματι οι τελευταίοι ενδιαφέρονταν ειλικρινά για την αποκάλυψη πράγματι υφιστάμενων παράνομων συμπεριφορών σε βάρος τους από όργανα της εναγόμενης, εντός του χώρου εργασίας, όφειλαν να είχαν υποβάλλει αρμοδίως μήνυση, ώστε ενόρκως να εξεταστούν οι αυτόπτες μάρτυρες και να γεννηθεί υποχρέωση της εναγομένης να κοινοποιήσει τα στοιχεία καταγραφής από τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης των εν λόγω συμπεριφορών. Οι ενάγοντες δεν ενήργησαν με τον τρόπο αυτό, διότι πολύ καλά γνώριζαν ότι ουδεμία τέτοια συμπεριφορά έλαβε χώρα σε βάρος τους εντός των χώρων εργασίας, εμμονικά δε επαναλάμβαναν το εν λόγω αίτημά τους προκειμένου να θεμελιώσουν άδικη σε βάρος τους συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης και να δικαιολογήσουν το αίτημά τους για ανάκληση των πειθαρχικών καταδικών τους , αίτημα που αποτελούσε μάλιστα και το κύριο αντικείμενο της από 28- 5-2015 αναφοράς τους. Ενισχύεται η κρίση αυτή του Δικαστηρίου και από το γεγονός ότι στις αρχικές αναφορές τους ο μεν Ε.. Δ. δεν εξειδικεύει τα πραγματικά περιστατικά της αναίτιας φραστικής επίθεσης που καταγγέλλει ότι δέχθηκε από τον επιθεωρητή και οι δυο δε καταγγέλλοντες δεν ζητούν τη χορήγηση αντιγράφων από τα συστήματα βιντεοεπιτήρησης. Ούτε προέκυψε το ψευδές της καταγγελίας της υπαλλήλου Κ. Μ. και το άδικο της καταδίκης τους με τις προαναφερθείσες αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων, αφού αυτοί που πράγματι επέλεξαν τον τόπο, χρόνο και τρόπο συμπεριφοράς στην περίπτωση των γεγονότων που αφορούν την Μ., όπως τα περιστατικά αυτά αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα και προαναφέρθηκαν, ήταν οι ίδιοι οι ενάγοντες. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο έτερος συμμέτοχος των εναγόντων, ήτοι ο Σ. Σ., πέραν της εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων βοηθημάτων, ουδέποτε προσέβαλε τις αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων ως εκδοθείσες στα πλαίσια οργανωμένου σχεδίου συγκάλυψης αξιοποίνων πράξεων και ουδέποτε συμμετείχε με τους ενάγοντες στην υποβολή των προαναφερθέντων αναφορών τους και ιδίως στην ως άνω από 28-5-2015 αναφορά. Ούτε ακόμη προέκυψε και η προσχηματική χρησιμοποίηση της καταγγελίας αυτής της Μ. από τα όργανα της εναγόμενης, που στόχευε δήθεν στην απαξίωση των ιδίων των εναγόντων και των καταγγελιών τους (για παράνομες χρηματοδοτήσεις πλησιόχρονες με την καταγγελία) με σκοπό την συγκάλυψη των εν λόγω καταγγελιών και την περιουσιακή βλάβη της τράπεζας. Ούτε άλλωστε προέκυψαν σοβαρές παραβάσεις της πειθαρχικής διαδικασίας, αφού, εν τέλει, όπως προαναφέρθηκε, στους ενάγοντες ναι μεν δεν χορηγήθηκε το σύνολο των καταγγελιών της Μ., πλην όμως σε κάθε περίπτωση έλαβαν γνώση αυτών και δη των μεν πραγματικών περιστατικών των καταγγελιών από το απόσπασμα του πορίσματος του εσωτερικού ελέγχου και ο Δ. και από το ερωτηματολόγιο και την κλήση σε απολογία, των δε πρακτικών του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου έλαβαν γνώση κατά τη συζήτηση στο Ανώτερο Πειθαρχικό Συμβούλιο όταν τους παραδόθηκαν από τον Πρόεδρό. Εξάλλου οι ισχυρισμοί τους ότι συμμετείχε στη συνεδρίαση ο κ. Μ. χωρίς να ερευνηθεί ποια η σχέση του με την καταγγέλλουσα κ. Μ. και ότι δεν επέτρεψαν σ' αυτούς και τον δικηγόρο τους να εξετάσουν και οι ίδιοι τη Μ., ακόμη και σε αντιπαράσταση, ελέγχονται ως αβάσιμοι, αφού κατά τα προαναφερθέντα το μεν επρόκειτο για απλή συνωνυμία στα επίθετα των προαναφερθέντων προσώπων, το δε, κατά την κυριαρχικά ανέλεγκτη κρίση του εν λόγω συμβουλίου, δεν εξετάστηκε η εν λόγω μάρτυρας σε αντιπαράσταση με τους ενάγοντες. Πολύ περισσότερο δεν αποδείχθηκε τέλεση αδικημάτων πλαστογραφίας των πρακτικών των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων και με πρόθεση των μελών των για τέλεση κακοδικίας σε βάρος των εναγόντων με σκοπό, όπως και πάλι ισχυρίζονται οι ενάγοντες, να εκθέσουν σε δίωξη και τιμωρία και να καταδικάσουν αθώους επειδή δήθεν τόλμησαν να διαφυλάξουν την περιουσία της τράπεζας και με σκοπό επίσης να συγκαλύψουν την τέλεση αξιοποίνων πράξεων, ήτοι συμπεριφορές των μελών των πειθαρχικών συμβουλίων που κατά τα επί λέξει αναφερθέντα στην ως άνω αναφορά τους να "συγκαλύπτουν τη δράση δομημένης ομάδος, συγκροτούμενης από περισσότερα των τριών προσώπων, με σκοπό την τέλεση περισσότερων αξιόποινων πράξεων με διάρκεια δράσης που εκτείνεται σε βάθος χρόνου εν προκειμένω τουλάχιστον εξαετίας", φωτογραφίζοντας με τη χρήση όρων της διάταξης του νόμου για τις εγκληματικές οργανώσεις (άρθρο 187 ΠΚ), την ύπαρξη και δράση στους κόλπους και υπό την προστασία της εναγομένης εγκληματικής οργάνωσης (βλ. ιδίως σελ 115 επιστολής στίχοι 3-6 και σελ. 120). Η αναλήθεια των ισχυρισμών τους αποδεικνύεται αβίαστα και από το γεγονός ότι εάν πράγματι υπήρχαν τόσο σημαντικές παραβάσεις της πειθαρχικής διαδικασίας από τα όργανα της εναγομένης, τότε οι ενάγοντες θα είχαν προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια για την ακύρωση των εν λόγω αποφάσεων, γεγονός όμως που οι τελευταίοι δεν έπραξαν. Τουναντίον μάλιστα προβάλουν τόσο σοβαρές και με δόλο παραλείψεις των εν λόγω οργάνων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στην πειθαρχική διαδικασία, όχι ενώπιον κάποιου πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου, αλλά σε μία αναφορά προς τον εργοδότη τους, το πρώτον τρία έτη μετά την περάτωση της εν λόγω διαδικασίας και με αίτημα όχι την έρευνα ή καταδίωξη των εν λόγω συμπεριφορών αλλά την ανάκληση των εν λόγω αποφάσεων. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσής τους ενώπιον του Αναθεωρητικού Συμβουλίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων, παριστάμενος μαζί με αυτούς και χωρίς μάλιστα οι τελευταίοι να εκφράσουν κάποια αντίρρηση, ευχαρίστησε τα μέλη του Ανώτερου Πειθαρχικού Συμβουλίου για τη διαδικασία την οποία χαρακτήρισε εξαιρετικά δημοκρατική, οι δε όψιμοι ισχυρισμοί τους περί δήθεν πλαστότητας των πρακτικών και κακοδικίας μη συνοδευόμενοι μάλιστα με την υποβολή εγκαίρως μήνυσης ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου, ή αγωγή ακύρωσης ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, ή με τη μαρτυρία κάποιου προσώπου συναδέλφου τους είτε ακόμη με την μαρτυρία του παριστάμενου με αυτούς πληρεξούσιου δικηγόρου είναι απολύτως αναληθείς. Εξάλλου οι καταγγελλόμενες παραβάσεις του εσωτερικού επιθεωρητή Σ. Δ., όσον αφορά την έκδοση του υπ' αριθ. ...2011 πορίσματος, δεν αντέχουν στη λογική, αντίθετα καταδεικνύουν δόλια συμπεριφορά των εναγόντων να επικαλεστούν οποιεσδήποτε παραβάσεις προκειμένου να θεμελιώσουν το αίτημα της αναφοράς τους για ανάκληση των καταδικαστικών σε βάρος τους πειθαρχικών αποφάσεων, αφού το ως άνω πόρισμα εκδόθηκε σε συσχετισμό και με τις δηλώσεις των ιδίων περί της απόλυτης βεβαιότητάς τους περί μη παρέμβασης ανώτατων στελεχών προς προνομιακή μεταχείριση πελατών και μη εκφοράς πεποίθησής τους περί παραπλάνησης της τράπεζας και ευθύνης χειρισμού της κάθε υπόθεσης από τους υπαλλήλους της εναγομένης ή τον διευθυντή του καταστήματος, διότι είχαν καλή γνώση των δυσκολιών που υφίσταντο, του χρόνου, της προσοχής, της διάθεσης και του κόπου που απαιτείτο, ώστε να γίνονται σωστά οι διαδικασίες, δηλαδή δηλώσεις που αναιρούν την οποιαδήποτε αξιοπιστία τους για δήθεν δράση των επιθεωρητών, των μελών των πειθαρχικών συμβουλίων της εναγομένης, μελών που ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της και ανώτερα στελέχη της, υπό τις οδηγίες, γνώση και ανοχή ανωτάτων οργάνων της, εντεταγμένων όλων σε δομημένη ομάδα που στοχεύει στη συγκάλυψη αξιοποίνων πράξεων προς βλάβη της περιουσίας της εναγομένης και όφελος τρίτων, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι στις αρχικές, όπως προαναφέρθηκε, αναφορές τους από 31-8-2009 ως 20-2-2011, πριν την έκδοση των πειθαρχικών αποφάσεων, οι ενάγοντες εξέφραζαν την απόλυτη βεβαιότητά τους ότι ανώτατα στελέχη της εναγομένης και επικεφαλής της τράπεζας (άρα και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου) δεν επρόκειτο ποτέ να παρέμβουν για κανένα πελάτη προς προνομιακή αυτού μεταχείριση με καταστρατήγηση εγκρίσεων και απόκρυψη δεδομένων. Απόλυτη βεβαιότητα που τεχνηέντως ελησμόνησαν όταν επρόκειτο πλέον να επικαλεστούν παραβάσεις της πειθαρχικής διαδικασίας για να δικαιολογήσουν το αίτημά τους για ανάκληση των πειθαρχικών καταδικαστικών αποφάσεων. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, με βάση τα ιστορούμενα στην ως άνω από 28-5-2015 αναφορά των εναγόντων όλες οι αναφερόμενες απ' αυτούς παράνομες συμπεριφορές έλαβαν χώρα επειδή οι ίδιοι κατήγγειλαν αξιόποινες πράξεις στελεχών της εναγομένης και με σκοπό να τους αποτρέψει η τελευταία να καταδιώκουν τους εμπλεκόμενους σε παρανομίες υπαλλήλους της και ανώτερα διοικητικά της στελέχη, αλλά και για να τους τιμωρήσει για το γεγονός ότι τόλμησαν να προβούν σε επώνυμες αναφορές καταγγέλλοντας παράνομες πράξεις στελεχών της μεταξύ των οποίων και παράνομες χορηγήσεις δανείων σε βάρος των συμφερόντων της τελευταίας και προς βλάβη της περιουσίας της με σκοπό της συγκάλυψής τους. Είναι φανερό ότι κρίσιμο στοιχείο περί της απόδειξης των ισχυρισμών αυτών αποτελεί το γεγονός της ύπαρξης παράνομων και αξιοποίνων συμπεριφορών στελεχών της εναγομένης κατά τις χορηγήσεις δανείων, ώστε στη συνέχεια να δύναται να θεμελιωθεί και σκοπός απόκρυψης και συγκάλυψης. Πλην όμως η τέλεση τέτοιων αξιοποίνων πράξεων ουδόλως αποδείχθηκε. Ειδικότερα οι υποθέσεις που ονομαστικά ανέφεραν οι ενάγοντες στην αναφορά τους, που, κατά τους ίδιους, κατεδείκνυαν κακοδιαχείριση από στελέχη της εναγομένης προς οικονομική ζημία της τελευταίας, είχαν και κατά το παρελθόν αποτελέσει αντικείμενο τόσο όμοιων αναφορών όσο και επανειλημμένης έρευνας τόσο από τη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, όσο και από την Επιτροπή Ελέγχου, που αμφότερες είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα, βάσει και των πορισμάτων του προαναφερθέντος εσωτερικού ελεγκτή Δ., ότι δεν είναι βάσιμες (βλ. και τη με αριθμό πρωτ. ...2011 επιστολή της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου προς τον Γενικό Διευθυντή Επιχειρηματικής και Λιανικής Τραπεζικής, ως και τις υπ' αριθμ. ...2013 επιστολές της Επιτροπής Ελέγχου, απευθυνόμενες στον πρώτο και στον δεύτερο των εναγόντων αντίστοιχα, στις οποίες αναφέρεται ότι κατόπιν νέων αναφορών τους για τις ίδιες υποθέσεις, χρονολογούμενων από την 21-1-2013, δεν διαπιστώθηκε η βασιμότητα των όσων είχαν καταγγείλει). Είναι βέβαια αληθές ότι περί τα τέλη του 2013, ύστερα από νέες επιστολές των εναγόντων, που εστάλησαν μετά την κοινοποίηση προς αυτούς των ως άνω υπ' αριθμ. ...2013 επιστολών, η Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου διενήργησε νέα έρευνα επί των καταγγελλομένων περιστατικών, η οποία ανατέθηκε επί τούτου σε τριμελές κλιμάκιο εσωτερικών ελεγκτών, χωρίς δηλαδή τη συμμετοχή του ελεγκτή Δ., που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάποια από τα καταγγελλόμενα εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος Ε. Ρ. είχαν τελικά βασιμότητα κατά τα αναφερόμενα στο με αριθμό πρωτοκόλλου ...2013 πόρισμα της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου προς την Επιτροπή Ελέγχου. Και δη ως προς τους καταθετικούς πελάτες διαπιστώθηκαν παραβάσεις μόνο του κανονισμού καταθέσεων και εσωτερικών εγκυκλίων λόγω λαθών και τυπικών παραλείψεων που τέλεσε ακόμη και ο Ε.. Ρ. και όχι στοιχεία που να καταδεικνύουν επιδίωξη στοιχειοθέτησης βλάβης της τράπεζας αλλά και στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι οι εμπλεκόμενοι στις ως άνω χρηματοδοτήσεις αντιλαμβάνονταν την τράπεζα όπου υπηρετούσαν ως ιδιοκτησία τους. Όσον αφορά δε τους χορηγητικούς πελάτες (... ..., Ρ. Κ., όπου διαπιστώθηκαν και παραλείψεις του καταγγέλλοντας Ε.. Ρ., ..., Δημαρχόπουλου Παναγιώτη κλπ) δεν προέκυψαν παραλείψεις που καταδείκνυαν επιδίωξη στοιχειοθέτησης βλάβης της τράπεζας αλλά και στοιχεία ότι οι εμπλεκόμενοι στις ως άνω χρηματοδοτήσεις αντιλαμβάνονταν την τράπεζα όπου υπηρετούσαν ως ιδιοκτησία τους . Ήτοι η βασιμότητα διαπιστώθηκε μόνο σε περιπτώσεις που δε συνιστούν κακοδιαχείριση υπό την έννοια της εκ προθέσεως πρόκλησης περιουσιακής βλάβης στην εναγόμενη τράπεζα, αλλά απλώς παρατυπίες, χρήζουσες πιθανώς πειθαρχικού και όχι ποινικού ελέγχου, μη υφιστάμενων δε αξιόποινων πράξεων δεν τίθεται καν ζήτημα συγκάλυψης αυτών με οποιαδήποτε από τις αναφερόμενες στην παραπάνω επιστολή συμπεριφορές των οργάνων της εναγομένης. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί πως το γεγονός ότι ο ως άνω νέος έλεγχος οδήγησε σε εν μέρει διαφορετικά συμπεράσματα σε σχέση με εκείνα του εσωτερικού ελεγκτή Δ. καταδεικνύει κατ' αρχήν το αμερόληπτο και ανεξάρτητο των ενεργειών των οργάνων της εναγόμενης, που αποφασίζουν με βάση τα στοιχεία που διαθέτουν (ο Δ. στηρίχθηκε και στις προαναφερθείσες δηλώσεις των ίδιων των εναγόντων) και κατά δεύτερο λόγο τη διάπραξη απλώς σφαλμάτων ή πλημμελούς έρευνας εκ μέρους των οργάνων αυτών κατά τη διενέργεια των σχετικών ελέγχων, χωρίς βεβαίως αυτό να είναι ποινικά μεμπτό και ουδόλως να δύναται να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω ελεγκτής, ενεργώντας δολίως και σε συμπαιγνία με άλλα τραπεζικά στελέχη, θέλησε να συγκαλύψει τις καταγγελθείσες υποθέσεις κακοδιαχείρισης προς οικονομική ζημία της εναγόμενης τράπεζας και προς δικό του ή άλλων τρίτων αντίστοιχα όφελος. Πρέπει ιδιαίτερα να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι ενάγοντες, πέραν της προαναφερθείσας επιστολής τους υπέβαλαν στον Εισαγγελέα διαφθοράς Θεσσαλονίκης και την από 23-10-2015 μηνυτήρια αναφορά τους, την οποία στήριξαν στην προαναφερθείσα από 28-5-2015 αναφορά τους την οποία συνυπέβαλαν, κατόπιν δε της μηνυτήριας αυτής αναφοράς τους σχηματίσθηκε η ΑΒΜ ... δικογραφία στα πλαίσια της οποίας ασκήθηκε με την υπ' αριθ 244/28-3-2017 παραγγελία του Εισαγγελέα εγκλημάτων διαφθοράς Θεσσαλονίκης ποινική δίωξη σε βάρος υπευθύνων της εναγομένης για απιστία κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία στην οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ για τις πράξεις των χρηματοδοτήσεων της εταιρείας ... ΑΕΒΕ, ... ΑΕ, μόνες χρηματοδοτήσεις από τις αναφερθείσες στην παραπάνω από 28-5-2015 αναφορά τους που αξιολογήθηκαν ως ποινικά αξιόλογες. Οι ενάγοντες μάλιστα για να αποδείξουν ότι η έγκληση υποβλήθηκε με γνώση της εναγομένης περί της αθωότητάς τους και με λόγους, όπως οι ίδιοι σαφώς επικαλούνται εκδίκησης, κακότητας, μίσους και εχθρότητας και προκειμένου να τους αποτρέψει να καταδιώκουν τους εμπλεκόμενους σε παρανομίες και παρατυπίες υπαλλήλους της, επιλέγοντας μάλιστα ως χρόνο της καταγγελίας των συμβάσεών τους τη στιγμή που η εν λόγω αναφορά τους άρχισε να αποτελεί και αντικείμενο έρευνας του Εισαγγελέα διαφθοράς στα πλαίσια της οποίας κλήθηκαν και οι ίδιοι να καταθέσουν στο τμήμα προστασίας δημόσιας περιουσίας, ρητά αναφέρουν στα δικόγραφα της έφεσής τους και στις προτάσεις τους στη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 11-2-2019, ότι η αλήθεια των ισχυριζόμενων και καταγγελλόμενων απ' αυτούς γεγονότων με τις προαναφερόμενες αναφορές τους, αλλά και η γνώση της εναγομένης για την αλήθεια αυτή, προκύπτει αβίαστα από την άσκηση δίωξης του Εισαγγελέα διαφθοράς για τα αδικήματα της απιστίας στηριζόμενη στις καταγγελλόμενες απ' αυτούς πράξεις παράνομων χορηγήσεων δανείων. Πλην όμως, ήδη επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθ. 266/2019 αμετάκλητο πλέον Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με το οποίο αποφασίσθηκε να μην γίνει κατηγορία για απιστία κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, ζημίας άνω των 30.000 € και άμεση συνέργεια στην ανωτέρω πράξη σε βάρος στελεχών της εναγομένης