ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1015/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1015/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 1015/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1015 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1015/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. Υπό Ειδική Εκκαθάριση", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή αυτής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Δημητρόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αγγελική Γκρίντζαλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1593/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1685/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίσιν, από 31.05.2021 (και με αριθμό καταθέσεως 4367/581/10.06.2021), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 1685/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή, πλην απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 14.02.2019 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμόν 1593/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία οριστική απόφαση είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν (ως παραγεγραμμένη) η από 21.06.2016 αγωγή της αναιρεσείουσας για απόδοση από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, της προμήθειας που του είχε προκαταβάλει αχρεωστήτως για τους αναφερόμενους ακυρωθέντες τίτλους ομολόγων, ποσού 20.292,281 ευρώ, κατά παραδοχή της προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο ενστάσεως παραγραφής.
2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 10.03.2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 10.06.2021 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διατάξεως, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, ήτοι εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και η οποία δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, αφού υπέρ αυτού δεν καθιερώνεται εξαίρεση με την άνω διάταξη ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 3/2020ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 1537/2014, ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 1462/2012). Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 2 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" οι οποίες εφαρμόζονται εν προκειμένω, διότι η σχετική αξίωση γεννήθηκε πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 177 παρ.1 του ισχύοντος από 01.01.2015 ν. 4270/ 2014 "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ)- δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις", αφού κατά το άρθρο 183 παρ. 2 γ' του νόμου αυτού οι διατάξεις του Υποκεφαλαίου 12 (το οποίο αφορά, μεταξύ άλλων, την παραγραφή, αναστολή και διακοπή της παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου) του Κεφαλαίου Β` του Μέρους Δ' ισχύουν για απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου, που γεννώνται μετά την ημερομηνία αυτή, ορίζονται: α) στο άρθρο 90 παρ. 2 ότι "η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σε αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία έτη από της καταβολής" και β) στο άρθρο 91 εδ. α' ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων (οι οποίες είναι όμοιες με τις διατάξεις των άρθρων 140 και 141 παρ. 1 του ν. 4270/2014, ο οποίος κατάργησε το ν. 2362/1995), σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη από αυτές (90 παρ. 2) ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντων στο Δημόσιο χρηματικών ποσών, δίχως, δηλαδή, να υφίσταται σχετική υποχρέωση του καταβάλλοντος, και ορίζεται ειδικώς ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η καταβολή του εν λόγω ποσού. Η ρύθμιση αυτή, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995, είναι ειδική ως προς την παραγραφή των ενοχικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου (ακόμη και αν πηγάζουν από αδικοπραξία ή από αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας συμβάσεως, που συνάφθηκε με το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 709/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1039/2017, ΑΠ 2116/2013) σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ιδίου ως άνω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου, από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων του νόμου αυτού, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ. α', και, επομένως, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΣτΕ 2604/2018, ΣτΕ 3928/2013, ΟλΑΠ 29/2006). Η ίδια ως άνω ρύθμιση, ως ειδικότερη για το Δημόσιο, υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 303/2016). Η θεσπίζουσα την τριετή παραγραφή ως άνω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995, εννοεί ως αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, όχι μόνο εκείνα, τα οποία αρχήθεν (ήτοι, κατά το χρόνο της καταβολής τους) δεν οφείλονταν, αλλά και τα ποσά, τα οποία οφείλονταν μεν κατά το χρόνο της καταβολής, κατέστησαν, όμως, επιγενομένως (ήτοι, μετά την καταβολή) αχρεώστητα, διότι έπαυσε εξ οιουδήποτε λόγου να υφίσταται η σχετική υποχρέωση. Στην τελευταία περίπτωση, που η καταβολή παρίσταται νόμιμη κατά το χρόνο που λαμβάνει χώρα, από επιγενόμενους δε λόγους ανακύπτει υποχρέωση του Δημοσίου προς απόδοση των καταβληθέντων, ο χρόνος παραγραφής της ούτω γεννηθείσας αξιώσεως προς απόδοση των καταβληθέντων αρχίζει, όχι από την καταβολή, αλλά από τη μεταγενέστερη αυτή γένεση της αξιώσεως προς αναζήτηση των καταβληθέντων (Στε 2206/ 2018). Η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη ειδική βραχυπρόθεσμη (τριετής) παραγραφή που θεσπίζεται με την παραπάνω διάταξη για τις ως άνω κατά του Δημοσίου απαιτήσεις προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σε