Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 1016 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1016/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: I. O. (Ι.. Ο..) του D. (Ν.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Εμμανουήλ Μαργωμένο και Νικόλαο Δεληγιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων :1) Χ. Ρ. του Α., κατοίκου Βιομηχανικής Περιοχής (ΒΙ.ΠΕ) Κομοτηνής, 2) Μ. Κ. του Κ., κατοίκου Βιομηχανικής Περιοχής (ΒΙ.ΠΕ) Κομοτηνής, 3) Β. Ρ. του Χ., κατοίκου Βιομηχανικής Περιοχής (ΒΙ.ΠΕ) Κομοτηνής, 4) Δ. Κ. του Λ., κατοίκου Δημοτικού Διαμερίσματος Πρωτάτου, Δημοτικής Ενότητας Σαπών, Δήμου Μαρώνειας Σαπών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Πάνο Αλεξανδρή και Ευγενία- Μάρθα Καράμπαλη και 5) Β. Α. του Δ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-7-2019 με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης δικογράφων ΤΜ 57/24-07-2019, ΤΜ 58/24-07-2019, ΤΜ 59/24-07-2019 και ΤΜ 60/24-07-2019 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 217/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητά ο αναιρεσείων με την από 14/09/2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί." Στην προκειμένη περίπτωση, από την 788/16-10-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς Β. Σ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πέμπτο αναιρεσίβλητο Β. Α., ήτοι το δικόγραφο επιδόθηκε γι' αυτόν στον πληρεξούσιο δικηγόρο του και αντίκλητο κατ' άρθρο 143 § 1 ΚΠολΔ, Β. Τ.. Εφόσον, συνεπώς, ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Από τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί στην ουσία ή αν γίνει δεκτή και στην ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού, στην πρώτη περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται (Ολ.Α.Π. 40/1996, Α.Π. 891/2019, Α.Π. 100/2019, Α.Π. 1206/2013, Α.Π. 340/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 § 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παραβίαση της εν λόγω διάταξης, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 § 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (Α.Π. 100/2019, Α.Π. 355/2016, Α.Π. 664/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 217/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το Εφετείο δέχθηκε με την απόφασή του αυτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη 12/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθ' όσον στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία εξαφανίστηκε με την εφετειακή απόφαση, είναι απαράδεκτη, αφενός για το λόγο αυτό, και αφετέρου επειδή δεν προκύπτει κατάθεσή της και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Καθ' όσον στρέφεται κατά της ως άνω δευτεροβάθμιας απόφασης, η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 3 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 577 § 3 ΚΠολΔ.
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (Α.Π. 5/2020). Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (Α.Π. 18/2018). Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (Α.Π. 1005/2022, Α.Π. 916/2022, Α.Π. 473/2022). Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής (Α.Π. 248/2024, Α.Π. 473/2022). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 754/2023, Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις τέσσερεις από 24-7-2019 αγωγές τους, οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής Β. Α. και Μ. Κ. (ήδη πέμπτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι), της δεύτερης αγωγής Χ. Ρ. και Μ. Κ. (πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι), της τρίτης αγωγής Χ. Ρ. και Δ. Κ. (πρώτος και τέταρτος αναιρεσίβλητοι) και της τέταρτης αγωγής Χ. Ρ. και Β. Ρ. (πρώτος και τρίτη αναιρεσίβλητοι) ανέφεραν ότι, με σύμβαση μεταξύ του Χ. Ρ. και του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ι. Ο., ο Χ. Ρ. ανέλαβε την υποχρέωση να εκδώσει για λογαριασμό του εναγόμενου 160 άδειες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε διάφορες περιοχές της χώρας, αντί αμοιβής 27.000 ευρώ για κάθε άδεια, ότι κατά τη συμφωνία των μερών οι άδειες θα εκδίδονταν στο όνομα επτά προσωπικών εταιριών με εταίρους τον Χ. Ρ. και πρόσωπα της επιλογής του, ότι ποσοστά 97% ή 98% των εταιριών αυτών θα μεταβιβάζονταν σε ισάριθμες ανώνυμες εταιρίες, που θα είχαν τους ίδιους μετόχους με τους εταίρους των προσωπικών εταιριών, ότι οι μέτοχοι θα πωλούσαν και θα μεταβίβαζαν το σύνολο των μετοχών τους στον εναγόμενο αντί συγκεκριμένου τιμήματος, ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής συστήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι εταιρίες "Ηλιοακτίνα Α.Ε.", "Φωτοενέργεια Α.Ε.", "... και "Φωτοκύκλος Α.Ε.", και ότι μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου συντάχθηκαν τα ... συμβολαιογραφικά προσύμφωνα, με τα οποία συμφωνήθηκε ότι οι ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν στον εναγόμενο έως την 31-10-2011 το σύνολο των μετοχών τους αντί τιμήματος, που ανερχόταν σε 491.400 ευρώ για τις μετοχές της εταιρίας "Ηλιοακτίνα Α.Ε.", 334.800 ευρώ για την εταιρία "Φωτοενέργεια Α.Ε.", 468.600 ευρώ για την εταιρία "... και 491.400 ευρώ για την εταιρία "Φωτοκύκλος Α.Ε.", αντίστοιχα, υπό τον όρο της προηγούμενης γνωστοποίησης στον εναγόμενο των σχετικών συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας στον διαχειριστή του δικτύου. Ότι για την εξασφάλιση της τήρησης εκ μέρους των εναγόντων των υποχρεώσεών τους από τα προσύμφωνα, με τα από 17-3-2011, 15-3-2011, 17-3-2011 και 15-3-2011 έγγραφα ιδιωτικά συμφωνητικά συμφωνήθηκε η σύσταση ενεχύρου υπέρ του εναγόμενου επί των μετοχών των ανωτέρω ανωνύμων εταιριών, αντίστοιχα, και παραδόθηκαν σε αυτόν οι προσωρινοί τίτλοι όλων των μετοχών. Ότι την 31-10-2011 οι ενάγοντες είχαν γνωστοποιήσει εμπρόθεσμα τις συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας στον εναγόμενο, ως όφειλαν, όμως αυτός δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το συμφωνημένο τίμημα αγοράς των μετοχών και κατόπιν αυτού, κάνοντας χρήση σχετικού δικαιώματός του, με τέσσερεις συμβολαιογραφικές πράξεις παρέτεινε την προθεσμία των προσυμφώνων έως την 9-1-2012, αλλά κατά την ημερομηνία αυτή εμφανίστηκε ενώπιον συμβολαιογράφου και δήλωσε ότι αδυνατεί να καταβάλει το τίμημα. Ότι κατόπιν αυτού οι ενάγοντες με τις ... συμβολαιογραφικές πράξεις, ενεργώντας και για λογαριασμό του εναγόμενου βάσει παρασχεθείσας από αυτόν πληρεξουσιότητας, προέβησαν σε λύση και κατάργηση των προσυμφώνων, επομένως αποσβέστηκε το ενέχυρο επί των μετοχών των ανωνύμων εταιριών λόγω απόσβεσης των απαιτήσεων, για τις οποίες αυτό είχε συσταθεί, ακολούθως δε, βάσει νεότερης συμφωνίας, οι ενάγοντες μεταβίβασαν κατά κυριότητα ποσοστό 25% των μετοχών τους στον εναγόμενο και ποσοστό 25% αυτών σε τρίτον. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί η απόσβεση του ενεχύρου επί του υπολοίπου 50% των μετοχών, που εξακολουθεί να κατέχει ο εναγόμενος για την αιτία αυτή, και να υποχρεωθεί αυτός να τις αποδώσει στους ενάγοντες, και συγκεκριμένα α) με την πρώτη αγωγή, να αποδώσει στον πρώτο ενάγοντα 12 και στη δεύτερη 288 μετοχές (προσωρινούς τίτλους) της εταιρίας "Ηλιοακτίνα Α.Ε.", β) με τη δεύτερη αγωγή, να αποδώσει στον πρώτο ενάγοντα 150 και στη δεύτερη 150 μετοχές (προσωρινούς τίτλους) της εταιρίας "Φωτοενέργεια Α.Ε.", γ) με την τρίτη αγωγή, να αποδώσει στον πρώτο ενάγοντα 288 και στον δεύτερο 12 μετοχές (προσωρινούς τίτλους) της εταιρίας "..., και δ) με την τέταρτη αγωγή, να αποδώσει στον πρώτο ενάγοντα 288 και στη δεύτερη 12 μετοχές (προσωρινούς τίτλους) της εταιρίας "Φωτοκύκλος Α.Ε.". Με το ανωτέρω περιεχόμενο, οι αγωγές περιλαμβάνουν όλα τα περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωσή τους, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, χωρίς να απαιτείται επιπλέον η αναφορά του εάν ο Χ. Ρ. εκπλήρωσε ή όχι την υποχρέωσή του έναντι του εναγόμενου για έκδοση αδειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και εάν έλαβε ή όχι από τον εναγόμενο, εν όλω ή εν μέρει, την αμοιβή του, εφόσον αντικείμενο της δίκης είναι η απόσβεση του ενεχύρου επί των μετοχών των ανωνύμων εταιριών συνεπεία της κατάργησης των προσυμφώνων εξαιτίας της αδυναμίας του εναγόμενου να καταβάλει το τίμημα της αγοράς τους, γεγονότα που αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα, ούτε ήταν αναγκαία η εξειδίκευση των ενεχυρασθέντων προσωρινών τίτλων κατ' αύξοντα αριθμό, σειρά έκδοσης και χρόνο και τόπο έκδοσης, αφού αντικείμενο της δίκης είναι όλοι οι τίτλοι, που παραμένουν στην κατοχή του εναγόμενου ως ενέχυρο, ενώ δεν υπάρχει ελλιπής εξειδίκευση των περιστατικών ή αντίφαση από το γεγονός ότι στην αγωγή αναφέρεται αφενός ότι οι επίδικοι τίτλοι βρίσκονται στην κατοχή του εναγόμενου, και αφετέρου ότι αυτοί είναι κατατεθειμένοι σε συμβολαιογράφο, αφού διευκρινίζεται ότι ο συμβολαιογράφος ενεργεί ως θεματοφύλακας, δηλαδή ότι κατέχει τους τίτλους για λογαριασμό του εναγόμενου. Επομένως το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον προβληθέντα πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως ισχυρισμό του εναγόμενου περί αοριστίας των αγωγών και έκρινε αυτές ορισμένες, δεν έλαβε υπόψη παρά τον νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο, και είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις. Ο ίδιος λόγος, ως προς το σκέλος του, με το οποίο γίνεται επίκληση πλημμελειών από τους αρ. 1 και 19 με τις ίδιες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, επειδή οι επικαλούμενες πλημμέλειες αφορούν αποκλειστικά την εξειδίκευση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου με την αναφορά περαιτέρω περιστατικών και συνεπώς συνιστούν ποσοτική, και όχι νομική αοριστία της αγωγής, ελέγχονται δε αναιρετικώς μόνο με τους λόγους των αρ. 8 και 14, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Κατά το άρθρο 1244 Α.Κ., στο ενέχυρο ανώνυμων τίτλων εφαρμόζονται οι διατάξεις για το ενέχυρο κινητών, δηλαδή η σύσταση του δικαιώματος του ενεχύρου, η ενεχυρική σχέση, η εκποίηση και η απόσβεση του ενεχύρου ρυθμίζονται από τις αντίστοιχες διατάξεις του Α.Κ. περί ενεχύρου κινητών πραγμάτων, εκτός αν από ειδική διάταξη προκύπτει αντίθετη ρύθμιση (Α.Π. 1349/2017). Κατά τη γενική διάταξη δε του άρθρου 1243 του ίδιου Κώδικα, απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται ιδίως: 1) με την απόσβεση της απαίτησης για χάρη της οποίας έχει συσταθεί, 2) με την απόδοση του πράγματος από το δανειστή στον ενεχυριαστή ή στον κύριο, 3) με τη μονομερή δήλωση του δανειστή προς τον ενεχυριαστή ή τον κύριο ότι παραιτείται από το ενέχυρο, και 4) με την ένωση στο ίδιο πρόσωπο της κυριότητας και του δικαιώματος του ενεχύρου (Α.Π. 1822/2023, Α.Π. 1664/2003). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αγωγές των αναιρεσίβλητων συνεκδικάστηκαν και έγιναν δεκτές με την 12/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να αποδώσει στους ενάγοντες το αιτούμενο με αυτές ποσοστό 50% των μετοχών που ενεχυριάστηκαν, υπό τον όρο της μεταβίβασης σε αυτόν ποσοστού 25% των μετοχών των ανωτέρω ανωνύμων εταιριών. Επί αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 217/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε την έφεση του εναγόμενου, δέχτηκε την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, δικάζοντας τις αγωγές, δέχτηκε αυτές με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο, αιτιολογία: "Ο πρώτος ενάγων των υπό στοιχεία β', γ' και δ' αγωγών, Χ. Ρ., με τη συνδρομή και των λοιπών εναγόντων, από πολλών ετών δραστηριοποιείται στον τομέα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και συγκεκριμένα στην ανάπτυξη έργων (αδειοδότηση, χωροθέτηση), κατασκευή και εκμετάλλευση φωτοβολταϊκών σταθμών. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς του αυτής ο εν λόγω ενάγων, από κοινού με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "EKOPLYN HELLAS ΑΕΒΕ", της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, το έτος 2007, προέβη με τον εναγόμενο, κάτοικο Ισραήλ, επενδυτή κεφαλαίων στον τομέα αυτό, στη σύναψη Σύμβασης Ανάπτυξης και Αγοράς Εταιρικών Μεριδίων για Φωτοβολταϊκές Εγκαταστάσεις στην Κρήτη και άλλα μη Συνδεδεμένα Νησιά στην Ελλάδα. Με τη σύμβαση αυτή, μεταξύ των άλλων, συμφωνήθηκε η σύσταση 7 προσωπικών εταιριών ειδικού σκοπού, στο όνομα των οποίων θα εκδίδονταν οι άδειες παραγωγής ή κατά περίπτωση θα λαμβάνονταν εξαιρέσεις από τη λήψη άδειας παραγωγής, για την εξασφάλιση δε του εναγομένου προσυμφωνήθηκε η μεταβίβαση σ' αυτόν ή σε πρόσωπα που θα υποδείκνυε ο ίδιος της εταιρικής συμμετοχής των προσωπικών εταιριών. Με την από 15-03-2011 Συμφωνία Τροποποίησης-Κώδικοποίησης