κατά των οποίων ασκήθηκε η δίωξη, δεδομένου ότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις αξιοποίνων πράξεων και παραλείψεων των στελεχών της κατά τη χορήγηση των δανειοδοτήσεων στις παραπάνω υποθέσεις, γεγονός που πλήρως επιβεβαιώνει την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου βασιζόμενη στα προαναφερθέντα πορίσματα. Συνακόλουθα, οι ενάγοντες, με τους ισχυρισμούς τους ότι εντός της εναγομένης τράπεζας δρα και συγκαλύπτεται δομημένη ομάδα, απαρτιζόμενη από ανώτερα και ανώτατα στελέχη της, που ζημιώνουν την περιουσία της και περαιτέρω ότι τα μέλη αμφοτέρων των πειθαρχικών συμβουλίων, στα οποία μετείχαν τόσο ο κατά τον χρόνο της αναφοράς τους Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, όσο και άλλα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου, συνέργησαν στην από κοινού πλαστογράφηση των πρακτικών των συνεδριάσεων των συμβουλίων προκειμένου να συγκαλύψουν τη δράση της παραπάνω ομάδας, προκαλώντας την άδικη και παράνομη καταδίκη των ιδίων, εμφανίζοντας και την εναγόμενη ως κέντρο κακοδιαχείρισης, συγκάλυψης και προστασίας της παρανομίας από πρόσωπα που ανήκουν στα ανώτερα στελέχη της που κατονομάστηκαν ιδιαίτερα και αναφέρθηκαν παραπάνω, προσέβαλαν την εναγομένη και τέλεσαν τα στοιχεία της πράξης που συνιστά τη δυσφήμιση σε βάρος της κατά την έννοια του άρθρου 364 ΠΚ και ως τούτου, η αναφορά τους ήταν αναληθής και άρα η έγκληση που ακολούθως υποβλήθηκε σε βάρος τους δε δύναται να θεωρηθεί ότι υποβλήθηκε από την εναγομένη εν γνώσει της αθωότητάς τους καθώς και ότι η τελευταία προέβη στην εναντίον τους έγκληση ενώ γνώριζε ότι οι κατηγορίες που τους απέδιδε με την προαναφερθείσα έγκληση ήταν ψευδείς. Επομένως και η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους λίγους μήνες αργότερα δεν ήταν ευθύς εξ αρχής καταχρηστική όπως ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους. Περαιτέρω αποδεικνύεται ακόμη και ότι οι εν λόγω καταγγελίες δεν ήταν προσχηματικές γιατί δήθεν στην πραγματικότητα πίσω απ' αυτές υποκρύπτονταν λόγοι εκδίκησης. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι το κίνητρο για τις εν λόγω καταγγελίες ήταν η υποβολή της ως άνω έγκλησης λόγω της τέλεσης της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης εκ μέρους των εναγόντων για την οποία και καταμηνύθηκαν και όχι η ικανοποίηση αισθημάτων εκδίκησης και εμπάθειας προς το πρόσωπό τους επειδή δήθεν ασκούσαν δικαίωμα που απέρρεε από τον κανονισμό εργασίας της εναγομένης, αλλά και από τις συμβάσεις εργασίας τους να αναφέρουν αρμοδίως ακόμα και απλές υπόνοιες παρατυπιών, ότι ακόμη επειδή δήθεν εκτελούσαν την από 9-1-2014 εντολή της επιτροπής ελέγχου να της αποστείλουν οποιοδήποτε συμπληρωματικό στοιχείο είχαν στη διάθεσή τους, συμπεριλαμβανομένων σκέψεων ή σχολίων, σχετικά με τα καταγγελλόμενα περιστατικά και ότι σε κάθε περίπτωση επιπλέον επειδή στα άρθρα 5 και 9 του Ν. 2957/2001 προβλέπεται ότι απαγορεύεται κάθε κύρωση σε βάρος εργαζομένων, επειδή κατήγγειλαν πράξεις διαφθοράς σε αρμόδια πρόσωπα ή αρχές, αφού προέκυψε ότι η ως άνω αναφορά δεν ήταν καλόπιστη στηριζόμενη σε εύλογες υποψίες τέλεσης αξιοποίνων πράξεων αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι ήταν αναληθής και στοχευμένη ώστε, με χρήση σκληρών, αναληθών και εμμονικά επαναλαμβανόμενων ίδιων από το έτος 2009 κατά βάση ισχυρισμών, που είχαν απορριφθεί ως αβάσιμοι από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, να επιτύχουν την ανάκληση από την εναγομένη των πειθαρχικών ποινών που τους επιβλήθηκαν δυνάμει της πειθαρχικής διαδικασίας, γιατί παραβίασαν, κατά τα προαναφερθέντα, τον Κώδικα Ηθικής Συμπεριφοράς και Δεοντολογίας και τον Κανονισμό Εργασίας Προσωπικού της εναγομένης. Δεν στόχευαν δε στη καταγγελία δήθεν αξιοποίνων πράξεων αλλά υπό το πρόσχημα αυτών και την απειλή δικαστικής διερεύνησής τους και έκθεση της φήμης και της πίστης του κοινού σ' αυτήν, επιζητούσαν να την αναγκάσουν στην ανάκληση των ως άνω αποφάσεων. Για το λόγο αυτόν ακόμη η ως άνω καταγγελία δεν ήταν απότοκος του γεγονότος ότι ξεκίνησε, βάσει των καταγγελιών των εναγόντων, έρευνα του Εισαγγελέα διαφθοράς στα πλαίσια της από 2-1-2015 παραγγελίας του, δυνάμει της οποίας κλήθηκαν και οι ίδιοι οι ενάγοντες να καταθέσουν στο τμήμα προστασίας δημόσιας περιουσίας , δεδομένου ότι στο τέλος της αναφοράς τους αυτής οι ίδιοι οι ενάγοντες δήλωναν την ανάγκη άμεσης δικαστικής διερεύνησης των καταγγελιών τους αυτών, διερεύνηση που σίγουρα η εναγομένη ήδη ανέμενε βάσει της δήλωσής αυτής και δεν ήταν η έρευνα αυτή του Εισαγγελέα το κίνητρο που ώθησε την τελευταία να προβεί στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας. Στο συμπέρασμα δε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι εάν πράγματι η διοίκηση της εναγόμενης έτρεφε τέτοια συναισθήματα προς τα πρόσωπα των εναγόντων, ιδίως επειδή επιχειρούσαν την άσκηση νομίμων δικαιωμάτων τους, σίγουρα θα είχε προβεί αν όχι στη μήνυση τουλάχιστον στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους από προγενέστερο διάστημα, όταν άρχισαν να υποβάλλουν τις πρώτες τους καταγγελίες - αναφορές, που χρονολογούνται από το 2009 για τον πρώτο και από το 2011 για τον δεύτερο από αυτούς. Άλλωστε όπως προαναφέρθηκε το αίτημα της επιστολής αυτής δεν συνδεόταν με την άσκηση του νομίμου δικαιώματος τους να αναφέρουν ακόμη και τις υποψίες τους προς τέλεση αξιοποίνων πράξεων που βλάπτουν την περιουσία της εναγομένης, αφού το αίτημα αυτής δε συνιστούσε αναφορά προς διερεύνηση αξιοποίνων πράξεων σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος, αλλά ανάκληση των πειθαρχικών καταδικών τους υπό την ανάγκη άμεσης περαιτέρω δικαστικής διερεύνησης. Ακόμη ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι η παρέλευση χρονικού διαστήματος 5 μηνών από την υποβολή της έγκλησης (27- 8-2015) μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας (5-2-2016) καταδεικνύει βάσιμα την έλλειψη αιτιώδους σύνδεσης της έγκλησης με την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. (πλην όμως και ο εν λόγω ισχυρισμός αποδεικνύεται αβάσιμος, δεδομένου ότι το διάστημα των 5 μηνών και ολίγων ημερών που μεσολάβησε από την υποβολή της σε βάρος τους έγκλησης έως την καταγγελία των συμβάσεών τους είναι εύλογο, αφού το μεν ο χρόνος αυτός ήταν αναμενόμενος και εύλογος ενόψει της ανάγκης της συλλογικής δράσης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και της λήψης της σχετικής απόφασης μετά από ώριμη σκέψη και μελέτη μίας καταγγελίας - αναφοράς 146 σελίδων, σε διάστημα μάλιστα που στην εναγομένη εκκρεμούσαν ζητήματα ελλιπούς κεφαλαιοποίησής της και ανάγκη να αποφασιστεί η ανακεφαλοποίησή της καθώς και παγωμένα ζητήματα όσον αφορά τους κεφαλαιακούς περιορισμούς που επιβλήθηκαν από την κρατική νομοθεσία (capital controls) το δε σε κάθε περίπτωση εύλογος χρόνος για την απόλυση εργαζομένου, μετά τη σε βάρος του υποβολή μήνυσης, θεωρείται όλη η χρονική περίοδος από τη μήνυση έως την τελεσίδικη καταδίκη του την οποία η εναγόμενη θα μπορούσε να αναμένει όσον αφορά τους ενάγοντες και μετά να ασκήσει τις καταγγελίες (.........).