αυτό χρηματικού ποσού, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 του ΑΚ και τον πενταετή χρόνο παραγραφής που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου, καθώς και από τον οριζόμενο κατά το άρθρο 937 του ΑΚ πενταετή χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της (δικονομικής) ισότητας, ούτε και σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση έχει θεσπισθεί από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 379/2024) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις πιο παραπάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων (ΟλΑΠ 38/2005). Η θέσπιση εξάλλου διαφορετικού χρόνου παραγραφής με την ως άνω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995 δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 ή σε άλλες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Συμβάσεως, που κυρώθηκαν με το ν.δ/γμα 53/1974 και έχουν υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος), καθόσον οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον (ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 38/2005, ΑΠ 379/2024), δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 31/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ανωτέρω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται μη πραγματική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης (αναληθούς) προϋποθέσεως, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με το λόγο αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ 1351/2021).
4.- Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, με την από 21.06.1016 (με αριθμό καταθέσεως 32392/653/22.06.2016) αγωγή της την οποία άσκησε κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιστορούσε ότι η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", στο πλαίσιο της νόμιμης λειτουργίας και της δυνατότητάς της για έκδοση ομολογιακών δανείων, εξέδωσε, τα έτη 2010 και 2011, τους αναφερόμενους τέσσερις (4) τίτλους ομολόγων δυνάμει σχετικών συμβάσεων, οι οποίοι εκδόθηκαν για την ενίσχυση ρευστότητας της εθνικής οικονομίας στο πλαίσιο των διατάξεων του ν. 3723/2008, ο οποίος περιέγραφε τη διαδικασία και τις εξασφαλίσεις για τη χορήγηση εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα για δάνεια που θα συνάπτονταν μέχρι τις 31.12.2009 και ότι η εγγύηση αυτή παρεχόταν έναντι προμηθείας ή/και άλλων επαρκών εξασφαλίσεων, κατά την κρίση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Ότι η υπ' αριθμόν 54201/Β'2884/26.11.2008 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών όρισε αναλυτικώς τον τρόπο υπολογισμού της προμήθειας που καταβαλλόταν από τα πιστωτικά ιδρύματα προς το Ελληνικό Δημόσιο και ότι, ακολούθως, εκδόθηκαν οι αποφάσεις του Υφυπουργού Οικονομικών, οι οποίες καθόρισαν το ύψος της προμήθειας για έκαστο εκ των παραπάνω τίτλων ομολόγων. Ότι η υπολογιζόμενη προμήθεια ορίσθηκε να καταβάλλεται προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο σε εξαμηνιαία βάση, ήτοι πριν από τη λήξη εκάστου εξαμήνου διακρατήσεως των ομολόγων για το επόμενο εξάμηνο διακράτησης και ότι μετά την έκδοση των ως άνω ομολόγων και σε συνέχεια των σχετικών εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων υπογράφηκαν οι παρεπόμενες συμβάσεις εγγυήσεως μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Ότι με την υπ' αριθμόν 45/27.07.2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργείας της άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και η τελευταία τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 68 του ν. 3601/2007 έχοντας ως αποκλειστικό σκοπό την άμεση ρευστοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων και δη των απαιτήσεών της από οποιαδήποτε έννομη σχέση ή αιτία προς περαιτέρω προάσπιση των συμφερόντων των πιστωτών του υπό ειδική εκκαθάριση ιδρύματος, καθώς το προϊόν της ρευστοποιήσεως θα διανεμόταν προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των τελευταίων. Ότι στις 30.08.2012 ο τότε ειδικός εκκαθαριστής της τράπεζας αποφάσισε την ανάκληση του συνόλου των ανωτέρω τίτλων ομολόγων και ότι σε εκτέλεση της άνω αποφάσεως του ειδικού εκκαθαριστή ακολούθησε, στις 06.09.2012, η έγγραφη λύση των τεσσάρων ως άνω συμβάσεων ομολογιακών δανείων. Ότι κατά τον χρόνο της έγγραφης λύσεως των συμβάσεων αυτών είχε ήδη προκαταβληθεί προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο το αναλογούν ποσό της προμήθειας για το επόμενο εξάμηνο, κατά το οποίο οι σχετικοί τίτλοι ομολόγων είχαν ανακληθεί και, επομένως, η εγγύηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στα επίδικα ομολογιακά δάνεια είχε καταστεί ανενεργός. Ότι η αξίωση της τράπεζας για επιστροφή των ποσών των προμηθειών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως λόγω ελλείψεως συμβατικών υποχρεώσεων και για αιτία που δεν επακολούθησε, αφού έλαβε χώρα ακύρωση των ομολόγων, λύση των σχετικών συμβάσεων και κατάργηση-απόσβεση της εγγυητικής ευθύνης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται στο λεπτομερώς αναλυόμενο συνολικό ποσό των 20.292,281 ευρώ. Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο διακρατεί παρανόμως το προαναφερόμενο ποσό προμήθειας, το οποίο εισέπραξε για τις ημέρες μετά την ανάκληση των ομολόγων, ήτοι για υπηρεσία που δεν παρείχε, και για τούτο υποχρεούται να το επιστρέψει. Με βάση το ιστορικό αυτό και τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι από τη μη επιστροφή των προκαταβληθεισών προμηθειών το εναγόμενο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ο πλουτισμός του σώζεται ακόμη, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 20.292.281 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην προμήθεια που του έχει προκαταβάλει αντισυμβατικώς και αχρεωστήτως για τους ως άνω τέσσερις ακυρωθέντες τίτλους ομολόγων, νομιμοτόκως από την ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους ποσού που καταβλήθηκε αχρεωστήτως, άλλως από τις 06.09.2012, οπότε ακυρώθηκαν εγγράφως οι προαναφερθέντες τίτλοι, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμόν 1593/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ως ερειδόμενη αποκλειστικώς και ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 904 του ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και, στη συνέχεια, κατά παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας, την οποία παραδεκτώς και ορισμένως πρότεινε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, προσέτι δε και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρο 94 εδ. δ' του ν. 2362/ 1995), απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν λόγω παραγραφής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995. Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα-αναιρεσείουσα άσκησε την από 14.02.2019 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, πλην απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (παραγεγραμμένη) επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. 5.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα οικεία σκέλη του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι ένδικες αξιώσεις της έχουν υποπέσει στην τριετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995 του Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού: α) εσφαλμένα υπήγαγε την ένδικη διαφορά στους κανόνες του δημοσιονομικού δικαίου εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", από μόνο το γεγονός πως το αναιρεσίβλητο ήταν το Ελληνικό Δημόσιο και πως η ουσία της διαφοράς αφορούσε ή θα μπορούσε να αφορά σε οιονεί έσοδο του Κράτους αν τα ομόλογα δεν είχαν ανακληθεί και παρέμειναν ισχυρές οι σχετικές συμβάσεις, με συνέπεια να δεχθεί εσφαλμένα ότι η απαίτησή της έχει υποπέσει στην τριετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 2 του ως άνω νόμου, ενώ, αντιθέτως, στην ένδικη διαφορά δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Κώδικας περί Δημοσίου Λογιστικού διότι η επίδικη έννομη σχέση διέπεται εξ ολοκλήρου από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, β) εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, διότι το προκαταβληθέν εκ μέρους της ποσό της επίδικης προμήθειας, το οποίο συνιστά αντάλλαγμα της εγγυήσεως για όσο χρόνο αυτή είναι ισχυρή προοριζόμενο για τη μείωση της επιβάρυνσης του Ελληνικού Δημοσίου, ουδέποτε απέκτησε το χαρακτήρα δημοσίου εσόδου για την είσπραξη του οποίου απαιτείται σωρευτικά η πρόβλεψη από το νόμο του εσόδου, η ύπαρξη νομίμου τίτλου, η αρμοδιότητα αρχής για την είσπραξη και η έκδοση απόδειξης εισπράξεως, προϋποθέσεις όμως που δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω αφού το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε ακολούθησε την προβλεπόμενη διαδικασία βεβαιώσεως ως δημοσίου εσόδου της επίδικης προμήθειας στη Δ.Ο.Υ., γ) ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού περί πενταετούς παραγραφής, διότι η καταβολή προς το αναιρεσίβλητο της οφειλόμενης προμήθειας έλαβε χώρα πρωτίστως αντισυμβατικώς και η απαίτησή της ουδέποτε υπέπεσε σε παραγραφή, άλλως έπρεπε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 250 και 251 του ΑΚ και δ) παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και τα Πολιτικά Δικαιώματα, καταστρατηγώντας τη δικονομική αρχή ισότητας των όπλων των διαδίκων. 6.- Από την παραδεκτή επισκόπηση της προβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι "υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν υφίσταται ενδοσυμβατική βάση στην αγωγή, αλλά μόνο βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού του εναγομένου από αχρεωστήτως προκαταβληθείσες προμήθειες από μέρους της ενάγουσας, λόγω ακύρωσης των συμβάσεων ομολογιακών δανείων και ως εκ τούτου κατάργησης-απόσβεσης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου", και, "επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε νόμιμη την αξίωση της ενάγουσας ως αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού του άρθρου 904 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο", απορρίπτοντας έτσι τον σχετικό πρώτο λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας. Έκρινε, όμως, στη συνέχεια, το Εφετείο, όπως επίσης προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο την σχετική ένσταση παραγραφής που παραδεκτά και νόμιμα επανέφερε με τις προτάσεις του στην κατ' έφεση δίκη το εναγόμενο και εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο αμυνόμενο κατά της αγωγής, ότι οι επίδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, γεννηθείσες εντός του έτους 2012, είχαν υποπέσει στην (και) αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη, τριετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995, καθόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της, "η υπό κρίσιν αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 22.06.2016 και αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την με αριθμ. 