αποφασίστηκε, μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, η σύσταση 7 ανωνύμων εταιριών, οι οποίες θα καθίσταντο κατά πλειοψηφία εταιρικής συμμετοχής (97% ή 98%) εταίροι και διαχειριστές των προσωπικών αυτών εταιριών, μοναδικός δε μέτοχος αυτών (ανωνύμων εταιριών) θα καθίστατο ο εναγόμενος, μετά όμως από την πλήρωση των όρων και προϋποθέσεων που ορίστηκαν. Στην τροποποιητική αυτή συμφωνία ορίστηκαν επίσης τα εξής: 1) Δυνάμει των αρχικών από 05-09-2007, 16-10-2007 και 31-07-2007 συμβάσεων ανάπτυξης και αγοράς εταιρικών μεριδίων για φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις στην Ελλάδα, ο εναγόμενος ανέθεσε στον εργολάβο Χ. Ρ. να υποβάλλει αιτήσεις για έκδοση παραγωγής (εξαιρέσεων) για 160, πλέον ή έλαττον, συνολικά φωτοβολταϊκά έργα στα νησιά που δεν είναι συνδεδεμένα με το κεντρικό δίκτυο διανομής στην Ελλάδα, στην Κοζάνη και Καστοριά και δημιουργήθηκαν οι ως άνω προσωπικές εταιρίες ειδικού σκοπού, με την επωνυμία των οποίων υποβλήθηκαν αιτήσεις για συγκεκριμένες άδειες παραγωγής (εξαιρέσεις) και για τις οποίες ο εργολάβος εγγυήθηκε ότι κατέχουν και είναι φορείς τουλάχιστον 132 αποφάσεων εξαιρέσεως από την υποχρέωση λήψης άδειας παραγωγής της Ρυθμιστικής Αρχής για αντίστοιχα έργα φωτοβολταϊκών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. 2) Δυνάμει των από 16-10-2007, 31-07-2010 και 05-09-2010 συμβάσεων, όπως τροποποιήθηκαν, καθώς και των από 21-12-2010 και 24-02-2011 προσυμφώνων - τροποποίησης εργολαβικής σύμβασης, συμφωνήθηκε, ο εργολάβος να μεταβιβάσει στον εναγόμενο-εργοδότη, ή σε τρίτα πρόσωπα που θα υποδείξει αυτός, το 100% των μεριδίων των ως άνω προσωπικών εταιριών. 3) Η αμοιβή του εργολάβου για κάθε άδεια παραγωγής (εξαίρεσης), η οποία θα παραδίδονταν πλήρως υλοποιημένη, ορίστηκε σε 27.000 ευρώ, καταβλητέα εντός προθεσμίας 30 ημερών από τη νόμιμη γνωστοποίηση στον εργοδότη της υπογραφής συμβάσεως αγοράς και πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με την ΔΕΣΜΗΕ ή ΔΔ νήσων και παράδοσης αντιγράφου της σχετικής σύμβασης που να αφορά καθένα από τα φωτοβολταϊκά έργα. 4) Ο εργολάβος θα ολοκλήρωνε την αδειοδότηση και θα παρέδιδε το έργο έως την 31-10-2011, πλην των πάρκων στη Ρόδο, Κω και Κάρπαθο, τα οποία συμφωνήθηκε να παραδοθούν στις 30-01-2012. 5) Ο εργοδότης-εναγόμενος, θα δημιουργούσε 7 ανώνυμες εταιρίες, οι οποίες θα είχαν τους ίδιους μετόχους με τους εταίρους των ομορρύθμων και ετερορρύθμων εταιριών, το ίδιο ποσοστό συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο, θα έφεραν τον ίδιο διακριτικό τίτλο και θα είχαν διοικητικό συμβούλιο και έδρα της απόλυτης επιλογής του ίδιου. Για το σκοπό αυτό ήταν υποχρεωμένος ο εργολάβος, άμεσα και όταν καλούνταν, να παρέχει ειδικά πληρεξούσια από όλους τους συνεργάτες του, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η σύσταση των εταιριών. Τα πληρεξούσια αυτά θα παρείχαν εντολή για πώληση των μετοχών με τους όρους και το τίμημα που θα ενέκρινε ο εργολάβος. 6) Οι ανώνυμες εταιρίες θα εξαγόραζαν το 97% ή το 98% των προσωπικών εταιριών ειδικού σκοπού με την μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων και τροποποίηση των καταστατικών. 7) Ο εργολάβος Χ. Ρ., ενεργώντας για τον εαυτό του και ως πληρεξούσιος των ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταίρων και λοιπών διαχειριστών των εταιριών αυτών, ανέλαβε την υποχρέωση, μεταξύ των άλλων, να μεταβιβάσει το 100% των μετοχών των 5 (εκ των 7) ανωνύμων εταιριών, καθώς και το υπολειπόμενο 2% ή 3%, κατά περίπτωση, των εταιρικών μεριδίων των προσωπικών εταιριών ειδικού σκοπού, το αργότερο μέχρι την 31-10-2011. Για τη μεταβίβαση του 100% των μετοχών των 5 ανωνύμων εταιριών έως την περάτωση του έργου και την παράδοση ή νωρίτερα και προς εξασφάλιση εκπλήρωσης της σύμβασης, κατά το άρθρο 8 της σύμβασης αυτής, ο εργολάβος με τις ως άνω ιδιότητές του και ο εργοδότης ανέλαβαν την υποχρέωση να υπογράψουν τα συμβολαιογραφικά προσύμφωνα για τη μεταβίβαση των μετοχών των 5 ανωνύμων εταιριών και για το υπολειπόμενο 2% ή 3%, κατά περίπτωση των εταιρικών μεριδίων των προσωπικών εταιριών ειδικού σκοπού. Στη συνέχεια: 1) με το ... συμβόλαιο ... συστάθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΠΑΡΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΗΛΙΟΑΚΤΙΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΗΛΙΟΑΚΤΙΝΑ ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΠΑΡΚΑ" ... 2) Με το ... συμβόλαιο συστάθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΠΑΡΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΦΩΤΟΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΩΤΟΕΝΕΡΓΕΙΑ Α.Ε." ... 3) Με το ... συμβόλαιο ... συστάθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΙΚΑ ΠΑΡΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΠΑΡΚΑ Α.Ε." ... Και 4) Με το ... συμβόλαιο ... συστάθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΠΑΡΚΑ ΦΩΤΟΚΥΚΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΩΤΟΚΥΚΛΟΣ Α.Ε." ... Μετοχικό κεφάλαιο για κάθε εταιρία ορίστηκε το ποσό των 60.000 ευρώ, κατανεμόμενο σε 600 μετοχές, ονομαστικής αξίας 100 ευρώ η κάθε μία. Σύμφωνα με τα ως άνω καταστατικά σύστασης των ανωνύμων αυτών εταιριών: α) Ο πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο α' αγωγής, Βασίλειος Αγγελίδης έγινε κύριος και έλαβε στην κατοχή του 12 μετοχές και η δεύτερη ενάγουσα, Μ. Κ., έγινε κυρία και έλαβε στην κατοχή της 588 μετοχές της ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "ΗΛΙΟΑΚΤΙΝΑ ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΠΑΡΚΑ Α.Ε.". β) Ο πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο β' αγωγής, Χ. Ρ., έγινε κύριος και έλαβε στην κατοχή του 450 μετοχές και η δεύτερη ενάγουσα, Μ. Κ., έγινε κυρία και έλαβε στην κατοχή της 150 μετοχές της ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "ΦΩΤΟΕΝΕΡΓΕΙΑ Α.Ε.". γ) Ο πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο γ' αγωγής, Χ. Ρ., έγινε κύριος και έλαβε στην κατοχή του 588 μετοχές και ο δεύτερος ενάγων, Δ. Κ., έγινε κύριος και έλαβε στην κατοχή του 12 μετοχές της ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "... ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΠΑΡΚΑ Α.Ε.". Και δ) Ο πρώτος ενάγων της υπό στοιχείο δ? αγωγής, Χ. Ρ., έγινε κύριος και έλαβε στην κατοχή του 588 μετοχές και η δεύτερη ενάγουσα, Βιργινία Ρίνη, έγινε κυρία και έλαβε στην κατοχή της 12 μετοχές της ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "ΦΩΤΟΚΥΚΛΟΣ Α.