Το προαναφερθέν κίνητρο της ως άνω καταγγελίας προκύπτει αβίαστα και από τον προκλητικό τίτλο της καταγγελίας αυτής που αναφέρεται σε βλάβη της περιουσίας της εναγομένης και σε φαινόμενα διαφθοράς και τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις από στελέχη της και με ιστόρηση πραγματικών περιστατικών που δεν αποτελούσαν απλώς ανακεφαλαίωση προηγούμενων καταγγελιών τους, ώστε να μη δικαιολογείται η αντίδραση της εναγομένης με τις εν λόγω καταγγελίες θεωρούμενη ως καθυστερημένη, αλλά πρωτοφανής δριμύτητας επίθεση με σκληρούς χαρακτηρισμούς ακόμη και με τη συγκάλυψη δράσης δομημένης ομάδος εντός των κόλπων της εναγομένης, φωτογραφίζοντας τη δράση εγκληματικής οργάνωσης του ποινικού κώδικα, χαρακτηρισμών που δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο των προγενέστερων αναφορών τους. Με βάση το ύφος αυτό της αναφοράς ήταν προδιαγεγραμμένη για ένα λογικό και μέσο επιχειρηματία η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, δεδομένου ότι κανένας επιχειρηματίας και δη τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο η σχέση εμπιστοσύνης και το αίσθημα συνεργασίας των εργαζόμενων υπαλλήλων είναι πολύ πιο έντονο από ότι σε άλλες επιχειρήσεις, να συνεχίσει να ανέχεται και να απασχολεί εργαζόμενους που προβαίνουν σε τέτοιου είδους καταγγελίες, εμφανίζοντας τον εργοδότη τους να καταδιώκει τους εργαζόμενους του που επιδιώκουν να προασπίσουν τα συμφέροντά της και να προστατεύει όσους υπαλλήλους με τις πράξεις και παραλείψεις τους καθιστούν επισφαλή της περιουσία του συγκαλύπτοντας μάλιστα δομημένη ομάδα δράσης εγκληματιών εντός του χώρου του. Ακόμη οι ενάγοντες επικαλούμενοι το πρώτον ενώπιον του Εφετείου την απαλλαγή τους από το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης που φέρονται ότι τέλεσαν με την από 28-5-2015 αναφορά τους με βάση την υπ' αριθμ. 6312/12-11-2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίζονται ότι δεν είχαν δόλο στην τέλεση του αδικήματος αυτού και παρότι το γνώριζε το γεγονός αυτό η εναγόμενη εντούτοις υπέβαλε με δόλο και προσχηματικά την ένδικη έγκληση, ενώ στη συνέχεια προχώρησε βάσει αυτής και στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, με αποτέλεσμα και πάλι οι καταγγελίες αυτές να καθίστανται ευθύς εξ αρχής άκυρες. Πλην, όμως, και τούτος ο ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται βάσιμος, δεδομένου ότι καταρχήν η συνεχής επανάληψη από τους ενάγοντες, που είναι υψηλόβαθμα στελέχη της εναγομένης, των ίδιων αναληθών ισχυρισμών με τη χρήση σκληρών χαρακτηρισμών και εκφράσεων περί τέλεσης σοβαρών παραβάσεων των ανώτερων υπαλλήλων της αλλά και για πράξεις συγκάλυψης και ανοχής κατά την άσκηση των καθηκόντων τους τόσο κατά τη χορήγηση δανειοδοτήσεων όσο κατά την άσκηση των πειθαρχικών τους καθηκόντων, γεγονότων ιδιαίτερα βλαπτικών για την επαγγελματική υπόσταση και την επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγόμενης καθώς και η διασύνδεση των γεγονότων αυτών ώστε να δικαιολογηθεί όχι η καλόπιστη αναφορά και έρευνα των γεγονότων αυτών αλλά για να δικαιολογηθεί το αίτημα ανάκλησης της πειθαρχικής καταδίκης τους τρία έτη μετά την καταδίκη τους αυτή, καταδεικνύει την ύπαρξη δόλου. Η κρίση του Δικαστηρίου αυτή δεν αναιρείται από την προαναφερθείσα απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου, η οποία δεν δημιουργεί δεδικασμένο στην παρούσα δίκη. Άλλωστε σε κάθε περίπτωση τα αμέσως ως άνω γεγονότα ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν τη δικαιολογημένη πεποίθηση στην εναγομένη ότι διαπράχθηκε η αξιόποινη πράξη και επήλθε ο συνεπαγόμενος κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου που δικαιολογεί και δεν καθιστά καταχρηστική την καταγγελία κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψης της παρούσας. Τέλος αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους δεν ήταν άκυρη, η τελευταία θα μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί με ηπιότερα μέσα και δη με τη λήψη πειθαρχικών μέτρων σε βάρος τους. Τούτο διότι εξαιτίας της παραπάνω ενέργειάς τους υπό τη μορφή και την ένταση που προαναφέρθηκε, εύλογα εξέλιπε η εμπιστοσύνη των προσώπων που διοικούν την εναγομένη προς τα πρόσωπά τους, με συνέπεια την οριστική και ανεπανόρθωτη διατάραξη της εργασιακής τους σχέσης με αυτή, η οποία δε θα μπορούσε να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε πειθαρχική τους τιμωρία, δεδομένου και του ότι στο ευαίσθητο τραπεζικό περιβάλλον η ύπαρξη σχέσεων εμπιστοσύνης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών, πολύ δε περισσότερο στην περίπτωση των εναγόντων, που δεν ήταν απλοί υπάλληλοι αλλά ανώτερα διευθυντικά στελέχη της. Τέλος, με δεδομένο ότι η εναγόμενη νομίμως δικαιούταν να καταγγείλει άνευ αποζημίωσης τις συμβάσεις εργασίας τους, κατόπιν της σε βάρος τους υποβολής μήνυσης για την προαναφερόμενη πράξη που στρεφόταν σε βάρος της, δεν τίθεται ούτε ζήτημα ακυρότητας των απολύσεών τους λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης, παρά τα όσα αβάσιμα αυτοί ισχυρίζονται. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ούτε προσέβαλε την προσωπικότητα των τελευταίων και επομένως η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των εναγόντων-εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, ως αβάσιμες κατ' ουσία.
Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 (αληθώς 14 παρ. 2) του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η οποία, όπως υποστηρίζουν, συντελέστηκε με την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας αυτών, γιατί, δεχόμενο ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική, καθόσον η σε βάρος τους υποβληθείσα υπ' αυτής έγκληση για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης Α.Ε. από κοινού, δεν ήταν ψευδής και προσχηματική ούτε έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς αυτούς, αν και οι ίδιοι είχαν αθωωθεί της σε βάρος τους κατηγορίας αμετάκλητα με την 6312/12-11-2019 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ δεν είχε εξουσία να εξετάσει παρεμπιπτόντως το υποστατό της κατηγορίας, το έπραξε και παράλληλα, δημιούργησε αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή τους ως κατηγορουμένων, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασής του δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης αυτών κατά τρόπο μάλιστα κατηγορηματικό για το αποδιδόμενο σ` αυτούς αδίκημα, οδηγούμενο σε αποτέλεσμα μη συμβατό με την αθωωτική γι' αυτούς ποινική απόφαση και περαιτέρω, ενώ δέχθηκε ότι ανεξάρτητα από την ποινική αθώωσή τους, η έκτακτη καταγγελία θεωρείται ότι ασκήθηκε έγκυρα και βάσει υπαρκτού λόγου, επειδή υπήρχε δικαιολογημένη πεποίθηση της αναιρεσίβλητης ότι διαπράχθηκε η αξιόποινη πράξη, στήριξε αυτή στους ίδιους όρους και περιστατικά που στήριζαν τη μήνυση και την κατηγορία, δίχως όμως να διαλαμβάνει ειδική αιτιολογία επιστηρίζουσα το διατακτικό της, με αναφορά σε στοιχεία διάφορα αυτών που επιστήριζαν τη σε βάρος τους υποβληθείσα μήνυση και μετέπειτα την κατηγορία. Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του εναγόντων-αναιρεσειόντων που προέκυπτε από την προαναφερόμενη ποινική απόφαση, ούτε και τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Και τούτο διότι ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική απόφαση και να την θέσει ως βάση στην απόφαση του. Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης της αθωωτικής απόφασης, όμως η υποχρέωση συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την απόφαση αυτή. Ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ποινική απόφαση, μετά την αμετάκλητη αθώωση των τότε κατηγορουμένων και εναγόντων, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία ή σχολιασμό αυτής, το σκεπτικό της οποίας άλλωστε, με βάση το οποίο οδηγήθηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στην αθώωσή τους, ούτε υφίσταται στη δικογραφία αλλά ούτε και προσκομίστηκε με επίκληση, ενώπιόν του, από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες. Οι περιεχόμενες δε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές αναφορικά με τη βασιμότητα των περιλαμβανομένων στην από 27-8-2015 μήνυση της αναιρεσίβλητης σε βάρος τους περιστατικών και τις εντεύθεν συνέπειές τους, αφορούν την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, κατά την εξέταση του ίδιου βιοτικού συμβάντος, όπως εκτίθετο και στην ένδικη αγωγή τους, και την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, σχετικά με την επικαλούμενη εκ μέρους των εναγόντων ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους λόγω υποβολής της σε βάρος τους ως άνω μήνυσης από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη προσχηματικά, και δεν αποτελούν δήλωση σχετικά με την ποινική τους ενοχή. Ειδικότερα από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, βάσει ενός ολιγότερου αυστηρού (σε σχέση με την ποινική διαδικασία) βάρους απόδειξης, αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία των σχετικών εκ του αστικού δικαίου διατάξεων και περιορίστηκε ρητά μόνον σ` αυτά, τις επί πλέον δε κρίσεις του ότι "οι ενάγοντες με τους ισχυρισμούς τους ότι εντός της εναγομένης τράπεζας δρα και συγκαλύπτεται δομημένη ομάδα,...