Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1012 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1012/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... Αττικής, 2)Χ. Π. του Ν., κατοίκου ... Αττικής, και 3)Σ. Ρ. του Θ., κατοίκου ... Αττικής. Η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο (Σωτήριο Καλαμίτση), ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η τρίτη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 25ης-10-2022 η πρώτη είχε εκπροσωπηθεί από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της (Σωτήριο Καλαμίτση) και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Περπατάρη, ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 31-10-2022. Η δεύτερη είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση, ο οποίος δεν είχε καταθέσει προτάσεις και η τρίτη είχε παρασταθεί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Περπατάρη, ο οποίος είχε δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο και το δικαίωμα της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 25ης-10-2022 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρίζο, ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 5046/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 10-1-2022 αίτησή τους, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 25ης-10-2022, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 225/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ..
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 1763/2022, ΑΠ 582/2016). Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 936/2018). Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση, ο διάδικος που είχε καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση δεν απαιτείται να καταθέσει εκ νέου κατά την επαναλαμβανόμενη, ενώ εάν που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 76/2024, ΑΠ 674/2023, ΑΠ 17/2023, ΑΠ 936/2018). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1 εδ.α', 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στην αναιρετική διαδικασία, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, το οποίο έχει ασκηθεί, μπορεί να γίνει ή με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και την κλήτευσή του στην ορισθείσα συζήτηση, αφού αυτός και αν ακόμη είχε κληθεί και παρασταθεί, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή. Η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης (δικόγραφο ή δικαίωμα) μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση του παραιτουμένου, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Με τις παραπάνω διατάξεις ορίζονται αποκλειστικώς οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να χωρήσει η παραίτηση από το δικογράφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και η παραίτηση που γίνεται με ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της. Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 679 επ. ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση οριστικής απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, οπότε γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον όμως υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 188 παρ.1, 190, 191 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 692/2022, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 1196/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 179/2024 Πράξης αφαίρεσης δικογραφιών, της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την υπ' αριθμ. 