10319Δ'/1-7-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Β., στις 1-7-2016, ήτοι μετά την παρέλευση της προθεσμίας παραγραφής της επίδικης αξιώσεως επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, που είναι τριετής και άρχισε από το τέλος του έτους 2012, στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη η ένδικη απαίτηση από την ενάγουσα και έληξε στο τέλος του έτους 2015", χωρίς να προταθεί, -όπως δέχεται ακόμη το Εφετείο-, παραδεκτά και νόμιμα από την ήδη αναιρεσείουσα (ενάγουσα-εκκαλούσα), διακοπτικό γεγονός της παραγραφής των επίδικων αξιώσεών της, με αντένσταση. Συγκεκριμένα όπως δέχεται το Εφετείο "κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι έχει μεσολαβήσει οποιοδήποτε διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, στα πλαίσια προβληθείσας εκ μέρους της αντένστασης, μη δυναμένου του Δικαστηρίου να εξετάσει την ύπαρξη τέτοιου γεγονότος, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, τα διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα δεν λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, αλλά μόνο στα πλαίσια παραδεκτώς προβληθείσας αντένστασης εκ μέρους της ενάγουσας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε τη βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού της αγωγής, αυτεπάγγελτα, αλλά και κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της προβληθείσας από το εναγόμενο ένστασης παραγραφής, ορθά ερμήνευε και εφάρμοσε το νόμο, δεν έσφαλε, περί την εκτίμηση των αποδείξεων και περιέχει πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση το καταβληθέν εκ μέρους της ποσό της προμήθειας δεν έχει το χαρακτήρα δημοσίου εσόδου και ότι για το λόγο αυτό στην ένδικη υπόθεση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εικοσαετή παραγραφή και όχι οι διατάξεις του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, που προβλέπουν σύντομη παραγραφή και οι οποίες είναι δυσμενείς για τους ιδιώτες, αντίθετες στο Σύνταγμα, στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση, στο σύνολό της, ν' απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι, με βάση τα εκτιθέμενα, δεν υφίσταται ενδοσυμβατική ευθύνη στην ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας παρά μόνο βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού, στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (ως παραγεγραμμένη), επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι στο δικόγραφο της αγωγής υπήρχε (μόνη) βάση από αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 του ΑΚ), υπό την έννοια της θεμελιώσεως αυτοτελούς κυρίας βάσεως προς αναζήτηση αχρεωστήτως (προ)καταβληθείσας παροχής, λόγω ακυρώσεως των αναφερομένων ομολογιακών δανείων και ως εκ τούτου της καταργήσεως-αποσβέσεως της εγγυητικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου (απαίτηση αχρεωστήτου) και ότι η αξίωση της ενάγουσας γεννήθηκε εντός του έτους 2012 και είχε ήδη παραγραφεί πριν από την άσκηση της αγωγής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 του ΑΚ στην οποία υπήγαγε τη διαφορά κρίνοντας νόμιμη την ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας ως αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού και του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995, η οποία ήταν εφαρμοστέα επί της ενστάσεως της παραγραφής του αναιρεσιβλήτου ως ειδική από απόψεως υποκειμένου και φορέως έναντι της διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου, ανεξαρτήτως του ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας προερχόταν από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ήδη στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, και, επίσης, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 και των άρθρων 250 και 251 του ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον: α) τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των πιο πάνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν και στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια, ήτοι την παραγραφή των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσείουσας, την παραδοχή της σχετικής ενστάσεως παραγραφής του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, αφού, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η ερειδόμενη ευθέως μόνο στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας για επιδίκαση της ωφέλειας που αποκόμισε το αναιρεσίβλητο από τα αχρεωστήτως προκαταβληθέντα ποσά προμήθειας για τα οποία επιγενομένως (δηλαδή μετά την καταβολή τους, ΣτΕ 2206/2018) εξέλιπαν οι προϋποθέσεις εισπράξεως αυτών λόγω ακυρώσεως των συμβάσεων ομολογιακών δανείων και καταργήσεως-αποσβέσεως της εγγυητικής ευθύνης του, γεννήθηκε εντός του οικονομικού έτους 2012, και, συνεπώς, η τριετής παραγραφή της αξιώσεως, η οποία άρχισε με το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη από την αναιρεσείουσα, έληξε στο τέλος του έτους 2015, οπότε είχε ήδη παρέλθει κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 22.06.2016 και ολοκληρώθηκε με την επίδοσή της προς το αναιρεσίβλητο την 1η.07.2016, ήτοι μετά την παρέλευση της τριετούς προθεσμίας παραγραφής της ένδικης αξιώσεως περί επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών από το αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τις υπό στοιχεία α' και γ' αιτιάσεις του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε την ένδικη διαφορά στους κανόνες του δημοσιονομικού δικαίου και εσφαλμένα, επίσης, δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωσή της έχει υποπέσει στην τριετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995, είναι αβάσιμος κατά μεν την πρώτη αιτίαση ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως διότι ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής κρίθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη, ότι η ένδικη αγωγή στηρίζεται ευθέως και μόνο στη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ και στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υφίσταται παραδοχή για την στήριξη του νόμω βασίμου της αγωγής σε κανόνες δημοσιονομικού δικαίου, κατά δε την τρίτη αιτίαση διότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού ορθώς εφαρμόσθηκε στην προκειμένη περίπτωση αναφορικά με την ένσταση της παραγραφής του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, διότι η διάταξη αυτή υπερισχύει ως ειδική ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων των προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντων στο Δημόσιο χρηματικών ποσών. Η υπό στοιχείο (β) αιτίαση, κατά την οποία το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη διαδικασία βεβαιώσεως ως εσόδου της προκαταβληθείσας προμήθειας στην Δ.