που ζημιώνει την περιουσία της....εμφανίζοντας την εναγομένη ως κέντρο κακοδιαχείρισης, συγκάλυψης και προστασίας της παρανομίας....προσέβαλαν την εναγομένη και τέλεσαν τα στοιχεία της πράξης που συνιστά τη δυσφήμηση σε βάρος της κατά την έννοια του άρθρου 364 ΠΚ και ως εκ τούτου η αναφορά τους ήταν αναληθής και άρα η έγκληση που ακολούθως υποβλήθηκε σε βάρος τους δε δύναται να θεωρηθεί ότι υποβλήθηκε από την εναγομένη εν γνώσει της αθωώτητας τους..." διέλαβε για να στηρίξει το διαφορετικό, από την ποινική απόφαση, αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς αυτές να συνιστούν δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στους ενάγοντες- τότε κατηγορούμενους, που κηρύχθηκαν αμετάκλητα αθώοι. Επί των αυτών δε ως άνω παραδοχών το Εφετείο στήριξε και την επάλληλη κρίση του ότι εκ μέρους της αναιρεσίβλητης υφίστατο δικαιολογημένη πεποίθηση ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες είχαν διαπράξει σε βάρος της το υπ' αυτής καταγγελθέν αδίκημα, και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του και άλλα διάφορα αυτών πραγματικά περιστατικά. Επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση η κατά τα ανωτέρω επικουρική αιτιολογία του Εφετείου επαρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς μόνο από τον αριθμό 19), οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 174, 180 και 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 25 του Συντάγματος, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας ασαφείς, ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας οφειλομένης στην εν γνώσει της εναγομένης υποβολής σε βάρος τους προσχηματικής-αβάσιμης μήνυσης για την αποφυγή καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης στο πρόσωπό τους, συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής σε αυτήν συμπεριφοράς τους, αλλά και ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας λόγω της παράλειψης προσφυγής στην πειθαρχική διαδικασία κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με τα ως άνω ζητήματα, (κατά την στο αναιρετήριο διατύπωση): α) ενώ δέχεται ότι αυτοί υπέβαλαν στον Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς Θεσσαλονίκης την από 23-10-2015 μηνυτήρια αναφοράς τους, την οποία στήριξαν στην από 28-5-2015 αναφορά τους, που συνυπέβαλλαν και η οποία αποτέλεσε την αιτία της σε βάρος τους υποβληθείσας έγκλησης και σε συνέχεια αυτής, της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και ότι με βάση αυτή σχηματίστηκε δικογραφία και ασκήθηκε με την με αριθ. 244/28-3-2017 παραγγελία του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς Θεσσαλονίκης ποινική δίωξη σε βάρος υπευθύνων της εναγομένης για κακουργηματική απιστία κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία, με περιουσιακή ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 30.000 ευρώ, δεν εξηγεί γιατί η μεταγενέστερη έκδοση βουλεύματος με το οποίο αποφασίστηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των στελεχών της εναγομένης, καθιστούσε την αναφορά τους αναληθή και εντεύθεν, οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η σε βάρος τους έγκληση δεν υποβλήθηκε από την εναγομένη εν γνώσει της αθωότητάς τους ή εν γνώσει ότι οι κατηγορίες που τους απέδιδε με αυτή ήταν ψευδείς, β) δεν εξηγεί για ποιο λόγο η αναφορά τους δεν ήταν καλόπιστη και στηριζόμενη σε εύλογες υποψίες τέλεσης αξιόποινων πράξεων, οι οποίες με βάση το νόμο, τις κανονιστικές διατάξεις της αναιρεσίβλητης αλλά και τους όρους της σύμβασης εργασίας τους επέβαλαν το καθήκον να υποβάλλουν σχετική αναφορά με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, αλλά ήταν αναληθής και στοχευμένη και περαιτέρω δεν εξηγεί ούτε εκθέτει ποιες λέξεις ή εκφράσεις αντί εκείνων που χρησιμοποίησαν στην επίμαχη αναφορά τους θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για να διατυπώσουν τις σκέψεις τους για τα καταγγελλόμενα γεγονότα, ώστε η αναφορά τους να μην συγκεντρώνει τα παραπάνω χαρακτηριστικά, γ) δεν εξηγείται γιατί, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση κάνει ειδική μνεία στο εκδοθέν απαλλακτικό με αριθ. 266/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης προκειμένου να επιστηρίξει την παραδοχή της ότι η αναφορά τους ήταν αναληθής και με το οποίο βούλευμα αποφασίστηκε να μη γίνει κατηγορία διότι δεν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής που να δικαιολογούν την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, στο οποίο εξάλλου, δεν γινόταν παραδοχή ότι η υποβληθείσα μήνυση ήταν ψευδής, κατά περιεχόμενο ή ότι έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, παράλληλα δέχεται ότι η με το ίδιο περιεχόμενο αναφορά τους προς την εναγομένη ήταν αναληθής και συνιστούσε δυσφήμηση σε βάρος της, δ) δεν εξηγείται γιατί, ενώ δέχεται ότι δια της επίδικης αναφοράς τους δεν στόχευαν στην καταγγελία αξιόποινων πράξεων αλλά υπό το πρόσχημα αυτών και την απειλή δικαστικής διερεύνησής τους και έκθεση της φήμης και της πίστης του κοινού σ' αυτήν, επιζητούσαν να αναγκάσουν την αναιρεσίβλητη στην ανάκληση των αποφάσεων με τις οποίες τους είχε επιβληθεί τελεσίδικα πειθαρχική ποινή, με ποιό τρόπο και σύμφωνα με ποιά διάταξη του νόμου ή του κανονισμού της εναγομένης, θα ήταν δυνατή η ανάκληση των πειθαρχικών αποφάσεων, ενόψει μάλιστα της προηγούμενης παραδοχής της περί εξάντλησης από μέρους τους των εσωτερικών ενδίκων μέσων, αλλά και της ανυπαρξίας σχετικής πρόβλεψης στον κανονισμό της εναγομένης, ε) δεν εξηγεί επαρκώς, ενώ δέχεται ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας δεν ήταν απότοκος της-με βάση τη μηνυτήρια αναφορά τους- έρευνας της Εισαγγελίας Εγκλημάτων Διαφθοράς, τον λόγο για τον οποίο, οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας, οι οποίες δεν έγιναν αμέσως μετά την υποβολή της αναφοράς, αλλά οκτώ μήνες μετά και δη πλησιοχρόνως της επίδοσης των εγγράφων κλήσεων της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας προς την εναγομένη, προκειμένου να προσκομίσει στοιχεία σχετικά με τις καταγγελίες τους, δεν σχετίζονται με τις τελευταίες (κλήσεις προς παροχή στοιχείων) και περαιτέρω δέχεται κατά τρόπο αντιφατικό, ότι με την αναφορά τους δεν στόχευαν στην καταγγελία δήθεν αξιόποινων πράξεων και τελικά με ελλιπή αιτιολογία δέχεται ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της υποβολής της αναφοράς εν συνεχεία της έγκλησης και των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, είναι εύλογο με την επίκληση της ανάγκης συλλογικής δράσης του Διοικητικού Συμβουλίου και μελέτης της πολυσέλιδης αναφοράς, σε σχέση δε με την παραδοχή αυτή, εν συνεχεία αντιφατικά δέχεται ότι το αίτημα της αναφοράς δεν ήταν η διερεύνηση αξιόποινων πράξεων, αλλά η ανάκληση των πειθαρχικών καταδικών τους, χωρίς όμως να εξηγείται επαρκώς η παραδοχή του ότι η εναγομένη ανέμενε τη δικαστική διερεύνηση και συνεπώς οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας δεν ήταν απότοκος της Εισαγγελικής Έρευνας για τα ίδια θέματα, στ) δεν εξηγεί επαρκώς, ενώ δέχεται ότι με βάση το περιεχόμενο της επίμαχης αναφοράς, η εναγομένη ανέμενε την έρευνα του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, το λόγο για τον οποίο η ίδια ταυτόχρονα είχε σχηματίσει τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι τέλεσαν σε βάρος της