Ε.". Οι κάτοχοι των μετοχών αυτών, στη συνέχεια, ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν στον εναγόμενο ή σε τρίτο που θα υποδείκνυε αυτός τις παρακάτω μετοχές που κατείχαν: Ι) Οι ενάγοντες της υπό στοιχείο α' αγωγής, με το υπ' αριθμ. 1839/24-03-2011 προσύμφωνο πώλησης της ... συμβολαιογράφου, Π. Χ., ανέλαβαν την υποχρέωση, μέχρι 31-10-2011 να μεταβιβάσουν και παραδώσουν τους με αύξοντα αριθμούς 1 έως και 23 τίτλους της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «Μ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και το σύνολο της περιουσίας αυτής, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στο προσύμφωνο 22 φωτοβολταϊκά πάρκα, αντί τιμήματος 491.400 ευρώ, στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΗΛΙΟΑΚΤΙΝΑ Α.Ε.", υπό τον όρο της προ 30 ημερών νόμιμης γνωστοποίησης στον ήδη εναγόμενο - αγοραστή της υπογραφής της συμβάσεως αγοράς και πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με την ΔΕΣΜΗΕ ή ΔΔ νήσων και παράδοσης αντιγράφου της σύμβασης αυτής, ή σε περίπτωση γνωστοποίησης πλειόνων των 8 συμβάσεων το τίμημα θα καταβάλλονταν εντός προθεσμίας 75 ημερών από την πιο πάνω νόμιμη γνωστοποίηση, που θα αφορούσε καθένα από τα 22 φωτοβολταϊκά έργα και την παράδοση των αντίστοιχων συμβάσεων.
ΙΙ) Οι ενάγοντες της υπό στοιχείο β' αγωγής, με το υπ'αριθμ. 1843/24-03-2011 προσύμφωνο πώλησης της ίδιας συμβολαιογράφου, ανέλαβαν την υποχρέωση, μέχρι 31-10-2011, να μεταβιβάσουν και παραδώσουν τους με αύξοντα αριθμούς 1 έως και 16 τίλους της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ... και το σύνολο της περιουσίας αυτής, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στο προσύμφωνο 15 φωτοβολταϊκά πάρκα, αντί τιμήματος 334.800 ευρώ, στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΗΛΙΟΑΚΤΙΝΑ Α.Ε.", υπό τους ίδιους πιο πάνω όρους.
ΙΙΙ) Οι ενάγοντες της υπό στοιχείο γ' αγωγής, με το υπ' αριθμ. 1842/24-03-2011 προσύμφωνο πώλησης της ίδιας συμβολαιογράφου, ανέλαβαν την υποχρέωση, μέχρι 31-10-2011, να μεταβιβάσουν και παραδώσουν τους με αύξοντα [ορθό: αύξοντες] αριθμούς 1 έως και 22 τίτλους της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...-...." και το σύνολο της περιουσίας αυτής, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στο προσύμφωνο 21 φωτοβολταϊκά πάρκα, αντί τιμήματος 468.600 ευρώ, στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΠΑΡΚΑ Α.Ε.", υπό τους ίδιους πιο πάνω όρους. Και IV) Οι ενάγοντες της υπό στοιχείο δ' αγωγής, με το υπ' αριθμ. 1840/24-03-2011 προσύμφωνο πώλησης της ίδιας συμβολαιογράφου, ανέλαβαν την υποχρέωση, μέχρι 31-10-2011, να μεταβιβάσουν και παραδώσουν τους με αύξοντα [ορθό: αύξοντες] αριθμούς 1 έως και 23 τίτλους της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ... και το σύνολο της περιουσίας αυτής, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στο προσύμφωνο 22 φωτοβολταϊκά πάρκα, αντί τιμήματος 491.400 ευρώ, στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΦΩΤΟΚΥΚΛΟΣ Α.Ε.", υπό τους ίδιους πιο πάνω όρους. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες και των τεσσάρων συνεκδικαζόμενων αγωγών υπέγραψαν με τον εναγόμενο τα από 17-03-2011, 15-03-2011, 17-03-2011 και 15-03-2011, αντίστοιχα, ιδιωτικά συμφωνητικά σύστασης ενεχύρου, στα οποία αναφέρεται ότι το ενέχυρο συστάθηκε, "προς εξασφάλιση της προσυμφωνηθείσας αγοραπωλησίας μετοχών αλλά και προς εξασφάλιση της θετικής και αποθετικής ζημίας που θα υποστεί ο αγοραστής από τη ματαίωση της οριστικής υπογραφής της οριστικής σύμβασης ή την αντισυμβατική συμπεριφορά των πωλητών". Σύμφωνα με τα ιδιωτικά αυτά συμφωνητικά, οι ενάγοντες - ενεχυριαστές σύστησαν δικαίωμα ενεχύρου στο σύνολο των προσωρινών τους τίτλων και των ενσωματωμένων σ'αυτούς πωλούμενων μετοχών, υπέρ του εναγομένου - ενεχυρούχου δανειστή, τους οποίους και παρέδωσαν σ? αυτόν και έτσι ο εναγόμενος απέκτησε νόμιμα ενέχυρο επ' αυτών. Σε εκτέλεση των πιο πάνω προσυμφώνων πωλήσεως μετοχών των ανωνύμων εταιριών, ο πρώτος ενάγων των υπό στοιχεία β', γ' και δ' αγωγών, Χ. Ρ., ενεργώντας για τον εαυτό του και ως νόμιμος εκπρόσωπος των λοιπών εναγόντων, με τις με αριθμούς 2104, 2103, 2106 και 2107 της 31-10-2011, αντίστοιχα, πράξεις εμφάνισης και δηλώσεις, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Π. Χ., δήλωσε ότι γνωστοποίησε στον εναγόμενο τις συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας και ότι είναι πρόθυμος να προβεί στην εκτέλεση των προσυμφώνων, σε περίπτωση δε μη καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής να θεωρηθεί ότι καταργείται κάθε ένα από τα προσύμφωνα αυτά. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες που αναφέρονται στα προσύμφωνα, ως προς την κοινοποίηση ορισμένων συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, ήτοι των 75 ημερών, εφόσον κοινοποιήθηκαν άνω των 8 συμβάσεων και ενεργώντας για τον εαυτό του και ως πληρεξούσιος και αντίκλητος των εναγόντων, με τις με αριθμούς 2112, 2108, 2109 και 2111 της 01-11-2011, αντίστοιχα, πράξεις παράτασης, ενώπιον της ίδια [ορθό: ίδιας] συμβολαιογράφου, καθόρισε ως ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου την 09-01-2012. Κατά την ημερομηνία όμως αυτή, με τις με αριθμούς 2212, 2211, 2214 και 2215 της 09-01-2012 πράξεις εμφάνισης και δηλώσεων, αντίστοιχα, δήλωσαν: αα) οι ενάγοντες της υπό στοιχείο α' αγωγής, ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα, εκτός από το ποσό των 71.253 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 87 μετοχές, ββ) οι ενάγοντες της υπό στοιχείο β' αγωγής, ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα, εκτός από το ποσό των 66.960 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 120 μετοχές, γγ) οι ενάγοντες της υπό στοιχείο γ' αγωγής, ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα, εκτός απ? το ποσό των 21.868 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 28 μετοχές, και δδ) οι ενάγοντες της υπό στοιχείο δ' αγωγής, ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε κανένα τίμημα και επομένως έπαυσαν να ισχύουν τα πιο πάνω προσύμφωνα μεταβίβασης των μετοχών και κάλεσαν τον ε εναγόμενο να συναινέσει στην εξάλειψη του ενεχύρου των μετοχών. Ο εναγόμενος δήλωσε ότι λόγω της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών και περιστατικών, στα οποία στήριξαν τη σύμβαση και ειδικότερα λόγω της επελθούσας δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και λόγω μείωσης της αξίας του έργου και εν γένει απρόοπτης και κατάφωρης μεταβολής και επιδείνωσης της Ελληνικής οικονομίας, της επελθούσας αδυναμίας χρηματοδότησης από τα τραπεζικά ιδρύματα, αδυνατεί να προβεί σε μέρος των ενεργειών που απαιτούνται για την εκτέλεση των προσυμφώνων. Μετά την δήλωση αυτή του εναγομένου, ο πρώτος ενάγων των υπό στοιχεία β', γ' και δ' αγωγών, Χ. Ρ., ενεργώντας ατομικά για τον εαυτό του και ως πληρεξούσιος και αντίκλητος των λοιπών εναγόντων, με τις με αριθμούς 2216, 2220, 2219 και 2217 της 10-01-2012, αντίστοιχα, πράξεις λύσεις προσυμφώνου αγοραπωλησίας μετοχών ανωνύμων εταιριών, προέβη σε κατάργηση των πιο πάνω προσυμφώνων συμβολαίων μεταβίβασης των μετοχών όλων των εναγόντων των συνεκδικαζόμενων αγωγών. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, κατά την συμμφωνηθείσα ως άνω προθεσμία καταβολής του τιμήματος, ήτοι την 09-01-2012, είχαν γνωστοποιήσει εμπροθέσμως στον εναγόμενο τις συμφωνηθείσες συμβάσεις αγοράς και πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τη ΔΕΣΜΗΕ ή ΔΔ νήσων και έτσι είχαν εκπληρώσει τις πιο πάνω υποχρεώσεις τους για την καταβολή του συμφωνηθέντος τμήματος. Ο εναγόμενος, όμως, δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του για καταβολή του τιμήματος αυτού και, επομένως, η ματαίωση σύναψης των οριστικών συμβάσεων αγοραπωλησίας οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο και συνακόλουθα αποσβέστηκε η απαίτησή του, για την εξασφάλιση της οποίας συστάθηκαν τα πιο πάνω ενέχυρα επί των μετοχών των ανωνύμων εταιριών των εναγόντων, δηλαδή η απαίτησή του από τα πιο πάνω προσύμφωνα για τη σύναψη των οριστικών συμβάσεων αγοραπωλησίας των μετοχών. Με την απόσβεση, όμως, αυτή της απαίτησης του εναγομένου, χάριν της οποίας είχαν συσταθεί τα πιο πάνω ενέχυρα, αποσβέστηκε και το ενέχυρο επί των μετοχών αυτών, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Ενόψει δε της πιο πάνω έγγραφης δηλώσεως των εναγόντων περί αποδόσεως των μετοχών αυτών και της αρνήσεως του εναγομένου, πρέπει να υποχρεωθεί ο τελευταίος στην απόδοσή τους." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της απόσβεσης του ενεχύρου επί των μετοχών λόγω απόσβεσης της ασφαλιζόμενης απαίτησης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1243 περ. 1 και 1244 Α.Κ., και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί απόσβεσης του ενεχύρου επί των μετοχών των ανωνύμων εταιριών λόγω απόσβεσης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και συνακόλουθα περί γέννησης υποχρέωσης του εναγόμενου για απόδοση των τίτλων στους ενάγοντες. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα α) ότι με το 1839/24-3-2011 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Π. Χ. οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής συμφώνησαν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν στον εναγόμενο τις μετοχές της εταιρίας "Ηλιοακτίνα Α.Ε.", που κατείχε η εταιρία "Μ. Κ. και Σια Ε.Ε.", συμφερόντων τους, αντί 491.400 ευρώ, ότι με το 1843/24-3-2011 προσύμφωνο της ίδιας συμβολαιογράφου οι ενάγοντες της δεύτερης αγωγής συμφώνησαν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν στον εναγόμενο τις μετοχές της εταιρίας "Φωτοενέργεια Α.Ε." (αναφέρεται ως "Ηλιοακτίνα Α.Ε." εκ παραδρομής, όπως συνάγεται από το σκεπτικό της απόφασης), που κατείχε η εταιρία "Ρ. Χ.-Μ. Κ. Ο.Ε.", αντί 334.800 ευρώ, ότι με το 1842/24-3-2011 προσύμφωνο οι ενάγοντες της τρίτης αγωγής συμφώνησαν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν στον εναγόμενο της μετοχές της εταιρίας "..., που κατείχε η "Ρ.. Χ..-Κ. Δ. Ο.Ε.", αντί 468.600 ευρώ, και ότι με το 1840/24-3-2011 προσύμφωνο οι ενάγοντες της τέταρτης αγωγής συμφώνησαν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν στον εναγόμενο τις μετοχές της εταιρίας "Φωτοκύκλος Α.Ε.", που κατείχε η εταιρία "Ρ. Χ. και Σια Ο.Ε.", αντί 491.400 ευρώ, β) ότι με τα από 17-3-2011, 15-3-2011, 17-3-2011 και 15-3-2011 έγγραφα ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου συστήθηκε ενέχυρο στο σύνολο των προσωρινών τίτλων των μετοχών των ανωτέρω ανωνύμων εταιριών, υπέρ του εναγόμενου, για την εξασφάλιση της προσυμφωνηθείσας αγοραπωλησίας των μετοχών, αλλά και της τυχόν θετικής και αποθετικής ζημίας, που θα υποστεί ο εναγόμενος από τη ματαίωση της οριστικής αγοραπωλησίας ή την αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόντων, και γ) ότι οι ενάγοντες τήρησαν τις υποχρεώσεις τους, που πήγαζαν από τα προσύμφωνα, όμως ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να καταβάλει το σύνολο του τιμήματος εντός της συμφωνημένης προθεσμίας, και ότι κατόπιν αυτού οι ενάγοντες με τις ... συμβολαιογραφικές πράξεις προέβησαν νομότυπα σε λύση και κατάργηση των προαναφερθέντων προσυμφώνων, με πλήρη, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία εξήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι αποσβέστηκε η απαίτηση, για χάρη της οποίας είχε συσταθεί το ενέχυρο επί των μετοχών, δηλαδή η υποχρέωση για πώληση και μεταβίβαση σε αυτόν των μετοχών των ανωνύμων εταιριών, και ότι κατ' ακολουθία ο εναγόμενος οφείλει να επιστρέψει στους ενάγοντες τις μετοχές αυτές, και κατόπιν τούτων δέχτηκε τις αγωγές τους. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δεν όφειλε να διαλάβει στην απόφασή του ειδικότερη αιτιολογία περί μη ύπαρξης αποζημιωτικής ευθύνης των εναγόντων, την οποία θα εξακολουθούσε να ασφαλίζει το ενέχυρο, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, τα προσύμφωνα περί μεταβίβασης των μετοχών λύθηκαν και καταργήθηκαν οι κάθε είδους υποχρεώσεις που πηγάζουν από αυτά, άλλωστε από τις παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν ήταν υπαίτιοι της ματαίωσης της οριστικής μεταβίβασης των μετοχών, ούτε επέδειξαν αντισυμβατική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της λειτουργίας των συμβάσεων, και συνεπώς δεν δημιουργήθηκε αξίωση του εναγόμενου εις βάρος τους για αποζημίωση καθ' όσον χρόνο λειτούργησαν οι συμβάσεις προσυμφώνου, ενώ το δικαίωμα του εναγόμενου για την επιστροφή των χρηματικών ποσών, που αυτός κατέβαλε ως προκαταβολή του τιμήματος των οριστικών συμβάσεων πώλησης των μετοχών, που ματαιώθηκαν, αποτελεί αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ασφαλίζεται με τις συμβάσεις ενεχύρου. Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις. Ο ίδιος λόγος, ως προς το μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται παραβίαση των άρθρων 216 και 118 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, επειδή οι διατάξεις αυτές, που ορίζουν τα απαιτούμενα στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στα δικόγραφα της αγωγής ως προς την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 514/2002) και συνεπώς τυχόν παραβίασή τους δεν στοιχειοθετεί πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 325 Α.Κ., "αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει (δικαίωμα επίσχεσης)." Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί ειδική εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής της καλής συναλλακτικής πίστης, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο οφειλέτης αντιτάσσει βασίμως κατά του δανειστή ότι αρνείται να εκπληρώσει την οφειλόμενη προς αυτόν παροχή του, μέχρις ότου ο δανειστής να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει έναντι αυτού, οπότε ο τελευταίος δεν καθίσταται υπερήμερος (Α.Π. 1011/2023, Α.Π. 1431/2022), η προβολή δε του ισχυρισμού αυτού μπορεί να γίνει είτε εξωδίκως, είτε στο δικαστήριο με την προβολή σχετικής αναβλητικής ένστασης. Πρόκειται για δικαίωμα με αμυντικό χαρακτήρα, που αποβλέπει άμεσα στην παρεμπόδιση της εκπλήρωσης της αξίωσης του δανειστή και έμμεσα στον εξαναγκασμό του, μέσω αυτής, ώστε να επιτευχθεί η ικανοποίηση υπαρκτής απαίτησης του οφειλέτη. Σκοπός της επίσχεσης είναι η εξασφάλιση της ικανοποίησης της ανταξίωσης του οφειλέτη παράλληλα με την πραγμάτωση της αξίωσης του δανειστή (Α.Π. 823/2023). Συνάφεια αξίωσης και ανταξίωσης υπάρχει όταν οι δύο απαιτήσεις προέρχονται από την ίδια έννομη σχέση ή εξ αφορμής αυτής (Α.Π. 1011/2023, Α.Π. 1431/2022, Α.Π. 1374/2012). Όταν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης, εφόσον τούτο δεν αποκλείεται είτε από το νόμο είτε από τη βούληση των μερών είτε από τη φύση και το περιεχόμενο της σχέσεως ή της συγκεκριμένης απαίτησης σε συνδυασμό με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Η επίσχεση δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι εκκρεμεί για την ανταπαίτηση αγωγή (Α.Π. 823/2023). Συναφής με την οφειλή αξίωση είναι και κάθε αξίωση του υπόχρεου να αποδώσει ένα πράγμα, η οποία, σύμφωνα με τους κανόνες της συναλλακτικής καλής πίστης, έχει συνάφεια ή σχέση με το πράγμα που πρέπει να παραδώσει, οπότε η επίσχεση παρέχει στον κατέχοντα το πράγμα το δικαίωμα να διατηρήσει προσωρινώς την κατοχή, μέχρι να εκπληρώσει ο αντισυμβαλλόμενός του την παροχή του (Α.Π. 743/2024). Για την γέννηση του δικαιώματος επίσχεσης προϋποτίθεται η ύπαρξη ληξιπρόθεσμης απαίτησης του δανειστή, η δε ανταπαίτηση του οφειλέτη θα πρέπει να καταστεί ληξιπρόθεσμη το αργότερο μέχρι την εκπλήρωσή της (Α.Π. 823/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προέβαλε με τις προτάσεις του, μεταξύ άλλων, ένσταση επίσχεσης, αναφέροντας ότι, βάσει νεότερης συμφωνίας πώλησης εξοπλισμού, που συνήφθη την 6-1-2013 μεταξύ της κατασκευάστριας των φωτοβολταϊκών σταθμών εταιρίας "Smart Cosntructions SMPC", έξι προσωπικών εταιριών ως αγοραστριών του εξοπλισμού, πέντε ανωνύμων εταιριών ως εγγυητριών υπέρ των αγοραστριών, και του εναγόμενου, την οποία (συμφωνία) οι ενάγοντες αποδέχτηκαν ότι τους δεσμεύει προσωπικά, αυτοί (ενάγοντες) ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στον εναγόμενο ποσοστό 50% της κυριότητας των μετοχών των ανωτέρω ανωνύμων εταιριών, και ότι αρνείται την εκπλήρωση της επίδικης παροχής εωσότου οι ενάγοντες εκπληρώσουν την ως άνω υποχρέωση που τους βαρύνει. Με την 12/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης η ένστασή του έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε αυτός να αποδώσει στους ενάγοντες τις ενεχυριασθείσες μετοχές, υπό τον όρο της μεταβίβασης εκ μέρους τους σε αυτόν ποσοστού 25% των μετοχών των ανωνύμων εταιριών, ενώ με την αναιρεσιβαλλόμενη 217/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγιναν δεκτές οι αγωγές και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση επίσχεσης του εναγόμενου με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο, αιτιολογία: "Με τα από 06-01-2013, ισάριθμα με τις συνεκδικαζόμενες τέσσερις αγωγές, ιδιωτικά συμφωνητικά, που υπογράφηκαν από το νόμιμο εκπρόσωπο της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρίας με την επωνυμία "SMART Contructions smpc", Kalil Demirdag, ως εργολάβο και τον ενάγοντα των υπό στοιχεία β', γ' και δ' αγωγών, Χ. Ρ., ως νόμιμο εκπρόσωπο των ομορρύθμων εταιριών με τις επωνυμίες "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", "Κ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", "... - ....", "... - Μ. Κ. Ο.Ε.", "...." και της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «Μ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", ως εργοδοτών, η πρώτη ΙΚΕ εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στην εκτέλεση του έργου της προμήθειας πάσης φύσεως εξοπλισμού και την κατασκευή και αποπεράτωση των 11 σταθμών στη νήσο Κω, από τα 17 φωτοβολταϊκά έργα, και την παράδοση αυτών πλήρως έτοιμων για την τελική σύνδεσή τους με το δίκτυο του αγοραστή ηλεκτρικής ενέργειας Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.), σύμφωνα με τους όρους και τις συμφωνίες των συμφωνητικών αυτών. Το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα του έργου ανερχόταν στο ποσό των 1.375.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. Για την εξασφάλιση των απαιτήσεων αυτών της εργολάβου εταιρίας, η τελευταία ή τρίτο πρόσωπο που θα υποδείκνυε αυτή, θα αποκτούσε, ταυτόχρονα με την υπογραφή της σύμβασης, χωρίς αντάλλαγμα, το 25% των μετοχών των ανωνύμων εταιριών με τους διακριτικούς τίτλους "ΗΛΙΟΑΚΤΙΝΑ Α.Ε.", "... ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ ΠΑΡΚΑ Α.Ε.", "ΦΩΤΟΕΝΕΡΓΕΙΑ Α.Ε.", "ΦΩΤΟΚΥΚΛΟΣ Α.Ε." και "ΗΛΙΟΑΝΑΛΥΣΗ Α.