225/2024 Πράξη του Προέδρου του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της, από 10-1-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ.343/36/14-1-2022), αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 5056/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών), κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο στις 25-10-2022, εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, Αρεοπαγίτη- Εισηγήτριας Όλγας Σχετάκη-Μπονάτου, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Κατά την αρχική συζήτηση στις 25-10-2022 η τρίτη αναιρεσείουσα, Σ. Ρ. του Θ., παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος με δήλωσή του, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης εκείνης του Δικαστηρίου, δήλωσε, πριν την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, ότι αυτή (η τρίτη αναιρεσείουσα) παραιτείται από το δικόγραφο και το δικαίωμα της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης που άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... η οποία κατά την ανωτέρω αρχική συνεδρίαση εκπροσωπείτο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρίζο. Η γενόμενη κατά τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση της παρισταμένης μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της τρίτης αναιρεσείουσας από το δικόγραφο και το δικαίωμα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι έγκυρη και επέφερε τα αποτελέσματά της κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, σύμφωνα με οποίες η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε από την τρίτη αναιρεσείουσα και, αντίστοιχα, καταργείται η δίκη ως προς αυτήν. Διάταξη περί επιβολής δικαστικής δαπάνης σε βάρος της τρίτης αναιρεσείουσας που παραιτήθηκε δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, καθόσον δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από την αναιρεσίβλητη, η οποία, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατά την ανωτέρω αρχική συζήτηση, κατέθεσε το από 27-10-2022 υπόμνημα που δεν απευθύνεται κατ'αυτής. Περαιτέρω, κατά την ανωτέρω αρχική συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, η πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειουσών, ως προς τις οποίες εχώρησε η συζήτηση της υπόθεσης, εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, Δημήτριο Περπατάρη και Σωτήριο Καλαμίτση, αντίστοιχα, όπως και η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία κατά τα ανωτέρω, κατά την προκείμενη δε επαναλαμβανόμενη συζήτηση (11-2-2025), η πρώτη αναιρεσείουσα παραστάθηκε με και η δεύτερη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από, τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Καλαμίτση, ενώ η αναιρεσίβλητη, η οποία όπως προαναφέρθηκε είχε εκπροσωπηθεί κατά την αρχική συζήτηση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρίζο, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, παρότι κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο. Συγκεκριμένα από το από 27-11-2024 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του παρόντος Δικαστηρίου Ε. Π., προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή, δεδομένου ότι επιδόθηκε στον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο της, Κωνσταντίνο Ρίζο, που την είχε εκπροσωπήσει και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως αντίκλητό της (αρθ.143 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ)', ακριβές αντίγραφο της υπ'αριθμ. 225/2024 Πράξης του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην προκείμενη νέα δικάσιμο (11-2-2025). Κατόπιν τούτων η υπόθεση θα συζητηθεί αντιμωλία των ανωτέρω διαδίκων. Με την από 10-1-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ.343/36/14-1-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 5046/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί της από 16-4-2021 (αριθ.εκθ.καταθ.1638/2021) έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, κατά της με αριθμό 196/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την οριστική αυτή απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, είχε δεχθεί εν μέρει κατ'ουσίαν την 27-6-2016 (αριθ.εκθ.καταθ.36060 /1176/2016) αγωγή και είχε υποχρεώσει την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην πρώτη και στη δεύτερη των εναγουσών, ήδη πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειουσών, το ποσό των 63.737,23 ευρώ και 46.013,33 ευρώ, αντίστοιχα, νομιμοτόκως, ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-10-2012 έως 31-5-2016, λόγω ακυρότητας της εκ μέρους της καταγγελίας, των μεταξύ τους συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού απέρριψε κατ'ουσία την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασή της. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά ουσιαστική παραδοχή της εκ άρθρου 281 ΑΚ ένστασης της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αγωγή ως προς τις ανωτέρω ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την δημοσίευση της τελευταίας (7-12-2021) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (14-1-2022) δεν παρήλθε διετία (αρθ.552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ.577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (αρθ.577 παρ.3 του ΚΠολΔ). Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του μισθωτού, και δεν αρκεί ότι αυτός δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για τη θεμελίωση της σχετικής ένστασης του εργοδότη πρέπει να αναφέρονται η εργασία την οποία ο μισθωτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, οι λόγοι για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και η ωφέλεια που θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα λάμβανε από την εργασία του. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι αυτή επαρκώς αιτιολογημένη (ΑΠ 1331/2022, ΑΠ 131/2021, ΑΠ 391/2020, ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 2194/2014). Επίσης, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή όταν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018). Από την παραδεκτή επισκόπηση (κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] ανώνυμη εταιρεία ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1950 και δραστηριοποιείται με μεγάλη επιτυχία στο χώρο της κομμωτικής και των συναφών υπηρεσιών, διατηρούσε δε για τον σκοπό αυτό 4 κομμωτήρια στην Αττική και συγκεκριμένα επί της ... στο Σύνταγμα, επί της οδού ... στο Κέντρο της Αθήνα, επί της ... 14 στο Κολωνάκι και επί της Λεωφόρου ... Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η προαναφερόμενη εταιρεία προσέλαβε... δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων στην Αθήνα ...α) την πρώτη των εναγουσών Ε. Κ. [ήδη πρώτη αναιρεσείουσα] στις 5-2-1990 προκειμένου να εργασθεί σε ένα από τα κομμωτήρια που διατηρούσε η εργοδότρια στην περιοχή των Αθηνών, αρχικά ως βοηθός κομμωτή, από δε το 1997 και εφεξής ως κομμώτρια Α, πραγματοποιώντας 8 ώρες ημερήσιας εργασία επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, αντί μηνιαίων αποδοχών ανερχομένων στο ποσοστό 50% επί της παραγωγής της και εφόσον υπολειπόταν, συμφωνήθηκε να της καταβάλλεται ο μισθός που θα καθοριζόταν από την εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας β) την δεύτερη των εναγουσών Χ. Π. [ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα] αρχικά στις 2-3-1992 προκειμένου να εργασθεί σε ένα από τα κομμωτήρια που διατηρούσε η εργοδότρια στην περιοχή των Αθηνών, ως βοηθός κομμωτή μέχρι το 1999, οπότε αυτή αποχώρησε οικειοθελώς για προσωπικούς (οικογενειακούς της) λόγους, προσελήφθη δε εκ νέου στις 11-11-2000 με ειδικότητα Β. Κομμωτηρίου [...], προκειμένου να πραγματοποιεί 8 ώρες ημερήσιας εργασία επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, αντί μηνιαίων αποδοχών ανερχομένων σε ποσοστό 40% επί της παραγωγής της και εφόσον υπολειπόταν, συμφωνήθηκε να της καταβάλλεται ο μισθός που θα καθοριζόταν από την εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας. [....]. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι (ανωτέρω) ενάγουσες παρείχαν την εργασία τους έως και τον Δεκέμβριο 2011 στο κείμενο στην οδό ... κατάστημα της εναγομένης, καίτοι η εναγομένη-εργοδότρια είχε διατηρήσει το δικαίωμα να μεταφέρει τις ενάγουσες σε οποιοδήποτε από τα κομμωτήρια που είχε στην Αθήνα. Αποδείχθηκε εξάλλου ότι οι μηνιαίες συμβατικές αποδοχές των εναγουσών έως και τον Δεκέμβριο 2011 ανέρχονταν: α) για την πρώτη ενάγουσα Ε. Κ. στο ποσό των 1.397,65 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (1.077,65 ευρώ μηνιαίως +320 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο επί των εξυπηρετούμενων πελατών), β) για την δεύτερη ενάγουσα Χ. Π. στο ποσό των 1.481,75 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο (1.161,75 ευρώ μηνιαίως +320 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο επί των εξυπηρετούμενων πελατών) [....]