το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης με βάση το περιεχόμενο της αναφοράς αυτής, ζ) ενώ δέχεται ότι η σε βάρος τους πειθαρχική διαδικασία κινήθηκε το 2011 και ολοκληρώθηκε το 2012, ακολούθως δέχεται ότι γινόταν από μέρους τους χρήση σκληρών, αναληθών κα εμμονικά επαναλαμβανόμενων ίδιων από το έτος 2009 κατά βάση ισχυρισμών που είχαν απορριφθεί ως αβάσιμοι από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, προκειμένου να επιτύχουν την ανάκληση των πειθαρχικών ποινών, που τους είχαν επιβληθεί στα πλαίσια της μεταγενέστερης χρονικά πειθαρχικής διαδικασίας, στη συνέχεια δε και σε απάντηση του ισχυρισμού τους ότι ενήργησαν σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος, δέχεται ότι η προς την εναγομένη τελευταία χρονικά και επίδικη αναφορά τους, δεν αποτελούσε απλά ανακεφαλαίωση προηγουμένων καταγγελιών τους, ώστε να μην δικαιολογείται η αντίδραση της εναγομένης με τις εν λόγω καταγγελίες θεωρούμενη ως καθυστερημένη, αλλά περιελάμβανε σκληρούς χαρακτηρισμούς που δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο των προγενέστερων αναφορών τους, η) δεν εξηγεί, ενώ δέχεται ότι το σύνολο των επιστολών και αναφορών τους που είχαν υποβληθεί από το έτος 2009 μέχρι το 2015 ήταν αναληθείς και στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι περί τα τέλη του 2013, ύστερα από επιστολές τους, μετά την ενημέρωσή τους ότι οι καταγγελίες τους κρίθηκαν αβάσιμες, η Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της εναγομένης διενήργησε νέα έρευνα, σύμφωνα με την οποία οι ελεγκτές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κάποια από τα ευρήματα είχαν τελικά βασιμότητα, αλλά συνιστούσαν παρατυπίες που δεν συνιστούσαν κακοδιαχείριση ούτε έχρηζαν ποινικού ελέγχου, πως η προηγούμενη παραδοχή της συμβιβάζεται με την με βάση τα ίδια στοιχεία κίνηση ποινικής δίωξης σε βάρος στελεχών της από την Εισαγγελία Διαφθοράς για κακουργηματική απιστία, η οποία προϋπέθετε επαρκείς ενδείξεις για ποινικώς αξιόλογες πράξεις ή παραλείψεις, αλλά και την υποχρέωσή τους με βάση τους όρους της σύμβασης εργασίας και τις κανονιστικές διατάξεις της εναγομένης να ανακοινώσουν κάθε παρατυπία ή παραβίαση κανονισμών και όχι μόνο ποινικά μεμπτών συμπεριφορών, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει στις παραδοχές της, θ) δεν εξηγεί επαρκώς, ενώ κατά τις παραδοχές της με το επίμαχο έγγραφο επαναλαμβάνονται οι ίδιοι ισχυρισμοί που είχαν συμπεριληφθεί σε προηγούμενες αναφορές από το 2009 μέχρι το 2015 και μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας των συμβάσεών τους, απασχολούνταν στις ίδιες θέσεις εμπιστοσύνης, δίχως να προηγηθεί από την πλευρά της εναγομένης έκφραση δυσαρέσκειας, πως εντούτοις καταλήγει ότι δεν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα, στα πλαίσια όσων όριζε ο Κανονισμός και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, αφού η κρίση της αυτή με μόνη την αναφορά ότι εξαιτίας της προηγούμενης ενέργειάς τους εξέλιπε η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό τους, η δε διατάραξη της εργασιακής σχέσης δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε πειθαρχική τιμωρία, είναι ελλιπής και τέλος ι) δεν αφίσταται με ειδική αιτιολογία από το πόρισμα του ποινικού δικαστηρίου, το οποίο τους αθώωσε για το αδίκημα του άρθρου 364 ΠΚ, καθώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ειδική αιτιολογία η αναφορά ότι η συνεχής επανάληψη των ιδίων αναληθών ισχυρισμών με τη χρήση σκληρών χαρακτηρισμών και εκφράσεων περί τέλεσης σοβαρών παραβάσεων των υπαλλήλων της εναγομένης αλλά και για πράξεις συγκάλυψης και ανοχής κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ώστε να δικαιολογηθεί το αίτημα ανάκλησης της πειθαρχικής καταδίκης τους, καταδεικνύει την ύπαρξη δόλου, αφού αυτή αποτελεί επανάληψη των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η μήνυση και μετέπειτα, η κατηγορία για την οποία αθωώθηκαν, καταφάσκοντας σε βάρος τους-κατά παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής της δίκαιης δίκης-ευθύνη για την τέλεση του αδικήματος, δίχως να παραθέτει άλλα περιστατικά, που να δικαιολογούν την αντίθετη κρίση της. Έτσι διατυπούμενος, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό τις επικαλούμενες αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας με βάση τα οποία έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των εναγόντων- αναιρεσειόντων είναι αβάσιμη κατ' ουσία, όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο (το Εφετείο) ότι η υπό της εναγομένης-αναιρεσίβλητης καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική, λόγω του ότι η κατ' αυτών υπ' αυτής υποβληθείσα μήνυση για παράβαση του άρθρου 364 ΠΚ δεν ήταν προσχηματική και δεν έγινε για την αποφυγή καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ούτε η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό τους συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής σ' αυτήν συμπεριφοράς τους και εν τέλει δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τη λήψη ηπιότερων μέσων και δη με τη λήψη πειθαρχικών μέτρων σε βάρος τους, και δεχόμενο (το Εφετείο) αντιθέτως ότι οι ως άνω καταγγελίες έλαβαν χώρα, καθότι λόγω της λεπτομερώς προπεριγραφείσας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων είχε εκλείψει η εμπιστοσύνη των προσώπων που διοικούν την εναγομένη προς το πρόσωπό τους, με συνέπεια την οριστική και ανεπανόρθωτη διατάραξη της εργασιακής τους σχέσης με αυτή, η οποία δεν μπορούσε να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε πειθαρχική τους τιμωρία. Ειδικότερα δε οι διαλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις, συνιστώμενες στο σύνολό τους στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "δεν εξηγεί επαρκώς...", συνάπτονται με την αιτιολόγηση του σχετικού σαφούς και χωρίς αντιφατικές κρίσεις αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την απόρριψη των αγωγικών αιτημάτων των εναγόντων-αναιρεσειόντων, που προαναφέρονται, ως ουσιαστικά αβάσιμων και δεν είναι απαραίτητο για τη σαφήνεια και πληρότητα της αιτιολογίας του να περιέχει περαιτέρω στάθμιση και ανάλυση των επικληθέντων και προσκομισθέντων υπό των διαδίκων αποδεικτικών μέσων, βάσει των οποίων το Δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, ούτε να διαλαμβάνει περαιτέρω αιτιολογίες γιατί δεν αποδείχθηκαν τα θεμελιούντα την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά. Σημειώνεται επίσης ότι οι επικαλούμενες ασάφειες, ελλείψεις και αντιφάσεις στην πλειονότητά τους αφορούν πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτών και εφόσον συνέχονται ιδίως με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού του πορίσματος και επομένως αιτιολογία της απόφασής του ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ασάφεια, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ` του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ.Α.Π. 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 42/2002, ΑΠ 7/2022). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1493/2021). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1313/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 109/2019, Α.Π. 188/2017). Για να ιδρυθεί δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός, μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του KΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 42/2002, ΑΠ 322/2025, ΑΠ 308/2020, Α.