Ο.Υ, είναι αλυσιτελής διότι η τήρηση της εν λόγω διαδικασίας δεν αποτελεί προϋπόθεση για την προτεινόμενη από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ένσταση παραγραφής της ένδικης αξιώσεως της αναιρεσείουσας. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (δ) αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, η καθιέρωση της υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου βραχυχρόνιας τριετούς παραγραφής δεν αντίκειται στις επικαλούμενες ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού η συγκεκριμένη ρύθμιση υπαγορεύεται από καθόλα θεμιτούς σκοπούς, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα πρόσβασης της αναιρεσείουσας στο δικαστήριο και δίχως με τη βραχυχρόνια αυτή παραγραφή να δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση εις βάρος αυτής, ως ιδιώτη διαδίκου.
7.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 93 περ. β', γ' και στ' του αυτού ως άνω ν. 2362/1995 (η οποία επαναλήφθηκε στο άρθρο 143 του ν. 4270/2014), η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μεταξύ άλλων, και: "α) ... β) με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής και αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως, γ) με την υποβολή αιτήσεως προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγκριση ή μη από τον Υπουργό Οικονομικών του οικείου πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δ)..., ε) ...., στ) με την αναγνώριση της απαιτήσεως από το Δημόσιο με πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών, αυτό δε ισχύει επί οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού". Κατά την επόμενη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' (τελευταίο) του ιδίου ως άνω νόμου: "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 261 του ΑΚ, 106 και 262 του ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι μόνο η παραγραφή αξιώσεως κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 93 του ν. 2362/1995, μεταξύ των οποίων η υποβολή αιτήσεως στην αρμόδια δημόσια αρχή για την πληρωμή της απαιτήσεως και η υποβολή αιτήσεως προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαιτήσεως, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να την λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 737/2024, ΑΠ 709/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 672/2018, ΑΠ 570/2018). H αυτεπάγγελτη, κατά το άρθρο 94 εδ. δ' του ν. 2362/1995, λήψη υπόψη από το δικαστήριο της παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων, ρύθμιση (αυτεπαγγέλτου λήψεως) η οποία δεν ισχύει για τη διακοπή της παραγραφής, δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 110 παρ. 1 του ΚΠολΔ (και) για το λόγο ότι η διασφαλιζόμενη με τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του Δημοσίου από τη δυνατότητα να προβάλλουν (ακόμη και καθ' υποφοράν, ενόψει του εκ του νόμου γνωστού σ' αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψεως υπόψη της παραγραφής) όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 1233/2019, ΑΠ1241/2018, ΑΠ 593/2015, ΑΠ 766/2010, ΑΠ 1270/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατά το άρθρο 115 παρ. 2 εδ. β' του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση την οποία όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, δηλαδή με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Για τούτο, αν δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη ως άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 43/1990), ακόμη και αν ισχυρισμός αυτός θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 2/2023, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 65/2017). Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα με λόγο εφέσεως ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1308/2021, 259/2017). Όπως περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013). Με τον ίδιο πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, σε συνέχεια των παραπάνω αιτιάσεων, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο, αφενός μεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 93 του ν. 2362/1995 περί διακοπής της παραγραφής, αφετέρου δε παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ("παράβλεψε"), πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, αν και με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής της είχε επικαλεσθεί και επανέφερε στην κατ' έφεση δίκη με λόγο εφέσεως τον ισχυρισμό ότι η παραγραφή των αγωγικών αξιώσεών της διακόπηκε με βάση τις αναφερόμενες από 19.10.2012, 12.12.2012, 25.06.2013 και από 08.07.2013 επιστολές της προς το αναιρεσίβλητο και τις αντίστοιχες απαντητικές επιστολές του τελευταίου προς αυτήν με τις οποίες διακόπτονταν κάθε φορά η παραγραφή και άρχιζε νέα κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στο αναιρετήριο και ειδικότερα ότι η παραγραφή διακόπηκε: α) στις 19.09.2012 με βάση την ομόχρονη αίτηση του Ειδικού Εκκαθαριστή της προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, με την οποία κάλεσε το αναιρεσίβλητο να προχωρήσει στις δέουσες ενέργειες για την ικανοποίησή τους και ζήτησε από αυτό να της επιστρέψει το ποσό της ένδικης προμήθειας που είχε προκαταβληθεί και θα άρχισε νέα παραγραφή έξι μήνες μετά την κοινοποίησή της, στις 20.03.2013 αν δεν απαντούσε το αναιρεσίβλητο, το οποίο απάντησε στις 08.10.2012, οπότε άρχισε νέα παραγραφή