. Αποδείχθηκε επίσης ότι εναγομένη εταιρεία λόγω της μακροχρόνιας υψηλής ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών έχει αποκτήσει φήμη και μεγάλη πελατεία. Το έτος 2009, εξαιτίας της ύφεσης που έπληξε την Ελληνική Οικονομία, η εναγομένη παρουσίασε μείωση του κύκλου εργασιών της και οικονομική δυσχέρεια στην κάλυψη των εξόδων λειτουργίας της επιχείρησής της, η δε πτώση του κύκλου των εργασιών της συνεχίστηκε μετ'επιτάσεως και κατά τα έτη 2010 και 2011, με αποτέλεσμα ήδη από τον Αύγουστο 2010 να παρατηρείται καθυστέρηση κατά ένα περίπου μήνα στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της εναγομένης, ενώ μέσα στο έτος 2011 έπαυσε τη λειτουργία του το κατάστημα που η εναγομένη διατηρούσε στην οδό .... [....] Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι [....] ήδη από τον Αύγουστο 2011 και εφεξής, η εναγομένη δεν είχε καταβάλει, όπως όφειλε, τις δεδουλευμένες αποδοχές του Αυγούστου 2011 στο τέλος Αυγούστου 2011, ότι παρά τις σχετικές διαμαρτυρίες των εναγουσών (και άλλων συναδέλφων τους) δεν είχε καταβάλει στις αποδοχές Σεπτεμβρίου 2011 στο τέλος του αντίστοιχου μήνα, όπως όφειλε, ότι δεν είχε καταβάλει τις αποδοχές Οκτωβρίου 2011 και Νοεμβρίου 2011 στο τέλος των αντίστοιχων μηνών, ότι απέφευγε να δεσμευτεί ως προς (οιονδήποτε) συγκεκριμένο χρόνο καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων της, ότι κατέβαλε επιλεκτικά κατά την κρίση της τις οφειλόμενες μηνιαίες αποδοχές σε κάποιους από τους υπαλλήλους της, ενώ συνέχιζε να μην καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες άλλων εργαζομένων της (μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες). Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι τον Δεκέμβριο 2011 η εναγομένη δεν είχε ακόμη καταβάλει στις ενάγουσες τις μηνιαίες δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου 2011, Οκτωβρίου 2011 και Νοεμβρίου 2011, ότι τις δεδουλευμένες αποδοχές του Αυγούστου 2011 τις κατέβαλε τελικώς περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2011. Οι ενάγουσες από κοινού με άλλες συναδέλφους τους (εννέα συνολικά) κοινοποίησαν στις 2-1-2012 (βλ. την υπ'αριθμ. 2325Γ/2-1-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ..Π.) την από 2-1-2012 εξώδικη δήλωση επίσχεσης εργασίας, στην οποία ανέφεραν ότι η εργασία τους αποτελούσε το αποκλειστικό μέσο συντήρησης και διαβίωσής τους, με συνέπεια το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο μέχρι και τον Δεκέμβριο 2011, κατά το οποίο δεν πληρώθηκαν παρότι εργάστηκαν κανονικά, να έχουν καταφύγει στην ανάλωση των ελάχιστων αποταμιεύσεων τους για να καλύψουν τις στοιχειώδεις βιοτικές τους ανάγκες. Επίσης, κάλεσαν την εναγομένη-εκκαλούσα να τους καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους για τους μήνες Σεπτέμβριο 2011, Οκτώβριο 2011, Νοέμβριο 2011 και Δεκέμβριο 2011 μέχρι και την 3-1-2012 και της δήλωσαν ότι, σε περίπτωση μη καταβολής των ως άνω δεδουλευμένων τους θα ασκήσουν από τις 4-1-2012 το δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας τους, αρνούμενες να παράσχουν την εργασία τους στην εναγομένη εργοδότριά τους από την ημερομηνία αυτή (δηλαδή από τις 4-1-2012) και μέχρις ότου εξοφληθούν οι οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους των ως άνω μηνών. Το δικαίωμα αυτό επίσχεσης εργασίας ασκήθηκε νόμιμα, όπως έκρινε η με αριθμό 1134/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης της εναγομένης, δυνάμει της με αριθμό 670/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, ενώ οι συμβάσεις εργασίας των εναγουσών δεν λύθηκαν με τις από 13-1-2012 αναγγελίες οικειοθελούς αποχώρησης προς τον ΟΑΕΔ, που φέρουν την υπογραφή μόνο της εναγομένης και υποβλήθηκαν από την τελευταία κατά το χρονικό διάστημα και υποβλήθηκαν από την τελευταία κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας τους. Περαιτέρω, οι ενάγουσες με την από 19-1-2012 εξώδικη απάντηση-πρόσκληση τους δήλωσαν προς την εναγομένη ότι εφόσον η τελευταία ανέλαβε ρητή δέσμευση για την εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών τους σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, θα διακόψουν την επίσχεση εργασίας τους στις 24-1-2012. Όταν όμως προσήλθαν για να εργαστούν επί της οδού ... 