Π. 237/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες, προβάλλουν με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης την από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά την συγκρότηση του αποδεικτικού του πορίσματος: Α) δεν έλαβε υπόψη, και πάντως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, όπως τούτο προκύπτει ευθέως από το γεγονός ότι σε ουδεμία ειδική μνεία ή σχολιασμό κατάφασης ή αντίκρουσης προέβη, όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα, παρά την ουσιώδη επίδραση αυτών στην έκβαση της δίκης, τα κατωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικών μέσων (έγγραφα), εκ των οποίων τα πέντε πρώτα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 529 ΚΠολΔ, ενώ τα δύο τελευταία είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο πρωτόδικο Δικαστήριο και επανέφεραν ενώπιόν του με τις προτάσεις τους, προς υποστήριξη των αγωγικών τους ισχυρισμών περί προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και του πραγματικού κινήτρου που ώθησε την εναγομένη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, που στη συνέχεια αποτέλεσαν λόγους της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, και ειδικότερα τα έγγραφα: α) την με αριθ. 625/2-11-2015 παραγγελία για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς Θεσσαλονίκης, β) την με αρ. πρωτ. 3021/8/Υ9-β/2-12-2015 επιστολή της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας/Τμήμα Προστασίας Δημόσιας Περιουσίας και Οικονομίας,προς την ... ΑΤΕ, κοινοποιούμενη προς την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλινίκης/Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς Θεσσαλονίκης για προκαταρκτική εξέταση, γ) το από 28-12-2015 υπόμνημα της ... ΑΤΕ, προς τον Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς Θεσσαλονίκης με ενσωματωμένη σ' αυτή την από 28-5-2015 επίδικη αναφορά τους, δ) την με αρ. πρωτ....2016 επιστολή της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας/Τμήμα Προστασίας Δημόσιας Περιουσίας και Οικονομίας, προς την ... , κοινοποιούμενη προς την Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης/Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, ε) την από 21-1-2016 εισήγηση των αρμοδίων στελεχών της εναγομένης προς το δ.σ.αυτής για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, στ) το από 22-1-2016 συμπληρωματικό υπόμνημα της ... , προς τον Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς Θεσσαλονίκης, ζ) το από 29-1-2016 πρακτικό του δ.σ. της εναγομένης με το οποίο εγκρίθηκε η εισήγηση για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, τα οποία αν το Εφετείο λάμβανε υπόψη δεν θα κατέληγε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους που έλαβε χώρα πέντε μήνες και λίγες ημέρες μετά την σε βάρος τους υποβολή έγκλησης, την 5-2-2016, ήτοι λίγες μόνο ημέρες μετά την παρέλευση σε αυτήν των με αρίθμηση α, β και δ εγγράφων, δεν ήταν απότοκος της έρευνας σε συνέχεια της οποίας, κινήθηκε η ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς Θεσσαλονίκης σε βάρος στελεχών της εναγομένης για το αδίκημα της απιστίας σε βαθμό κακουργήματος, με βάση τη μηνυτήρια αναφορά, η οποία στηρίχθηκε στην με το ίδιο περιεχόμενο και απευθυνόμενη προς την εναγομένη από 28-5-2015 αναφορά τους αλλά ήταν απότοκος του περιεχομένου αυτής της αναφοράς, η οποία προηγήθηκε των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας οκτώ ολόκληρους μήνες και της απόρριψης του βασικού ισχυρισμού τους ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους σχετιζόταν με την έρευνα αυτή, κινήθηκε δε από αισθήματα εχθρότητας και εκδικότητας προς υο πρόσωπό τους. Β) δεν έλαβε υπόψη ή πάντως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, παρά τη βεβαίωση ότι έλαβε υπόψη του όλα τα εκατέρωθεν επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, παρά την ουσιώδη επίδραση αυτών στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τις αναφορές με ημερομηνίες 18-11-2014, 21-11-2014, 24-11-2014 που απέστειλαν προς την εναγομένη και προσκόμισαν με επίκληση, τις μεν δύο πρώτες ενώπιον του Εφετείου, με τις κατατεθείσες προτάσεις τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 529 ΚΠολΔ, τη δε τρίτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με τις κατατεθείσες προτάσεις τους, για την απόδειξη του καταλυτικού ισχυρισμού τους ότι η υποβολή της επίμαχης αναφοράς τους έλαβε χώρα σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος και της από 9-1-2014 εντολής της εναγομένης, αναφέροντας όχι απλώς γεγονότα όπως πολλάκις έπραξαν στο παρελθόν, αλλά επιπρόσθετα και σκέψεις, σχόλια κρίσεις κ.α., όπως ρητά όριζε η εντολή της προς αυτούς, τα οποία αν το Εφετείο λάμβανε υπόψη δεν θα κατέληγε στο εσφαλμένο πόρισμα ότι η αναφορά αυτή δεν σχετίζεται με την προηγηθείσα από 9-1-2014 εντολή της τράπεζας, με αποτέλεσμα να απορρίψει τον ισχυρισμό τους αυτό, που επανέφεραν ενώπιόν του με τους σχετικούς λόγους των εφέσεών τους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθώς, από την ρητή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, που περιέχεται στην 9η σελίδα, της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης (οι ενάγοντες δεν εξέτασαν μάρτυρες), από τις ανωμοτί καταθέσεις αμφοτέρων των εναγόντων, καταθέσεις που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, που νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι τελευταίοι επίσης επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, έστω και αν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, καθώς λόγω της φύσης της διαφοράς ως εργατικής και των εξ αυτής σχέσεων εμπιστοσύνης επιτρέπεται και επιτράπηκε η απόδειξη με μάρτυρες, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες αιτιολογικό της και δη από το όλο περιεχόμενό της, στην οποία περιέχονται παραδοχές, σε σχέση με ζητήματα, στα οποία αφορούν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά έγγραφα χωρίς να είναι υποχρεωμένο να καθορίσει τη βαρύτητα εκάστου αποδεικτικού μέσου ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα και ειδικότερα ως προς τις χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες παραδοχές του, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας των αγωγικών ισχυρισμών των εναγόντων-αναιρεσειόντων περί προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και του πραγματικού κινήτρου που ώθησε την εναγομένη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους καθώς και του ισχυρισμού τους ότι η υποβολή της επίμαχης αναφοράς τους έλαβε χώρα σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος στο πλαίσιο και της από 9-1-2014 εντολής της εναγομένης. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, θεμελιώνεται στον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό του, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Πράγμα επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996). Ο από το άνω άρθρο λόγος αναίρεσης, όμως, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 293/2025, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 366/2021, ΑΠ 741/2018). Στοιχεία ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 961/2024, ΑΠ 330/2022). Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία (ΑΠ 57/2022), ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν συμπεράσματα ή επιχειρήματα των διαδίκων, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 816/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμός 8 πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, σε σχέση με τον αγωγικό τους ισχυρισμό ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους υπερέβαινε προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και ότι υπήρξε απόρροια εκδικητικότητας της εναγομένης η οποία εκδηλώθηκε με τον ανωτέρω τρόπο μόλις πληροφορήθηκε ότι ο Εισαγγελέας Εγκλημάτων Διαφθοράς Θεσσαλονίκης παρήγγειλε έρευνα με βάση τα ίδια καταγγελλόμενα περιστατικά, γεγονός το οποίο γνώριζε η εναγομένη, δεχόμενο (το Εφετείο) ότι το κίνητρο που ώθησε την εναγομένη να προβεί στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, δεν ήταν η έρευνα που παραγγέλθηκε από τον ως άνω Εισαγγελέα, δεδομένου ότι η εναγομένη σίγουρα ανέμενε τη διερεύνηση αυτή, βάσει της εμπεριεχόμενης στην από 28-5-2015 αναφορά δήλωσης ότι υφίσταται ανάγκη άμεσης δικαστικής διερεύνησης των καταγγελιών και ότι αν πράγματι, η εναγομένη έτρεφε τέτοια αισθήματα προς το πρόσωπό τους, θα είχε προβεί στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους από προγενέστερο διάστημα, όταν άρχισαν να υποβάλλουν τις χρονολογούμενες από το 2009 για τον πρώτο και 2011 για το δεύτερο αναφορές τους, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την εναγομένη και ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη του τους ως άνω ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από την εναγομένη ως αμυντικά μέσα κατά του ανωτέρω αγωγικού τους ισχυρισμού, που αποτέλεσε και λόγο των εφέσεών τους. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, καθόσον οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, που κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο αν και δεν προτάθηκαν, δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αλλά συμπεράσματα και επιχειρήματα του Δικαστηρίου που διατυπώθηκαν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 5 και 9 του ν. 2957/2001 και 10 της ΕΣΔΑ τις οποίες δεν εφάρμοσε και ταυτόχρονα διέλαβε ελλιπείς, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παροχής προστασίας σ' αυτούς ως καταγγελλόντων, από την επιβολή κυρώσεων και άρα από την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές και προς απόρριψη του ισχυρισμού τους, ότι η αναφορά τους υποβλήθηκε σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος και ήταν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις άξια προστασίας από την επιβολή κυρώσεων κάθε μορφής, ενώ δέχεται ότι αυτή δεν ήταν καλόπιστη στηριζόμενη σε εύλογες υποψίες τέλεσης αξιοποίνων πράξεων και συνεπώς δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 2957/2001, αλλά αντίθετα ήταν αναληθής κα στοχευμένη, οι περιλαμβανόμενοι δε σε αυτή ισχυρισμοί επαναλαμβάνονταν από το έτος 2009 και είχαν απορριφθεί από την εναγομένη κατόπιν έρευνας ως αβάσιμοι, δέχθηκε αντιφατικά ότι περί τα τέλη του 2013 και κατόπιν νέας έρευνας επί των ιδίων θεμάτων, η Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, χωρίς τη συμμετοχή του ελεγκτή, ο οποίος είχε απορρίψει τις προηγούμενες αναφορές ως αβάσιμες και τον οποίο μέμφονταν για την πλημμελή έρευνα που διεξήγαγε, κατέληξε στο πόρισμα ότι κάποια από τα καταγγελλόμενα είχαν τελικά βασιμότητα πλην όμως αυτά αποτελούσαν παρατυπίες χρήζουσες πειθαρχικού και όχι ποινικού ελέγχου και καταδείκνυαν τη διάπραξη σφαλμάτων ή πλημμελή έρευνα από τα όργανα της, στη συνέχεια δε παραθέτει ότι με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά και στοιχεία, κινήθηκε σε βάρος στελεχών της τράπεζας ποινική δίωξη για κακουργηματική απιστία, καθώς με βάση την αναφορά τους υπήρξαν πράξεις και παραλείψεις ποινικώς αξιόλογες, δεν εξηγεί επαρκώς α) τους λόγους για τους οποίους οι αναφορές τους δεν ήταν καλόπιστες, ενόψει της προηγούμενης παραδοχής του ότι δια των επαναλαμβανόμενων από το 2009 ισχυρισμών, επιζητούσαν την ανάκληση των πειθαρχικών ποινών, οι οποίες τους είχαν υποβληθεί δυνάμει πειθαρχικής διαδικασίας που ολοκληρώθηκε το έτος 2012 και συνεπώς δεν θα μπορούσαν να σχετίζονται με τους ισχυρισμούς αυτούς και εν τέλει να οδηγήσουν σε εξαγωγή συμπεράσματος ως προς την καλή ή κακή τους πίστη, β) το λόγο για τον οποίο η αναφορά τους δεν στηριζόταν σε εύλογες υποψίες τέλεσης αξιόποινων πράξεων, ενόψει ότι με βάση τα ίδια στοιχεία κινήθηκε τελικά ποινική δίωξη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, η οποία κατά νόμο προϋποθέτει επαρκείς ενδείξεις για την κίνησή της, δηλαδή βαθμό πεποίθησης υψηλότερο σε σχέση με τις εύλογες υποψίες τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, πράγματι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι οι διαλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις συνάπτονται με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων για την αιτιολόγηση του σχετικού σαφούς αποδεικτικού πορίσματος του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού των εναγόντων-αναιρεσειόντων, ότι η αναφορά τους υποβλήθηκε σε εκτέλεση νομίμου καθήκοντος και ήταν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, άξια προστασίας από την επιβολή κυρώσεων κάθε μορφής και άρα από την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, ως ουσιαστικά αβάσιμου, με την παραδοχή ότι η αναφορά τους αυτή δεν ήταν καλόπιστη στηριζόμενη σε εύλογες υποψίες τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Και τούτο διότι με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι μετά από διαδοχικούς ελέγχους που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο των επαναλαμβανόμενων από τα έτη 2009 και 2011 αναφορών των εναγόντων - αναιρεσειόντων για πράξεις κακοδιαχείρισης υπαλλήλων της εναγομένης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, οι σχετικές καταγγελίες αυτών δεν αποδείχθηκαν βάσιμες, με συνέπεια να μην τίθεται ζήτημα συγκάλυψης των σχετικών πράξεων εκ μέρους ανωτέρων στελεχών αυτής, γεγονός που είχε περιέλθει σε γνώση των εναγόντων - αναιρεσειόντων πριν την υποβολή εκ μέρους των της από 28-5-2015 αναφοράς, στην οποία κατά κύριο λόγο επαναλαμβάνονται οι ίδιες ως και προηγουμένως καταγγελίες ενώ επί πλέον με τη χρήση σκληρών, αναληθών και εμμονικά επαναλαμβανόμενων εκφράσεων γίνεται το πρώτον λόγος για τη δράση δομημένης ομάδας, απαρτιζομένης από ανώτερα και ανώτατα στελέχη της εναγομένης-αναιρεσίβλητης Τράπεζας εντός των κόλπων αυτής και επί πλέον ότι τα μέλη των Πειθαρχικών Συμβουλίων, στα οποία μετείχαν ανώτερα και ανώτατα στελέχη αυτής, συνέργησαν στην πλαστογράφηση των πρακτικών των Πειθαρχικών Συμβουλίων, προκειμένου να συγκαλύψουν και να προκαλέσουν την άδικη πειθαρχική καταδίκη των εναγόντων-αναιρεσειόντων, εμφανίζοντας έτσι την εναγομένη-αναιρεσίβλητη Τράπεζα ως κέντρο κακοδιαχείρισης, συγκάλυψης και προστασίας της παρανομίας εκ μέρους ανωτέρων στελεχών αυτής. Την ως άνω αναφορά, όπως δέχθηκε το Εφετείο, η οποία έδωσε αφορμή για την υποβολή έγκλησης εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης Τράπεζας κατά των εναγόντων-αναιρεσειόντων και για τη στη συνέχεια καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών, χωρίς την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, υπέβαλαν οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες με σκοπό να θεμελιώσουν άδικη σε βάρος αυτών συμπεριφορά εκ μέρους στελεχών της εναγομένης-αναιρεσίβλητης Τράπεζας και να δικαιολογήσουν (όπως άλλωστε διαλαμβάνεται στο αίτημα αυτής) την ανάκληση της προ τριετίας επιβληθείσας σε βάρος των πειθαρχικής καταδίκης, με συνέπεια ως εκ του ως άνω περιεχομένου αυτής (αναφοράς) να έχει κλονισθεί οριστικά η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων και να έχει επέλθει ανεπανόρθωτη διατάραξη της εργασιακής σχέσης, που καθιστούσε αναπόφευκτη τη λύση αυτής.
Συνεπώς δεν παραβιάστηκαν εκ πλαγίου οι ρυθμίσεις του ν. 2957/2001 (ΦΕΚ Α 260) "Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για θέματα Αστικού Δικαίου περί διαφθοράς" και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 9 αυτού που ορίζει ότι κάθε Μέρος προβλέπει στο εσωτερικό του δίκαιο κατάλληλη προστασία έναντι οποιασδήποτε αδικαιολόγητης κύρωσης κατά εργαζομένων, οι οποίοι καλόπιστα και βάσει ευλόγων υποψιών καταγγέλλουν πράξεις διαφθοράς σε αρμόδια πρόσωπα ή αρχές, ενώ για την πληρότητα της απορριπτικής του σχετικού ισχυρισμού αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητο να εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση για ποιό λόγο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε το σ' αυτήν εκτιθέμενο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα.
Κατ' ακολουθία αυτών η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-2-2022 με αριθμό κατάθεσης ...2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 389/21-2-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