Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1011 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1011/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.ανώνυμη εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, και 2.Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Πουρνάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρου του Παναγιώτη Μπουμπουχερόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 3776/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7-9-2023 και με αριθμό κατάθεσης 7006/704/7-9-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3776/7-9-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών την από 18-2-2020 και με αριθμό κατάθεσης 16634/1179/21-2-2020 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 33/8-1-2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης είχε δικάσει αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία την από 21-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης 121402/3339/24-12-2018 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, και είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω έφεση του ενάγοντος. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης διετούς προθεσμίας, καθόσον δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 499 σε συνδυασμό με το άρθρο 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α 250), η αναγνώριση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο βαθμό που δικαιούταν να προαχθεί, με βάση τον διέποντα αυτόν κανονισμό ή οργανισμό βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, λογίζεται ότι έχει πραγματοποιηθεί από το χρόνο που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή του. Η αξίωση του μη προαχθέντος για καταβολή των μισθολογικών διαφορών, που θα ελάμβανε μέχρι την τελεσίδικη αναγνώριση του δικαιώματός του να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, δεν αποτελεί αξίωση για καταβολή της διαφοράς αυτού τούτου του μισθού του ανώτερου βαθμού, αφού τέτοια αξίωση δεν είχε γεννηθεί μέχρι την αναγνώριση του άνω δικαιώματός του, αλλά αξίωση καταβολής αποζημίωσης, γιατί στερήθηκε τις ανωτέρω μισθολογικές διαφορές, εξαιτίας της παράβασης της υποχρέωσης της τράπεζας να τον προαγάγει, από τότε που συνέτρεξαν οι συμφωνηθείσες προϋποθέσεις, αντίθετα προς τις αρχές της καλής πίστης. (ΑΠ 12/2022, ΑΠ 1465/2019, ΑΠ 248/2016, ΑΠ 230/2006). Κατά συνέπεια, για την ύπαρξη υποχρέωσης τοκοδοσίας επί της ανωτέρω αποζημίωσης απαιτείται όχληση, κατά τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ, ή συμβατικά ορισμένη, για την καταβολή της αποζημίωσης, δήλη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 341 ΑΚ, αφού στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 655 εδ. α` ΑΚ, κατά την οποία, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος εκάστου από αυτά, ώστε να υπάρχει από το νόμο δήλη ημέρα, της οποίας η άπρακτη πάροδος να καθιστά την τράπεζα υπερήμερη και γι` αυτό υπόχρεη προς τοκοδοσία. Με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1082/1980 σκοπήθηκε μόνο η καθιέρωση πλάσματος δικαίου για την προαγωγή του παραλειφθέντος και όχι, επιπλέον, ο χαρακτηρισμός ως μισθού της παρεπόμενης αξίωσης του τελευταίου για χρηματική αποζημίωση ίση προς τις μισθολογικές διαφορές χρονικού διαστήματος προγενέστερου της έκδοσης της δικαστικής απόφασης (ΑΠ 329/2022, ΑΠ 12/2022, ΑΠ 1465/2019, ΑΠ 230/2006, ΑΠ 204/1987). Ομοίως αξίωση καταβολής αποζημίωσης συνιστά και κάθε άλλη απολαβή που στερήθηκε ο υπάλληλος εξαιτίας της παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης του εργοδότη να τον προαγάγει από τότε που συνέτρεξαν οι σχετικές προϋποθέσεις με βάση τον διέποντα αυτόν κανονισμό ή οργανισμό βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, αντίθετα προς τις αρχές της καλής πίστης, όπως είναι η τυχόν διαφορά μεταξύ οφειλομένης και καταβληθείσας εφάπαξ παροχής από ασφαλιστικό οργανισμό λόγω αποχώρησης του υπαλλήλου από την υπηρεσία, με συνέπεια και σ' αυτή την περίπτωση για την ύπαρξη υποχρέωσης καταβολής τόκων επί της ως άνω αποζημίωσης να απαιτείται όχληση κατ' άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ ή συμβατικώς ορισμένη για την καταβολή της αποζημίωσης δήλη ημέρα σύμφωνα με το άρθρο 341 ΑΚ, περίπτωση την οποία δεν συνιστά η κατά τον κανονισμό του ασφαλιστικού οργανισμού δήλη ημέρα για την καταβολή της εφάπαξ παροχής ως τοιαύτης στους αποχωρούντες υπαλλήλους. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 340, 346 ΑΚ, 106, 216 παρ.1 περ.γ' και 224 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το αίτημα που υποβάλλεται με την αγωγή για την επιδίκαση τόκων υπερημερίας με χρονική αφετηρία προγενέστερη της αγωγής λόγω προηγηθείσας δικαστικής ή εξώδικης όχλησης του εναγομένου, ή συμβατικά ορισθείσας δήλης ημέρας, εμπεριέχει και αίτημα για την επιδίκαση τόκων από μεταγενέστερο χρονικό σημείο, διότι στο μείζον προσδιοριζόμενο χρονικό διάστημα περιλαμβάνεται και το ελάσσον (ΑΠ 329/2022, ΑΠ 486/2016, ΑΠ 1985/2006). Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 21-12-2018 με αριθ. κατάθ. 121402/3339/24-12-2018 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του KΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, είχε εκθέσει ότι, επί της από 24-11-2008 αγωγής του κατά της πρώτης εναγόμενης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), πρώην εργοδότριάς του, από την οποία παραιτήθηκε λόγω ορίου ηλικίας στις 14-8-2007, εκδόθηκε η υπ. αρ. 2264/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη κατά κατάχρηση δικαιώματος παρέλειψε να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-12-2003. Ότι μετά την κοινοποίηση σε αυτήν της εν λόγω απόφασης, η πρώτη εναγόμενη προέβη στην αναδρομική προαγωγή του και στην καταβολή των διαφορών αποδοχών και συντάξεών του, παραλείποντας όμως να του καταβάλει τη διαφορά μεταξύ οφειλόμενης βάσει κανονισμού και καταβληθείσας, από το δεύτερο εναγόμενο (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) ασφαλιστικό οργανισμό, εφάπαξ παροχής λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία. Ότι προς το δεύτερο εναγόμενο υπέβαλε την από 16-12-2014 αίτηση ζητώντας την καταβολή της διαφοράς εφάπαξ σε συμμόρφωση με την ως άνω δικαστική απόφαση, το οποίο απάντησε εγγράφως την 21-1-2015 ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό του πρέπει να γίνει αμετακλήτως δεκτή η σχετική αγωγή. Ότι μετά την έκδοση της υπ. αρ. 215/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψε αίτηση αναίρεσης της πρώτης εναγόμενης κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης, ο ενάγων υπέβαλε προς το δεύτερο εναγόμενο την 3-5-2017 νέα αίτηση καταβολής της διαφοράς του εφάπαξ βοηθήματος, με αποτέλεσμα ακολούθως να του καταβληθεί την 17-11-2017 από την πρώτη εναγόμενη, που ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου, συμπληρωματική εφάπαξ αποζημίωση, λόγω αναδρομικής προαγωγής του, ποσού 35.812,45 ευρώ, χωρίς όμως να του καταβληθούν οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας για το διάστημα από την αποχώρησή του την 14-8-2007, που είναι δήλη ημέρα καταβολής της εφάπαξ παροχής σύμφωνα με τον κανονισμό του δευτέρου εναγόμενου, έως την 17-11-2017, που του καταβλήθηκε η ως άνω συμπληρωματική εφάπαξ αποζημίωση. Κατόπιν αυτών ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των 31.629,40 ευρώ για τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας του διαστήματος 14-8-2007 έως 17-11-2017 επί του κεφαλαίου του ποσού των 35.812,45 ευρώ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 33/2020 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την ως άνω αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφαση του, απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία κρίνοντας ότι η ως άνω αγωγή είναι μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: " Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι μη νόμιμη, σύμφωνα με όσα προελέχθησαν στη μείζονα σκέψη, διότι η επίδικη αξίωση για διαφορά εφάπαξ παροχής δεν είχε γεννηθεί μέχρι την αμετάκλητη αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του ενάγοντος, επομένως συνιστά αξίωση αποζημίωσης λόγω παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης της πρώτης εναγόμενης να προαγάγει τον ενάγοντα, κατά συνέπεια δεν υπάρχει υποχρέωση τοκοδοσίας επί της εν λόγω αποζημίωσης από την αποχώρηση του ενάγοντος στις 14-8- 2007, ελλείψει όχλησης την ανωτέρω ημερομηνία κατ' άρθρα 340, 345 και 346 Α.Κ. ή καθορισμένης συμβατικώς δήλης ημέρας κατ' άρθρο 341 Α.Κ. για την καταβολή της αποζημίωσης (και όχι, πλέον, εφάπαξ βοηθήματος με βάση τον κανονισμό του 2ου εναγόμενου, επομένως αλυσιτελώς επικαλείται ο εκκαλών το άρθρο 14 του εν λόγω κανονισμού, που αναφέρει προθεσμία καταβολής του εφάπαξ - και όχι της επίδικης για άλλη αιτία αποζημίωσης - εντός μηνός από την υποβολή αίτησης του αποχωρήσαντος υπαλλήλου).". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 πλημμέλεια με την επίκληση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, α) κατά το πρώτο σκέλος αυτού, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 του ν. 1082/1980, 340, 341 παρ. 1, 343 εδαφ. α, 345 εδαφ. α και 346 του ΑΚ, καθώς και των άρθρων 2 και 14 του από 19-6-1951, επέχοντος ισχύ νόμου, Κανονισμού του Ταμείου Αυτασφάλειας του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδας και β) κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 340, 345 του ΑΚ και 12 του ν. 1082/1980, κρίνοντας ότι η αγωγή του, με την οποία είχε ζητήσει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ευθυνόμενοι εις ολόκληρον το ποσό των 31.629,40 ευρώ που αντιστοιχεί στους νόμιμους τόκους του χρονικού διαστήματος από 14-8-2007 έως 17-11-2017 επί του κεφαλαίου των 35.812,42 ευρώ της συμπληρωματικής εφάπαξ αποζημίωσης, που του όφειλαν δυνάμει της τελεσίδικης με αριθμό 2264/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, είναι μη νόμιμη, λόγω έλλειψης της κατά νόμο προβλεπόμενης εκ μέρους του όχλησης για την καταβολή της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ αποζημίωσης ποσού 35.812,45 ευρώ, αν και κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή του είχε εκθέσει ότι υφίστατο δήλη ημέρα καταβολής αυτής η 14-8-2007 που παραιτήθηκε λόγω ορίου ηλικίας και συνταξιοδοτήθηκε, άλλως το αργότερο εντός μηνός από την ημεροχρονολογία αυτή, δηλαδή το αργότερο μέχρι τη 14-9-2007 που είχε υποβάλλει σχετική αίτηση καταβολής αυτής, και σε κάθε περίπτωση είχε οχλήσει το δεύτερο αναιρεσίβλητο με την υποβολή της από 16-12-2014 αίτησής του, μετά την έκδοση της με αριθμό 2264/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την οποία είχε αναγνωριστεί η παράνομη παράλειψη προαγωγής του στη θέση του Υποδιευθυντή από 1-12-2003. Σχετικά με τον ως άνω λόγο, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής του ενάγοντος-αναιρεσείοντος προκύπτει ότι πράγματι αυτός ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των 31.629,40 ευρώ, που αντιστοιχεί στους νόμιμους τόκους του χρονικού διαστήματος από 17-8-2007, ημέρα αποχώρησης του από την πρώτη εναγόμενη-πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία αποτελεί και δήλη ημέρα καταβολής της εφάπαξ αποζημίωσής του, μέχρι την 17-11-2017, ημέρα καταβολής της συμπληρωματικής αποζημίωσης ποσού 35.812,45 ευρώ, από τη δεύτερη εναγομένη-δεύτερη αναιρεσίβλητη, δυνάμει της με αρ. 2264/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Όμως στο δικόγραφο της αγωγής του, είχε επίσης εκθέσει και ότι, μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης του Εφετείου, είχε υποβάλλει στο δεύτερο αναιρεσίβλητο την από 16-12-2014 αίτησή του με την οποία ζήτησε να του καταβληθεί το ποσό των 35.812,45 ευρώ της συμπληρωματικής του αποζημίωσης. Στο αίτημα συνεπώς της αγωγής, εμπεριέχεται και το προαναφερθέν αίτημα περί επιδίκασης τόκων για μεταγενέστερο από το αιτούμενο χρονικό διάστημα, διότι στο μείζον ως άνω προσδιοριζόμενο και αιτούμενο χρονικό διάστημα περιλαμβάνεται και το έλασσον αυτό αίτημα για το χρονικό διάστημα από 16-12-2014, που υφίσταται η σχετική όχληση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος προς το δεύτερο εναγόμενο-δεύτερο αναιρεσίβλητο για την καταβολή της συμπληρωματικής αυτής αποζημίωσης, μέχρι 17-11-2017, που τελικά του καταβλήθηκε. Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του, ότι δηλαδή επί του ως άνω ποσού της συμπληρωματικής αποζημίωσης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, λόγω παράνομης παράλειψης προαγωγής αυτού στο βαθμό του Υποδιευθυντή, δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής νόμιμων τόκων, για το χρονικό διάστημα από 14-8-2007 μέχρι 17-11-2017 ελλείψει όχλησης εκ μέρους του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, αφού η αγωγική του αυτή αξίωση έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα και επί πλέον δεν είχε οριστεί συμβατικά δήλη ημέρα καταβολής της και συνεπώς είναι μη νόμιμη η αγωγή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 του ν. 1082/1980 και 340, 341 και 345 του ΑΚ για το μέχρι της 16-12-2014 χρονικό διάστημα. Επομένως κατά το πρώτο σκέλος του ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Αντίθετα, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι βάσιμος, καθόσον η ένδικη αγωγή, κατά το έλασσον αίτημα αυτής, περί καταβολής τόκων επί του αυτού ως άνω ποσού από την 16-12-2014, πού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων όχλησε τη δεύτερη εναγομένη-δεύτερη αναιρεσίβλητη για την καταβολή του, μετά την έκδοση της με αριθμό 2264/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι ο ενάγων παράνομα παραλείφθηκε να προαχθεί στη θέση του Υποδιευθυντή από την πρώτη εναγομένη-πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 12 του ν. 1082/1980 και 340, 345 του ΑΚ και το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε εμμέσως ότι και ως προς το αίτημα αυτό η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, απορρίπτοντας την έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσία, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 340, 345 του ΑΚ και 12 του ν. 1082/1980.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατ' αποδοχή του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 3776/7-9-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα για τη δικαστική του δαπάνη το ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