15, όπου παρείχαν την εργασία τους προ της επίσχεσης, η τελευταία δια του νομίμου εκπροσώπου της-υπεύθυνου του κομμωτηρίου δεν τους επέτρεψε την είσοδο σε αυτό και δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες τους, γεγονός που κατήγγειλαν αυθημερόν στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Έκτοτε η εναγομένη είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας των εναγουσών, όπως ήδη έκρινε η ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, υπερημερία που δεν έχει αρθεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς η εναγομένη εξακολουθεί να μην αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγουσών, ενώ δεν έχει προβεί σε νόμιμη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Οι ενάγουσες, όμως, μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος από 01-01-2012 έως 30-09-2012, για το οποίο είχαν ζητήσει (και κρίθηκε αμετακλήτως ότι εδικαιούντο με την ως άνω αναφερθείσα απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου) μισθούς υπερημερίας με την αναφερόμενη προηγούμενη αγωγή τους, δεν κατέβαλαν σοβαρή προσπάθεια για την εξεύρεση άλλης εργασίας ανάλογης με τις ικανότητες, την εμπειρία και τα προσόντα τους και κατά συνέπεια με αμοιβές ίσες με αυτές που ελάμβαναν από τη εναγομένη, παρά μόνο εργάστηκαν, όπως αναφέρουν για πρώτη φορά με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κάποια διαστήματα με τις αναφερόμενες κατά μήνα αποδοχές, χωρίς να αποδεικνύεται (ούτε αναφέρεται στις Προτάσεις) το είδος της εργασίας που παρασχέθηκε σε συγκεκριμένο εργοδότη, με ποιο ωράριο, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση για το αν πραγματικά παρείχαν την ίδια εργασία με το ίδιο ωράριο που εργάστηκαν στην εναγόμενη σε διάφορους εργοδότες, και να ληφθεί υπόψη σοβαρή προσπάθεια εκ μέρους των εναγουσών για την εξεύρεση άλλης εργασίας ανάλογης με τις ικανότητες και τα προσόντα τους κατά συνέπεια με αμοιβές ίσες με αυτές που ελάμβαναν από την εναγομένη. Οι ενάγουσες, όντας υγιείς και έχοντας πολύ μεγάλη προϋπηρεσία και εμπειρία στην εναγομένη, που είναι γνωστή για την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών της, σε συνδυασμό και με την ηλικία τους, περί τα 40-45 έτη, και λαμβανομένου υπόψη ότι με τη συγκεκριμένη ειδικότητα είναι περιζήτητες καθίστανται ιδιαιτέρως ανταγωνιστικές σε σχέση με άλλους υποψήφιους για πρόσληψη συναδέλφους τους από έναν εργοδότη. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι οι ενάγουσες επιδιώκοντας έτσι αδικαιολόγητα και κακόβουλα, με προσχηματικές ενέργειες αναζήτησης δήθεν εργασίας με τις ίδιες αμοιβές και μη εξεύρεσής της, να παραμείνουν άνεργες, για κάποια διαστήματα ή να εργαστούν (άγνωστο με ποιο ωράριο) με λιγότερες αποδοχές από αυτές που ελάμβαναν από την εναγομένη, ενώ, ως έμπειρες κομμώτριες, αν αναζητούσαν εργασία σύμφωνα με αυτήν την ειδικότητά τους και εμπειρία τους, θα μπορούσαν να προσληφθούν σε άλλη θέση εργασίας, με όρους ισάξιους σε σχέση με τους όρους εργασίας που παρείχαν στην εναγομένη. Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται ιδίως από αγγελίες, που προσκομίζει η εναγομένη, είχαν δημοσιευθεί πολλές αγγελίες από εταιρίες και φυσικά πρόσωπα, που ζητούσαν κατά το ως άνω επίδικο διάστημα να προσλάβουν κομμώτριες και βοηθούς κομμωτηρίου. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής υπάρχει μεγάλη ζήτηση στην αγορά εργασίας για παροχή υπηρεσιών κομμωτικής ακόμη και σε δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες. Εξάλλου, η αδυναμία των εναγουσών για ανεύρεση εργασίας κρίνεται δικαιολογημένη, μόνο για περίοδο μέχρι ενός έτους, ενόψει της ηλικίας τους, της οικογενειακής τους κατάστασης και της ειδικότητάς τους. Μετά το διάστημα αυτό, μπορούσαν να ανεύρουν εργασία ανάλογη με την ειδικότητά τους, εφόσον το επεδίωκαν. Περαιτέρω, η παραπάνω εκτίμηση δεν ανατρέπεται από την μη ενεργοποίηση της εναγομένης προς την κατεύθυνση της νομότυπης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, καθώς και αυτή ακόμη η αδράνεια ή εμμονή της τελευταίας στην άκυρη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών δεν αίρει την καταχρηστικότητα της άσκησης του ένδικου αγωγικού δικαιώματος, για όλο το πέραν του χρονικού διαστήματος από 01-01-2012 έως 30-09-2012, που τους επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας με την ως άνω αναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, αφού, ενόψει της ηλικίας τους και της εμπειρία τους, στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν, θα μπορούσαν να εκδήλωναν ενδιαφέρον και να προέβαιναν σε αληθινή προσπάθεια στο χώρο αγοράς εργασίας, να απασχοληθούν σε άλλο εργοδότη. Να σημειωθεί εδώ ότι οι ενάγουσες έχουν περαιτέρω ασκήσει και έτερη αγωγή για μισθούς υπερημερίας για τα έτη 2006-2011. Περαιτέρω, η πέραν του ως άνω διαστήματος (από 01-01-2012 έως 30-09-2012) μεταβολή (ενν. καταβολή) μισθών υπερημερίας, σε σύγκριση με το οφειλόμενο ποσό της αποζημίωσης (το οποίο δεν κατέβαλε ο εργοδότης κατά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, με αποτέλεσμα να είναι άκυρες οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους), έχουν απωλέσει την αναλογία τους προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, είναι δυσανάλογοι σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό του νόμου και συνακόλουθα η άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών για μισθούς υπερημερίας παραβιάζει κατάφορα την αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Συνεπώς, με βάση τα προεκτεθέντα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών για επιδίκαση περαιτέρω αποδοχών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα- (από 1-10-2012 έως 31-5-2016)-κρίνεται καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού το εν λόγω δικαιώματος, κατά παραδοχή της παραδεκτώς προταθείσης σχετικής ένστασης της εναγομένης, η οποία επαναφέρεται με λόγο έφεσης, απορριπτομένης εντεύθεν της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχτηκε διαφορετικά, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων και πρέπει γενομένου δεκτού του δεύτερου λόγου της έφεσης της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας, ως κατ'ουσία βάσιμου, να εξαφανιστεί αυτή και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό να ερευνηθεί κατ'ουσίαν η ένδικη αγωγή (άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως κατ'ουσία αβάσιμη. [...]". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, επαναφερθείσα με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, ένσταση, και μετά από εξαφάνιση της εκκκαλουμένης, με αριθμό 196/2021, απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντίθετα, κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης αυτής, περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της πρώτης και δεύτερης ενάγουσας, ήδη πρώτης και δεύτερης αναιρεσείουσας, απέρριψε κατ'ουσία την αγωγή τους με αντικείμενο την επιδίκαση μισθών υπερημερίας του επιδίκου διαστήματος, από 1-10-2012 έως 31-5-2016, κατ'άρθρον 656 ΑΚ, μετά από άκυρη καταγγελία των συμβάσεών τους εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-εργοδότριάς τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και δεν την παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό της διάταξης αυτής και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της και την παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής των πρώτης και δεύτερης των εναγουσών και ήδη πρώτης και δεύτερης των αναιρεσειουσών. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι: α) στις εν λόγω αναιρεσείουσες, οι οποίες παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως κομμώτριες στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είχαν επιδικαστεί αμετακλήτως μισθοί υπερημερίας για το διάστημα από 1-1-2012 έως 30-9-2012, και δη από 4-1-2012 έως 24-1-2012, λόγω νομότυπης επίσχεσης της εργασίας τους, και από τις 24-1-2012, που την διέκοψαν, και εντεύθεν, λόγω μη αποδοχής των προσφερόμενων υπηρεσιών της, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-εργοδότριάς τους που κατήγγειλε ακύρως τις συμβάσεις τους β) οι εν λόγω αναιρεσείουσες, το επίδικο διάστημα (από 1-10-2012 έως 31-5-2016), μετά την πάροδο των ανωτέρω πρώτων εννέα περίπου μηνών από την άκυρη καταγγελία των συμβάσεών τους από την αναιρεσίβλητη, απέφυγαν αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξουν την εξεύρεση εργασίας αλλού, με την ειδικότητα που κατείχαν στην αναιρεσίβλητη και με τις ίδιες αποδοχές που ελάμβαναν από αυτή, την οποία (εργασία) μπορούσαν να ανεύρουν και να παράσχουν ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας της άνω εργοδότριάς τους, ενόψει της καλής υγείας τους, της ηλικίας τους (40-45 ετών), της μεγάλης εμπειρίας που είχαν αποκτήσει από την πολυετή προϋπηρεσία τους σε εκείνη που ήταν ευρέως γνωστή για την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών της στον τομέα της κομμωτικής, και τις καθιστούσε περιζήτητες και ιδιαιτέρως ανταγωνιστικές σε σχέση με άλλους υποψηφίους συναδέλφους τους για πρόσληψη από έναν εργοδότη, αλλά (και ενόψει) της μεγάλης ζήτησης που υπήρχε για την ειδικότητά τους, με δημοσίευση πολλών αγγελιών, από ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες (νομικά και φυσικά πρόσωπα) του χώρου της κομμωτικής, επιδιώκοντας να αξιώσουν, με επίκληση της ανεργίας τους, μισθούς υπερημερίας. Με βάση τα άνω δεκτά γενόμενα ανελέγκτως, τα οποία συνιστούν καθεαυτά προφανή υπέρβαση των τιθεμένων στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων, της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού σκοπού του ενδίκου δικαιώματος και πληρούν το πραγματικό της διάταξης αυτής, το Εφετείο κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της πρώτης και δεύτερης ενάγουσας και ήδη πρώτης και δεύτερης αναιρεσείουσας είναι καταχρηστική, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η βασιμότητα του σχετικού λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης και η, κατά παραδοχή του, απόρριψη της αγωγής των ανωτέρω αντιδίκων της. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση της άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειουσών για παραβίαση της, εκ του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, λόγω του ότι η αρχή αυτή συνιστά κριτήριο της καταχρηστικότητας του ενδίκου δικαιώματός τους για επίσχεση της εργασίας τους, είναι αβάσιμες, ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το ένδικο δικαίωμα των αναιρεσειουσών δεν είναι η επίσχεση της εργασίας τους-κριτήριο της καταχρηστικότητας της άσκησης του οποίου αποτελεί η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ.1 του Συντ. (ΑΠ 1044/2020, ΑΠ 749/2020, ΑΠ 1096/2018, ΑΠ 766/2018)-αλλά η καταβολή μισθών υπερημερίας, κατ'άρθρο 656 ΑΚ, μετά από άκυρη καταγγελία των συμβάσεών τους εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς τους, το επίδικο διάστημα (από 1-10-2012 έως 31-5-2016), κατά πολύ μεταγενέστερο της διακοπείσας, ήδη από τις 24-1-2012, επίσχεσης της εργασίας τους. Τα διαλαμβανόμενα δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια της βασιμότητας της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, περιστατικά, για μη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας με την αδράνεια της αναιρεσίβλητης το επίδικο διάστημα να καταγγείλει νομίμως τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειουσών με την καταβολή σε αυτές της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, διατυπώθηκαν εκ περισσού. Και τούτο διότι δεν θεμελιώνουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος, της καταβολής μισθών υπερημερίας, κατ'άρθρο 656 ΑΚ, κατά τα προαναφερόμενα και σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, η προβολή δε της ένστασης αυτής προϋποθέτει την ύπαρξη