Ε.", ο εναγόμενος - ανάδοχος του έργου ανέλαβε την υποχρέωση να ενεχυριάσει το 25% των μετοχών της ιδιοκτησίας του των ανωνύμων αυτών εταιριών, τα οποία και θα καταργούνταν μετά την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος, η δε εργολάβος εταιρία, με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και με τον όρο της αυτοσύμβασης θα μεταβίβαζε το ποσοστό αυτό στον εναγόμενο. Κατά την ημερομηνία παράδοσης του εξοπλισμού των πάρκων, η εργολάβος εταιρία θα αποκτούσε, έναντι τιμήματος 1 ευρώ, άλλο ένα 25% από τις μετοχές αυτές των εταιριών και θα διατηρούσε την κυριότητα αυτών μέχρι την πλήρη αποπληρωμή, οπότε ο εναγόμενος θα αποκτούσε το ποσοστό αυτό των εταιριών, με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πώλησης που θα υπέγραφε, με τον όρο της αυτοσύμβασης, η εργολάβος εταιρία. Η παράδοση του εξοπλισμού έπρεπε να γίνει την 30-01-2013 και την ίδια ημερομηνία έπρεπε να χορηγηθεί στον Χ. Ρ. ανέκκλητο πληρεξούσιο, με το οποίο θα του παρεχόταν η εξουσία να προβεί στις μεταβιβάσεις των 17 φωτοβολταϊκών σταθμών, η δε μεταβίβαση [προφανώς: σύνδεση] αυτών στο δίκτυο ΔΕΔΔΗΕ έπρεπε να γίνει μέχρι το Μάρτιο 2013. Η μεταβίβαση, όμως, αυτή δεν έγινε και ο Χ. Ρ., με την υπ' αριθ. καταθέσεως 3487/νΤΠ/193/24-12-2018 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά των 6 προσωπικών εταιριών, 5 ανωνύμων εταιριών και του και ήδη εναγομένου, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι προσωπικές εταιρίες να του μεταβιβάσουν τους 17 φωτοβολταϊκούς σταθμούς. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, με την υπ' αριθμ. 76/2020 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, ήδη δε εκκρεμεί η υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, μετά από έφεση που ασκήθηκε κατ' αυτής. Σύμφωνα όμως με τον 12β όρο του πιο πάνω απ? 06-01-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού ο εναγόμενος θα ελάμβανε τις πιο πάνω μετοχές μόνο μετά την προσήκουσα παράδοση του εξοπλισμού από τη SMART και εφόσον ο Χ. Ρ. είχε λάβει όλους τους συμφωνηθέντες φωτοβολταϊκούς σταθμούς. Για την απαίτησή του αυτή από το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό (06-01-2013), δηλαδή να παραδώσουν οι ενάγοντες σ? αυτόν τα συμφωνηθέντα με αυτό εξ αδιαιρέτου ποσοστά των μετοχών των πιο πάνω ανωνύμων εταιριών που κατέχει ο καθένας, ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμό κατάθεσης 15841/09-08-2019 αγωγή του, κατά των ήδη εναγόντων και του Α. Ρ., που δεν είναι τώρα διάδικος, με την οποία ζήτησε: 1) Να αναγνωριστεί ότι κάθε ένας εναγόμενος υποχρεούται να μεταβιβάσει σ' αυτόν, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τις ονομαστικές μετοχές που αναφέρει για τον καθένα. 2) Να καταδικαστεί κάθε ένας εναγόμενος σε δήλωση βουλήσεως με περιεχόμενο να μεταβιβάσει σ'αυτόν, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τις ονομαστικές αυτές μετοχές. Και 3) Να υποχρεωθεί κάθε ένας εναγόμενος να παραδώσει σ' αυτόν, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τις ονομαστικές αυτές μετοχές. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 10537/2020 απόφασή του ανέστειλε τη συζήτηση της αγωγής εωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της πιο αγωγής που άσκησε ο ήδη ενάγων Χ. Ρ. κατά των πιο πάνω εταιριών. Από τα προεκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι η προβαλλόμενη με την ένσταση επίσχεσης απαίτηση του εναγομένου μεταβίβασης των 50% των μετοχών των πιο πάνω ανωνύμων εταιριών δεν είναι εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη και επομένως η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση επίσχεσης του εναγόμενου, δεχόμενο τις αγωγές και υποχρεώνοντας αυτόν να αποδώσει στους ενάγοντες τις ενεχυριασθείσες μετοχές χωρίς όρο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 325 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, με βάση τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, επειδή η ανταπαίτηση του εναγόμενου δεν είναι ληξιπρόθεσμη και συνεπώς δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση επίσχεσης, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής της προδιαληφθείσας διάταξης, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα ότι η απαίτηση του εναγόμενου από τα τέσσερα από 6-1-2013 ιδιωτικά συμφωνητικά περί μεταβίβασης σε αυτόν ποσοστού 50% των μετοχών των ανωνύμων εταιριών ήταν εξαρτημένη από την προηγούμενη παράδοση από την εταιρία Smart του εξοπλισμού των φωτοβολταϊκών σταθμών και ακολούθως τη μεταβίβαση στον Χ. Ρ. των 17 φωτοβολταϊκών σταθμών στην Κω, όμως η μεταβίβαση αυτή δεν έγινε, με συνέπεια ο Χ. Ρ. να ασκήσει σχετικώς αγωγή κατά των εμπλεκόμενων προσωπικών και ανώνυμων εταιριών και του εναγόμενου, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί σε δεύτερο βαθμό, ορθώς συνήγαγε από τις ανωτέρω παραδοχές ότι η ανταπαίτηση του εναγόμενου δεν είναι ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιόν του (Εφετείου) και συνεπώς δεν μπορεί να προβληθεί σε επίσχεση έναντι των επιδίκων απαιτήσεων των εναγόντων, ενώ η περαιτέρω κρίση του Εφετείου ότι η ανταπαίτηση δεν είναι ούτε εκκαθαρισμένη, είναι πλεοναστική, αφού η προεκτεθείσα ως άνω αιτιολογία αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις. Ο ίδιος λόγος, ως προς το σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο εσφαλμένως δέχτηκε ότι, κατά τη συμφωνία των μερών, η απαίτησή του για τη μεταβίβαση σε αυτόν των μετοχών των ανωνύμων εταιριών ήταν εξαρτημένη από την προηγούμενη μεταβίβαση στον Χ. Ρ. των 17 φωτοβολταϊκών σταθμών, ενώ στην πραγματικότητα εξαρτάτο μόνο από την προηγούμενη παράδοση από την εταιρία Smart του εξοπλισμού των σταθμών, είναι απαράδεκτος, επειδή πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 6/2016, Α.Π. 28/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 267/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος προέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με λόγο εφέσεως ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ., ισχυριζόμενος ότι το δικαίωμα των εναγόντων ασκείται καταχρηστικά, επειδή αυτοί από το έτος 2012 μέχρι την άσκηση των αγωγών (2019) δεν ζήτησαν την απόδοση των μετοχών, δεν προέβαλαν την απόσβεση του ενεχύρου και δεν αντέδρασαν στην συμμετοχή του στις Γενικές Συνελεύσεις των εταιριών και την άσκηση εκ μέρους του των δικαιωμάτων ψήφου, αντιθέτως του είχαν ζητήσει να παραχωρήσει και σε αυτούς δικαιώματα ψήφου για μέρος των επίδικων μετοχών, ώστε να μετάσχουν στις Συνελεύσεις, ενώ δεν έχουν εκπληρώσει την υποχρέωσή τους για μεταβίβαση στον εναγόμενο του συνόλου των μετοχών των ανωνύμων εταιριών, παρόλο που έχουν αποκτήσει τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς. Το Εφετείο απέρριψε την ένσταση, κυρίως μεν ως μη νόμιμη, επικουρικώς δε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμη, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν ... την ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ., ανεξάρτητα του ότι οι ενάγοντες με τις προεκτεθείσες με αριθμούς 2212, 2211, 2214 και 2215 της 09-01-2012 πράξεις εμφάνισης και δηλώσεων κάλεσαν τον εναγόμενο "να συναινέσει στην εξάλειψη του ενεχύρου στις μετοχές των εταιριών" και, επομένως, δεν υπάρχει αδράνεια αυτών για την άσκηση του ένδικου δικαιώματός τους." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε την ένσταση του εναγόμενου ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφού τα εκτιθέμενα από τον εναγόμενο περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, πράγματι δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Επομένως είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος, ως προς το σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 19, α) καθόσον θίγει την κύρια απορριπτική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτος, επειδή προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό αυτό αποτελεί η εξέταση της υπόθεσης από το δικαστήριο κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια, αντιφατικότητα ή παντελή έλλειψη των οποίων γεννάται η πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, η οποία επομένως δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε στην ουσία τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 728/2023, Α.Π. 555/2023, Α.Π. 1935/2017), και β) καθόσον θίγει την επικουρική αιτιολογία, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, επειδή η κύρια αιτιολογία επαρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ο αναιρεσείων δεν προβάλλει συγκεκριμένες αιτιάσεις σχετικά με την αιτιολογία αυτή (επικουρική).
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με σκέλη των δεύτερου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλειες από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέροντας, αντίστοιχα, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη α) τον ισχυρισμό του ότι το ενέχυρο επί των επίδικων μετοχών δεν έχει αποσβεστεί, επειδή ο ίδιος εξακολουθεί να διατηρεί απαίτηση κατά των εναγόντων για μεταβίβαση των μετοχών, άλλως για την επιστροφή των ποσών, που κατέβαλε σε αυτούς ως προκαταβολή για το τίμημα, και β) την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων. Οι λόγοι είναι αβάσιμοι, ο δεύτερος (πρώτος ως άνω), επειδή οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εναγόμενου αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και συνεπώς δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο τέταρτος (δεύτερος ως άνω), επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και την απέρριψε ρητώς, όπως προαναφέρθηκε. Ο τέταρτος λόγος, ως προς το σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κακή αξιολόγηση εκ μέρους των Εφετείου των εγγράφων, που προσκόμισε, είναι απαράδεκτος, επειδή πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 686/2021) και δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 911/2021, Α.Π. 1058/2020, Α.Π. 374/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 686/2021, Α.Π. 218/2020, Α.Π. 374/2019, Α.Π. 315/2008, Α.Π. 1510/2011, Α.Π. 263/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος, και συγκεκριμένα ότι, προκειμένου να δεχτεί ότι οι αγωγές είναι ορισμένες, προσέφυγε ανεπίτρεπτα στα αποδεικτικά έγγραφα της δίκης. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή με αυτόν δεν προβάλλεται σφάλμα της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού με την παρά τον νόμο λήψη υπόψη συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση πλημμέλειας από τον αρ. 11.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β' , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 14/2005). Για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 173/2015).
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (Α.Π. 492/2015). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 1761/2017, Α.Π. 1741/2017), και επίσης αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 615/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς επισκοπείται, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απόσβεσης του ενεχύρου επί των επίδικων μετοχών, έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τόσο αυτά, από τα οποία προκύπτει άμεση απόδειξη, όσα και εκείνα, από τα οποία συνάγονται δικαστικά τεκμήρια. Από τη βεβαίωση αυτή προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, η από 11-9-2015 δήλωση μεταβίβασης δικαιωμάτων ψήφου, με την οποία ο εναγόμενος επέτρεψε στους Χ.. Ρ. και Μ.. Κ. να ασκούν τα δικαιώματα ψήφου των 150 από τις 300 ενεχυριασθείσες μετοχές των ανωνύμων εταιριών, τα από 23-6-2016 και 27-7-2016 πρακτικά Γ.Σ. της εταιρίας "Φωτοκύκλος Α.Ε.", τα από 23-6-2016 και 27-7-2016 πρακτικά Γ.Σ. της εταιρίας "Ηλιοακτίνα Α.Ε.", τα από 23-6-2016 και 27-7-2016 πρακτικά Γ.Σ. της εταιρίας "Ρ. Χ. Ενέργεια Α.Ε." και τα από 23-6-2016 και 27-7-2016 πρακτικά Γ.Σ. της εταιρίας "Φωτοενέργεια Α.Ε.", από τα οποία προκύπτει ότι στις Γενικές Συνελεύσεις των ως άνω εταιριών μετείχε τόσο ο εναγόμενος, όσο και οι Χ.. Ρ. (στις Γ.Σ. των πρώτης, τρίτης και τέταρτης εταιριών) και Μ.. Κ. (στις Γ.Σ. της δεύτερης εταιρίας), και η 5050/2021 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε τις αιτήσεις των εναγόντων περί αναστολής εκτελέσεως αποφάσεων των Γ.Σ. των εταιριών αυτών. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα κατ' άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, τα οποία αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι οι ενάγοντες αναγνώριζαν επί μακρό χρόνο μετά την ακύρωση των προσυμφώνων την ιδιότητά του ως ενεχυρούχου δανειστή.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ, και ενόψει του ότι ο πέμπτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στη δίκη και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-9-2023 αίτηση του αναιρεσείοντος Ι. Ο. για αναίρεση της 217/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης και της 12/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