η οποία θα συμπληρωνόταν στις 31.12.2015, η οποία διακόπηκε εκ νέου στις 19.10.2012 και στις 27.02.1013, β) την 01η.07.2013 με την επιστολή-απάντηση της 25η Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, οπότε άρχισε νέα προθεσμία η οποία θα συμπληρωνόταν στις 27.02.2016, ορθότερα δε στις 31.12.2016, η οποία διακόπηκε εκ νέου στις 09.07.2013 με την κοινοποίηση στο αναιρεσίβλητο της από 1160 επιστολής του Ειδικού Εκκαθαριστή της με την οποία δόθηκαν οι διευκρινίσεις που ζητούσε το αναιρεσίβλητο με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά εμμένοντας στο αρχικό αίτημα επιστροφής του οφειλόμενου ποσού και γ) λόγω αναγνωρίσεως των ένδικων αξιώσεών της από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την από 08.10.2012 επιστολή του τελευταίου προς τον Ειδικό Εκκαθαριστή της, με την οποία το τελευταίο ζήτησε να συμψηφιστούν δήθεν υφιστάμενες απαιτήσεις του με το ποσό της προκαταβληθείσας προμήθειας, εντούτοις το Εφετείο παρέλειψε να συνεκτιμήσει τα προαναφερθέντα στοιχεία τα οποία ήταν κρίσιμα για τον υπολογισμό και την έναρξη της προθεσμίας παραγραφής και για τη θεμελίωση, όπως εκτιμάται, του ισχυρισμού της περί διακοπής της παραγραφής, ενώ, αν τα είχε λάβει υπόψη, θα είχε δεχθεί ότι η ένδικη αξίωσή της δεν είχε παραγραφεί και πλέον συγκεκριμένα θα έπρεπε να δεχθεί ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής όχι το τέλος του έτους 2012 με χρόνο συμπληρώσεως αυτής το έτος του έτους 2015, αλλά, μετά τις παραπάνω επιστολές της και τις απαντητικές επιστολές του αναιρεσιβλήτου, έπρεπε να θεωρήσει ως χρόνο ενάρξεως αυτής τις 09.07.2013 (και άρα το τέλος του έτους 2013) και χρόνο συμπληρώσεως αυτής τις 09.01.2017 (και άρα του τέλος του έτους 2017).
8.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, τόσο κατά τη εκδίκαση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και στην κατ' έφεση δίκη προέβαλε, παραδεκτά και νόμιμα, την εκ του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσείουσας. Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα, κατά την εν λόγω συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και με το δικόγραφο της εφέσεώς της, δεν προέβαλε ισχυρισμό και δη αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών της, προς απόκρουση της παραδεκτώς προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο ενστάσεως περί παραγραφής αυτών, την απόρριψη της οποίας (ενστάσεως) ζήτησε η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τα παραπάνω διαδικαστικά έγγραφα, μόνο για το λόγο ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995 είναι ανίσχυρη ως αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τον υπερνομοθετικής ισχύος κανόνα του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα και κατά συνέπεια έπρεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, να θεωρηθεί ότι στην ένδικη υπόθεση η παραγραφή είναι πενταετής κατά τις οικείες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, άλλως κατ' εφαρμογή της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 και όχι η τριετής παραγραφή της παρ. 2 του άρθρου αυτού. Και ναι μεν, όπως από τα δικόγραφα αυτά προκύπτει, η αναιρεσείουσα διηγηματικώς ανέφερε, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και κατ' έφεση, ότι: α) με την από 19.09.2012 επιστολή της κάλεσε το αναιρεσίβλητο να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεών της και ότι β) σε απάντηση της ανωτέρω επιστολής το αναιρεσίβλητο με την από 08.10.2012 απαντητική επιστολή του αναγνώρισε ως καθ' όλα νόμιμη και ισχυρή την κατ' αυτού απαίτησή της χωρίς να αμφισβητήσει, όπως και σήμερα επικαλείται με το αναιρετήριο, το κύρος και την ουσιαστική βασιμότητά της, είχε δε επικαλεσθεί κατά την ιστορική έκθεση των πραγματικών περιστατικών και είχε προσκομίσει τις επιστολές αυτές, χωρίς, ωστόσο, να επικαλεσθεί, ενόψει του ότι η αντένσταση διακοπής της παραγραφής δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, ότι επήλθε διακοπή της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών της και χωρίς να υποβάλει συγκεκριμένο αίτημα κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για απόρριψη της ενστάσεως παραγραφής του αναιρεσιβλήτου λόγω διακοπής αυτής, πλην, όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ελλείψει σχετικού αιτήματος (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) δεν μπορούσε να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως τα παραπάνω αναφερόμενα ως διακοπτικά της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσείουσας, γεγονότα, που ούτε και η ίδια, άλλωστε, διατείνεται ότι πρότεινε παραδεκτώς και νομίμως με αντένσταση. Δεν είχε, επομένως, υποχρέωση το Εφετείο να απαντήσει στους ως άνω απαράδεκτους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας. Οι ισχυρισμοί αυτοί, τους οποίους επανέλαβε διηγηματικώς η αναιρεσείουσα και ενώπιον του Εφετείου με την έφεσή της, δεν μπορούν να θεμελιώσουν την επιχειρούμενη εκ του άρθρου 93 περ. β', γ' και στ' του ν. 2362/1995 αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών της είτε με τις επικαλούμενες επιστολές της είτε με την επίκληση της αναγνωρίσεως της απαιτήσεώς της από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω, κυρίως, μη νομιμότητας και παραδεκτού της υποβολής τους, στην τελευταία δε περίπτωση και για τον πρόσθετο λόγο διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 93 περ. στ' του ν. 2362/1995, που αναφέρεται στις περιπτώσεις αναγνωρίσεως απαιτήσεων, είτε με μορφή καθαρώς αναγνωριστική είτε με μορφή συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς και ισχύει εν προκειμένω για το Ελληνικό Δημόσιο, απαιτείται για την αναγνώριση απαιτήσεως από το Δημόσιο πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Οικονομικών