και την παραδοχή του εν λόγω δικαιώματος (ΟλΑΠ 4/2001, ΑΠ 1046/2024, ΑΠ 567/2023), το οποίο επιστηρίζεται στις υφισταμένες το επίδικο διάστημα-ως μη λυθείσες νομίμως-συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειουσών. Τέλος, και οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειουσών στον ίδιο λόγο αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση του άρθρου 656 εδ. β'ΑΚ, επειδή αξιώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για την βασιμότητα της αγωγής τους με αίτημα την επιδίκαση, κατ'άρθρον 656 ΑΚ, μισθών υπερημερίας, και η επίκληση εκ μέρους τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου των αποδοχών που τυχόν ελάμβαναν το επίδικο διάστημα περιστασιακά από διάφορους εργοδότες, ενώ τούτο δεν είναι απαιτούμενο, κατά την άνω διάταξη, στοιχείο, είναι αβάσιμες, ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απορρίφθηκε κατ'ουσία η αγωγή των αναιρεσειουσών επειδή αξιώθηκε το ανωτέρω επικαλούμενο περαιτέρω, μη αναγκαίο για τη θεμελίωση του δικαιώματός τους, στοιχείο, ώστε να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 656 εδ.β'ΑΚ, αλλά αντίθετα, αφού κρίθηκε η ύπαρξη του δικαιώματός τους αυτού το επίδικο χρονικό διάστημα, η αγωγή τους απορρίφθηκε κατ'ουσία κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης της αντιδίκου τους. Περαιτέρω, με τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της, όσον αφορά την καταχρηστική ή μη άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, αλλά εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στην διάταξη αυτή. Στην προσβαλλόμενη απόφασή του προσδιορίζονται με επάρκεια και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες τα στοιχεία που συνιστούν, το οριζόμενο από την εν λόγω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, της οποίας το πραγματικό καλύπτεται πλήρως από τις προαναφερόμενες παραδοχές της στο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα, της ουσιαστικής παραδοχής, της, επαναφερθείσας ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και δεν συνιστούν αναγκαίες αιτιολογίες της απόφασης κατά την εφαρμογή της διάταξης αυτής τα στοιχεία των επιχειρήσεων-εργοδοτών όπου, κατά τις παραδοχές της, ηδύναντο να εργαστούν το επίδικο διάστημα οι αναιρεσείουσες, όπως ισχυρίζονται οι τελευταίες. Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές προβαλλόμενες στον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις των ανωτέρω αναιρεσειουσών (πρώτης και δεύτερης) για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την παραδοχή της προαναφερόμενης ένστασης της αντιδίκου τους λόγω μη αναφοράς των συγκεκριμένων στοιχείων από τα οποία προκύπτει η κριθείσα βασιμότητά της, συνέχονται με την περαιτέρω ανάλυση του σαφούς αποδεικτικού της πορίσματος και τη στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και υπό την επίφαση του άνω αναιρετικού λόγου, με αυτές απαραδέκτως πλήττεται, κατ'άρθρον 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την βασιμότητα της εκ του άρθρου 281 ένστασης της αναιρεσίβλητης, ως και η στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, η οποία είναι ελεύθερη (αρθ.340 ΚΠολΔ) και δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν η πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση στις 25-10-2022, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί την από 10 Ιανουαρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 343/36/14-1-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5046/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών) ως μηδέποτε ασκηθείσα από την τρίτη αναιρεσείουσα Σ. Ρ. του Θ..
Κηρύσσει ως προς αυτήν καταργημένη τη δίκη.
Απορρίπτει την ανωτέρω, από 10 Ιανουαρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 343/36/14-1-2022, αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5046/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών), ως προς την πρώτη και τη δεύτερη των αναιρεσειουσών.
Καταδικάζει την πρώτη και τη δεύτερη των αναιρεσειουσών, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