και τούτο ισχύει επί οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και αυτής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Επομένως, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει ούτε στον τελευταίο ως άνω ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως της απαιτήσεως, προεχόντως διότι αυτός δεν ήταν νόμιμος. Μετά ταύτα, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι, στην προκειμένη περίπτωση: α) δεν είχε προταθεί παραδεκτώς από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών της, για τις οποίες κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνά του, είχε παρέλθει ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995 χρόνος της τριετούς παραγραφής και έτσι απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, β) δέχθηκε ότι τα διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα δεν λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά μόνο στο πλαίσιο παραδεκτώς προβληθείσας αντενστάσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας και γ) θεώρησε ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσείουσας από προμήθειες το τέλος του έτους 2012 (και όχι από την καταβολή), διότι αυτές κατέστησαν αχρεώστητες επιγενομένως (ήτοι μετά την καταβολή) με χρόνο συμπληρώσεως αυτής το τέλος του έτους 2015, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποιο διακοπτικό γεγονός της παραγραφής, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 93 παρ. β', γ' και στ' του 2362/1995 (διακοπή παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, με την υποβολή αιτήσεως προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαιτήσεως και με την αναγνώριση της απαιτήσεως από το Δημόσιο με πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους) και, συνεπώς, ο ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, καθ' όλες τις αιτιάσεις του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος για αναιρετική πλημμέλεια, αν εκτιμηθεί, εκ του αριθμού 11 γ' του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα τις πιο πάνω επιστολές της και τις απαντητικές επιστολές του αναιρεσιβλήτου, είναι, επίσης, αβάσιμος, διότι από τη γενική αναφορά που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως "από την επανεκτίμηση των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων...", προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε μεν με τα λοιπά προσκομισθέντα έγγραφα, δεν μπορούσε όμως με βάση αυτά να θεμελιώσει, αυτεπαγγέλτως, αντένσταση διακοπής των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσείουσας. Στον ίδιο πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την εκ των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι, το Εφετείο παρά το νόμο παρέλειψε να αξιολογήσει (δεν έλαβε υπόψη) τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου για παραγραφή των ένδικων αξιώσεών της και συγκεκριμένα την καταφανή κατάχρηση δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, η συμπεριφορά του οποίου είναι και παραμένει έως σήμερα ακραία καταχρηστική, δεδομένου ότι όχι μόνο δεν προέβη άμεσα, όπως οι Υπουργικές Αποφάσεις και οι σχετικές συμβάσεις όριζαν, σε επιστροφή του αιτούμενου ποσού, αλλά εκ πρώτης επικαλέσθηκε συμψηφισμό δήθεν απαιτήσεώς του και στη συνέχεια ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις από τον Ειδικό Εκκαθαριστή της, στον οποίο ουδέποτε απάντησε, παρά μόνο εξ αφορμής της ένδικης αγωγής της, έχοντας ως μόνο σκοπό την προσπόριση περιουσιακού οφέλους με την επίκληση της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών της, αυτή δε η αδράνεια του αναιρεσιβλήτου και η αδιαφορία που υπέδειξε στα αιτήματά της προκαλεί ασύμφορη ζημία στα συμφέροντά της, παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη, ώστε να προκύπτει ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα ή αν δεν προτάθηκε ότι συντρέχει μια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, ή, ακόμη, ότι υποβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό ή προκύπτουν από την απόφαση. Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται, το πρώτον, ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού του, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο ως άνω λόγος, ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή μη αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση είναι (και) αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε, κατ' ένσταση, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε και με την έφεσή της ως καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να προβάλει την ένσταση της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών της και, συνεπώς, το Εφετείο ουδεμία υποχρέωση είχε να ερευνήσει την συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, την οποία, έτσι, δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή της. 9.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτώς προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/ 2005, ΟλΑΠ 25/2003). Δεν αποτελούν, όμως, "πράγμα", οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997). Με το οικείο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από αυτήν και συγκεκριμένα ότι προσέδωσε στη φύση της ένδικης διαφοράς τον χαρακτηρισμό αχρεώστητης παροχής της παραγράφου 2 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" μεταβάλλοντας έτσι ουσιωδώς και καταλυτικά τη νομική βάση της υποθέσεως, καθ' υπέρβαση της αρμοδιότητάς του. Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι νομικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια και δεν θεμελιώνουν αναιρετικό λόγο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. 10. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, οι οποίες περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου του κανόνα που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, λογικώς, ότι η έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ύπαρξης της ακολουθίας της δικανικής κρίσεως ως προς την εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω ελλείψεως αιτιολογιών όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1140/2005), ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών, ως τέτοιων νοουμένων μόνο των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 παρ 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως και των κατ' ιδίαν λόγων αυτής, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και με την άσκηση της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για αυτόν συνέπειας. Έτσι, αν οι αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (δηλαδή στην αναίρεση) της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ868/1995, ΑΠ 1150/1993, ΑΠ 523/1993). Στον ίδιο πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, διότι, όπως επί λέξει αναφέρεται στο αναιρετήριο, "στερείται εξ ολοκλήρου οποιασδήποτε αιτιολογίας αναφορικά με την εξέταση καθώς και του λόγου απόρριψης της προβληθείσας νομικής βάσης επί των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, υπό την έννοια ελλείψεως ελάσσονος προτάσεως ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν τη νομική βάσης της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι αλυσιτελής και εντεύθεν απαράδεκτος, κυρίως διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Άλλωστε, η απόρριψη κατ' ουσίαν της ένδικης αγωγής από το Εφετείο, μετά την παραδοχή της ενστάσεως παραγραφής του αναιρεσιβλήτου, προϋποθέτει ότι προηγουμένως υπήρχε το ασκούμενο με την αγωγή επίδικο δικαίωμα της αναιρεσείουσας που ήδη καταλύθηκε και δημιουργήθηκε δεδικασμένο για την προηγούμενη ύπαρξή του, με συνέπεια αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης μετά την έφεση της ηττηθείσας αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης οριστικής αποφάσεως, να έχει καταστεί μόνο η ένσταση της παραγραφής του δικαιώματος και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος. Επομένως, το εφετείο είχε εξουσία να εξετάσει μόνο την ένσταση αυτή και να αποφανθεί αναλόγως για την τύχη της αγωγής, χωρίς να μπορεί να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, διότι ως προς αυτό, εφόσον δεν είχε προσβληθεί με αντίθετη έφεση ή αντέφεση του αναιρεσιβλήτου η οριστική απόφαση η οποία είχε δεχθεί την ύπαρξή του, υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο δέσμευσε το Εφετείο. Επομένως, η αναιρεσείουσα δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει λόγο αναιρέσεως, προβάλλοντας πλημμέλειες του Εφετείου σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, για έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με τον λόγο απόρριψης της ένδικης αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές στο αποδεικτικό της πόρισμα, έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται με πληρότητα και με σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995 την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ως προς την προβαλλόμενη από το αναιρεσίβλητο ένσταση παραγραφής, με την παραδοχή της οποίας καταλύθηκε το ήδη υφιστάμενο προηγουμένως αγωγικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (ως παραγεγραμμένη) η ένδικη αγωγή της από αδικαιολόγητο πλουτισμό του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα από αχρεωστήτως προκαταβληθείσες προμήθειες λόγω ακυρώσεως των συμβάσεων ομολογιακών δανείων και εκ τούτου καταργήσεως-αποσβέσεως της εγγυητικής ευθύνης του τελευταίου. Ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, χωρίς επίκληση ενάριθμης πλημμέλειας, προσάπτεται στο Εφετείο, όπως εκτιμάται, ότι, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, εσφαλμένως δεν έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως το ζήτημα διακοπής της παραγραφής, αφού η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε τα ως άνω διακοπτικά γεγονότα της παραγραφής, τα οποία όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το Εφετείο, δίχως να απαιτείται η πανηγυρική προβολή αντενστάσεως διακοπής αυτής, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως και ως προς τα συναφή με την παραγραφή ζητήματα, όπως η διακοπή, αφ' ης στιγμής τίθενται εις γνώση του από τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, η διακοπή της παραγραφής αξιώσεως κατά του Δημοσίου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι ο σχετικός ισχυρισμός συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτά και νόμιμα, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, να έχει δε και ειδικό προς τούτο αίτημα περί απορρίψεως της ενστάσεως παραγραφής (άρθρο 262 του ΚΠολΔ). Η δε επίκληση νομολογίας από άλλες συναφείς δικαστικές αποφάσεις, όπως και η λήψη ή μη υπόψη της νομολογίας άλλων δικαστηρίων δεν θεμελιώνει κάποιο λόγο αναιρέσεως, αλλά, απλώς, αντλούνται από αυτήν επιχειρήματα προς ενίσχυση των νομικών και πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων.
11.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί επιβολής δικαστικής δαπάνης εις βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν θα περιληφθεί στην προκειμένη απόφαση διότι δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής της, αφού το αναιρεσίβλητο, το οποίο παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν κατέθεσε προτάσεις και δεν υπέβαλε σχετικό προς τούτο αίτημα (άρθρο 106 του ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.05.2021 αίτηση της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1685/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή